Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

9. «Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν».




ΑΡΘΡΟΝ ΕΝΑΤΟΝ

«Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν».

Στο άρθρο αυτό το Σύμβολο της Πίστεως αναφέρεται στο δόγμα περί Εκκλησίας, της οποίας τονίζει τις τέσσερις βασικές ιδιότητες· ενότητα, αγιότητα, καθολικότητα και αποστολικότητα. Το δόγμα βέβαια είναι πολύ ευρύτερο, είναι δε χρήσιμο να το δούμε στις βασικές του γραμμές, για να μορφώσουμε μία γενική εικόνα περί αυτού, τόσο περισσότερο όσο το χριστεπώνυμο πλήρωμά της πρέπει να γνωρίζει την ουσία, τους σκοπούς και γενικά το έργο της πνευματικής του μητέρας, της οποίας αποτελεί λίθο ζώντα λογικόν, έτσι ώστε να είναι σε θέση ν ανταποκρίνεται πληρέστερα στο θείο του αυτό και υπέρτατο αξίωμα. Ο Χριστός –όπως και σε άλλη περίσταση ετονίσαμε– ως Πρόσωπο ιστορικό, δεν μπορούσε να διαιωνίσει την ύπαρξή του πάνω στη γη. Έτσι, αφού επεράτωσε τη λυτρωτική αποστολή του, αναλήφθηκε στους ουρανούς, όπου κάθεται εκ δεξιών τού Πατρός.

Τί επρόκειτο όμως ν’ απογίνει το λυτρωτικό έργο του στη γη; Θα έμενε στασιμο και ανενέργητο, χωρίς συνέπεια και συνέχεια ιστορική; Ασφαλώς όχι. Ο Κύριος εμερίμνησε για τη σημαντική αυτή ανάγκη, ιδρύοντας την Εκκλησία του, στο έδαφος της οποίας το άπαξ τελεσθέν σωτήριο έργο του έμελλε να έχει συνέχεια, αξιοποιούμενο υποκειμενικά στις καρδιές των μελών της, με τη δύναμη τού παναγίου Πνεύματος.

Η Εκκλησία, όπως και ο όρος σημαίνει (εκ τού εκκαλώ = συναθροίζω), είναι κοινωνία, σύναξη πνευματική. Την πρώτη της καταβολή είχε στο Πρόσωπο τού Θεανθρώπου, όπου ο Θεός συνάντησε τον άνθρωπο, δέθηκε μαζί του υποστατικά σε μία ένωση απερινόητη, ασύγχυτη και αδιαίρετη, και με τη φωτιά της θεότητός του ελάμπρυνε κι εθέωσε το Πρόσλημμα. Η Εκκλησία, ως οικοδομή πνευματική, έχει ως ακρογωνιαίο μεν λίθο της τον Κύριον Ιησού Χριστό, θεμέλιους λίθους τους Αποστόλους και ζώντες επί μέρους λίθους λογικούς τους πιστούς που είναι και τα μέλη της. Η Εκκλησία μοιάζει με άμπελον πνευματική, της οποίας γεωργός είναι ο Θεός, ο οποίος την περιποιείται και την καλλιεργεί, κλήματα δε όσοι είναι μυστικά
ενσωματωμένοι σ αυτήν. Με την ενσωμάτωσή τους αυτήν οι πιστοί απομυζούν τους ζωτικούς χυμούς της νοητής αμπέλου, καλλιεργούνται και τρέφονται πνευματικά
και ενώνονται εσωτερικά με τον Θεό. Αντίθετα, η αποκοπή και η απομάκρυνσή τους από την άμπελο επιφέρει το μαρασμό και την πνευματική τους νέκρωση, η οποία απολήγει στη φωτιά, στο αιώνιο πυρ της κολάσεως. Η Εκκλησία είναι σώμα, ζωντανός οργανισμός, τού οποίου μυστική και αόρατη κεφαλή είναι ο Χριστός, μέλη δε οι πιστοί που συνδέονται μαζί του διά της πίστεως και της αγάπης. Ψυχή, τέλος, της Εκκλησίας είναι το Πνεύμα το άγιο, το οποίον απέστειλεν ο Ιησούς μετά την Ανάληψή του στους μαθητές, κατά την ημέρα της Πεντηκοστης. Το Πνεύμα το άγιο
συγκροτεί με τη χάρη του το θεσμό της Εκκλησίας, ζωοποιεί και αγιάζει τα μέλη της και κατανέμει τα χαρίσματα, τις διακονίες και τα πνευματικά της λειτουργήματα.

Η Εκκλησία αποτελεί πνευματική κοινωνίαν ακατάλυτη και αδιάλυτη, στο μέτρο που ακατάλυτος και αιώνιος είναι και ο θείος ιδρυτής της. Καμία δύναμη δεν μπορεί να την αφανίσει, ούτε ο θάνατος μπορεί να καταλύσει τον πνευματικό δεσμό που συνάπτουν τα μέλη της μεταξύ τους και με το Σωτήρα Κύριο. Ο θάνατος αποκαθιστα απλώς τα μέλη της που φεύγουν από τη γη στη θριαμβεύουσα Εκκλησία, που είναι απογεγραμμένη στους ουρανούς. Ονομάζεται δε
θριαμβεύουσα, διότι σε αντίθεση με τή στρατευομένη, το τμήμα δηλαδή αυτής που βρίσκεται στη γη και είναι στρατευμένο στον αγώνα κατά των σκοτεινών δυνάμεων της αμαρτίας, αυτή βρίσκεται στον ουρανό, όπου πανηγυρίζει τα νικητήρια κατά της αμαρτίας και τελεί τον πνευματικό θρίαμβο της πίστεως, στη βασιλεία τού Θεού. Μεταξύ των δύο αυτών τμημάτων της Εκκλησίας υπάρχει αείζωη πνευματική σχέση και αδιάρρηκτος δεσμός. Η Εκκλησία των ουρανών εναγκαλίζεται και κατασπάζεται την Εκκλησίαν επί της γης. Οι άγγελοι και οι άγιοι με επικεφαλής την Υπεραγία Θεοτόκο περιβάλλουν με την προστασία και την αγάπη τους τους αδελφούς τους που μάχονται εδώ κάτω στη γη. Οι άγγελοι χαίρονται διά τη μετάνοια και την προκοπή τους και είναι έτοιμοι να τους διακονήσουν σε κάθε περίσταση και ανάγκη τους. Οι δε άγιοι τους περιβάλλουν ομοίως με τη χάρη τους που πλούσια εγκατοικεί στην αγιασμένη φύση τους, πρεσβεύοντες στον Κύριο να τους ενδυναμώνει στο δύσκολο αγώνα τους και να τους ευλογεί με τή χρηστοτητα και την αγαθωσύνη του. Αλλά και οι επί γης στρατευόμενοι αδελφοί εκδηλώνουν πολυειδώς την τιμή και την αγάπη τους προς τους αδελφούς, οι οποίοι έφθασαν τα μέτρα της πνευματικής τελειώσεως, βρισκόμενοι στο σταδιο της αδιάφθορης δόξας. Τούς έχουν ως
πρότυπα μιμήσεως. Επικαλούνται τη χάρη, τις ευχές και τις δεήσεις τους. Καθιερώνουν ναούς προς τιμήν τους. Τιμούν και ασπάζονται τα ιερά λείψανα και τις εικόνες τους. Προσφέρουν τή θεία Ευχαριστία προς έπαινο τού μεγάλου Θεού που τους χάρισε την αγιωσύνη και τή δόξα τους. Η Εκκλησία είναι μία ακατάλυτη κοινωνία Θεού και ανθρώπων. Είναι ανάφλεξη ψυχών στο καμίνι της χάριτος, η φωτιά τού Θεού που διαφλέγει και θεοποιεί τον άνθρωπο. Είναι η μυστική κοινωνία αγίων που δεν περιορίζεται μέσα σε τοπικούς και χρονικούς περιορισμούς, η παράσταση και η εγκαύχησή τους στην ακατάλυτη δόξα τού Θεού. Πόσο –αλήθεια– αδικούν τους εαυτούς τους οι Προτεσταντες, όταν απορρίπτουν το δόγμα των
αγίων!

