ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ Ο.Π.
Α’ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ
1. Υπαρξιακά
προβλήματα τοϋ άνθρωπον
Τό υπαρξιακό πρόβλημα του άνθρώπου προσεγγίζεται άπό
τό Θ. Σ. με έκπληκτική συντομία καί σαφήνεια, αν καί οί ρητορικές υποχρεώσεις
της έκφωνήσεως κηρυγμάτων του δέν του έπέτρεπαν διεξοδικές άναλύσεις καί
συστηματικές θεολογικές διατυπώσεις. Τέσσερα καίρια έρωτήματα άνθρωπολογικοΰ
περιεχομένου θέτει ό Θ.Σ. καί δίνει ίσάριθμες άηαντήσεις
α) «Τί έσμεν» οί άνθρωποι; 'Η άπάντησή του είναι δτι
είμαστε πλάσματα τοΰ Θεού, έργο των χειρών Του, πλασμένοι κατ’ είκόνα καί
όμοίωση τοϋ Δημιουργού, έχοντας έξουσία πάνω σέ ολα οσα ύπάρχουν στή γη, άφοϋ ό
Δημιουργός ολα τά ύπέταξε σέ μάς. Πλάσματα τοϋ Θεοϋ άνώτερο άπό έμάς είναι
μόνον οί άγγελοι, οί άποίοι είναι καί τά πρώτα δημιουργήματά Του.
8) «Διατί έσμεν;» Ή, μέ άλλα λόγια, ποιός είναι δ
σκοπός της ύπάρξεώς μας; Φυσικά ό σκοπός της ΰπάρξεώς μας, λέγει ό Θ.Σ., είναι
τό νά δοξολογούμε τό μεγαλείο καί τή δύναμη τοΰ Δημιουργού, οπως να δοξολογοΰν καί
οί άγγελοι, τηρώντας σέ ολα τις έντολές Του. Αύτό πρέπει να γίνει άναλογικά καί
μέ έμάς τούς άνθρώπους, έφόοον είναι γραμμένο δτι 6 Θεός μας δημιούργησε λίγο
κατώτερους άπό τούς άγγέλους, άν καί στήν πραγματικότητα ούτε κάν κατώτερους
μάς δημιούργησε, άφοΰ όποιαδήποτε ώρα μπορεί ν’ άφήσουμε τή σάρκα πού φθείρεται
καί νά μεταβοϋμε στήν άφθαρσία.
γ) «Που δέ έσμεν;» Είμαστε σέ τόπο έξορίας, έξαιτίας
της παρακοής καί της φιληδονίας τοϋ προπάτορά μας ’Αδάμ, άμαρτίες πού είχαν
συνέπειες καί σέ μάς τούς άηογόνους του. Γi αύτό πού πάθαμε πρέπει νά πενθούμε
καί νά σκυθρωπάζουμε, δπως ιό έκαναν καί oi προπάτορες μας ό Άδάμ καί η Εύα,
άναλογιζόμενοι καί έμεις τί είχαμε τότε καί τί δεν έχουμε τώρα, χάνοντας γιά
πάντα τήν άπόλαυση τοϋ Παραδείσου.
δ) «Πού δέ πάλιν πορευσόμεθα;» Όχι άλλου, βέβαια,
άλλά στήν τρισμακάριστη κατοικία των άγγέλων, σιή ζωή που δεν τελειώνει, στό
Κριτήριο οπου θά μάς κρίνει ο Θεός καί θά άποδώσει στόν καθένα σύμφωνα μέ τά
έργα τou. Καί ποιός έχέφρων άνθρωπος δέ θά ήθελε, δίνοντας άκόμη καί τή ζωή
του, νά βρεθεί άνάμεσα στή συντροφιά τών άγίων καί των άγγέλων, άνάμεσα στους
μάρτυρες πού εύφραίνονται καί στούς προφήτες καί άποστόλους πού άπολαμβάνουν;
Τό συνταρακτικό γιά κάθε άνθρωπο έρώτημα ποΰ θά πάω
καί πού θά βρεθώ μετά ιό θάναιό μου, έπανηλθε καί στό Θ.Σ. λίγο πριν άπό τό θάνατό
του, δταν έγραφε τή Διαθήκη του. Στόν έπίλογό της ό Θ.Σ. γράφει δτι δεν είναι
σίγουρος ποΰ άπέρχεται καί ποιά τιμωρία τόν περιμένει, όμολογώντας δτι «έργον
γάρ άγαθάν ούκ είργασάμην ένώπιον τού Θεοϋ εν και μόνον πόσης δέ άμαρτίας
ύπεύθυνος ύπάρχω».
