Η ΔΡΟΣΙΑ
Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Στόν γαλανό καί ἀσυννέφιαστο οὐρανό μιᾶς ὑπέροχης καλοκαιριάτικης ἡμέρας ὁ μεγαλόπρεπος ἥλιος ἀκολουθοῦσε τή συνηθισμένη του πορεία. Ἄστραφταν οἱ χρυσοί σταυροί τοῦ πεντάτρουλου μοναστηριακοῦ Καθολικοῦ, πού εἶναι ἀφιερωμένο στήν Παναγία Θεαρχική Τριάδα. Οἱ ἀσημένιοι τροῦλοι του ἀντανακλοῦσαν ἐκτυφλωτικά τίς ἡλιαχτίδες. Ἡ σκιά τους ἔδειχνε ὅτι πλησίαζε ἡ δέκατη ὥρα· θά ἄρχιζε, ὅπως πάντα, ἡ θεία Λειτουργία. Ἀπό τόν μεγάλο δρόμο ἔρχονταν βιαστικά κι ἔμπαιναν στήν ἥσυχη μονή πολλοί χριστιανοί –δέν θυμᾶμαι ἄν ἦταν Κυριακά ἤ γιορτή.
Ἔξω ἀπό τή μάντρα τῆς μονῆς, στήν ἀνατολική πλευρά, ἁπλώνεται ἕνα ἀπέραντο λιβάδι. Τότε ἦταν σκεπασμένο μέ πυκνό καταπράσινο χορτάρι καί μέ ἄφθονα ποικιλόχρωμα ἀγριολούλουδα, εὐωδιαστά κι ἀνέμελα. Πλούσια δροσιά εἶχε πέσει τήν ἡμέρα ἐκείνη στό λιβάδι. Ἀναρίθμητες ἦταν οἱ σταγόνες της πάνω σέ κάθε λουλούδι, σέ κάθε κλωναράκι, σέ κάθε φυλλαράκι. Καί σέ κάθε σταγόνα καθρεφτιζόταν καθαρά ὁ ἥλιος –κάθε σταγόνα ἀκτινοβολοῦσε σάν μικρός ἥλιος. Τό λιβάδι ἔμοιαζε μ᾿ ἕνα τεράστιο βελουδένιο χαλί. Στό καταπράσινο φόντο του ἀπό τό λαμπερό καί πυκνό χορτάρι λές κι ἕνα ὑπερφυσικό χέρι εἶχε σκορπίσει ἀναρίθμητα πολύχρωμα πετράδια, πού λαμπύριζαν κάτω ἀπό τίς ἀκτίνες,παίρνοντας ἔξοχες ἀποχρώσεις.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>
