Η Εκκλησία είναι κοινωνία αγάπης. Ως μέλη της έχει όσους πιστεύουν και αποδέχονται τον Κύριον Ιησού Χριστόν ως Σωτήρα και Θεό τους, πιστεύουν ορθόδοξα στο σύνολό της τη λυτρωτική θεία αλήθεια, μετέχουν στη θεία λατρεία της και αποδέχονται το σύστημα της πνευματικής τους διακυβερνήσεως από το ιερατείο της. Τα μέλη της Εκκλησίας διαιρούνται σε δύο τάξεις· το ποιμαίνον και κυβερνών τους πιστούς ιερατείον και τους ποιμαινόμενους πιστούς, το λαό. Ο τελευταίος διατηρεί ακέραια τα δικαιώματα και τη λειτουργικότητά του στο έργο και τους σκοπούς της Εκκλησίας. Δεν είναι μάζα στατική και απαθής, αλλά σώμα πολυδύναμο και ζωτικό, εμφορούμενο από τη χάρη τού Πνεύματος τού Θεού.
Η Εκκλησία ως σώμα άγιο στο οποίο διαιωνίζεται ο Χριστός επί της γης και το εμψυχώνει η χάρη τού αγίου Πνεύματος, είναι απαραίτητη προς σωτηρίαν. Έξω από αυτήν δεν μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος, όπως δεν μπορεί να ζήσει το κλήμα που κόβεται από την άμπελο, το οποίο ξηραίνεται και πεθαίνει. Tονίζει η πατερική παράδοση, έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία. Τί θα απογίνουν όλοι οι αιρετικοί και οι σχισματικοί που δεν ανήκουν στην Εκκλησία (την Ορθόδοξη) καθώς και όλοι οι αλλόθρησκοι, που καμία σχέση δεν έχουν με αυτήν; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Αν αποβλέψουμε όμως στο γεγονός ότι όλοι ανεξαίρετα οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την όποια ιδιαιτερότητα που μπορεί να έχει ο καθένας τους, είναι
πλάσματα «κατ εικόνα και ομοίωσιν» Θεού, τα οποία αγαπά ο δημιουργός, και ότι ο Κύριος «υπέρ πάντων»  και«θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν»· ακόμη δε, ότι είναι «το φώς το αληθινόν το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον», ίσως να υπάρχει κάποια βάση να υποστηρίξουμε, ότι εκτάκτως και κατά παρέκκλιση από το λυτρωτικό αξίωμα της Εκκλησίας είναι δυνατό να σώσει ο Θεός ορισμένους εκ των μη χριστιανών, οι
οποίοι ουδέποτε άκουσαν περί Χριστού και Εκκλησίας, ή και αν άκουσαν η ιδέα που εσχημάτισαν είναι πολύ αμυδρή και συγκεχυμένη. Τούτους είναι ενδεχόμενο να σώσει ο Θεός με το μέτρο της οικονομίας και της αγάπης του, αφού τους κρίνει φυσικά επί τη βάσει τού εμφύτου ηθικού νόμου που απηχείται σε κάθε ανθρώπινη συνείδηση και ψυχή και τού περιεχομένου της ζωής που εμόρφωσαν σύμφωνα με τις αρχές και τα στοιχεία των θρησκευμάτων στα οποία έζησαν. Άλλωστε είναι ποτέ δυνατόν να εξακοντίσει στην κόλαση ο Θεός (έστω και αν τιμωρούνται ελαφρά) όλους συλλήβδην τους απίστους, οι οποίοι δεν προσχώρησαν στην Εκκλησία του, αφού στους περισσότερους δεν δόθηκε καν η ευκαιρία ν ακούσουν περί Χριστού
και Εκκλησίας και ενσυνείδητα να λάβουν θέση έναντι τού Ευαγγελίου και της σωτηρίας τους;
Η άγνοια δεν αποτελεί βάση μιάς κάποιας απολογίας ενώπιον τού δικαιοκρίτου
Θεού; Αλλά και διά τους αιρετικούς και τους σχισματικούς το δυνατόν της σωτηρίας δεν πρέπει ν αποκλειστεί σε όσες περιπτώσεις η εμμονή τους στην αίρεση γίνεται ανεπιγνώστως ή καλή τη πίστει, είναι δε εκ των πραγμάτων σχεδόν αδύνατη η υπερπήδηση των ομολογιακών φραγμών· θα σωθούν δε επί τη βάσει των σημείων στα οποία ορθοδοξούν και της ηθικοπνευματικής ποιότητος της ζωής τους.
Λέγοντες βέβαια αυτά δεν επιθυμούμε να μειώσουμε το λυτρωτικό αξίωμα της Εκκλησίας, ως της νόμιμης κιβωτού της σωζούσης χάριτος τού Θεού, στους κόλπους της οποίας είναι βεβαία η σωτηρία, αν συντρέξουν φυσικά οι κατάλληλες προς τούτο συνθήκες (η δικαιούσα πίστη, δηλαδή η πίστη η «δι’ αγάπης ενεργουμένη»). Τονίζουμε πάλιν ότι το δυνατόν σωτηρίας των απίστων και των ετεροδόξων είναι ενδεχόμενο έκτακτο, το οποίο δεν συναντάται και πολύ λιγότερο δεν συγκρούεται με το σωστικό αξίωμα της Εκκλησίας. Σε τελική ανάλυση το θέμα είναι καθαρά προσωπική υπόθεση τού Θεού, ο οποίος από κανένα δεν περιορίζεται στις λυτρωτικές ενέργειες τού παναγίου του Πνεύματος, το οποίον κατά τη βεβαίωση
της Γραφής «όπου θέλει πνεί».