Καί αύτά μέν είναι δείγματα της ταπεινοφροσύνης του,
άλλά ό Θ.Σ., φτάνοντας στό κατώφλι τοϋ θανάτου, Οταν σίγουρος ποϋ πηγαίνει καί
τί τόν περίμενε, καί για αύτό τό λόγο υπαρξιακό πρόβλημα δέν είχε.’Αντίθετα, ό
Θ.Σ. όμολογεί ότι είναι ένθουσιασμένος καί γεμάτος χαρά, γιατί «πορεύεται είς
ούρανόν», έγκαταλείποντας τόν κόσμο: «Πλήν χαίρω καί ήδομαι ότι άπό κόσμου είς ούρανόν πορεύομαι άπό σκότους
είς φως' άπό δουλείας είς έλευθερίαν άπό παροικίας είς άληθινήν κατοικίαν. ’Από
τών ξένων καί άλλοτρίων (πάροικος γάρ είμι και παρεπίδημος, καθώς πάντες oi
πατέρες μου), είς τά έμά οίκεία. Έτι τολμηρότερόν τε φθέγξομαι, οτι πρός τόν
Δεσπότην μου άπίημι, πρός Κύριον καί Θεόν μου, ον ήγάπησεν η ψυχή μου όν
έγνώρισα Πατέρα, εί καί ούκ έθεράπευσα ώς υιός ον έκτησάμην άντί πάντων, εί καί
ούκ έδούλευσα ώς δοΰλος γνήσιος» .
Oi έρωιήσεις πού έθεσε ό Θ.Σ. μέ τρόπο ρητορικό, καί
προπάντων οί απαντήσεις πού έδωσε, κατηχώντας τό άκροατήριό του, είναι
θεολογικά όρθές, άν καί άπό άλλου γνωστές, διατυπωμένες χωρίς ίδιαίτερη
πρωτοτυπία, ή όποία άλλωστε δέ χρειαζόταν. Γιατί, ποια πρωτοτυπία μπορούσε ένας
θεολόγος νά παρουσιάσει, άγνοώντας τήν Άγ. Γραφή ή παραβιάζοντας τό νόημά της;
’Αντίθετα, έρμηνεύοντας καί κηρύττοντας τήν 'Αγ. Γραφή σέ ώρα Λατρείας, ό Θ.Σ.
έπραξε τό άριστο πού μποροϋσε, έπιλέγοντας τά έρωτήματα καί δίνοντας άρθόδοξες
άπαντήσεις, οί όποίες είναι η ούσία τής χριστιανικής άνθρωπολογίας.
2. Ή άνθρώπινη φύση
Κατά τον Θ.Σ.,
ή άνθρώπινη φύση δύσκολο καρποφορεί τίς
άρετές στόν πνευματικό άγρό, ένώ σε άντίθεση, τά χωράφια ποΰ σπερνονται άπό τό
γεωργό δίνουν σ’ αυτόν καρποφορία μία φορά τό χρόνο. ’Ακόμη καί κάθε ήμερα νά
δέχεται η ψυχή τό σπόρο της διδασκαλίας, μόλις καί μετά βίας άποδίδει καρποΰς
μία φορά σ’ ολη τή ζωή τοϋ άνθρώπου. Ποιά είναι άραγε, έρωτά ό Θ.Σ. η αιτία της
πνευματικής άκαρπίας; Είναι τό γεγονός ότι ή σκέψη τοϋ άνθρώπου βρίσκεται
συνεχώς γΰρω άπό τά έργα της άμαρτίας, καί μάλιστα άπό τά νεανικά του χρόνια,
άπαντά ό ίδιος. Έτσι ό άνθρωπος, ούτε σκέπτεται τό καλό, ούτε τό πράττει. Γιά
τό λόγο αύτό «δυσπόριστον τά άγαθόν τη άνθρωπίνη φΰσει. Καί ούκ άν τις δυνηθείη
περιγενέσθαι κακίας μη ούχΐ πόνω πολλώ
κονισάμενός τε και ταλαιπωρησαμενος» .
’Ανατέμνοντας μάλιστα ό Θ.Σ. τήν άνθρώπινη φύση, τήν
περιγράφει ώς «εύόλισθο», η οποία εύκολα
κατρακυλάει στό κακό καί κάνει τόν άνθρωπο νά έξαγριώνεται καί νά γίνεται
θηρίο, γεννώντας τό θάνατο της άμαρτίας. Μόνο ή πολλή μέριμνα, ή μεγάλη
φροντίδα καί ή συνεχής κατήχηση, ποΰ σάς προσφέρω, λέγει ό Θ.Σ., μού δίνουν μία έλπίδα γιά τήν πρόοδό σας, έστω καί
άν όλα αύτά είναι έλάχιστη προσφορά γιά τόν πνευματικό σας καταρτισμό. Παρά τό
γεγονός, δηλαδή, ότι η φύση τοϋ άνθρώπου, μετά τήν πτώση του, είναι έπιρρεπής
πρός τήν άμαρτία, καί κυρίως γι’ αύτό τό λόγο, ή προσπάθεια γιά βελτίωση τοϋ
άνθρώπινου χαρακτήρα καί τήν πνευματική του πρόοδο, κρίνεται άπαραίτητη . ’Από
έκεί καί πέρα, ό Θεός ένισχΰει τά τέκνα Του καί τά εύλογεί γιά νά έχουν
πνευματική πρόοδο .
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

