Η Εκκλησία φέρει δύο όψεις, την αόρατη –μυστική και την ορατή– εμπειρική. Και αόρατη μεν είναι η θεία της πλευρά, η οποία δεν υποπίπτει στην εξωτερική αίσθηση τού ανθρώπου. Έτσι αόρατη είναι η μυστική της κεφαλή, ο Χριστός, ο οποίος μετά την Ανάληψή του στους ουρανούς κάθεται εκ δεξιών τού Πατρός.
Αόρατον είναι και το Πνεύμα το άγιο, το οποίο την εμψυχώνει και την ζωοποιεί. Όπως αόρατη είναι και η μυστηριακή χάρη διά της οποίας αγιάζονται τα μέλη της και συνάπτονται εσωτερικά με το Σωτήρα Χριστό. Όλα αυτά είναι πράγματα υπεραισθητά, τα οποία δεν βλέπουμε με τους φυσικούς μας οφθαλμούς, αλλά τα πιστεύουμε. Διά τούτο η παραδοχή της Εκκλησίας αποτελεί άρθρο πίστεως.
Η δε ορατή της πλευρά είναι ό,τι αισθητό και φυσικό εμπερικλείεται σ αυτήν. Έτσι τα μέλη της, κλήρος και λαός, είναι άνθρωποι ιστορικοί, φέροντες σώμα υλικό και εξελισσόμενοι ιστορικά στο χρόνο. Έπειτα η λατρεία της είναι και αυτή εξωτερική και ορατή, τα δε μυστηριά της τελετές που βλέπει και παρακολουθεί με τις εξωτερικές του αισθήσεις ο άνθρωπος.
Η πραγματική ιδέα της Εκκλησίας βρίσκεται στην αρμονική συνάρθρωση των δύο αυτών στοιχείων, τού θείου και υπεραισθητού με το ανθρώπινο φυσικό και εμπειρικό. Η Εκκλησία είναι θεανθρώπινος οργανισμός, όπως και ο ιδρυτής της είναι Θεάνθρωπος. Όπως δηλαδή στον Κύριον υπήρχαν δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, που ενώθηκαν μεταξύ τους σε μία βαθιά και ακατάλυτη ένωση, όποιος δε αφαιρέσει μίαν απ αυτές καταστρέφει ολόκληρο το θεανθρώπινο μυστήριο, έτσι και στην Εκκλησία, που είναι «κατ εικόνα και ομοίωσιν» Χριστού, υπάρχουν δύο στοιχεία αλληλένδετα, το θείο και το ανθρώπινο, δύο φύσεις ενωμένες σε μία άρρηκτη μυστηριακή ενότητα, έτσι ώστε όποιος θελήσει ν αποσπάσει μίαν απ αυτές, μοιραίως θα καταργήσει ολόκληρο το θεανθρώπινο οικοδόμημα της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία, λοιπόν, είναι κοινωνία και εξωτερική και εμπειρική. Ζει και εξελίσσεται στο φυσικό χώρο και το χρόνο. Μπορείς να τη ζήσεις με την ψυχοσωματική φύση σου. Είναι κοινωνία ιστορική και περιγραπτή. Η περί αοράτου Εκκλησίας εκδοχή τού Προτεσταντισμού μόνο κατά το ήμισυ αληθεύει. Σ αυτήν κατέφυγαν οι
Προτεστάντες από μία έντονα πιεστική εκκλησιολογική ανάγκη να βρεθούν και αυτοί μέσα στην Εκκλησία, από την οποίαν (τή Ρωμαιοπαπική φυσικά) και εξωτερικά αποκόπηκαν τον 16ον αιώνα κατά τη Μεταρρύθμιση. Στην αόρατη Εκκλησία, που δεν περιορίζεται σε όρια τοπικά και ομολογιακά αλλ’ είναι σκορπισμένη παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν εσωτερικά στον Χριστό και είναι ενωμένοι μαζί του με τη χάρη τού αγίου Πνεύματος, είναι εύκολο να ενταχθούν και αυτοί, υπερπηδώντας τους τοπικούς φραγμούς που υψώνει η ορατή Εκκλησία. Η θεωρία όμως αυτή είναι θεωρία μισή και μονόπλευρη. Διότι και μείς δεχόμαστε –όπως πιο πάνω σημειώσαμε– τον αόρατο χαρακτήρα της Εκκλησίας ως κοινωνίας μυστικής, που μόνο διά της πίστεως ζωντανεύει και γίνεται
παραδεκτή. Η άρνηση όμως τού ορατού χαρακτήρα της ως κοινωνίας εμπειρικής και περιγραπτής, είναι ό,τι αυθαίρετο και πεπλανημένο, που έρχεται σε οξεία αντίθεση με αυτό που θέλησε και ίδρυσεν ο Χριστός διά τη σωτηρία των ανθρώπων. Ο
Χριστός δεν ίδρυσε ένα ομιχλώδες και ακαθόριστο κατασκεύασμα, αλλά κοινωνία πραγματική, αποτελουμένην από ανθρώπους που ζουν σε ορισμένο τόπο, γνωρίζονται μεταξύ τους, έχουν τους ίδιους σκοπούς, την ίδια πίστη και την ίδια ελπίδα και συγκεντρώνονται σε ναούς διά να λατρεύσουν με συγκεκριμένο τρόπο τον Θεό, στην οποίαν ο Χριστός παρέθεσε τα μέσα της σωτηρίας και τη θέλησε να είναι ο συνεχιστής τού αγιαστικού έργου του επί της γης. Πώς θα γίνονταν όλ’ αυτά σ ένα απροσδιόριστο κατασκεύασμα που βρίσκεται παντού και πουθενά; Για τους λόγους αυτούς η ορθόδοξη θεολογία απορρίπτει ασυζητητί τα εκκλησιολογικά αυτά
γνωματεύματα, θεωρούσα τους Διαμαρτυρομένους ότι βρίσκονται έξω από τα όρια της ιστορικής Εκκλησίας τού Χριστού.
Όπως κάθε κοινωνία ανθρώπων διά να λειτουργήσει εύρυθμα και να πετύχει τους στόχους της έχει ανάγκην από μία ιεραρχημένη οργάνωση, από νόμους και συγκεκριμένο σύστημα διοικήσεως, χωρίς δε αυτά περιπίπτει σε αναρχία και διαλύεται, έτσι και η Εκκλησία, ως κοινωνία ανθρώπων με καθορισμένους στόχους και σκοπούς, διά να λειτουργήσει σωστά έχει και αυτή ανάγκη από ένα ιεραρχημένο διοικητικό σύστημα, ένα πολίτευμα σύμφωνο με το πνεύμα και την
ιδιορρυθμία της και από νόμους εκκλησιαστικούς (κανόνες), οι οποίοι να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των μελών της και να κατευθύνουν το έργο της.
Το πολίτευμα της Εκκλησίας είναι ιεραρχικό. Ο ιερός κλήρος είναι η τάξη που ποιμαίνει και διοικεί το λαό. Το επισκοπικό αξίωμα είναι ο φορέας όλων των εξουσιών στην Εκκλησία, ποιμαντικών και διοικητικών, πλαισιούμενο από τους κατώτερους ιερατικούς βαθμούς, τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Το πολίτευμα αυτό είναι μεν ιεραρχικό, όχι όμως και ιεροκρατικό. Ο κλήρος είναι φορέας διακονίας στο Πρόσωπο τού Ιησού Χριστού, ο οποίος ήλθε στον κόσμο να διακονήσει και όχι να διακονηθεί από τους ανθρώπους. Είναι λειτουργοί αγάπης, ποιμένες που η μόνη τους φροντίδα είναι να διαποιμάνουν σωστά το ποίμνιο και να το οδηγήσουν στις φωτεινές αυλές τού ουρανού. Διοικούν δε το σώμα της
Εκκλησίας όχι ως «κατακυριεύοντες των κλήρων», αλλά ως ταγοί πρόθυμοι να το προστατεύσουν και να το βοηθήσουν στις πολλές περιστάσεις και ανάγκες του, πρόθυμοι να θυσιάσουν και τη ζωή τους γι αυτό. Δεν αγνοούμε βέβαια το αυταρχικό πνεύμα τού δεσποτισμού, το οποίο θεωρητικά μεν καταδικάζεται, στην πράξη όμως υπάρχει στη διαγωγή πολλών ιερωμένων και μάλιστα επισκόπων, που δυναστεύουν κυριολεκτικά κλήρο και λαό που είναι υποτελείς στη διοικητική
εξουσία τους με πνεύμα αλαζονικό και αυταρχικό, σκανδαλίζοντες τη συνείδηση της Εκκλησίας και γινόμενοι πρόξενοι μεγάλων κακών στην υπόθεση της αποστολής τους· έτσι που να γίνονται, σε συνδυασμό με άλλα σοβαρά παραπτώματα, άλας μωρόν βαλλόμενον έξω και καταπατούμενον υπό των ανθρώπων!

Το πολίτευμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν είναι ιεροκρατικό, όπως διαμορφώθηκε στη δυτική Εκκλησία (Ρωμαιοκαθολικισμό), αλλά δημοκρατικό. Η διοίκησή της δεν είναι μοναρχική, υπόθεση μιάς και μόνης αυθεντικής και αλάθητης κεφαλής, ενός αλαζονικού και αντίθεου συγκεντρωτισμού που πιέζει ασφυκτικά και θλίβει το πλήρωμα της Εκκλησίας, αλλά έργο των πολλών, έργο συλλογικό, διαπνεόμενον
από την αρχή της αγάπης, της ισότητος και της πνευματικής ελευθερίας.
Στην Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία υψίστη πνευματική και διοικητική αρχή είναι η Οικουμενική Σύνοδος. Σ’ αυτή συνέρχονται όλοι οι επίσκοποι της Εκκλησίας και λαμβάνουν αποφάσεις σε κρίσιμα θέματα που απασχολούν το πλήρωμα και το πνευματικό έργο της. Στην Οικουμενική Σύνοδο συνέρχεται ολόκληρη η Εκκλησία στο Πρόσωπο των κατά τόπους επισκόπων της. Η Οικ. Σύνοδος είναι αλάθητη στο μέτρο που αλάθητη είναι η Εκκλησία την οποίαν εκπροσωπεί, η οποία με τη σειρά της είναι αλάθητη στο μέτρο που αλάθητη είναι η αόρατη κεφαλή της, ο Χριστός. Η αλάθητη φωνή της Οικ. Συνόδου λειτουργεί εν Πνεύματι αγίω, το οποίον εμπνέει και κατευθύνει την Εκκλησίαν «εις πάσαν την αλήθειαν». Η Οικ. Σύνοδος είναι αλάθητη στη λήψη και διατύπωση των δογματικών καθορισμών της. Το Πνεύμα το άγιον εμπνέει και φωτίζει τους συνοδικούς, προφυλάσσον αυτούς από κάθε πλάνη
στη λήψη και διατύπωση των δογματικών της όρων. Η διαδικασία αυτή δεν είναι διαδικασία μηχανική και μαγική, αλλά διεξάγεται ελεύθερα, κατόπιν πολλών συζητήσεων εκ μέρους των συνοδικών, οι οποίοι διατηρούν ακέραιη την ελευθερία τους και χρησιμοποιούν ο καθένας το περιεχόμενο της προσωπικής του μορφώσεως. Οι δογματικοί όροι των Συνόδων είναι μνημεία αιώνια και αμετακίνητα, δεσμεύοντα απολύτως την πίστη και τη συνείδηση της Εκκλησίας, η αθέτηση των οποίων συνιστά αίρεση και στέρηση της αιώνιας ζωής. Παράλληλα προς τους δογματικούς όρους, η Οικ. Σύνοδος διατυπώνει και κανόνες που ρυθμίζουν ζητήματα ως επί το πλείστον εκκλησιαστικής τάξεως και ζωής. Υπάρχουν βέβαια και κανόνες δογματικοί. Όπως οι δογματικοί όροι έτσι και οι κανόνες των Συνόδων λαμβάνονται εν Πνεύματι αγίω, έχουν ύψιστο κύρος και η τήρησή τους είναι δεσμευτική διά το πλήρωμα της Εκκλησίας. Παρά ταύτα, αν παραστεί ανάγκη
και το απαιτούν οι πνευματικές ανάγκες της Εκκλησίας, μπορούν να τροποποιηθούν και να καταργηθούν (ορισμένοι φυσικά απ αυτούς) πάλιν όμως από Σύνοδο Οικουμενική και επ’ ουδενί λόγω από μεμονωμένους ή και ευρύτερους συλλογικούς εκκλησιαστικούς φορείς (επίσκοπος ή επίσκοποι, τοπική σύνοδος κ.ά.).

Το κύρος των Οικ. Συνόδων εξασφαλίζει η παρουσία σ αυτές ολόκληρης της Εκκλησίας και η απόφαση που λαμβάνεται εν Πνεύματι αγίω. Είναι δε φυσικό να μην είναι άσχετη προς τούτο και η τοποθέτηση τού λαού, ο οποίος, ως σώμα Χριστού και εμφορούμενος από το Πνεύμα τού Θεού, δεν αποδέχεται στατικά και
παθητικά τις αποφάσεις των Συνόδων, αλλ’ αντιδρά σ αυτές σύμφωνα με το πνεύμα
της εκκλησιαστικής παραδόσεως της οποίας είναι εκφραστής, και ως φρουρός της πατροπαράδοτής του πίστεως. Το έργο τού λαού είναι εκ των υστέρων επιδοκιμαστικό ή αποδοκιμαστικό της αλήθειας της Οικ. Συνόδου. Αποφαίνεται δηλαδή ο λαός αν οι αποφάσεις μιάς Συνόδου ελήφθησαν πραγματικά εν Πνεύματι αγίω ή όχι. Διότι μία Σύνοδος, σε οποιαδήποτε μορφή της, δεν παύει να είναι άθροιση ανθρώπων με ατέλειες και πάθη, στην οποία καμιά φορά να μην πνέει το Πνεύμα τού Θεού, αλλά το αντίθεο πνεύμα της πλάνης, να πρυτανεύουν δε σ αυτήν κριτήρια κοσμικά, ιδιοτέλειες και σκοπιμότητες ξένες τού πνεύματος τού
Ευαγγελίου και των πραγματικών σκοπών της Εκκλησίας. Τις αποφάσεις μιάς τέτοιας συνόδου θα τις απορρίψει το πλήρωμα τού ευσεβούς λαού ως νεόπλασμα στο σώμα της Εκκλησίας του, όπως έκανε στην περίπτωση της ενωτικής ψευδοσυνόδου Φερράρας ‐ Φλωρεντίας (1438‐1439).

Η Εκκλησία είναι η πνευματική οικογένεια, το αληθινό σπίτι τού ανθρώπου. Στη θεανθρώπινη δόμησή της, ως σώμα Χριστού, παρέχει στον άνθρωπο πατέρα στοργικό που αγαπά περιπαθώς τα παιδιά του, τα φροντίζει και τα προστατεύει σε όλες τις στιγμές της ζωής τους. Παρέχει μάνα που τον πονάει και τον περιβάλλει με την αγάπη της, τον αναγεννά και τον τρέφει με το μητρικό γάλα της (τή θεία χάρη που ξεχειλίζει από τους θεϋπόστατους αρμούς της), θεραπεύει τις πληγές και τις αρρώστιες του (που προξενεί η αμαρτία), νοηματοδοτεί τη ζωή του, τονώνει την πίστη του, φτερώνει την ελπίδα του και τον κάνει νικητή τού θανάτου. Στην Εκκλησία έχει αδελφούς ο πιστός, που είναι γεννημένοι από την ίδια πνευματική μήτρα και κυλά στις φλέβες τους το ίδιο αίμα που χύθηκε επάνω στο σταυρό, με τους οποίους πιασμένος χέρι χέρι δίνει τη μάχη εναντίον τού διαβόλου και των σκοτεινών δυνάμεων της αμαρτίας. Έχει σ’ αυτήν ουράνιο Παράκλητο, το Πνεύμα
της αληθείας, που μαλακώνει και γλυΚαινει τον πόνο του, τον παρηγορεί στις κρίσιμες ώρες του, ψιθυρίζοντας στην ψυχή του ότι έχει πατέρα του τον Θεόν (Αββά ο Πατήρ). Εχει πατέρες και διδασκάλους που μεριμνούν για την πνευματική πρόοδο και τή σωτηρία του. Αλλά και ως τόπος λατρείας η Εκκλησία (η εκκλησιά) είναι το σπίτι τού ανθρώπου αλλά και τού Θεού. Είναι το σπίτι τού Θεού κυριολεκτικά, γιατί σ αυτό κατοικεί πραγματικά ο Θεός στα καθαγιασμένα δώρα τού άρτου και τού οίνου (σώμα και αίμα Χριστού), που φυλάσσονται μόνιμα σ αυτό. Είναι δε και σπίτι τού ανθρώπου, διότι γι αυτόν υπάρχει, να τον δέχεται στο χώρο της, να τον ευλογεί και να τον αγιάζει. Γι’ αυτό πρέπει ν αγαπά την εκκλησία του ο πιστός, στον ίδιο – ίσως και μεγαλύτερο βαθμό– που αγαπά το δικό του σπίτι, να είναι δεμένος μαζί
της όχι περιστασιακά σε κάποιες κρίσιμες και κορυφαίες φάσεις της ζωής του, αλλά να είναι ζυμωμένος με όλη της την υπόσταση και όλη τη ζωή της, να μετέχει στη θεία λατρεία και το πνευματικό έργο της. Η Εκκλησία είναι η δεύτερη οικογένεια τού πιστού, το σπίτι του το αιώνιο και ακατάλυτο.
Η Εκκλησία όμως δεν είναι μονάχα πνευματική μητέρα των πιστών, αλλά και τού
Χριστού. Είναι Χριστόμάνα. Γεννά και τρέφει τον Χριστό. Μέ ποιά έννοια; Μέ την έννοιαν ότι γεννά και αναγεννά το σώμα του, τους πιστούς, που είναι μέλη Χριστού και δικά της μέλη. Μέ το ιερό βάπτισμα γεννά πολλούς «Χριστούς», δίνει υπόσταση στη σάρκα τού Σωτήρος για την οποίαν ο ίδιος απέθανε. Ο Χριστός εγέννησε την Εκκλησία και η Εκκλησία γεννά διηνεκώς τον Χριστό! Ω θαύμα της απερινόητης αγάπης και σοφίας τού Θεού! Ω περιχώρηση θεία και ανθρώπινη πόσο ψηλά μας ανεβάζεις, μας φέρεις κοντά στους αγγέλους, μας κάνεις μικρούς θεούς!
Η Εκκλησία, τέλος, ως ίδρυμα θεανθρώπινο, είναι αιώνια και ακατάλυτη. Οι πύλες τού Άδη δεν μπορούν να τη σκεπάσουν. Μένει αδιάφθαρτη εις τον αιώνα, όπως και ο αρχηγός της, νικώντας το θάνατο, μένει άφθαρτος εις τον αιώνα. Καμία δύναμη δεν μπορεί να καταλύσει τη θεοδυναμία της. Και ενδέχεται μεν να δοκιμάζει ανελέητα την κακουργία τού κόσμου τούτου, να δέχεται τις λυσσαλέες επιθέσεις των δυνάμεων τού σκότους. Μπορεί ο διάβολος να την πλήττει με μανία. Όμως να ηττηθεί και να καταλυθεί είναι αδύνατο. Γιατί στους αρμούς της υπάρχει η θεότητα, στα θεμέλιά της ανάβει η φωτιά τού Θεού και το όλο σώμα της φλογίζεται από την πίστη στη θεότητα τού ιδρυτή της, στη μακάρια ομολογία που αναμόρφωσε τη γη.
Η Εκκλησία προώρισται να νικά στη δραματική διαπάλη της με τις σκοτεινές αντίχριστες δυνάμεις, που μάταια μάχονται να την εξαφανίσουν. Είναι χτισμένη στο βράχο της πίστεως που καλύπτει γη και ουρανούς!

Οι ιδιότητες της Εκκλησίας, όπως τις καταγράφει το ιερό Σύμβολο της Εκκλησίας, είναι –όπως είδαμε– τέσσερις· η ενότητα, η αγιότητα, η καθολικότητα και η αποστολικότητα. Ας τις δούμε λεπτομερέστερα.

α) Ενότητα.
Όπως ένας είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, έτσι μία είναι και η Εκκλησία που ίδρυσε, ένα το μυστικό και άχραντο σώμα του. Δεν μπορεί να έχει πολλά σώματα ο Χριστός. Πολυσωματία σε μία πληθυντική και παράλληλη σχέση είναι κάτι το αντιφατικό
στην έννοια της Εκκλησίας, που σημαίνει ενότητα, κλήση στη μία κοινωνία Θεού και ανθρώπων. Ο Χριστός μίαν Εκκλησία θέλησε και ίδρυσεν επί της γης με το «εφ άπαξ» λυτρωτικό έργο του, και όχι πολλές. Πολλότητα εκκλησιών σε βάση διαφορότητος ομολογιακής είναι αναίρεση της Εκκλησίας. Αυτό είναι ακριβώς το
επίτευγμα των αιρέσεων, να διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας και να ξεσχίζουν τον άρραφο χιτώνα τού Χριστού. Η ύπαρξη πολλών σήμερα «εκκλησιών» σε βάση διαφορότητος ομολογιακής, δεν είναι κάτι το θελημένο από τον Χριστό· είναι προϊόν της αμαρτίας των ανθρώπων. Τα αιρετικά εκκλησιολογικά κατασκευάσματα δεν μπορούν να έχουν σχέση με τη μία Εκκλησία που ίδρυσεν ο Κύριος. Είναι μορφώματα ξένα, που βρίσκονται στο έλεος και την οικονομία τού Θεού.
Η ενότητα της Εκκλησίας εντοπίζεται στο δόγμα, το ήθος, τη λατρεία και το πολίτευμα αυτής. Η Εκκλησία είναι μία γιατί ένα είναι το δόγμα της, μία η πίστη της, μία η αλήθειά της που την παρέλαβε από τον Χριστό, την φρουρεί και τη διαφυλάσσει αμόλυντη στη διαδρομή της εκκλησιαστικής της ζωής, με τη δύναμη τού παναγίου Πνεύματος. Όπως είναι φυσικό, την ενότητα αυτή καταλύουν αδυσώπητα οι αιρέσεις και τα σχίσματα, καθώς και κάθε άλλη διασπαστική τάση στους κόλπους της. Γι αυτό και η Εκκλησία απέκοπτε πάντοτε τα αιρετικά αυτά νεοπλάσματα από το σώμα της, πρώτα για να περισώσει την ενότητά της και
ύστερα να προστατεύσει τα μέλη της από τη διαβρωτική και καταλυτική τους ενέργεια. Παράλληλα η Εκκλησία είναι μία, γιατί ένα είναι το ήθος της που
απορρέει από το δόγμα της, ως η ιδιαίτερη φυσιογνωμία της, ο τρόπος με τον οποίο ζει και αντιδρά στον κόσμο και σφραγίζει το λόγο ζωής της υπάρξεως και της
ελπίδος της. Αλλά μία είναι περαιτέρω και η λατρεία της που ενώνει το σώμα της σε όλους τους γεωγραφικούς τόπους στους οποίους, κατά τη χάρη τού Θεού, είναι εντοπισμένη. Τα ιδιαίτερα λειτουργικά έθιμα που παρατηρούνται σε κατά τόπους Εκκλησίες, δεν βλάπτουν την ενότητα της θείας λατρείας της, η οποία, κτισμένη στο δόγμα και την πίστη της, εκφράζει όσο τίποτε άλλο την ευσέβεια και την
πνευματική της ζωή και υπόσταση. Κέντρο της θείας λατρείας της Εκκλησίας είναι φυσικά η τέλεση της θείας Λειτουργίας, στην οποίαν αναπαρίσταται και βιούται το όλο λυτρωτικό έργο τού Χριστού, με επίκεντρο την τέλεση της θείας Ευχαριστίας, που είναι η αναίμακτη αναπαράσταση και η πραγματική επανάληψη της σταυρικής θυσίας τού Χριστού. Τέλος, στοιχείο ενότητος της Εκκλησίας είναι και το πολίτευμά της, περί τού οποίου κάναμε λόγο στα προηγούμενα.

β) Αγιότητα.

Η Εκκλησία, ως κοινωνία Θεού και ανθρώπων, είναι καθίδρυμα άγιο, μη έχον
«σπίλον ή ρυτίδα τινά». Την αγιότητα της Εκκλησίας πρέπει να τη δούμε κάτω από διπλό πρίσμα· το θεωρητικό μεταφυσικό και το εμπειρικό ιστορικό. Τη θεωρητική ή μεταφυσική αγιότητα της Εκκλησίας καθορίζει το θείο της στοιχείο. Η Εκκλησία είναι αγία στο μέτρο που άγιος είναι και ο Χριστός, η αόρατη και μυστική της
κεφαλή. Όπως δε θα ήταν βλάσφημο να ισχυριστούμε, ότι δεν είναι άγιος ο Θεός (η θεία της υπόσταση), άλλο τόσο θα ήταν βλάσφημο να πούμε, ότι και η Εκκλησία, στην οποίαν ενοικεί ο Θεός, δεν είναι αγία και άμωμη. Κατόπιν άγιο και πηγή αγιότητος είναι και το Πνεύμα τού Θεού, το οποίο την εμψυχώνει και τη ζωοποιεί, όπως αγία είναι και η χάρη τού Θεού, που συγκροτεί την όλη της ζωή, το ήθος και την πνευματική της υπόσταση. Τέλος είναι αγία, διότι άγιος είναι και ο σκοπός της υπάρξεώς της, ο οποίος αποβλέπει στο να αγιοποιήσει τα μέλη της και να τα ενώσει εσωτερικά με τον Θεό. Όλα αυτά συνθέτουν τη μεταφυσική αγιότητα της Εκκλησίας, την οποίαν διασφαλίζει η φύση και η θεία της προέλευση.
Η εμπειρική ιστορική αγιότητα της Εκκλησίας είναι μεν μέγεθος υπαρκτό, δεν παύει όμως ωστόσο να είναι σχετική σε σύγκριση με την απόλυτη μεταφυσική της αγιότητα. Τη σχετικότητα αυτή προσδιορίζει η ανθρώπινη πλευρά της Εκκλησίας, το γεγονός ότι στους κόλπους της περιλαμβάνει ανθρώπους αμαρτωλούς και αδύνατους. Τόσο ο κλήρος όσο και τα λαϊκά μέλη της είναι άνθρωποι, που έχουν πάθη και αδυναμίες πολλές. Το να αρνηθεί κανείς το γεγονός αυτό, είναι σαν να αρνείται κατ επέκταση και τον αγιαστικό σκοπό της Εκκλησίας, η παρουσία της οποίας ακριβώς αυτό το νόημα έχει, να σώσει αμαρτωλούς ανθρώπους, οδηγώντας τους σε μετάνοια και πνευματική αναγέννηση, με τα αγιαστικά μέσα της χάριτος τα οποία διαθέτει. Αν όλοι ήσαν άγιοι και τέλειοι, ποιόν θα αγίαζεν η Εκκλησία; Η εμπειρική αγιότητα της Εκκλησίας δεν καταργεί φυσικά την απόλυτη μεταφυσική της αγιότητα, οι οποίες συνυπάρχουν στο θεανθρώπινο οργανισμό της, ο Θεός δηλαδή δεμένος με τον άνθρωπο σε μία κοινωνία αγιασμού και πνευματικής τελειώσεως. Περιττό να σημειώσουμε ότι είναι άκρως επικίνδυνο να συγχέουμε τις δύο αυτές αγιότητες, διότι είναι ενδεχόμενο να καταλήξουμε σε πολλά άτοπα συμπεράσματα, συγκεκριμένα να μετατοπίσουμε τις αγιότητες αυτές από τη μία πλευρά στην άλλη. Έτσι, ενόσω η Εκκλησία ζει και εξελίσσεται στη γη αυτή θα περιλαμβάνει στους κόλπους της, παράλληλα με τα εκλεκτά και αγιασμένα μέλη
της, και άλλα αδύνατα και αμαρτωλά, τα οποία θα υπάρχουν και θα συμφύρονται μαζί με εκείνα μέχρι συντελείας τού κόσμου. Την αλήθεια αυτή άριστα μας περιέγραψεν ο Σωτήρ στην παραβολή των ζιζανίων. Στον αγρό (παραβολικά την Εκκλησία, τή βασιλεία τού Θεού επί της γης) ο γεωργός έσπειρε σιτάρι (τα καλά μέλη της). Τη νύχτα όμως ο εχθρός (ο διάβολος) έσπειρε στον ίδιο αγρό ζιζάνια (κακά και ανάξια μέλη της). Τό πρωί οι υπηρέτες τού γεωργού (οι άγγελοι) διεπίστωσαν το γεγονός και ζήτησαν από το γεωργό την άδεια να ξεριζώσουν τα βλαβερά και άχρηστα σπέρματα, την οποίαν όμως εκείνος δεν τους παρεχώρησεν από φόβο, μήπως μαζί με τα ζιζάνια εκριζώσουν και το καλό σπέρμα. Αφήστε τα,
τους είπε, να μεγαλώνουν μαζί ως την ώρα τού θερισμού (Δευτέρα Παρουσία, κρίση και ανταπόδοση), οπότε θα τα διαχωρίσετε οριστικά, και το μεν αγαθό σπέρμα θα μαζέψετε στις αποθήκες μου (στη θεία βασιλεία), τα δε ζιζάνια θα τα παραδώσετε στη φωτιά (στην αιώνια κόλαση).
Η τελευταία αυτή αλήθεια είναι πολύ σημαντική, διότι υπάρχουν πολλοί οι οποίοι σκανδαλίζονται, ιδιαίτερα με τα παραπτώματα τού ιερού κλήρου, λησμονούντες ότι και αυτοί (οι κληρικοί), ως άνθρωποι, περίκεινται ασθένειαν· χωρίς τούτο φυσικά
να σημαίνει, ότι οι τελευταίοι απαλλάσσονται από την υποχρέωση να είναι
προσεκτικοί και άψογοι στη ζωή τους, διότι σε περίπτωση που η συμπεριφορά τους σκανδαλίζει το ποίμνιο, το κρίμα τους ενώπιον τού Θεού είναι πολύ μεγάλο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα διά τους επισκόπους, οι οποίοι, λόγω της υψηλής περιωπής τού αξιώματός τους, πρέπει να είναι καθ όλα τύπος και υπογραμμός διά το πλήρωμα
της Εκκλησίας, η πνευματική διαποίμανση τού οποίου είναι εμπιστευμένη σ αυτούς από τη χάρη τού Θεού.

γ) Καθολικότητα.
Το «καθ όλου» (εξ ου η λέξη «καθολικός», «καθολικότης») μπορεί να νοηθεί κατά δύο τρόπους· τοπικά ‐ γεωγραφικά και τροπικά. Κατά την τοπική γεωγραφική έννοια η Εκκλησία είναι καθολική ως καθίδρυμα που τείνει να εξαπλωθεί –ή είναι εξαπλωμένο– σ ολόκληρο τον κόσμο, σύμφωνα με την εντολή τού Αρχηγού της·
«Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα τού Πατρός και τού Υιού και τού αγίου Πνεύματος». Είναι ιδιότητα δυναμική, που παρουσιάζει σε κίνηση την Εκκλησία, η οποία όμως ως τώρα δεν κατόρθωσε να μεταπλάσει στη δική της ποιότητα ολόκληρη την οικουμένη, που στο μεγαλύτερο μέρος της βρίσκεται έξω από τους σωτήριους κόλπους της. Στο σημείο αυτό κατανοείται η μεγάλη σημασία που έχει για την Εκκλησία το εξωτερικό ιεραποστολικό έργο της, το οποίο την παρουσιάζει σε πορεία (πορευθέντες) προς συνάντηση τού κόσμου, ο οποίος βρίσκεται στα σκοτάδια της αγνωσίας και της πλάνης, παρ όλον ότι από τότε που δόθηκε στους Αποστόλους η προσταγή μαθητεύσεώς του πέρασαν είκοσι αιώνες!
Η τροπική καθολικότητα αποτελεί άλλη όψη της ενότητας της Εκκλησίας. Όπως δηλαδή την ενότητα αυτής συνιστά η ομοιομορφία στα κυριώτερα στοιχεία που εκφράζουν την ουσία, τους σκοπούς και το έργο της Εκκλησίας (δόγμα, ήθος, λατρεία, πολίτευμα), έτσι και την καθολικότητά της εκφράζει η ύπαρξη των ίδιων αυτών εκδηλώσεων, άσχετα με το μέρος της γης όπου αυτή είναι κατεσπαρμένη. Τήν καθολικότητα στην περίπτωση αυτή δεν προσδιορίζουν λόγοι τοπικοί και γεωγραφικοί, αλλά παράλληλα και υπεράνω αυτών η εκδήλωση των βασικών φυσιογνωμικών γνωρισμάτων της. Η Εκκλησία μπορεί να υπάρχει και να είναι καθολική και σ ένα πολύ μικρό μέρος της γης, αρκεί να υπάρχουν σ αυτήν τα στοιχεία της εκκλησιαστικής ενότητος (δόγμα, ήθος κ.λπ.). Έτσι μία τοπική Εκκλησία (Κύπρου, Ελλάδος, Ρωσίας κ.λπ.) είναι και λέγεται καθολική, ως ενσαρκώνουσα στους κόλπους της την αληθινήν Εκκλησία τού Χριστού. Η διαίρεση της μιάς Εκκλησίας σε πολλές επί μέρους τοπικές δεν ζημιώνει την καθολικότητά της, διότι η μία Εκκλησία εμπεριχωρεί τις τοπικές και τανάπαλιν. Όπως σ ένα μεγάλο γυαλί καθρεφτίζεται ολόκληρος ο ήλιος, αν δε σπάσουμε το γυαλί αυτό σε μικρότερα τεμάχια ο ήλιος θα καθρεφτίζεται εξ ίσου και σε κάθε ένα από αυτά, έτσι και στην περίπτωση της Εκκλησίας η καθολικότητά της υπάρχει σε ίσο μέτρο τόσο στην ολότητα όσο και στα επί μέρους τμήματα αυτής. Είναι φανερόν ότι η καθολικότητα εκφράζει ό,τι και η ενότητα της Εκκλησίας, δηλαδή την ταυτότητα και την
ορθοδοξία της, αποκλειομένων εξ αυτής των αιρέσεων και των σχισμάτων, που καταστρέφουν την μίαν αδιαίρετη ουσία της. Περιττό να σημειωθεί, ότι καθολική στην κυριολεξία είναι μονάχα η Ορθόδοξη Εκκλησία που διατηρεί όλα τα στοιχεία της καθολικότητος, και όχι η Παπική, η οποία κακώς ονομάζεται «Καθολική», διότι δεν εφύλαξε τα στοιχεία αυτά (έπεσε σε αιρετικές δοξασίες, σε απόκλιση από το πολίτευμα της αρχαίας Εκκλησίας κ.λπ.).

δ) Αποστολικότητα.

Η Εκκλησία είναι αποστολική, διότι ιδρύθηκε στο θεμέλιο των Αποστόλων –«όντος ακρογωνιαίου λίθου Χριστού»335– των οποίων φυλάσσει απαραχάρακτη τη διδασκαλία και με τους οποίους συνάπτεται ιστορικώς διά της λεγομένης αποστολικής διαδοχής.
Την Εκκλησία του ο Χριστός ίδρυσε πάνω στο θεμέλιο των Αποστόλων, τους
οποίους εξέλεξε να είναι συνεχιστές τού έργου του. Οι Απόστολοι με τη σειρά τους, εκτελούντες εντολή τού Διδασκάλου, εχειροτόνησαν και άλλους επισκόπους ως διαδόχους τους στη διακυβέρνηση της Εκκλησίας, αυτοί δε άλλους κ.ο.κ. Η σειρά αυτή στη χειροτονία των επισκόπων που μαρτυρείται ιστορικώς (φυλάσσεται στους
επισκοπικούς καταλόγους κάθε τοπικής Εκκλησίας), αποτελεί την αποστολική διαδοχή, η οποία είναι σημείο συνέχειας της πρώτης Αποστολικής Εκκλησίας, που ίδρυσεν ο Κύριος. Όπου δηλαδή υπάρχει αδιάκοπη η διαδοχή των Αποστόλων, εκεί υπάρχει και η αληθινή Εκκλησία. Αντίθετα, όπου δεν υπάρχει η διαδοχή αυτή (όπως στον Προτεσταντισμό), εκεί δεν υπάρχει και η Εκκλησία.
Η αποστολικότητα όμως της Εκκλησίας, παράλληλα με την ιστορική συνέχεια στη διαδοχή τού επισκοπικού της βαθμού, εκφράζεται και στη συνέχεια της αποστολικής διδαχής, ό,τι δηλαδή αληθές παρέλαβαν οι Απόστολοι από τον Κύριο και παρέδωσαν στην Εκκλησίαν ως παρακαταθήκη πίστεως336, την οποίαν αυτή επιμελώς φυλάσσει και διαιωνίζει στην ιστορία της ανόθευτη από κάθε αιρετική κακοβουλία και διαστροφή. Η Εκκλησία δηλαδή είναι αποστολική στο μέτρο που διατηρεί ακέραιη και ακίβδηλη τη διδασκαλία των Αποστόλων. Κάθε τι που δεν
υπάρχει ή έρχεται σε σύγκρουση προς τη διδασκαλία αυτή δεν είναι στοιχείο γνήσιο της Εκκλησίας, είναι κακόδοξο και απορριπτέο. Με άλλα λόγια η αποστολική διαδοχή είναι η λυδία λίθος της γνησιότητος της Εκκλησίας, όπου δε δεν υπάρχει αυτή ή υπάρχει παραλλαγμένη ή ελλιπής, εκεί δεν υπάρχει η αληθινή Εκκλησία τού Χριστού.

Μετά την έκθεση που προηγήθηκε, γεννάται το ερώτημα· που εντοπίζεται σήμερα η Εκκλησία τού ιερού Συμβόλου της Πίστεως; Το ερώτημα έχει ιδιαίτερη σημασία δεδομένου τού διεκκλησιαστικού κυκεώνος τού σύγχρονου χριστιανικού κόσμου, όπου «εκκλησίες» και χριστιανικές ομολογιακές κοινότητες, με σημαντικές δογματικές αποκλίσεις και χωρίς καμία εσωτερική επικοινωνία μεταξύ τους, ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν την Εκκλησίαν ή ότι μετέχουν ισόκυρα σ αυτήν μαζί με άλλα παρόμοια εκκλησιαστικά σώματα.
Από ορθόδοξη βέβαια άποψη δεν υπάρχει καν ζήτημα, δεδομένου ότι όλοι οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε, ότι η Εκκλησία στην οποίαν ανήκουμε ενσαρκώνει πλήρως την Εκκλησία τού ιερού Συμβόλου της Πίστεως, είναι δηλαδή η μία, αγία, καθολική και αποστολική τού Χριστού Εκκλησία. Τον τελευταίο μόνο καιρό και μέσα στα πλαίσια τού κακώς εννοουμένου οικουμενισμού, ορισμένοι «ορθόδοξοι» χριστιανοί (κυρίως θεολόγοι!) άρχισαν μετακινούμενοι από τη βάση αυτή, ισχυριζόμενοι ότι το ζήτημα της μιάς τού Χριστού Εκκλησίας δεν είναι υπόθεση μονοπωλιακή της Ορθοδοξίας (!) και ότι και άλλες εκκλησίες είναι στο ίδιο μέτρο με αυτήν ισόκυρα και ισότιμα μέλη της μιάς αγίας Εκκλησίας τού Κυρίου.
Ψυχή των θεωρημάτων αυτών είναι η περίφημη θεωρία των Κλάδων, σε συνδυασμό με την περί ιδανικής Εκκλησίας προτεσταντική εκδοχή. Η θεωρία των Κλάδων διατυπώθηκε από αγγλικανούς θεολόγους, στην προσπάθειά τους να παράσχουν εκκλησιολογική ομπρέλλα στον Προτεσταντισμό, ο οποίος με τη Διαμαρτύρηση βρέθηκε έξω από την ιστορικήν Εκκλησία (την Παπική φυσικά). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή που αποτελεί σήμερα τη σπονδυλική στήλη της εκκλησιολογίας τού Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, η Εκκλησία μοιάζει με Δέντρο που έχει κλάδους πολλούς. Όπως δε οι κλάδοι ανήκουν στο Δέντρο ως νόμιμα, ισότιμα και αναπόσπαστα μέρη του, έτσι και οι οποιεσδήποτε εκκλησίες ανήκουν στον κορμό της μιάς Εκκλησίας ως νόμιμα και αναπόσπαστα μέρη αυτής, συμμετέχοντα ισοκύρως στην ουσία και το έργο της. Επομένως καμία τοπική Εκκλησία –ούτε και η Ορθόδοξη– δεν μπορεί να ισχυριστεί, ότι μονάχα αυτή ενσαρκώνει την «Μίαν Αγίαν» επί της γης.
Η περί Κλάδων θεωρία συμπλέει με την περί ιδανικής Εκκλησίας εκδοχή, αφετηρία της οποίας είναι η διάκριση της Εγελιανής φιλοσοφίας περί ιδανικού και πληρώσεως αυτού στις επί μέρους εκδηλώσεις και μορφές του. Το ιδανικό είναι κάτι το ανέφικτο, κάτι που βρίσκεται μπροστά, το οποίο δεν μπορεί, σε μία δεδομένη στιγμή, να απομάξει απόλυτα μία οποιαδήποτε επί μέρους μορφή του. Όλες δε οι επί μέρους μορφές θα συναναβαίνουν προϊόντος τού χρόνου τελειούμενες, μέχρις ότου φθάσουν κάποτε όλες μαζί στην απόμαξη τού ιδανικού τους αυτού. Με βάση τη θεωρία αυτή και η Εκκλησία δεν αποτελεί παρά ένα
ιδανικό ανέφικτο για τις επί μέρους μορφές Εκκλησίας, οι οποίες με το πέρασμα τού χρόνου τελειούμενες ίσως φθάσουν κάποτε στην πραγμάτωση της αληθινής ιδέας της Εκκλησίας. Είναι φανερόν ότι και κατά τη θεωρία αυτή καμία ιστορική Εκκλησία δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι η «Μία Αγία», αλλά κάποια μορφή αυτής ατελής, στο ίδιο μέτρο που ατελείς είναι και οι λοιπές.
Στο αυτό ρεύμα σκέψεως κινείται, τέλος, και η θεωρία ότι η θεία αλήθεια, την οποίαν αποκάλυψε ο Χριστός, δεν μπορεί να φυλάσσεται ολόκληρη και απαράλλακτη σε μία μονάχα Εκκλησία (όπως ισχυρίζονται οι καθολικές λεγόμενες Εκκλησίες), τη στιγμή που όλα στον κόσμο αυτό υπόκεινται στο νόμο της εξελίξεως και της μεταβολής. Γιατί ν’ αποτελεί εξαίρεση από το νόμο αυτό η θεία αλήθεια; Κατά τη θεωρία, κάθε επί μέρους Εκκλησία κατέχει τμήματα μόνο της θείας αλήθειας και όχι το πλήρωμα αυτής, το οποίο για να βρούμε πρέπει να επισημάνουμε και να αθροίσουμε τα τμήματα αυτά.

Από ορθόδοξη άποψη οι θεωρίες αυτές δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά την αγωνιώδη προσπάθεια των Διαμαρτυρομένων να βρούν νόμιμη και ισότιμη στέγαση στους κόλπους της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας τού Κυρίου. Προσπαθούν δε να το επιτύχουν με τη μείωση της εννοίας της καθολικότητος της Εκκλησίας. Αφ ετέρου, στη διατύπωση των θεωρημάτων αυτών προωθούνται οι Διαμαρτυρόμενοι και από άλλες πάγιες εκκλησιολογικές τοποθετήσεις της θεολογίας των. Εφ’ όσον αρνούνται τη φύση της ορατής
Εκκλησίας, της οποίας απορρίπτουν το κύρος και την αυθεντία, είναι φυσικό να μην αποδέχονται τη διατήρηση ολόκληρης της θείας αλήθειας στους κόλπους της, στη βάση που ισχυρίζονται ότι τη διατηρούν η Ορθ. Καθολική Εκκλησία και η Παπική. Άλλωστε γι αυτούς το δόγμα δεν είναι αλήθεια απλανής, αιώνια και ακατάλυτη, απόλυτα αναγκαία προς σωτηρίαν, αλλά κάτι το σχετικό, το οποίο μπορεί να μεταπλάσσεται διηνεκώς όχι μόνο κατά τη μορφή αλλά και κατά το περιεχόμενο, ανάλογα με το εκάστοτε επικρατούν πνεύμα και τις τάσεις της εποχής. Περιττό να σημειώσουμε, ότι με τις ιδέες αυτές υποβαθμίζουν τον υπερφυσικό χαρακτήρα τού εκκλησιαστικού δόγματος, το οποίο κατεβάζουν στο επίπεδο των ανθρωπίνων αληθειών. Μπορεί όμως ένα τέτοιο δόγμα, άστατο και άτονο, να είναι λυτρωτική της πίστεως αλήθεια;
Αλλά και στο Ρωμαιοκαθολικισμό δεν μπορεί να εντοπισθεί η μία τού Χριστού αγία Εκκλησία. Είναι βέβαια αληθές, ότι στην Εκκλησία αυτή διατηρείται η αποστολική διαδοχή στη σειρά χειροτονίας των επισκόπων της. Δεν μπορούμε όμως να πούμε το ίδιο και για την αποστολική διαδοχή, η οποία εντοπίζεται στη διατήρηση της διδασκαλίας των αγίων Αποστόλων. Παρά τη δογματική εγγύτητα που υπάρχει μεταξύ Ρωμαιοκαθολικισμού και Ορθοδόξου Εκκλησίας, δογματικές αποκλίσεις, από τη μεριά τού πρώτου, από την πατροπαράδοτη πίστη ανοίγουν δυσγεφύρωτο
χάσμα μεταξύ ημών και εκείνων, το οποίο προσπαθεί σήμερα να γεφυρώσει ο εν εξελίξει θεολογικός διάλογος. Σημαντικώτερες των δογματικών διαφορών που χωρίζουν τις δύο Εκκλησίες είναι επί μεν τού πεδίου της εκκλησιολογίας το πρωτείο και το αλάθητο τού Πάπα, ο οποίος θεωρείται ως η υπάτη αρχή και αυθεντία της Εκκλησίας, στον οποίον οφείλουν υποταγήν όλοι οι άλλοι επίσκοποι. Θεωρείται δε
ο Πάπας ως η ορατή κεφαλή της Εκκλησίας, ο αντιΠρόσωπος τού Χριστού επί της γης, στο Πρόσωπο τού οποίου συγκεντρώνεται όλη η εκκλησιαστική εξουσία, και ο οποίος είναι αλάθητος σε όσες περιπτώσεις αποφαίνεται από καθέδρας διά ζητήματα πίστεως, ήθους και εκκλησιαστικής ευταξίας. Εις δε το πεδίο της Τριαδολογίας κορυφαία διαφορά είναι το filioque, διδασκαλία κατά την οποίαν το Πνεύμα το άγιο δεν εκπορεύεται μόνον από τον Πατέρα, αλλά και από τον Υιόν.

Τα δόγματα αυτά συνιστούν αιρετικήν απόκλιση από την πατροπαράδοτη πίστη των Αποστόλων, η οποία δυσχεραίνει αφάνταστα το θεολογικό διάλογο που διεξάγεται σήμερα μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Δεν είναι δε οι διαφορές αυτές, όπως ισχυρίζονται μερικοί, θεολογούμενα, δηλαδή ζητήματα που με κάποια δόση καλής θελήσεως μπορούν να γίνουν αποδεκτά, αλλά δόγματα κορυφαία, η αθέτηση των οποίων ανατρέπει τις δογματικές βάσεις της πίστεως. Η εκκλησιολογία της Παπικής Εκκλησίας είναι φθαρμένη εκκλησιολογία, σ αυτήν δε ανακλάται το ιδιαίτερο πνεύμα τού Παπισμού, με το υπερφίαλο, συγκεντρωτικό, κατακτητικό και κυριαρχικό πνεύμα του, που ανάγλυφα φαίνεται στο θεσμό της Ουνίας, η οποία λειτουργεί καταλυτικά σε βάρος της Ορθοδοξίας, και από την οποίαν ο Πάπας είναι απρόθυμος να αποκολληθεί. Αλλά και το filioque, άγνωστο στην αρχαία Εκκλησία, είναι παραφθορά τού περί αγίας Τριάδος δόγματος της πίστεως, το οποίον, ως γνωστόν, οδήγησε στο σχίσμα Ανατολής και Δύσεως τον Θ´ αιώνα.

Μετά τα όσα ειπώθηκαν, κατανοούμε γιατί δεν είναι δυνατόν να εντοπισθεί η αληθινή Εκκλησία στα ως άνω δύο εκκλησιαστικά σώματα. Το ζήτημα φυσικά δεν είναι τόσο απλό, αλλά δυσχερές και πολύπλοκο, το οποίον πρέπει να μελετηθεί επισταμένα από την Ορθ. Καθολική Εκκλησία, να δοθεί δε επίσημα απάντηση στο ερώτημα τι αντιπροσωπεύουν οι ετερόδοξες εκκλησίες και ποιά πρέπει να είναι η τοποθέτηση της Ορθοδοξίας έναντι αυτών, τόσο περισσότερο όσο στα σύγχρονα χαλαρά πλαίσια τού οικουμενισμού οι ομολογιακοί φραγμοί τείνουν σιγά σιγά να καταργηθούν, η ορθόδοξη συνείδηση ολοένα και αμβλύνεται, ακούονται δε εκδηλώσεις και πρακτικές, οι οποίες θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την αλήθεια της Ορθοδοξίας και απειλούν να παραμορφώσουν την πατροπαράδοτη φυσιογνωμία της!








Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 

FACEBOOK

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Histats

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΩΝ

extreme

eXTReMe Tracker

pateriki


web stats by Statsie

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΟ FACEBOOK

 PATERIKI


CoolSocial

CoolSocial.net paterikiorthodoxia.com CoolSocial.net Badge

Τελευταία Σχόλια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRANSLATE

+grab this

ON LINE

WEBTREND

Κατάλογος ελληνικών σελίδων
greek-sites.gr - Κατάλογος Ελληνικών Ιστοσελίδων

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

MYBLOGS

myblogs.gr

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ - JOIN US

Καταθέστε τα σχόλια σας με ευπρέπεια ,ανώνυμα, παραπλανητικά,σχόλια δεν γίνονται δεκτά:
Η συμμετοχή σας προυποθέτει τούς Όρους Χρήσης

Please place your comments with propriety, anonymous, misleading, derogatory comments are not acceptable:
Your participation implies in the Terms of Use


| ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ © 2012. All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Γιά Εμάς About | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |