Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Η φιλοσοφία του Σωκράτους




Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ  ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

 ΚΑΤΑ   A. Fouillé


Π. ΒΡΑΪΛΑ ΑΡΜΕΝΗ

O Κερκυραίος Πέτρος Βράιλας Αρμένης (1812 – 1884) ήταν Έλληνας φιλόσοφος και πολιτικός. Διατέλεσε διπλωμάτης και ασχολήθηκε με πάθος με τη φιλοσοφία. Έργα του: α) Η Φιλοσοφία του Σωκράτους (1910), εκδ. Γεώργιος Φέξης, β) Περί πρώτων ιδεών και αρχών δοκίμιον (1910), εκδ. Γεώργιος Φέξης. Εξέδωσε, επίσης, το «Περί πρώτων ιδεών και αρχών δοκίμιον», καθώς επίσης και το φιλοσοφικό σύστημα με τον τίτλο «Θεωρητικής και πρακτικής φιλοσοφίας στοιχεία», συμπληρώθηκε,  το 1864, και εκδόθηκε με τον τίτλο «Φιλοσοφικαί Μελέται»


ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Εκ των ολίγων λέξεων, ας προετάξαμεν των προ δύο ετών δημοσιεθεισών διατριβών περί της κατά Α. Fouillée Φιλοσοφίας του Πλάτωνος, γνωστόν γίνεται, και πόσην υψηλήν θέσιν ήδη κατέχει ο νέος ούτος καθηγητής μεταξύ των ιστορικών της Ελληνικής φιλοσοφίας, και ότι, εκτός του προμνησθέντος σοφού και καλού έργου, και έτερον φιλοπόνημα αυτού περί Σωκράτους, θεωρουμένου προ πάντων ως μεταφυσικού, εβράβευσεν η εν Παρισίοις των ηθικοπολιτικών επιστημών Ακαδημία. Ίνα δε καταδείξωμεν πόσον το θέμα τούτο του ακαδημαϊκού διαγωνίσματος είναι σπουδαίον καί τινι τρόπω ανέπτυξεν αυτό ο κ. Fouillée διά του διτόμου συγγράμματος, ου την ακριβή και σύντομον ανάλυσιν έχει ο αναγνώστης εν τη επομένη διατριβή, επιτραπήτω ημίν ν' αναφέρωμεν χωρία τινά της εκθέσεως ην περί αυτού υπέβαλεν εις την Ακαδημίαν ο του φιλοσοφικού τμήματος εισηγητής κ. Vacherot, και ήτις εγένετο δεκτή παμψηφεί και άνευ αντιρρήσεων. «Αρκεί να είναι τις ενήμερος των καθ' ημάς ιστορικών μελετών, λέγει ο κ. Vacherot, ίνα πεισθή ότι σπουδαίον κενόν υπήρχεν εν τη ιστορία της Ελληνικής φιλοσοφίας. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οι Αλεξανδρινοί εγένοντο διαδοχικώς αντικείμενον επιπόνων και σοφών ερευνών· αλλ' ο φιλόσοφος όστις, κατά την μαρτυρίαν της ιστορίας, έδωκε την πρώτην ώθησιν εις την μεγάλην φιλοσοφικήν κίνησιν ήτις άρχεται διά του ελέγχου των σοφιστών και τελευτά δια των Αλεξανδρινών, ο Σωκράτης, διέμενε μυστήριον, εάν ουχί κατά τον βίον και την στολήν αυτού, τουλάχιστον κατά την διδασκαλίαν και ιδίως, το υψηλότερον και βαθύτερον μέρος αυτής, την μεταφυσικήν. Ήτο άρα απλούς αντίπαλος των σοφιστών αντιτάσσων μετριόφρονα αλλ' ασφαλή μέθοδον εις τας επιδείξεις της ψευδούς αυτών διαλεκτικής και της απατηλής ρητορικής των, και ανασκευάζων δι' αταράχου ορθονοίας τας εκ παρανοήσεων λογομαχίας και παραδοξολογίας αυτών; ήτο μόνον σοφός ελεγκτής της κουφότητος και αεικινησίας της τότε Αθηναϊκής κοινωνίας διδάσκων δια του βίου και του θανάτου αυτού την εν τη αρετή ειρήνην της συνειδήσεως, μέγας ηθικολόγος αναγαγών εις την μελέτην του ανθρώπου και εις την των ηθών επιστήμην την φιλοσοφίαν αποπλανηθείσαν έως τότε διά της οιηματικής προσπαθείας της καθολικής εξηγήσεως του παντός ή, τέλος, παρά τα αναντίρρητα ταύτα πλεονεκτήματα, έχει ο Σωκράτης και ανωτέραν, ει και ήττον φανεράν, αξίαν, ως μεταφυσικός, διδάξας, και κατά την υψηλήν ταύτην θεωρίαν, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλην και αυτούς τους στωικούς; . . .
Πρόβλημα τόσον μάλλον δύσκολον, όσον ο Σωκράτης ούτε ένα στίχον έγραψε περί της διδασκαλίας του, ην διέσωσαν ημίν ποικίλαι και ενίοτε αντιφατικαί μαρτυρίαι, και εισέτι τόσω σκοτεινόν, μετά τοσαύτας περί της Ελληνικής φιλοσοφίας μελέτας, ώστε η ζήτησις της μεταφυσικής του Σωκράτους παρίσταται και την σήμερον εις το πνεύμα εμβριθών και σoφών τινων κριτικών ως ιστορική παραδοξολογία. — Μετά το διαγώνισμα, ο εκλήθητε να δικάσητε, η παραδοξολογία αύτη απέβη σαφής και αναντίρρητος αλήθεια. Ο μεταφυσικός, τέλος, εφάνη, διεσκεδάσθη η ιστορική πρόληψις καθ' ήν ο Σωκράτης δεν ήτο ή διαλεκτικός και σοφός ηθικολόγος, και ευρίσκομεν εν αυτώ αληθή και μέγαν μεταφυσικόν και τον πατέρα πασών των τοσούτων μεταφυσικών σχολών αίτινες πληρούσι την δευτέραν και αυτήν την τρίτην περίοδον της ελληνικής φιλοσοφίας». Λαλών δε περί του βραβευθέντος πονήματος επιλέγει ο εισηγητής· «Ενοήσαμεν πόσον υψηλόν άμα δε και βαθύ είναι το πνεύμα του συγγραφέως, τολμηρόν και στερεόν εν ταυτώ, αυστηρόν και αποδεικτικόν κατά τας αναλύσεις και επικρίσεις, και αποφασιστικόν κατά τα συμπεράσματα. . . . . Καίπερ μετ' αυστηράς προσοχής, και, δυνατόν ειπείν, μετά δυσπιστίας εξετάσαντες το έργον του, ουδέποτε εύρομεν αυτόν επί παρανοήσει ή επί ανακριβεία επιλήψιμον, και αν ενίοτε η ερμηνεία αυτού υπερτείνει τα όρια του γράμματος, είναι σχεδόν πάντοτε πιστή εις το πνεύμα και την ουσίαν της σωκρατικής διδασκαλίας . . . και ου μόνον αποδίδει εις τον Σωκράτην παν ό,τι τω ανήκει, αλλά καταδείξας αυτόν αληθή διδάσκαλον του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους και αληθή αρχηγέτην πάσης της μέχρι της σήμερον πνευματικής φιλοσοφίας, ουδέν αφαιρεί της πρωτοτυπίας των αμέσων μαθητών αυτού, και ανευρίσκων εν τη μεθόδω και διδασκαλία του Σωκράτους την ρίζαν των υψηλών θεωριών του Πλάτωνος καταδεικνύει ουχ ήττον σαφώς πού τελειόνει το έργον του διδασκάλου και άρχεται το του περικλεούς μαθητού εν τη κοινή επεξεργασία της μεγάλης μεταφυσικής ήτις φέρει τούτου το όνομα».

Ενομίσαμεν λοιπόν ότι εις συμπλήρωοιν και διαφώτισιν των περί Πλάτωνος διατριβών ωφείλομεν και του δευτέρου τούτου έργου του κ. Fouillée να επιχειρήσωμεν την ανάλυσιν, κατά την αυτήν μέθοδον καθ' ήν και το πρώτον εξεθέσαμεν, εξάγοντες και τούτου την ουσίαν εκ των πλουσιωτάτων αναπτύξεων εν αίς, διά προσεκτικής μελέτης και παραθέσεως των κειμένων, δι' αυστηράς και οξυδερκούς κρίσεως και ενίοτε δι' ελλόγων και πιθανωτάτων εικασιών, όλον καταφαίνεται το μεγαλείον του δαιμονίου πνεύματος του μεγάλου τούτου διδασκάλου και ενδόξου μάρτυρος της φιλοσοφικής αληθείας, ώστε δυνατόν ειπείν, ότι, εν ώ μέχρι τούδε είχομεν κομψάς και μάλλον ή ήττον ακριβείς προτομάς του Σωκράτους, μόνον διά της θαυμαστής τέχνης του νέου τούτου κριτικού πλήρης και έρρυθμος και τηλαυγής ο ανδριάς αυτού απεκαλύφθη. Ποία ήτο η κατάστασις του ελληνικού πνεύματος, και ιδίως της εν Ελλάδι φιλοσοφίας, ότε ανεφάνη ο Σωκράτης, τίνι τρόπω η διδασκαλία αυτού συνάπτεται προς τας προηγουμένας σχολάς, ποία η δι' αυτού εισαχθείσα νέα μέθοδος και νέα αρχή, πόσον αύται ήσαν γόνιμοι, πώς παρήγαγον τας επομένας του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους λογικάς, ηθικάς και μεταφυσικάς θεωρίας, και οποίαν εξήσκησαν επί της αρχαίας, της μέσης και της νέας φιλοσοφίας επιρροήν μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, πάντα ταύτα εκτίθενται σαφώς και ευμεθόδως εν τω περί ου ο λόγος πονήματι, και συγκεφαλαιούνται μετά θαυμαστής ακριβείας και συντομίας εν τω συμπεράσματι αυτού. Προτιθέμενοι να προσφέρωμεν εις τους εραστάς της φιλοσοφίας οιονεί την μικρογραφίαν της μεγάλης ταύτης εικόνος, επροσπαθήσαμε ουδέν ήττον και ευκρινώς να διαγράψωμεν τα διάφορα αυτής μέρη, και ζωηρούς να διατηρήσωμεν εν εκάστω αυτών τους κυρίους χαρακτήρας, όπως εκ πρώτης επιβολής κατίδη ο αναγνώστης το τε σύνολον και τα καθ' έκαστα, και ευκολώτερον εγχαράξη εν τη μνήμη το ουσιώδες εξαγόμενον της ιστορικής ταύτης ερεύνης, ως οδηγόν αλάνθαστον εις τας περαιτέρω μελέτας.

Αν πάσα η προ του Σωκράτους φιλοσοφία εν Ελλάδι ανάγεται, κατά τον Ρίττερ, εις την διά του μηχανισμού ή διά του δυναμισμού εξήγησιν των φαινομένων του κόσμου, και αν εις την μηχανικήν ή φυσικήν δύναμιν ο Σωκράτης αντικατέστησε την αρχήν του τελικού αιτίου, ήτοι την έννοιαν του προς ον όρου εκάστου όντος ή του αγαθού αυτού, εξηγών ούτως, ως λέγει ο ημέτερος συγγραφεύς, και αυτήν την ύπαρξιν του κόσμου διά της αγαθότητος αυτού, επόμενον ήτο να επιδοθή εις την ακριβή ζήτησιν του τέλους τούτου και εις τον θετικόν αυτού προσδιορισμόν, και πιστεύων ότι παν το οπωσδήποτε υπάρχον πρός τι τέλος υπάρχει, και ότι το τέλος τούτο είναι το αγαθόν αυτού, ν' ανέλθη, ένθεν μεν εις την έννοιαν του θέτοντος το τέλος τούτο ως νόμον των όντων, ένθεν δε εις την αρμονίαν και την ενότητα των καθ' έκαστα τελών εν τινι ανωτάτω τέλει και υψίστω αγαθώ, προς ο τείνει ο κόσμος, τουτέστιν, εν τη αρχή της τελεότητος να συμπεριλάβη και την αρχήν της αιτιότητος, διότι μόνος ο ποιών δύναται και να ορίση το τέλος του ποιουμένου, και εξ αμφοτέρων των αρχών τούτων ν' ανυψωθή εις την έννοιαν του Θεού και της επί του κόσμου προνοίας του, ό εστιν εις αυτόν τον κολοφώνα της μεταφυσικής επιστήμης. Γνωστόν δε είναι ότι εκ των δύο τούτων αρχών συνίσταται η κατά Λεϊβνίτιον αρχή του αποχρώντος λόγου, δηλ. αυτός ο λόγος, ο εξηγών την ύπαρξιν και τον νόμον των όντων. Εκ τούτου έπεται ότι και η τρίτη λογική αρχή, ή της ταυτότητος ή της αντιφάσεως καλουμένη, και μεταξύ των δύο άλλων ισταμένη, και έτι μάλλον συνάπτουσα αυτάς προς αλλήλας, είναι αναγκαία αυτών συνέπεια, διότι αν αίτιον και τέλος υπάρχει παντός υπάρχοντος, άρα ταύτα δεν δύνανται να ήναι άλλως ή ως είναι, δεν δύνανται δηλαδή εν ταυτώ και κατά τα αυτά να ήναι και να μη ήναι. Εντεύθεν και ψυχολογική θεωρία εισδύουσα εις τα ενδότερα του ανθρωπίνου πνεύματος, εις αυτό το αγιαστήριον του λόγου, και λογική, διά της αρχής της ταυτότητος και του συνδυασμού των αιτίων, μέσων και τελών, παράγουσα και την εις γένη και είδη κατάταξιν, και τον ορισμόν, και τον εξαγωγικόν και επαγωγικόν συλλογισμόν, και κακολογία ταυτίζουσα τω αγαθώ το καλόν, και θεοσοφική διδασκαλία καθαρωτάτη, και ηθική προαγγέλλουσα και παρασκευάζουσα διά των ανθρωπίνων μέσων την θείαν ηθικήν του Χριστιανισμού, και συνεπάγουσα και εις εαυτήν υποτάσσουσα και την των νόμων και των πολιτειών επιστήμην, υπαγορεύουσα δε πλαγίως και την επιστήμην του καθολικού της ανθρωπότητος προορισμού, ήτοι την φιλοσοφίαν της ιστορίας. Και ούτω καθοράται πώς μία μεγάλη αλήθεια, ην πρώτος ανεκάλυψεν ο Σωκράτης, δύναται να γεννήση πάσας τας άλλας, μεθ' ών συνδέεται αναποσπάστως, πώς εν τη μικρά εκείνη γωνία του κόσμου ην κατώκουν οι ένδοξοι πρόγονοι ημών ετέθησαν αι βάσεις εφ' ών ανήγειραν οι αιώνες το μεγαλοπρεπές οικοδόμημα πάσης της μετέπειτα επιστήμης, και πόσω δίκαιος ήτο ο χρησμός ο αναγνωρίσας τον Σωκράτην α ν δ ρ ώ ν  α π ά ν τ ω ν  σ ο φ ώ τ α τ ο ν.

Και τωόντι τι άλλο προτίθεται να μελετήση και διδάξη πάσα φιλοσοφία ειμή την φύσιν του ανθρωπίνου πνεύματος, τας σχέσεις αυτού προς την ύλην, τον ποιητήν του ανθρώπου και του κόσμου, την επ' αμφοτέρων πρόνοιαν αυτού, τους νόμους της διανοίας κατά τε την εύρεσιν και απόδειξιν του αληθούς και την ποίησιν του καλού, τους νόμους της θελήσεως κατά την πράξιν του αγαθού από του ατόμου, της κοινωνίας, της ανθρωπότητος; Και προς τι πάσαι αι άλλαι επιστήμαι, εάν δεν ηξεύρωμεν τι είμεθα, πόθεν ερχόμεθα, πού τείνομεν, πώς νοούμεν, τι οφείλομεν να πράξωμεν; Και ποία άλλη επιστήμη δύναται να μας διδάξη πάντα ταύτα ειμή η διά της εσωτερικής παρατηρήσεως επιστήμη του πνεύματος, αν μόνον το πνεύμα γινώσκη τα του πνεύματος; και δεν είναι τωόντι, γελοία η οίησις των θετικολόγων, οίτινες καταργούντες αυθαιρέτως πάσαν μεταφυσικήν περιορίζουν την επιστήμην εις την γνώσιν των αισθητών φαινομένων και της αναγκαίας αυτών διαδοχής, υπαγορεύουσι την συζήτησιν των πρώτων αιτίων και των ανωτάτων τελών, ό εστιν αυτήν την φιλοσοφίαν, και εις ταύτην προσπαθούσι ν' αντικαταστήσωσι μόνας τας θετικάς λεγομένας επιστήμας, εν ώ και η πρώτη βάσις των επιστημών τούτων, το αισθητόν φαινόμενον, μόνον διά της ψυχολογίας νοείται, και την μέθοδον αυτών μόνη η λογική παράγει και εγγυάται και γονιμοποιεί, και τας θεμελιωδεστέρας εννοίας, της δυνάμεως, του νόμου, του απείρου τόπου και χρόνου, ων ποιούνται χρήσιν κατά πάσαν στιγμήν, μόνον παρά της επιστήμης του πνεύματος λαμβάνουσα διότι δι' αυτής μόνον γινώσκονται και εξακριβούνται;

Την αρχήν της τελεότητος ο Σωκράτης εθεώρει έμφυτον εν τω πνεύματι και εντεύθεν η μαιευτική μέθοδος, ην πρώτος επίσης μετεχειρίσθη, και εφήρμοσε θαυμασίως εις πάντα τα υπ' αυτού μελετηθέντα ζητήματα. Η μαίευσις υποθέτει την εγκυμοσύνην και η ψυχή εγκυμονεί, ουχί διακεκρυμμένας και διατετυπωμένας επιστημονικάς ιδέας, αλλά καθολικάς τινας αρχάς, αίτινες δι' αυτό τούτο μένουσιν απροσδιόριστοι και άκαρποι ει μη γονιμοποιηθώσι διά της εφαρμογής αυτών εις τα εντός και εκτός ημών παρατηρούμενα γεγονότα. Γινώσκομεν λ. χ. ότι παν το υπάρχον προς τι τέλος υπάρχει, αλλά ποίον το ειδικόν τέλος τούτου ή εκείνου του όντος, τούτο δεν δύναται να μας διδάξη η καθολική και απόλυτος αρχή της τελεότητος, αλλ' η προσεκτική και έλλογος παρατήρησις είτε των εν ημίν είτε των εκτός ημών. Διά της ελλόγου ταύτης παρατηρήσεως διακρίνομεν την διάφορον φύσιν των όντων, και επομένως τα τέλη αυτών, κατανοούμεν την σχετικήν τούτων αξίαν, πώς δηλαδή τα κατωτέρω τέλη υπηρετούσιν ως μέσα προς τέλη ανώτερα, και ταύτα πάλιν προς άλλα, και ούτω σχηματίζομεν την λογικήν και ηθικήν εν ταυτώ διαίρεσιν, ήτοι κατάταξιν των όντων εις είδη και γένη, αλλά άλλων ευρύτερα και περιεκτικώτερα, και εκ της κατατάξεως ταύτης ο ορισμός, ο εκ της φύσεως του γένους και της διαφοράς του είδους συνιστάμενος, και ο εξαγωγικός συλλογισμός, ο διά της υπαγωγής του ατόμου εις το είδος, ή τούτου εις το γένος, ή του γένους εις άλλο ευρύτερον, δηλαδή, διά τινος μέσου όρου συνάπτοντος άλλον ελάσσονα πρός τινα μείζονα, αποδεικνύων την φύσιν εκείνου, διότι ό,τι αληθεύει περί του γένους αληθεύει εξ ανάγκης και περί του είδους και περί του ατόμου, καθώς, επί αφηρημένων εννοιών, εκ της γενικής αρχής αποδεικνύεται η αλήθεια της ειδικής συνεπείας. Και αύτη μεν είναι η διά του εξαγωγικού συλλογισμού μαίευσις του πνεύματος. Η δε διά του επαγωγικού είναι η από των επί μέρους άνοδος εις τα καθόλου, ό εστιν εις τα γένη και τας γενικάς αρχάς, διά της αφαιρέσεως των εις τα καθ' έκαστα κοινών χαρακτήρων, και της γενικεύσεως ήτοι της στενώσεως αυτών εν τινι γενική εννοία ή αρχή, εξ ης πάλιν η κατάταξις, ο ορισμός και η εξαγωγή, ώστε η κατιούσα αύτη διαλεκτική προϋποθέτει πάντοτε την ανιούσαν, είτε διά του πνεύματος ποιουμένην, είτε προϋπάρχουσαν εν τη φύσει αυτού και του κόσμου. Δεν είναι δε του παρόντος να αποδείξωμεν, ότι και ο επαγωγικός και ο εξαγωγικός συλλογισμός, εις τον αυτόν αναγόμενοι συλλογιστικόν τύπον, την αυτήν έχουσι καθ' ημάς οντολογικήν βάσιν και την αυτήν βεβαιότητα. Τοιαύτα είναι εν τοσούτω τα στοιχεία της Σωκρατικής μαιεύσεως και πάσης διαλεκτικής και φιλοσοφικής μεθόδου· η λογική κατάταξις, ο ορισμός, η εξαγωγή, η επαγωγή, ήτοι η εκ του λόγου και της παρατηρήσεως μόρφωσις της επιστήμης, και την μέθοδον ταύτην μετήρχετο ο Σωκράτης διαλεγόμενος, ερωτών, προτείνων απορίας, προκαλών απαντήσεις, και ούτως υποβοηθών τους μετ' αυτού συζητούντας εις την εκ της ψυχής αυτών γέννησιν της αληθείας. Τούτο δε ιδίως χαρακτηρίζει αυτόν, ότι θεωρών την λογικήν κατάταξιν εν ταυτώ και ηθικήν, όπερ ήτο φυσικόν, αφ' ού εκ της ηθικής ζητήσεως του τέλους παρεκινήθη εις τας λογικάς ερεύνας, και πιστεύων την έλξιν του αγαθού, ακαταμάχητον παρεγνώρισε την ηθικήν ελευθερίαν, και την αρετήν εταύτισε τη επιστήμη του αγαθού, εις ην ανήγαγε πάσας τας άλλας.

Το έμφυτον στοιχείον της γνώσεως δεν παραδέχονται οι θετικολόγοι, αν και μυριάκις απεδείχθη ότι υπάρχουσιν εν ημίν νοητικά στοιχεία άτινα αδύνατον να προέλθωσιν εκ των αισθήσεων, και άτινα εις μάτην επειράθησαν οι θετικολόγοι να εξηγήσωσιν είτε διά της συζεύξεως, ως η από Χιούμ Αγγλική φιλοσοφία, είτε διά της κληρονομικής μεταδόσεως και της διαδοχικής των οργανισμών μορφώσεως και αναπτύξεως, ως οι επί των ημερών μας Δαρβινισταί και οι τούτοις ομόφρονες· επεβεβαιώθη δε και διά των ματαίων τούτων προσπαθειών η σοφή ρήσις του Αριστοτέλους, ότι πάσα διδασκαλία και πάσα μάθησις εκ προϋπαρχούσης γίνεται γνώσεως. Και αληθές μεν είναι ότι το εκ των προτέρων τούτο στοιχείον της νοήσεως, το του λόγου λεγόμενον, δεν ανεγνωρίσθη εισέτι οριστικώς και αδιαφιλονεικήτως παρά πάντων, διότι οι μεν ανάγουσιν αυτό εις μίαν μόνην έννοιαν ή αρχήν, ως ο Σωκράτης, οι δε εις πλείονας, και η περί τούτου ζήτησις είναι και την σήμερον το σπουδαιότερον και θεμελιωδέστερον των φιλοσοφικών προβλημάτων, εκ της λύσεως του οποίου εξαρτώνται πάντα τα άλλα, αναντίρρητον δε είναι επίσης, ότι από Σωκράτους μέχρι των καθ' ημάς πνευματιστών πάσα αληθώς μεγάλη φιλοσοφία επί τινος των στοιχείων τούτων εστηρίχθη, διότι άνευ αυτών ούτε η εν πάσιν ανθρώποις ταυτότης της λογικής φύσεως είναι δυνατή, ασυμβίβαστος ούσα με το διάφορον και σχετικόν και εφήμερον και ευμετάβολον της εκ μόνης της αισθήσεως γνώσεως, ούτε κοινή πίστις, ούτε κοινή βεβαιότης, ούτε ακράδαντος πεποίθησις εις το γενικόν και σταθερόν των φυσικών νόμων, ει μη υποτεθή το καθολικόν και σταθερόν των απολύτων αρχών· ταύτην δε την προΰπαρξιν των λογικών στοιχείων και η φύσις της συνειδήσεως απαιτεί και η φύσις της γνώσεως. Ουδείς αρνείται ότι υπάρχει εν ημίν δύναμίς τις, οιαδήποτε και αν ήναι, δι' ής νοούμεν και πράττομεν, αρχή πρώτη των εν ημίν νοητικών και ηθικών φαινομένων, είτε διάφορος της ζωικής αρχής του σωματικού οργανισμού και μετ' αυτής συνηρμοσμένη, είτε ταυτομένη μετ' αυτής και μίαν μόνον αρχήν αποτελούσα, ασυνείδητον μεν των κατωτέρων αυτής λειτουργιών, έχουσαν δε συνείδησιν των ανωτέρων. Όπως δήποτε δε θεωρηθή η δύναμις αύτη, υπόκειται εξ ανάγκης είς τινας νόμους, ως πάσαι άλλαι δυνάμεις του κόσμου, και άμα έχει συνείδησιν εαυτής, άμα είναι vis sui conscia, ως έλεγεν ο Λεϊβνίτιος, αδύνατον να μη έχη συνείδησιν των ιδίων νόμων, και η συνείδησις αύτη ουδέν έτερον είναι ή το εκ των προτέρων στοιχείον της γνώσεως αυτός ο λόγος. Αλλά και αυτή η γνώσις, συμφωνία τις ούσα του υποκειμένου και του αντικειμένου, υποθέτει στοιχείον τι κοινόν εις αμφότερα, άλλως, η υπό του πρώτου νόησις και γνώσις του δευτέρου είναι αδύνατος· το δε κοινόν τούτο στοιχείον είναι ο νόμος, ήτοι ο λόγος αυτών, ον εκπληρούσι και πραγματοποιούσιν άνευ συνειδήσεως και ελευθερίας τα άλλα όντα, ου συνείδησιν έχει και ον αυτοπροαιρέτως εφαρμόζει και εκτελεί μόνος ο άνθρωπος, ώστε ο κατά Λεϊβνίτιον ορισμός της ψυχής αποβαίνει πλήρης και ακριβέστατος, εάν διατυπωθή ούτω· vis rationalis el libera sui conscia.

Ο Σωκράτης παρημέλησε και αρκούντως δεν εμελέτησε το στοιχείον της ελευθερίας, εκθαμβωθείς υπό του φωτός όπερ διαχέει εν ημίν το στοιχείον του λόγου, ώστε δικαίως ο ημέτερος συγγραφεύς, θεωρεί αυτόν και αυτού του Πλάτωνος ιδανικώτερον. Συμφέρει δε κατά τους χρόνους τούτους να επανέλθωμεν εις την μελέτην του πρώτου τούτου κήρυκος και μάρτυρος του ανθρωπίνου λόγου, διότι επί μάλλον και μάλλον εκτείνεται και πανταχού εισδύει απαίσιος διδασκαλία καταργούσα και αυτήν του εγώ την ατομικότητα, τον λόγον και την ψυχήν αρνουμένη, ανάγουσα, ως η προ του Σωκράτους φιλοσοφία, πάσαν νόησιν και ηθικότητα είς τινα μηχανικήν ενέργειαν της ύλης, κτηνοποιούσα τον άνθρωπον, θεωρούσα την μεγαλόνοιαν ως νόσημα, την αρετήν ως μανίαν, και αυτόν τον σωματικόν οργανισμόν εκ των κατωτέρων εξάγουσα και δι' αυτών εξηγούσα, μίαν δε μόνην δύναμιν αναγνωρίζουσα μεταμορφούσαν αδιακόπως την ύλην διά τινος μονοτόνου ρυθμού και προς αδιάγνωστον τέλος (1) . Πολλώ δε μάλλον οφείλουσιν οι νέοι λαοί να προφυλαχθώσι κατά της καινοφανούς, αλλ' αρχαίας ταύτης λύμης, και μάλιστα εάν έχωσιν, ως ημείς, πρόχειρον την θεραπείαν εις την πάτριον φιλοσοφίαν και την πάτριον ευσέβειαν.

Η σωκρατική φιλοσοφία σχετίζεται προς τον Χριστιανισμόν διά του πλατωνισμού, ον παρήγαγε, και διά των απ' αυτής άλλων σχολών, ως σχετίζεται, σύμπας ο Ελληνισμός, καθ' ά άλλοτε απεδείξαμεν. (2) Και δεν έλειψαν οι παραβάλλοντες τον βίον και τον θάνατον του Σωκράτους προς την επί γης αποστολήν και τον θάνατον του Σωτήρος. Αλλά και εξ αυτών των απίστων τινές την φαινομένην ταύτην ομοιότητα κατεβίβασαν εις το αληθές αυτής μέτρον, ομολογήσαντες, ως ο Ρουσσώ, ότι, εν ώ διά του Σωκράτους εφάνη ο κατ' άνθρωπον τελειότερος τύπος της σοφίας και της αρετής, αυτή η θεία τελειότης διαλάμπει εν τω προσώπω του Σωτήρος. Το καθ' ημάς δε μίαν μόνην συνέπειαν θέλομεν να εξαγάγωμεν εκ τούτου και εξάλλων ομοειδών παραδειγμάτων, ότι προς τον αληθή χριστιανισμόν ου μόνον δεν αντιμάχεται, αλλά συνάδει η αληθής φιλοσοφία, καθό ανθρώπινος προπαρασκευή ή επιβεβαίωσις των δογμάτων και επαγγελιών αυτού. Και ιστορικώς μεν είναι αναντίρρητον, ότι η Ελληνική φιλοσοφία προητοίμασε τον άνθρωπον εις αποδοχήν της θείας αποκαλύψεως, και περί τούτου συμφωνούσι και οι κατά πάντα τα άλλα αντίφρονες προς αλλήλους, και οι τον Χριστόν πιστεύοντες ως πραγματικήν ενσάρκωσιν του θείου λόγου, και οι την χριστιανικήν πίστιν θεωρούντες ως τελευταίαν ανάπτυξιν της αρχαίας φιλοσοφίας· εν παντί δε χρόνω και τόπω αληθεύει επίσης, ότι το δόγμα, ο βίος και ο θάνατος του Σωτήρος συναποτελούσι τοσούτον υψηλόν και τωόντι θείον τύπον νοεράς και ηθικής τελειότητος, ώστε προς αυτόν μετρείται, και κατ' αυτόν εκτιμάται παν επί της γης μεγαλείον του νου και της καρδίας, είτε προ αυτού αναφανέν είτε μετ' αυτόν. Ενομίσαμεν λοιπόν ότι προς θρησκευτικήν αγωγήν και ηθικήν διάπλασιν της νέας γενεάς, εις ην αναθέτομεν πάσαν αισιωτέρου μέλλοντος ελπίδα, δεν θα ήσαν ίσως ασυντελή και τα μικρά ταύτα έργα, εν οίς ανακεφαλαιούμεν και όσον οίον τε σαφώς εκθέτομεν την καθ' ημάς λαμπροτέραν ερμηνείαν της σοφίας των πρώτων και αθανάτων διδασκάλων του γένους ημών και όλης της ανθρωπότητος.
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

ΚΑΤΑ  A. FOUILLÉE
Μέθοδος προς μελέτην της Φιλοσοφίας του Σωκράτους.


Αρκούντως φυσική και διαδεδομένη είνε η γνώμη ότι τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντος μείζονα έχουσιν ιστορικήν αξίαν ή οι Διάλογοι του Πλάτωνος , και ο κ. Γρότε θεωρεί την μαρτυρίαν του πρώτου μάλλον ακριβή και αμερόληπτον της του δευτέρου. Και ει μεν πρόκειται περί της βιογραφικής αξίας, τούτο ίσως αληθεύει, εάν δε περί αυτής της διδασκαλίας του Σωκράτους, ολιγωτέρας εγγυήσεις ακριβείας παρέχει ο Ξενοφών ως φιλόσοφος και αμεροληψίας ως δικηγόρος. Ο Ξενοφών δεν ήτο φιλόσοφος εξ επαγγέλματος, και κύριον σκοπόν είχε να ιστορήση εν τοις Απομνημονεύμασιν , άτινα εδημοσιεύθησαν ότε ο Σωκράτης ήτο εισέτι αντιδημοτικός, τον άνθρωπον μάλλον ή τον φιλόσοφον, και να καλύψη μάλλον ή να φανερώση τας τολμηράς θεωρίας αίτινες επήγαγον την κατηγορίαν και τον θάνατον αυτού, προσπαθών να τον παραστήση πολίτην έντιμον και πιστόν εις τους νόμους και τας παραδόσεις της πατρίδος. Εάν δε υπό μόνην την όψιν ταύτην εθεωρούμεν τον Σωκράτην, και η υπ' αυτού υποκινηθείσα μεγάλη εν τη φιλοσοφία επανάστασις, και αι Νεφέλαι του Αριστοφάνους, και η υπό Μελήτου κατηγορία, και η εις θάνατον καταδίκη θα ήσαν όλως ακατάληπτοι. Ουχ ήττον δε και εις αυτάς τας αφελείς αφηγήσεις του Ξενοφώντος διοράται ο τολμηρός νεωτεριστής, ο μέγας θεωρητής και ερευνητής της φύσεως και της διανοίας, και κατά τινα ζητήματα φιλόσοφος ιδανικώτερος και αυτού του Πλάτωνος.

Ουδεμίαν των σωκρατικών ιδεών παρέλειψεν ο Πλάτων, και πολλάς προσέθηκεν εις αυτάς. Αι στοιχειώδεις και εξωτερικαί ούτως ειπείν διδασκαλίαι ανήκουσιν ως επί το πλείστον εις τον διδάσκαλον, και πολλαχού των διαλόγων, εάν τους μελετήσωμεν μετά προσοχής, βλέπομεν ότι αυτός ο Πλάτων διακρίνει των Σωκρατικών τας ιδίας θεωρίας. Την δε διαλεκτικήν μέθοδον του Σωκράτους, ην μετρίως ενόησεν ο Ξενοφών, εξηγεί θαυμασίως ο Πλάτων, αν και εφαρμόζει αυτήν και επεκτείνει επέκεινα των Σωκρατικών ορίων. Αφ' ετέρου, η καλλιτεχνική αίσθησις του Πλάτωνος τον παρεκίνει να θέση την αλήθειαν του χαρακτήρος και της διανοίας των εισαγομένων προσώπων ως βάσιν και αυτής της ιδανικεύσεως, αι δε ενιαχού αναφαινόμεναι αντιφάσεις προέρχονται εκ των ποικίλων απόψεων, αφ' ών διάφορα πρόσωπα, διαφόρους και ουχί σπανίως εναντίας πρεσβεύοντα αρχάς, εθεώρουν τα πράγματα, και εκ των ποικίλων υποθέσεων των διαλόγων, εν οίς άλλοτε μεν πρωτεύει ο Σωκράτης, άλλοτε δε παρίσταται ως απλούς ακροατής και άλλοτε εκλείπει.

Εάν λοιπόν είχομεν μόνας τας μαρτυρίας του Ξενοφώντος και του Πλάτωνος, έπρεπε να τους συμπληρώσωμεν και μετριάσωμεν δι' αλλήλων. Ευτυχώς δε έχομεν εις τα ηθικά συγγράμματα του Αριστοτέλους πολύτιμά τινα χωρία, άτινα παρημέλησαν οι ερμηνευταί, ιδίως περί της σωκρατικής θεωρίας της θελήσεως, διαφερούσης καθόλου της παρά Πλάτωνι, και ην διαφωτίζουσι πληρέστατα τα κείμενα του Αριστοτέλους προς τε τα Απομνημονεύματα και τον ελάττονα Ιππίαν παραβαλλόμενα. Και κατ' αρχάς μεν θέλομεν λάβει υπ' όψιν τα κείμενα του Ξενοφώντος, επί δε των αμφιβόλων ζητημάτων θέλομεν επικαλεσθή την μαρτυρίαν του Αριστοτέλους, και εν τέλει θέλομεν καταφύγει εις τον Πλάτωνα προς συμπλήρωσιν και επιστημονικωτέραν ανάπτυξιν των άλλων μαρτυριών, προσπαθούντες και να διάστείλωμεν επιμελώς τας διδασκαλίας του μαθητή από των του διδασκάλου, και να καταδείξωμεν ακριβώς τον θεωρητικόν σύνδεσμον, δι' ου συνάπτονται. Ούτω δε ωφελούμενοι εκ πασών των μαρτυριών και βασανίζοντας αυτάς ελλόγως και εξηγούντες δι' αλλήλων, ελπίζομεν ότι θέλομεν αποφύγει και το άτοπον εις ο υποπίπτει η πολύτιμος άλλως και σοφωτάτη κριτική των Γερμανών, ήτις απανταχού επιζητούσα τα αντιφατικά και τα ασυμβίβαστα αποβάλλει ενίοτε αυθαιρέτως τα μη συνάδοντα προς τας ιδίας θεωρίας, και την υπέρ το δέον εις πάντα τα κείμενα πίστην αφοσίωσιν των Άγγλων κριτικών, οίτινες μη τολμώντες να εισδύσωσιν εις το πνεύμα, δι' ου φωτίζονται και συμβιβάζονται αι διαφοραί, παραμένουσι μάλλον εις το γράμμα, και ούτω παραγνωρίζουσιν ενίοτε αυτόν τον νουν της αρχαίας φιλοσοφίας.

Διά της μεθόδου ταύτης θέλομεν επί τέλους αναγνωρίσει ότι ο αληθής Σωκράτης, ου ο θάνατος είνε θρίαμβος και η επιρροή αθάνατος, είναι ο του Πλάτωνος, παρ' ω ευρίσκομεν το δαιμόνιον τούτο πρόσωπον αληθέστερον εν τη ουσιώδει αυτού ιδέα και αυτής της πραγματικότητος, διότι εν τη ψυχή εκάστου φιλοσόφου υπάρχει ιδέα τις αναπτυσσομένη, και τις ζώσα διαλεκτική, ης αυτός δεν έχει πάντοτε καθαράν συνείδησιν, η δε ιστορία αποκαλύπτει την πρωτοτυπίαν και την ισχύν διά της μακράς επί της ανθρωπότητος επιρροής αυτής. Και την ιδέαν ταύτην οφείλομεν να καταλάβωμεν, όπως νοήσωμεν αυτόν εντελώς, καθώς προς νόησιν οιουδήποτε όντος ο Αριστοτέλης συμβουλεύει να το μελετήσωμεν ουχί εν τη εμβρυώδει φάσει της υπάρξεως και κατά τας ατελείας αυτού, αλλ' εν τω πληρώματι της τελειοτέρας αυτού αναπτύξεως, και παρομοίως ο δόκιμος καλλιτέχνης παριστά μεν πιστώς τους υλικούς χαρακτήρας του εικονιζομένου προσώπου, ζωογονεί δε αυτούς συγκεφαλαιών εν μια στιγμή ολόκληρον τον πνευματικόν αυτού βίον. Έτι μάλλον δε αρμόζει η μέθοδος αύτη ότε πρόκειται περί φιλοσόφου ουδέν γράψαντος, περί πολλών και προς πολλούς διαλεχθέντος, και διδάξαντος νέα δόγματα προσβάλλοντα τα παραδεδεγμένα και τα καθεστώτα, ώστε τινές μεν των ιδεών αυτού παρενοήθησαν, έτεραι δε απωλέσθησαν. Θα ήμεθα δε λίαν ευτυχείς, εάν επιτύχωμεν να παραστήσωμεν τον Σωκράτην ου μόνον οίος εφάνη, αλλ' οίος ήτο πραγματικώς, και να εκθέσωμεν ου μόνον όσα εδίδαξεν, αλλά και όσα διενοήθη.
ΒΙΒΛΙΟΝ Α'.

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ


Α’.

Πρώται μελέται και καθολική αυτού περιέργεια


Εν αρχή του Συμποσίου λέγει ο Σωκράτης προς τον Καλλίαν^ αεί συ επισκώπτεις ημάς καταφρονών, ότι συ μεν Πρωταγόρα τε πολύ αργύριον δέδωκας επί σοφία και Γοργία και Προδίκω και άλλοις πολλοίς, ημάς δ' οράς αυτουργούς τινας της φιλοσοφίας όντας . Το χωρίον τούτο καταδεικνύει τον προσωπικόν και πρωτότυπον χαρακτήρα της σωκρατικής φιλοσοφίας, ήτις δεν είναι σύνολόν τι ιδεών παρ' άλλων λαμβανόμενον, αλλ' ο ενδόμυχος καρπός της ψυχής εν τη ενώσει αυτής μετά της αληθείας. Εκ τούτου όμως δεν πρέπει να συμπεράνωμεν, ως ο Ρίττερ και άλλοι κριτικοί της Γερμανίας, ότι ουδέν παρ' ουδενός εδιδάχθη ο Σωκράτης. Διαλεγόμενος προς πάντας, και ιδίως προς τους διασημοτέρους, πολλά εδιδάσκετο και εδίδασκε· παρά τω Σιμμία εμυείτο τας θεωρίας των πυθαγορίων, ο Ευκλείδης τω απεκάλυπτε τας λεπτότητας της ελεατικής διαλεκτικής, και ο Πλάτων τω ενεπιστεύετο τας ιδίας θεωρίας, εξ ων άλλας μεν παρεδέχετο, άλλας δε απέρριπτεν. Αι δε Αθήναι ήσαν τότε το κέντρον, εν ώ πάσαι αι διδασκαλίαι συνήρχοντο και διεμάχοντο κατ' αλλήλων, και ο Σωκράτης ανεγίνωσκε και τους θησαυρούς των πάλαι σοφών ανδρών, ους εκείνοι κατέλιπον εν βιβλίοις γράψαντες (Απομ. Α. ς') @. Ιδίως δε, την μουσικήν εδιδάχθη παρά Δάμωνος (Πλάτ. Φαίδρ. 96), και γνωστόν είναι πόσον μεγάλην έκτασιν είχεν η της τέχνης ταύτης διδασκαλία, την γλυπτικήν τον είχε διδάξει ο πατήρ του (Παυσ. Α'. κβ'). την γεωμετρίαν Θεόδωρος ο Κυρηναίος, και ουχί μετρία ήτο, καθ' ά μαρτυρεί ο Ξενοφών, η γνώσις αυτού της μαθηματικής και της αστρονομίας, και αυτού δε του Προδίκου διήκουσε διδάσκοντος περί της σημασίας και αξίας των λέξεων. Μεταξύ των ποικίλων διδασκάλων αυτού ο Παρμενίδης βεβαίως έπρεπε να τω αφήση τας βαθυτέρας εντυπώσεις, και τούτου ηδύνατο να διακούση, αν και πολύ νεώτερος αυτού, διότι και τρις το γεγονός τούτο μαρτυρεί ο Πλάτων, και ο Φύλλεβορν, ο Σχλεϊερμάχερ και ο Κουσίνος εκ περισσού απέδειξαν ότι χρονολογικώς δεν ήτο αδύνατον· αφ' ετέρου, τα ίχνη της ελεατικής διαλεκτικής διορώνται και εν αυτή τη σωκρατική μεθόδω, ως θέλομεν ίδει εν οικείω τόπω. Παρά τούτους δε πάντας αναντίρρητον εκ τε αρχαίων μαρτυριών και εξ ελλόγων εικασιών φαίνεται ημίν ότι και παρά του Αρχελάου, μαθητού του Αναξαγόρου, εδιδάχθη ο Σωκράτης τας αρχάς της φυσικής επιστήμης.

Και κατ' αρχάς μεν ετράπη προς τας περί φύσεως θεωρίας, ως προκύπτει έκ τινος χωρίου του Φαίδωνος (96 κλ.), όπερ πάντες οι κριτικοί θεωρούσιν ιστορικόν, αν και εις τούτο αντιτάσσονται φράσεις τινές της Απολογίας , ζητών προ πάντων εν τη μελέτη της φύσεως τας αρχάς, τα αίτια, τους νόμους των υλικών φαινομένων, ό εστιν, αυτήν την μεταφυσικήν θεωρίαν του κόσμου· είναι δε αξιοπαρατήρητον πως και η τότε θεωρία της φύσεως προσεπάθει να αναγάγη τα νοητικά και ηθικά φαινόμενα εις την κίνησιν και τα πάθη των υλικών μορίων διά των αυτών σχεδόν ιδεών και εκφράσεων των σημερινών θετικολόγων· εγώ γαρ νέος ων θαυστώς ως επεθύμησα ταύτης της σοφίας, ην δη καλούσι περί φύσεως ιστορίαν, υπερήφανος γαρ μοι εδόκει είναι ειδέναι τας αιτίας εκάστου, διά τι γίγνεται έκαστον και διά τι απόλλυται και διά τι έστι· και πολλάκις εμαυτόν άνω κάτω μετέβαλλον σκοπών πρώτον τα τοιάδε, αρ' επειδάν το θερμόν και το ψυχρόν σηπεδόνα τινά λάβη, ώς τινες έλεγον, τότε δη τα ζώα ξυντρέφεται, και πότερον το αίμα εστιν ω φρονούμεν, ή ο αήρ, ή το πυρ, ή τούτων μεν ουδέν, ο δε εγκέφαλος εστιν ο τας αισθήσεις παρέχων του ακούειν και οράν και οσφραίνεσθαι, εκ τούτων δε γίγνοιτο μνήμη και δόξα, εκ δε μνήμης και δόξης λαβούσης το ηρεμείν κατά ταύτα γίνεσθαι επιστήμην κλ. (Φαίδ).


Β’.

Νέα διεύθυνσις των μελετών του Σωκράτους. — Τι προσθέτει εις την διδασκαλίαν του Αναξαγόρου. — Η ιδέα του τελικού αιτίου.


Λαβών δε αφορμήν εκ των βιβλίων του Αναξαγόρου έδωκεν, ως αυτός ομολογεί, νέαν διεύθυνσιν εις τας ιδίας μελέτας. Αλλ' ακούσας μέν ποτε εκ βιβλίου τινός, ως έφη, Αναξαγόρου αναγινώσκοντος, και λέγοντος, ως άρα νους εστιν ο διακοσμών τε και πάντων αίτιος, ταύτη ήδη τη αιτία ήσθηντε και έδοξέ μοι τρόπον τινά ευ έχειν το τον νουν πάντων είνε αίτιον. (Φαίδ. 96). Αλλ' ο Αναξαγόρας δεν υψούτο υπεράνω της φυσικής των Ιώνων, ειμή ίνα μεταπέση αμέσως εις αυτήν, και ο Φαίδων παριστά σαφέστατα την αντίθετον και ηθικήν τάσιν του πνεύματος του Σωκράτους· και ηγησάμην, ει τούθ' ούτως έχει, τον γενούν κοσμούντα πάντα κοσμείν, και έκαστον τιθέναι ταύτη όπη αν βέλτιστα έχη · ώστε προς αληθή γνώσιν οιουδήποτε πράγματος ανάγκη να ζητήσωμεν ποίον είναι το τέλος και ο προορισμός αυτού, και τι είναι εν αυτώ το βέλτιστον· ει ουν τις βούλοιτο την αιτίαν ευρείν περί εκάστου, όπη γίγνεται ή απόλλυται ή εστι, τούτο δει περί αυτού ευρείν όπη βέλτιστον αυτώ εστιν ή είναι ή άλλο οτιούν πάσχειν ή ποιείν . Η έννοια του τελικού αιτίου πρωτεύει εν τοις περί Σωκράτους παρά Ξενοφώντι ουχ ήττον ή παρά Πλάτωνι, και αρκεί εις απόδειξιν η μεταξύ Σωκράτους και Αριστοδήμου συνδιάλεξις, και ο τρόπος καθ' ον εκεί εξηγείται πάσα η του ανθρωπίνου σώματος οικονομία. Καθό δε ηθικωτέρα, η νέα αύτη τάσις ήτο δι' αυτό τούτο και μάλλον μεταφυσική των θρασυδείλων αξιώσεων των προκατόχων του, διότι η έννοια του τέλους και του αγαθού δεν είναι ιδία μόνον της ηθικής επιστήμης αλλά και της μεταφυσικής, είναι το Ύψιστον αντικείμενον υπό το όνομα του τελείου και του απολύτου, και θέλομεν ίδει τον Σωκράτην εφαρμόζοντα εις όλην την φύσιν και εις αυτήν την θείαν διάνοιαν την αρχήν του βελτίστου, ήτις ήτο ο κανών της διαγωγής του, και ην εθεώρει παντοδύναμον επί της ανθρωπίνης θελήσεως· ταύτην δε την έννοιαν του τελικού αιτίου και ο Αριστοτέλης αποδίδει εις την Σωκρατικήν φιλοσοφίαν. Τόσω δε η έννοια αύτη εκυρίευε τον Σωκράτην, ώστε κατέπνιγε σχεδόν την έννοιαν των άλλων αιτίων, και εις τούτο αποδοτέον την εν τη ανωτέρω παραγράφω του Φαίδωνος υπερβολικήν και άδικον κατάκρισιν Αναξαγόρου. Νέα λοιπόν εισάγεται εις την φιλοσοφίαν αρχή διά Σωκράτους, η του τελικού αιτίου, ήτοι του αγαθού, και την θεωρίαν του διδασκάλου θέλει συμπληρώσει και τελειοποιήσει ο Πλάτων διά της περί ιδεών μεταφυσικής θεωρίας, ως τούτο καθοράται και εν αυτώ τω παρατεθέντι χωρίω του Φαίδωνος , ένθα είναι προφανής η από του τελικού αιτίου μετάβασις εις την ιδέαν, καθό τύπον του όντος θεωρουμένην, και ο Σωκράτης παρίσταται εν τη αληθεί αυτού θέσει μεταξύ Αναξαγόρου και Πλάτωνος· οι Ίωνες δεν ανεγνώριζον ειμή το φυσικόν αίτιον, ο Αναξαγόρας συλλαμβάνει το νοερόν αίτιον, ο Σωκράτης καταλαμβάνει ότι παν νοερόν αίτιον είναι δι' αυτό τούτο ηθικόν και τελικόν , τέλος ο Πλάτων συμπεραίνει ότι το τελικόν αίτιον πρέπει να περιέχη τύπον τινά τελειότητος, ον έχει προ οφθαλμών ο διακοσμών νους (πάντα εγέννησε παραπλήσια εαυτώ ), ώστε η ιδέα είναι παρά Πλάτωνι η απορρόφησις πάντων των άλλων αιτίων, του φυσικού, του ψυχολογικού, του ηθικού, εν τω κατ' εξοχήν μεταφυσικώ, εν τω ανωτάτω λόγω των όντων, τω τελείω αγαθώ.


Γ’.

Η του ανθρώπου μελέτη αφετηρία πάσης φιλοσοφικής θεωρίας


Η νέα αρχή του Σωκράτους έμελλεν εξ ανάγκης ν' ανανεώση και την μέθοδον της φιλοσοφίας, διότι εάν η ηθική συνάπτεται, αφ' ενός, προς την μεταφυσικήν, στενώτατον σύνδεσμον έχει, αφ' ετέρου, προς την ψυχολογίαν· όθεν ο Σωκράτης ηρώτα· πότερά ποτε νομίσαντες ικανώς ήδη τ' ανθρώπεια ειδέναι, έρχονται επί το περί των τοιούτων (περί φύσεως και κόσμου) φροντίζειν, ή τα μεν ανθρώπεια παρέντες, τα δαιμόνια δε σκοπούντες, ηγούνται τα προσήκοντα πράττειν· (Απομν. Α' α') . Και εν τω Δ', β' (αυτόθι ) έτι σαφέστερον συνιστά εις τον Ευθύδημον το Γνώθι σαυτόν ως βάσιν πάσης φιλοσοφίας· ειπέ μοι έφη, ω Ευθύδημε, εις Δελφούς ήδη πώποτε αφίκου; κλ. Η αυτή δε διδασκαλία εύρηται και παρά Πλάτωνι εν τω Αλκιβιάδη α' .

Ποικίλαι σημασίαι απεδίδοντο και παρ' αυτού του Σωκράτους εις το Γνώθι σαυτόν , αίτινες όμως συμβιβάζονται εξ ανάγκης, καθόσον η γνώσις ημών αυτών περιλαμβάνει και της ηθικής και της νοητικής ημών φύσεως την γνώσιν, και η μεν πρώτη είναι ο απαραίτητος όρος της αρετής, η δε δευτέρα της επιστήμης. Και αύτη πάλιν υποθέτει ου μόνον την γνώσιν της ημετέρας αμαθείας, αλλά και των όρων της αληθούς μαθήσεως, ώστε από της ηθικής έμελλε λογικώς να μεταβή ο Σωκράτης εις την λογικήν και την ψυχολογίαν, εάν προς πράξιν του αγαθού απαραίτητος είναι η γνώσις του αληθούς. Προς τούτοις δε συνειθίζων να γενικεύη και να ορίζη, έπρεπε να εύρη εν τη ψυχή αυτού τους γενικούς νόμους της διανοίας, τα γένη, και τας εις πάντας ανθρώπους κοινάς δυνάμεις του πνεύματος. Άμα δε το καθόλου αναφαίνεται εν τω πνεύματι, αι μεταφυσικαί ιδέαι παρίστανται ταυτοχρόνως, και τοιούτω τρόπω επαναφέρων την φιλοσοφίαν εις τα ανθρώπεια , ο Σωκράτης διήνοιγεν αυτή την προς τα θεία οδόν, και προητοίμαζε την υπό Πλάτωνος ανανέωσιν της μεταφυσικής. Και ούτω καθορώνται οι διαδοχικοί βαθμοί της σωκρατικής διανοίας· η νέα αρχή του τελικού αιτίου, ήτοι του αγαθού, είλκυεν αυτόν προς την λογικήν έρευναν του τέλους τούτου, και αύτη προς την ψυχολογικήν ανάλυσιν, και υπ' αυτήν έμελλε να εύρη την μεταφυσικήν, εν ή υπάρχει το αληθές αντικείμενον της ηθικής, το τελικόν και πρώτον αίτιον, το αγαθόν, δι' ου συνεπληρούτο, ούτως ειπείν, ο κύκλος, και ο προς όν όρος εταυτίζετο με τον αφ' ού διά της ταυτότητος της ηθικής και της μεταφυσικής εν τη Ιδέα του αγαθού.


Δ’.

Μέθοδος του Σωκράτους — Ειρωνεία και μέθοδος ανασκευαστική.


Η κατά της οιήσεως και σοφιστείας ειρωνεία του Σωκράτους προήρχετο εκ της αντιθέσεως ην εύρισκε μεταξύ του ιδανικού της επιστήμης και της αμαθούς αλαζονείας των αντιπάλων αυτού (Πλάτ. Απολογ. ) Και την ειρωνείαν ταύτην, δι' ής καθίστα γελοίους τους αντιπάλους, και κατεδείκνυε το ψεύδος της επιστήμης αυτών, θέλει μεταχειρισθή ακολούθως και ο Πλάτων προς κάθαρσιν του πνεύματος και της καρδίας (Σοφιστ. και Πολιτ. ς'), και ουδεμία αμφιβολία ότι κατά τούτο ο Πλάτων διέμεινε πιστός εις τας αρχάς του διδασκάλου, όστις πανταχού φαίνεται αποδίδων μεγίστην σπουδαιότητα εις τα ηθικά αισθήματα και ταυτίζων την επιστήμην με την αρετήν. Μεταξύ δε των προς ανασκευήν μέσων κυριώτατον είναι η εξαγωγή (deduction ), δι' ής αναπτύσσονται πάσαι αι συνέπειαι θέσεώς τινος, ην προσωρινώς παραδέχεται πάντοτε ο Σωκράτης ως υπόθεσιν, και από συμπεράσματος εις συμπέρασμα φέρει αυτήν εις το άτοπον, και συγκρούων αυτήν κατά της αληθείας την καταστρέφει. Παρά Ξενοφώντι (Απομ. Α' β'. ), ουχ ήττον ή παρά Πλάτωνι (Αλκιβ. α'. ), βλέπομεν τον Σωκράτην αναγκάζοντα τους αντιπάλους τα αυτά να λέγωσιν υπέρ και κατά των αυτών και κατά τα αυτά. Και τοιαύτα μεν ήσαν τα πρώτα στοιχεία της σωκρατικής μεθόδου.


Ε’.

Ευρετική μέθοδος ή μαιευτική.


Έτερον δε και ουσιωδέστατον στοιχείον της μεθόδου ταύτης ήτο η μαιευτική . Η φύσις της επιστήμης και το προς απόκτησιν αυτής μέσον είναι εκ των μάλλον μελετηθέντων υπό τε του Σωκράτους και όλης της σχολής αυτού ζητημάτων. Τωόντι ο Σουΐδας (εν λέξ. Κρίτων ) και Διογένης ο Λαέρτιος (Β', 121, 125, 124). αναφέρουν τα βιβλία του Κρίτωνος, τα επιγραφόμενα· Περί του μαθείν, περί του γνώναι και περί επιστήμης · αναφέρονται προσέτι τα του υποδηματοποιού Σίμωνος περί επιστήμης, περί κρίσεως, περί του διαλέγεσθαι · εις τον Θηβαίον Σιμμίαν αποδίδονται οι περί λογισμού και περί αληθείας διάλογοι, και άλλαι εις άλλους σωκρατικούς αποδίδονται τοιούτου είδους συγγραφαί. Εκ δε των πλατωνικών διαλόγων ο μεν Θεαίτητος έχει υπόθεσιν την φύσιν της επιστήμης, ο δε Σοφιστής , συνέχεια του πρώτου, την φύσιν της πλάνης, και ωσαύτως ο Παρμενίδης πραγματεύεται περί της φύσεως της αληθείας και του όντος, και ο Φαίδων εκτενώς διαλαμβάνει περί αναμνήσεως. Ταύτα αποδεικνύουσιν ότι πρωτότυπόν τινα διδασκαλίαν είχεν εισαγάγει ο Σωκράτης περί της φύσεως της επιστήμης και περί ευρετικής μεθόδου. Ποίαι δε αι παρά τοις συγχρόνοις αυτού επικρατούσαι περί επιστήμης και διανοίας δοξασίαι; Ο μεν Αναξαγόρας, ου τα συγγράματα είχεν αναγνώσει ο Σωκράτης, εθεώρει τον λόγον καθολικόν τι και άπειρον και πανταχού το αυτό· Νους δε πας όμοιος εστι, και ο μείζων και ο ελάττων (Συμπλικ. εις φυσικ. Αριστοτέλους 33, β') · ο δε Αρχέλαος, ον επίσης εγνώρισεν εκ του πλησίον, εφρόνει ότι κατ' αρχάς πάντα υπάρχουσι μεμιγμένα εν τη διανοία· τω νω ενυπάρχειν τι ευθέως μίγμα (Οριγ. φιλοσοφ. 9) , εξ ου διακρίνεται ακολούθως η επιστήμη διά τινος διαιρέσεως και αποχωρίσεως, νόμω . Και των πυθαγορείων τα δόγματα της προϋπάρξεως και της μετεμψυχώσεως έτεινον εις την αναγνώρισιν εμφύτου τινός επιστήμης, και τας αισθήσεις διέστελλον του λόγου, και την δόξαν της επιστήμης. Η αυτή διάκρισις υπάρχει και παρά Παρμενίδη, ου το ποίημα διαιρείται εις δύο μέρη, ων το μεν έχει αντικείμενον τον νουν , το δε τα προς δόξαν · ουδέ άλλως εφρόνει ο Εμπεδοκλής θέτων ως μέσον προς γνώσιν της αληθείας ου τας αισθήσεις αλλά τον ορθόν λόγον · ώστε καθολική φαίνεται κατά την εποχήν εκείνην η τάσις του ανθρωπίνου πνεύματος εις το θεωρείν την επιστήμην ουχί ως αυθαίρετον δημιούργημα του ανθρώπου, αλλ' ως ανάπτυξιν συνεπτυγμένου και εν τη ψυχή υπ' αυτού του Θεού κατατεθέντος σπέρματος, εξ ου τη βοηθεία ιδιαιτέρας τέχνης φύεται και γεννάται η αλήθεια ως φυτόν ουράνιον και απάγαυσμα αυτής της θεότητος. Πανταχού δε ο Σωκράτης παρίσταται ουχί ως διδάσκαλος κατέχων την επιστήμην και δυνάμενος να την μεταδώση, αλλ' ως μαιευτής συντελών εις την γέννησιν αυτής εξ αυτών των λογικών σπλάγχνων των μαθητών του (Θεαίτητ. 36 κλπ), ενί σπλαγχνοίσι λόγοισι , ως έλεγεν ο Εμπεδοκλής (στίχ. 356). Και προς τούτο ο κατ' αυτόν πρώτος όρος ήτο η γνώσις ημών αυτών, δι' ης από των εκτός μετέφερε την επιστήμην εις τα εντός, από του κόσμου εις την ψυχήν. Αλλ' ο Σωκράτης δεν φαίνεται συλλαβών την ανάπτυξιν ταύτην ως ανάμνησιν προγενεστέρας ζωής. Το μίγμα τούτο πυθαγορείων δογμάτων και μεταφυσικών συλλήψεων ανήκει εις τον Πλάτωνα, και ουχί εις τον Σωκράτην, όστις μόνο το ψυχολογικόν και λογικόν μέρος της θεωρίας διετύπωσε, και τούτο διακρίνεται ευκόλως έν τινι των μάλλον σωκρατικών διαλόγων του Πλάτωνος, εν τω Μένωνι , ένθα όμως παρίσταται ως θεμελιώδης αρχή της σωκρατικής διδασκαλίας η μεταξύ δόξης και επιστήμης διάκρισις και η ανάγκη εμφύτου τινός, ει και συγκεχυμένης και γενικής, επιστήμης προς γέννησιν της αληθείας. Την προϋπάρχουσαν ταύτην γνώσιν υποθέτει εξ ανάγκης η μαιευτική τέχνη, και εις αυτήν ίσως ανάγεται και η υπό Αριστοτέλους διάκρισις της δυνάμει και της ενεργεία επιστήμης. Η αυτή δε διδασκαλία του Μένωνος επαναλαμβάνεται και εν τω Φαίδωνι (73 α)· εν ώ δε δεν ανεγνώριζε την έμφυτον ταύτην γνώσιν ως ανάμνησιν, ουχ ήττον εθεώρει αυτήν ως το λογικόν και θείον στοιχείον της ψυχής, ως προκύπτει εκ του Αλκιβιάδου (63) και εκ του ε'. της Πολιτείας . Εκ δε της γενικής αρχής της μαιευτικής δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ποίος ήτο ο προτιμώμενος τύπος και τα συνήθη αντικείμενα των λογικών ζητήσεων του ημετέρου φιλοσόφου. Η μαιευτική μέθοδος επιφέρει την ανάγκην του διαλόγου και των ερωτήσεων, δι' ων ο διδάσκαλος βοηθεί τον διδασκόμενον εις την γέννησιν των ιδεών, και η λογική γίνεται ούτω διαλεκτική (Κρίτ. 390 Πολιτ. ς'.) . Και επειδή διελέγετο πανταχού, πάντοτε και προς πάντας, εκ πάσης ψυχής και εκ παντός πράγματος και εξ αυτών των ταπεινοτέρων ενόμιζεν ότι ηδύνατο να εκλάμψη ως εξ υποκεκρυμμένου σπινθήρος το φως της αληθείας.


ΣΤ’.

Ιδιαίτερα μέσα της μαιευτικής. — Διαίρεσις και εξαγωγή
(déduction). — Επαγωγή.


Η διαίρεσις περιλαμβάνει πάντα τα αναλυτικά μέσα δι' ων ανακαλύπτομεν την ενότητα εν τη πολλότητι, διότι, δυνάμεθα από της ενότητος του γένους, να κατέλθωμεν εις την πολλότητα των ειδών, όπερ είνε η κυρίως λεγομένη διαίρεσις, ή από της ενότητος αρχής τινος να κατέλθωμεν εις την πολλότητα των συνεπειών αυτής, όπερ είναι η εξαλεγομένη διαίρεσις, ή από της ενότητος αρχής τινος να κατέλθωμεν εις την πολλότητα των συνεπειών αυτής, όπερ είναι η εξαγωγή, και ο Σωκράτης εγνώρισε και μετεχειρίσθη μεθοδικώς αμφότερα τα μέσα ταύτα. Ο Ξενοφών πολλαχού των Απομνημονευμάτων παρέχει παραδείγματα της πρώτης εργασίας, ην ονομάζει το διαλέγειν κατά γένη , ένθα ο Σωκράτης διαιρεί τα γένη εις τα είδη αυτών μετά θαυμαστής ακριβείας, και ούτω φθάνει εις το ίδιον εκάστου πράγματος, ήτοι εις την ιδίαν και ειδικήν διαφοράν, εις την ουσιώδη ιδιότητα, εξ ης και μόνης δύναται να προκύψη ο ακριβής ορισμός· απαράλλακτος δε είνε και ο παρά Πλάτωνι Σωκράτης (Φαιδρ. 91). Ωσαύτως την έκ τινος αρχής ακριβή εξαγωγήν των συνεπειών αυτής πανταχού φαίνεται μεταχειριζόμενος ο Σωκράτης, και ενίοτε εν είδει τελείου σωρείτου. Αλλ' η διαίρεσις και η εξαγωγή βεβαιούσι μόνον την λογικήν δυνατότητα των όντων και εννοιών, ουχί δε και την αντικειμενικήν αυτών πραγματικότητα. Προς τούτο απαιτείται άλλη ανωτέρα εργασία, και εις ταύτην επλησίασεν ο Σωκράτης· διά της επαγωγής, ην αποδίδουσιν αυτώ εκ συμφώνου ο Ξενοφών, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Και τωόντι ότε ο Σωκράτης ανεσκεύαζε τας γνώμας των αντιπάλων του, μετεχειρίζετο την διά της εξαγωγής των συνεπειών ανάλυσιν, αποδεικνύων ούτω το άτοπον της αρχής εξ ης απέρρεον, αλλ' ότε αυτός εξέφραζε γνώμην τινά, και άλλος την αντέτεινεν, υπεχρεούτο, προς δικαιολόγησιν της κρίσεώς του, να την επαναγάγη είς τινα γενικήν και ομολογουμένην αλήθειαν, επί την υπόθεσιν επανήγε , και πραγματικώς η γενική αύτη αλήθεια προ της επαληθεύσεως ήτο υπόθεσις , και η επαλήθευσις αύτη εγίνετο διά της παραθέσεως πολλών μερικών παραδειγμάτων, εν οίς εζήτει τον εν πάσι κοινόν χαρακτήρα ανερχόμενος ούτω από των επί μέρους εις το καθόλου, και η εργασία αύτη ουδέν έτερον είναι ή αυτή η επαγωγή . Το δε εξαγόμενον της επαγωγής θέλει είναι γενική τις αρχή και το έτερον και κυριώτερον στοιχείον του ορισμού. Ούτω δε των λόγων επαναγομένων καθίστα εναργή την αλήθειαν και εις αυτούς τους αντιλέγοντας, εάν ουχί διά της πλήρους και τελείας επαγωγής ης τους νόμους ακριβώς εξέθηκεν ακολούθως ο Αριστοτέλης, αλλά δι' επακτικών λόγων , τουτέστι διά παραδειγμάτων, διά της αναλογίας, ενίοτε δε και διά της πλήρους αριθμήσεως των καθ' έκαστα, αφ' ών γίνεται ασφαλώς η επί τα καθόλου έφοδος κατ' Αριστοτέλην (Αναλ. προτ. Β.' ιε') . Ούτω λοιπόν διά της διαιρέσεως και εξαγωγής, αφ' ενός, και διά της επαγωγής και γενικεύσεως, αφ' ετέρου, συμπληρούται η μαιευτική μέθοδος, καθ' όσον διά μεν του πρώτου μέσου αναπτύσσεται το εν τω πνεύματι συνεπτυγμένον, ό εστι γεννώνται αι μερικαί ιδέαι εκ των γενικών, (2) διά δε του δευτέρου ανερχόμεθα εις τα γένη, εξ ών πάλιν γεννώνται αι μερικαί ιδέαι, και άτινα κατ' Αριστοτέλην είναι δύναμίς τις εγκυμονούσα την ενέργειαν και την πραγματικότητα. Πασών δε των αναλύσεων και συνθέσεων τούτων το εξαγόμενον ήτο, ως είπομεν, ο ορισμός, δι' ού θέλει φανή επί μάλλον και μάλλον η μεταφυσική τάσις της λογικής του Σωκράτους θεωρίας.

Ζ’.

Ιδιαίτερα μέσα της μαιευτικής (Συνέχεια). —
Ο ορισμός.


Ο Αριστοτέλης εν τω α' των Μεταφυσικών λέγει, ότι ο Σωκράτης πρώτος επέστησε την διάνοιαν περί ορισμών , ότι προ αυτού ο Δημόκριτος ωρίσατό πως , και προ τούτου οι Πυθαγόρειοι περί τίνων ολίγων, ων τους λόγους εις τους ορισμούς ανήπτον (ιδ'. δ' αυτόθι) , και παρατηρεί ότι λίαν απλώς επραγματεύθησαν· ηρίζοντό τε γαρ επιπολαίως, και ω πρώτω υπάρξειεν ο λεχθείς όρος, τούτ' είναι την ουσίαν του πράγματος ενόμιζον . Αλλ' ο Σωκράτης ε υ λ ό γ ω ς εζήτει το τι εστι· σ υ λ λ ο γ ί ζ ε σ θ α ι γαρ εζήτει, αρχή δε των συλλογισμών το τι εστι . Το ζήτημα όμως είναι εάν οι ορισμοί του Σωκράτους ήσαν μόνον λογική τις εργασία άνευ μεταφυσικού τινος σκοπού. Την σήμερον η λογική και η οντολογία είναι συνήθως δύο διακεκριμέναι επιστήμαι, αλλ' η διάκρισις αύτη υπάρχει άρα και εν τω πνεύματι του Σωκράτους; Περί τούτου απαντά αυτός ο Αριστοτέλης διά της συνεχείας του τελευταίου χωρίου όπερ κακώς ηρμήνευσαν και ο Ρώχτερ και ο Έγελος και ο Βράνδις. Διαλεκτική γαρ ισχύς , προσθέτει ο Αριστοτέλης, ούπω τότ' ην, ώστε δύνασθαι και χωρίς του τι εστι ταναντία επισκοπείν, και των εναντίων ει η αυτή επιστήμη . Η επιστήμη αύτη, των εναντίων η αυτή , είναι η καθαρά λογική, επιστήμη όλως εξωτερική και τυπική, ήτις κατ' Αριστοτέλην πρέπει να περιορίζηται εις την μελέτην των γενικών τύπων και των αφηρημένων εναντιοτήτων, αφίνουσα εις μόνην την μεταφυσικήν την μελέτην της ενδομύχου και πραγματικής ουσίας. Αλλά τοιαύτη δεν ήτο η διαλεκτική του Σωκράτους. Βραδύτερον, και ιδίως μετά τον Πλάτωνα, αι γενικαί έννοιαι εθεωρήθησαν ως τύποι κοινοί εις όλην τινά τάξιν αντικειμένων (κοινός λόγος ), και των τύπων τούτων δυνάμεθα να συλλάβωμεν ταναντία ως λ. χ. την ενότητα και την πολλότητα, την ταυτότητα και την διαφοράν, το δίκαιον και το άδικον, η δε ουσία είναι κατ' Αριστοτέλην το καθ' έκαστον (η γαρ ουσία των όντων εν τω καθ' έκαστον) ήτοι η ατομική υπόστασις· τούτων δ' ούκ εστιν ορισμός, αλλά μετά νοήσεως ή αισθήσεως γνωρίζονται. Όμως παρά Σωκράτει και παρά Πλάτωνι, ως παρ' Εγέλω, η λογική και η οντολογία είναι έν, και η σύνθεσις αυτών είναι η διαλεκτική . Ώστε γινώσκομεν ήδη, ότι τα προηγούμενα του σωκρατικού ορισμού ήσαν ανίσχυροί τινες προσπάθειαι των Ιώνων και των πυθαγορείων, ότι ο Σωκράτης πρώτος εγνώρισε την τέχνην του ορίζειν, ότι εις τούτο, έλαβεν αφορμήν εκ των ηθικών ερευνών του, ότι φύσις του ορισμού αυτού ήτο ο καθολικός προσδιορισμός της ουσίας, σκοπός δε, η οντολογική γνώσις, και ότι εις ταύτην προέβαινε διά της συνενώσεως της λογικής και της οντολογίας ήτοι διά της διαλεκτικής. Τα αυτά δε επιβεβαιούσιν ο τε Ξενοφών (Απομν. Δ'. ς'. ) και ο Πλάτων (Φαίδρ. και αλλαχού ).

Ας ίδωμεν τώρα την εφαρμογήν της σωκρατικής μεθόδου, ποία ήσαν τα στοιχεία του ορισμού αυτού, και ποίον μεταξύ αυτών το κυριώτερον.

Τα δύο μέσα περί ων διελάβομεν ανωτέρω, η διαίρεσις και η επαγωγή , συγκεφαλαιούνται εξ ανάγκης εν τω ορισμώ, και διά μεν της αναλύσεως ο Σωκράτης έφθανεν εις την ειδικήν διαφοράν, διά δε της συνθέσεως, εις το γένος, άτινα είναι τα δύο στοιχεία οιουδήποτε ορισμού· η διαφορά διακρίνει , το γένος εξηγεί · το γένος είναι άρα ο λόγος , ό εστι το αίτιον , δι' ου μόνον δυνατόν και νοητόν καθίσταται το αντικείμενον, αλλά και πραγματικόν και ενεστώς, ώστε το γένος περιέχει τα είδη, ως η αρχή, τας συνεπείας, παρά του γένους λαμβάνουσι τα είδη την δυνατότητα και την ύπαρξιν, αυτήν την ουσίαν αυτών, το τι εστι, και ούτω γίνεται καταφανής η μεταφυσική τάσις της σωκρατικής διδασκαλίας.


Η’.

Οντολογική βάσις της σωκρατικής μεθόδου.
Φύσις των γενών. — Διάκρισις της σωκρατικής και της πλατωνικής θεωρίας.


Προς λύσιν των ζητημάτων τούτων συντελεστικώτατον είναι το παρ' Ευσεβίω (Ευάγ. Πρ. ια', 3 ) χωρίον του Αριστοτέλους, εν ώ βλέπομεν ότι ο Σωκράτης τα καθόλου ου χωριστά εποίει, ουδέ τους ορισμούς· οι δε (ο Πλάτων) εχώρισαν, και τα τοιαύτα των όντων ι δ έ α ς προσηγόρευσαν , . . . ώστε πάντων ιδέας είναι των καθόλου λεγομένων. Ο Σωκράτης λοιπόν δεν μεταφέρει εις το απόλυτον, και δεν πραγματοποιεί εν αυτώ, εν τω παντελώς όντι, τα καθόλου και τους ορισμούς (Όρ. και Μεταφ. α'. )· τούτο ποιεί ο Πλάτων διά της θεωρίας των ιδεών , αίτινες είναι τα γένη καθ' αυτά , δηλαδή η απόλυτος αρχή των γενών, ήτις είναι ο αληθής λόγος και των αισθητών αντικειμένων και των λογικών εννοιών, διότι άνευ αυτής ούτε τα πράγματα είναι επιδεκτικά ορισμού, ούτε το πνεύμα δύναται να διατυπώση ορισμόν· η Ιδέα είναι, κατ' αυτόν, τύπος αιώνιος της απολύτου υπάρξεως και νοήσεως, ου μετέχουσι και η ύλη και το πνεύμα. Τοιούτω τρόπω η μεν διαλεκτική του Σωκράτους στρέφεται περί τα γένη, και δεν υπερβαίνει τα αισθητά αντικείμενα, η δε του Πλάτωνος, περί τας ιδέας, και δι' αυτών ανυψούται εις την υπερβατικήν αντικειμενότητα του απολύτου.
ΒΙΒΛΙΟΝ Β'.

Η ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΑΞΙΝ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΗΤΟΙ Η ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΘΕΩΡΙΑ

Α'.

Διαλεκτική των αγαθών ή των τελικών αιτίων· —
Ενότης του άκρου αγαθού.


Η κατά την πράξιν διαλεκτική του Σωκράτους, ήτοι η ηθική του, δεν διέφερε της κατά την νόησιν. Η θεωρητική και πρακτική φιλοσοφία υφίστατο κατ' αυτόν εις το σκοπείν τα κράτιστα των πραγμάτων, και έργω και λόγω διαλέγοντας κατά γένη, τα μεν αγαθά προαιρείσθαι, των δε κακών απέχεσθαι. Και ούτως έφη αρίστους τε και ευδαιμονεστάτους άνδρας γίνεσθαι και διαλέγεσθαι δυνατωτάτους. Έφη δε και το διαλέγεσθαι ονομασθήναι εκ του συνιόντας κοινή βουλεύεσθαι διαλέγοντας κατά γένη τα πράγματα. Δειν ουν πειράσθαι ό,τι μάλιστα προς τούτο εαυτόν έτοιμον παρασκευάζειν, και τούτου μάλιστα επιμελείσθαι· εκ τούτου γαρ γίγνεσθαι άνδρας αρίστους τε και ηγεμονικωτάτους και διαλεκτικωτάτους. (Απ. Δ', έ.) . Τοιούτω τρόπω η τάξις των εννοιών, των γενών και των ειδών, ην ορίζει η διαλεκτική, τάσσουσα το βέλτιον προ του χείρονος, το γενικώτερον αγαθόν προ του μερικωτέρου, η λογική τάξις η αποτελούσα την επιστήμην, μεταβαίνει εις τας πράξεις, και γίνεται η αρετή, το πρότερον λόγω είναι και έργω πρότερον, και γινώσκων καλώς την κατά γένη και είδη κατάταξιν, είναι δι' αυτό τούτο και ενάρετος. Ο δε μεταξύ των δύο διαλεκτικών μέσος όρος είναι, η παρά Σωκράτει θεμελιώδης έννοια του τέλους ή του αγαθού. Η γνώσις της αληθούς κατατάξεως των πραγμάτων είναι η γνώσις της λογικής και τελικής αξίας, ό εστι της ωφελείας εκάστου, και ούτω, από γένους εις γένος, φθάνομεν εις το καθολικόν, ό κατ' Αριστοτέλην εζήτει ο Σωκράτης, και από ωφελείας εις ωφέλειαν, από αγαθού εις αγαθόν, φθάνομεν εις το καθολικόν αγαθόν, όπερ είναι ο ανώτατος όρος της κατά την πράξιν διαλεκτικής. Τούτων δε τεθέντων, είναι φανερόν, ότι η εν τοις πράγμασι σχετική ωφέλεια είναι το αγαθόν αυτών, αλλ' ουχί το απόλυτον αγαθόν, ως η σχετική πρός τινα άνθρωπον ωφέλεια δύναται να ήναι το προς αυτόν σχετικόν αγαθόν, ουχί δε το απόλυτον, ότι το προς όλους αγαθόν είναι πλησιέστερον εις το απόλυτον, και ότι τα προς τα διάφορα στοιχεία του ανθρώπου αγαθά κατατάσσονται επίσης κατά την σχετικήν αξίαν και υπεροχήν εκάστου των στοιχείων τούτων· και επειδή το κράτιστον αυτών είναι η ψυχή, ήτις ανάγεται εις τον λόγον, και ο λόγος ζητεί και απαιτεί το απόλυτον, άρα το αγαθόν του λόγου είναι το απόλυτον αγαθόν, εις ο όμως ο Σωκράτης, ας το επαναλάβωμεν, δεν απέδιδεν, ως ο Πλάτων, χωριστήν ύπαρξιν και μεταφυσικήν αξίαν (Απομ. Δ'. β' Δ'. β' 13, δ' Αριστοτ. Ηθ. μεγ. Δ' λε') . Και διά τούτο ο Σωκράτης δεν είδεν ότι η τελική ταυτότης της ωφελείας και του απολύτου αγαθού δεν είναι άμεσος και πραγματοποιήσιμος εν τω κόσμω τούτω, εν ώ προοδεύομεν αδιακόπως προς την ταυτότητα ταύτην, χωρίς να φθάσωμεν εις αυτήν, αλλ' υποθέτει και απαιτεί θείαν τινά σφαίραν ένθα η ενταύθα ατελής ένωσις των δύο τούτων στοιχείων γίνεται τελεία ενότης. Συνησθάνετο ενδομύχως το ιδανικόν, και διείδεν ενίοτε την ανάγκην άλλης ζωής, εν ή εντελώς πραγματοποιείται, αλλά δεν είχε περί τούτου σαφείς και ακλονήτους πεποιθήσεις, και εντεύθεν αι περί θελήσεως και ηθικού αγαθού αμφίβολοι αυτού δοξασίαι.


Β’.

Θεωρία της θελήσεως


Η περί θελήσεως θεωρία του Σωκράτους είναι η μάλλον πρωτότυπος των διδασκαλιών αυτού, και αποτελεί αληθές σύστημα. Ας μελετήσωμεν αυτήν και ως προς το γενικόν τέλος ου εφίεται η θέλησις, και ως προς τα ιδιαίτερα μέσα άτινα μεταχειρίζεται.

Κατά Σωκράτην ουχ ήττον ή κατά Πλάτωνα, οι άνθρωποι φύσει και εξ ανάγκης επιθυμούσι το αγαθόν, το άριστον, το βέλτιστον, ά οίονται συμφορώτατα (Απομ. Γ'. θ) · ο δε Πλάτων εν τω Φιλήβω, τω Γοργία και τω Πρωταγόρα αποδίδει επίσης εις τον Σωκράτην την ιδέαν, ότι επί τα κακά ουδείς εκών έρχεται , και ότι τούτο είναι εν ανθρώπου φύσει . Λογική της αρχής ταύτης συνέπεια είναι, ότι προαιρούμεθα πάντοτε και εξ ανάγκης όσα θεωρούμεν καλήτερα, και τον συλλογισμόν τούτον αναπτύσσει σαφέστατα και ακριβέστατα ο Ξενοφών (Απομ Δ'. ς' ), ένθα ο Σωκράτης ανέρχεται διαλεκτικώς από της πράξεως εις την δύναμιν, από ταύτης, εις την γνώσιν, και από της γνώσεως εις το αγαθόν. Πράττομεν ό,τι δυνάμεθα και δυνάμεθα ό,τι ηξεύρομεν. Η έννοια του αγαθού είναι λοιπόν το γένος , όπερ παράγει το είδος , διότι, καθ' ά είδομεν εν τη διαλεκτική της νοήσεως, το γένος είναι η ουσία και το αίτιον · άρα η ενάρετος πράξις είναι γενική και λογική έννοια, (λόγους τας αρετάς ώετο είναι (Αριστ. Ηθ. Νικ. ς' 144) πραγματοποιουμένη υπό της θελήσεως, και επομένως η θέλησις ταυτίζεται τη επιστήμη. Αλλά τότε τι γίνεται η ηθική λεγομένη ελευθερία, δι' ης, καίτοι γινώσκοντες το βέλτιον, πράττομεν το χείρον; Η ασυμφωνία αύτη δεν υπάρχει κατά την σωκρατικήν διδασκαλίαν. Ο σοφός είναι δι' αυτό τούτο και εγκρατής , τουτέστι κύριος εαυτού και ο εγκρατής είναι πρακτικός και σώφρων· τοις εγκρατέσι μόνον έξεστι σκοπείν τα κράτιστα των πραγμάτων, και έργω και λόγω διαλέγοντας κατά γένη τα μεν αγαθά προαιρείσθαι, των δε κακών απέχεσθαι (Απομ. Δ'. ε'.) . Και έτι σαφέστερον και θετικώτερον αποκλείει την ελευθερίαν εν ετέρω χωρίω των Απομνημονευμάτων (π'. θ'). Σοφίαν δε και σωφροσύνην ου διώριζε . . . έφη δε και την δικαιοσύνην και την άλλην πάσαν αρετήν σοφίαν είναι . . . πάντας γαρ οίμαι προαιρουμένους εκ των ενδεχομένων ά οίονται συμφορώτατα αυτοίς είναι ταύτα πράττειν · της αυτής δε θεωρίας την απόδειξιν, διά της εις άτοπον απαγωγής, ευρίσκομεν και εν τω Δ'. β, (αυτόθι ). Σύμφωνος προς την διδασκαλίαν ταύτην είναι και ο ελάσσων Ιππίας , και η κατά τούτου κρίσις του Αριστοτέλους (Μεταφ. ε' )· εξ όλων δε των μαρτυριών τούτων προκύπτει ότι κατά Σωκράτην η μεταξύ δύο ενδεχομένων πράξεων νομιζομένη ελευθερία δεν είναι ειμή άγνοια του βελτίστου, δουλεία και ουχί αληθής ελευθερία.


Γ’.

Η Σωκρατική θεωρία της θελήσεως κατ' Αριστοτέλην.


Ο Αριστοτέλης λέγει ρητώς (Ηθ. Ευδ. Δ'. ε' ), ότι κατά τον Σωκράτην η γνώσις της δικαιοσύνης και η πράξις αυτής είναι έν και το αυτό· ώστ' άμα συμβαίνειν ειδέναι τε την δικαιοσύνην και είναι δίκαιον και διά τούτο εζήτει τι εστιν αρετή , και ουχί πώς γίνεται και εκ τίνων. Εν όλω δε τω χωρίω τούτω άριστα χαρακτηρίζει τον αποκλειστικόν ιδανισμόν του Σωκράτους, δι' ου ψυχολογικώς μεν, συγχέεται η νόησις και θέλησις, ηθικώς δε, η επιστήμη και η αρετή. Συνάδει προς τούτο και έτερον χωρίον (Ηθ. Μεγ. Δ'. λε'. ), καθ' ό επίσης ο Σωκράτης ανάγει πάσαν την αρετήν εις το προαιρείσθαι λόγω δηλ. εις αυτόν τον λόγον, ώστε η εκλογή είναι κατ' αυτόν κρίσις του λόγου και ουχί πράξις της ελευθερίας. Ενισχύει δε την απόδειξιν και τρίτον χωρίον (Ηθ. Μεγ. Δ'. α' ), καθ' ό ο Σωκράτης ανάγει όλην την ψυχήν εις την νόησιν, τον νουν, τον λόγον, και ταυτίζει την ηθικότητα και την νοημοσύνην, ώστε πάσαι αι αρεταί ευρίσκονται εν τω λογιστικώ της ψυχής μορίω , διαστέλλεται δε προς τούτοις σαφέστατα η ηθική θεωρία του Σωκράτους από της πλατωνικής. Εκ πάντων των χωρίων τούτων και άλλων, άτινα παραλείπονται, η κατ' Αριστοτέλην σωκρατική θεωρία της θελήσεως είναι η εξής· ουσία της ψυχής είναι ο λόγος έχων ως αντικείμενον και τέλος αναγκαίον το αγαθόν, προς ο τείνει άμα το γνωρίζει, και η γενική και ουσιώδης αύτη τάσις είναι η θέλησις, ήτις προαιρείται το φαινόμενον αυτή βέλτιστον. Η αρετή είναι λοιπόν κρίσις αληθής, αυτή η επιστήμη, καθ' ής ουδέν πάθος ισχύει, ουδέ υπάρχει ελευθερία αδιάφορος ενεργούσα άνευ λόγου κατά του λόγου εν γνώσει της ιδίας παραλογίας. Η δε κακία είναι απάτη, νόσος της διανοίας, ακουσία πλάνη θεραπευομένη διά της παιδείας και της τιμωρίας. Η ελευθερία είναι αυτός ο λόγος αναπτυσσόμενος απροσκόπτως, συλλαμβάνων και εν ταυτώ πραγματοποιών το αγαθόν διά μιας και μόνης πράξεως υπερνικώσης πάσης εξωτερικής αντιστάσεως. Επιστήμη, ελευθερία και αρετή είναι έν, η δε κακία είναι δουλεία, διότι είναι άλογος.


Δ’. και Ε'.

Η σωκρατική θεωρία της θελήσεως κατά Πλάτωνα και
άλλους σωκρατικούς.


Εκ των μέχρι τούδε ο Σωκράτης φαίνεται εν τω ιδανισμώ αυτού αποκλειστικώτερος και αυτού του Πλάτωνος, όστις ψυχολογικώς μεν, εμετρίασε την θεωρίαν του διδασκάλου, μεταφυσικώς δε, την ανύψωσεν. Η μεταξύ αυτών διαφορά προκύπτει εκ της ψυχολογικής αυτών θεωρίας, ήτις επενεργεί και εν τη μεταφυσική και εν τη ηθική, καθ' όσον ο μεν Σωκράτης είχεν εξαλείψει το άλογον της ψυχής στοιχείον, και εν τω ανθρώπω έβλεπε μόνον νουν σώματι συνηνωμένον, ο δε Πλάτων παρά τον ακίνητον λόγον θέτει την κινητήν και τυφλήν εκείνην ενέργειαν ήτις εκδηλούται διά της ορέξεως και του πάθους, και εκ του μίγματος των δύο τούτων στοιχείων παράγεται διάμεσος γνώσις, δόξα ονομαζομένη, και διάμεσος θέλησις καθιστώσα δυνατόν το πταίσμα . Εν δε τη ψυχολογική ταύτη θεωρία αποκαλύπτονται αι τρεις μεταφυσικαί έννοιαι περί ας στρέφεται όλος ο πλατωνισμός· η ενότης της ιδέας , η πολλότης της ύλης , και η μεταξύ αυτών σχέσις εν τη αισθητή πραγματικότητι · και προς μεν την ιδέαν αντιστοιχεί ο λόγος, προς δε την υλικήν πολλότητα, το άλογον μόριον, και κυρίως το τυφλόν και ευκίνητον πάθος, και προς το μίγμα αντιστοιχεί, υπό μεν την νοητικήν όψιν, η δόξα, διάμεσος μεταξύ ιδέας και αισθήσεως, υπό δε την ηθικήν, η αόριστος ενέργεια, ην ο Πλάτων, ονομάζει θυμόν , και ήτις, καί τοι τείνουσα φύσει προς το αγαθόν, δύναται τυχόν να τραπή και προς το κακόν. Όμως το σωκρατικόν πνεύμα τοσούτον εκυρίευε τον Πλάτωνα, ώστε δυσκόλως ηδύνατο και ούτος να συλλάβη την έννοιαν της αυτονόμου ελευθερίας, και ως επί το πλείστον εκθέτει μετά πιστής ευγλωττίας την σωκρατικήν θεωρίαν, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον αναμιγνύει εις αυτήν την περί δόξης ιδίαν διδασκαλίαν, ην υποστηρίζει διαρρήδην εν τοις διαλόγοις όπου δεν πρωτεύει ο Σωκράτης, οίον εν τοις Νόμοις . Εν τω Γοργία , διακρίνει την γενικήν τάσιν της θελήσεως από των μερικών αποφάσεων, το τέλος ο θέλομεν, από των μέσων άτινα μεταχειριζόμεθα, και υποφαίνεται η δόξα· αλλ' εν τω Μένωνι , ένθα το επιθυμείν και το βούλεσθαι αδιακρίτως λαμβάνονται, εκτίθεται πιστώς η σωκρατική διδασκαλία. Εν δε τω Πρωταγόρα πληρέστερον εκτίθενται αι υπέρ της ηθικής ελευθερίας αποδείξεις ουχ ήττον δε μετά και μείζονος ενεργείας υποστηρίζεται το κακός εκών ουδείς .

Εν τω Σοφιστή , εν ώ ο Σωκράτης είναι απλούς ακροατής, η κακία, η αμάθεια δεν συγχέονται πλέον τοσούτον εντελώς· αλλ' εν τοις Νόμοις , τω τελευταίω έργω του Πλάτωνος, και ιδίως εν τω Θ' βιβλίω, καταφαίνεται η αληθής αυτού διδασκαλία, καθ' ην η εν τη ψυχή απόλυτος υπεροχή του αγαθού παρίσταται ως ιδανικόν τι υποθέτον πλήρη την ιδανικήν επιστήμην του αγαθού, το δε θνητόν και άλογον παρίσταται ως εμποδίζον την εν ημίν πραγματοποίησιν του ιδανικού τούτου και την επιστήμην μεταβάλλον εις δόξαν. Και μόνη η επιστήμη του αγαθού είναι ανίκητος, και ουχί η δόξα, ώστε ναι μεν θέλομεν πάντοτε το βέλτιον ένεκεν της ουσιώδους τάσεως της ημετέρας θελήσεως, αλλά δεν πράττομεν αυτό πάντοτε. Η άδικος πράξις είναι εκουσία καθό πράξις, αλλά δεν είναι εκουσία καθό άδικος. Και τωόντι κατά τον Σωκράτην, καθώς ίδιον του λόγου είναι το ορίζεσθαι καθόλου , ίδιον της θελήσεως είναι το, ούτως ειπείν, βούλεσθαι καθόλου· εν δε τω καθόλου τούτω ο Πλάτων διορά το είδος αυτό καθ' αυτό , την καθ' εαυτήν, υπερβατικήν και εν ημίν έμμονον ιδέαν , ης έχομεν ανάμνησιν, και ην ενορώμεν έν τινι θεία και ζωή, και εντεύθεν εν τω κόσμω τούτω το δυνατόν της απάτης, της δόξης και του πταίσματος.

Τέλος, και εν αυτοίς τοις σωκρατικοίς διαλόγοις, είτε του Αισχίνους είναι, είτε Σίμωνος του υποδηματοποιού, είτε άλλων, καταφαίνεται η σωκρατική παράδοσις. Εν τω Κλειτοφώντι , όν τινες αποδίδουν εις αυτόν τον Πλάτωνα, και εν τω περί δικαίου , ον ο Βάκχιος αποδίδει εις τον Σίμωνα, υποστηρίζεται, ότι το αδικείν ακούσιον, και κακός εκών ουδείς , και καθοράται εν ταυτώ πως εξ αυτής της παραδόξου περί ελευθερίας θεωρίας του ωρμάτο ο Σωκράτης, άκων και τρόπον τινά εξ ανάγκης, εις την εκπλήρωσιν της ηθικωτάτης και θείας σχεδόν αποστολής του, διδάσκων, νουθετών, συμβουλεύων και παντοίω τρόπω φωτίζων τους ανθρώπους προς θεραπείαν της αμαθείας διά της επιστήμης, και εμπέδωσιν της αρετής διά τινος ηθικής αναπλάσεως, εις ην εθυσίασε και αυτήν την ζωήν.
ΒΙΒΛΙΟΝ Γ'.

ΗΘΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ


Α’.

Προσδιορισμός του άκρου αγαθού ως προς τον άνθρωπον.


Γινώσκομεν ήδη τους λογικούς χαρακτήρας του κατά Σωκράτην αγαθού, αλλ' ουχί τον πραγματικόν αυτού προσδιορισμόν· ηξεύρομεν ότι το αγαθόν είναι το απόλυτον τέλος των όντων, αλλ' αγνοούμεν τι είναι κατά την ουσίαν αυτού και ανεξαρτήτως των ποικίλων αυτού σχέσεων.

Στηριζόμενοι επί τινων χωρίων των Απομνημονευμάτων και του Πρωταγόρου , τινές, οίον ο Ζέλλερ, ο Γρότεκαι ο Βράνδις, απέδωκαν εις τον Σωκράτην την ηθικήν του Αριστίππου, θέτουσαν το αγαθόν εν τη ηδονή. Αλλ' εν τω Β'. ε'. των Απομνημονευμάτων βλέπομεν, ότι εις το αγαθόν, την ελευθερίαν και την διαλεκτικήν αντιτάττει την ηδονήν, την δουλείαν και την αμάθειαν , και ευεξήγητος είνε η εν τω αυτώ κεφαλαίω φαινόμενη αντίφασις, διότι την ηδονήν δεν αποκλείει όλως ο Σωκράτης, αλλ' επιτρέπει, οσάκις συμβιβάζεται με την εγκράτειαν και την σοφίαν, το μέγιστον αγαθόν . Και εν τω Α', στ', (αυτόθι) την τρυφήν και την πολυτέλειαν· δεν θεωρεί ευδαιμονίαν , αλλά νομίζει, το μεν μηδενός δείσθαι θείον είναι, το δε ως ελαχίστων, εγγυτάτω του θείου, και το μεν θείον κράτιστον, το δε εγγυτάτω του θείου εγγυτάτω του κρατίστου . Ώστε ουδεμία αμφιβολία ότι το αγαθόν υφίστατο κατά Σωκράτην εις την αρμονίαν του αισθήματος και του λόγου, εις την σύνθεσιν της ηδονής και της σοφίας, ην διέρρηξαν μεν τα αποκλειστικά και στενά συστήματα του κυρηναϊσμού και του κυνισμού, αποκατέστησε δε διαφωτίσας και συμπληρώσας αυτήν ο Πλάτων διά της εν τω αγαθώ ενότητος της ηδονής και της επιστήμης.

Ωσαύτως εν τω Πρωταγόρα ο Σωκράτης φαίνεται αποδεχόμενος κατ' αρχάς την θεωρίαν του αντιπάλου του, ότι το αγαθόν είναι η ηδονή, αλλά, κατά το σύνηθες, όπως ανασκευάση αυτήν πληρέστερον. Ο δε Γοργίας περιέχει πάντα τα κατά της ηθικής της ηδονής επιχειρήματα. Και τωόντι κατά την περί διαλεκτικής και ορισμού θεωρίαν του Σωκράτους ο λόγος νοεί το καθολικόν τέλος, άρα λογικόν είναι το αγαθόν, ήτοι, το αγαθόν είναι ο ανώτατος λόγος, η γνώσις της αληθείας, η επιστήμη· συνέπεια δε της επιστήμης είναι η αρετή, και της αρετής, η ευδαιμονία, ήτις δεν είναι η ευτυχία , αλλ' η ευπραγία , επειδή ο αληθώς ενάρετος πράττει το ίδιον αγαθόν, και είναι ευδαίμων εν τη συνειδήσει της ιδίας αρετής (Απομ. Α', ς'. ). Επιστήμην δε ενοούσεν, ουχί την τυχούσαν, την των υποδεεστέρων και σχετικών μέσων και τελών, ή την κατά δόξαν και την αμφίλογον , αλλά την βεβαίαν και καταδεικνύουσαν την λογικήν και απόλυτον αξίαν εκάστου πράγματος, διότι αύτη μόνη είναι η του αγαθού επιστήμη. Και ούτω διείδεν ο Σωκράτης ότι υπεράνω του ανθρώπου υπάρχει αγαθόν τι απόλυτον ταυτιζόμενον τη αληθεί επιστήμη, ου μέρος μόνον δύναται να πραγματοποιήση ο άνθρωπος δια της ιδίας επιστήμης και ηθικότητος. Την ερμηνείαν ταύτην της σωκρατικής ηθικής επιβεβαιοί και ο Πλάτων (Αλκιβ. α'. και β'. Γοργ. και αλλαχού ).


Β’.

Ανωτάτη αρχή του ηθικού νόμου. — Οι άγραφοι
νόμοι. — Θεός νομοθέτης.


Ανεγνώρισεν άρα ο Σωκράτης την θείαν αρχήν εξ ης απορρέει ο ηθικός νόμος; Εν τη μελέτη του ακροσφαλούς τούτου ζητήματος δεν πρέπει ούτε να συγχέωμεν τον Σωκράτην με τον Πλάτωνα, ούτε να θέτωμεν αυτούς εις ριζικήν αντίφασιν.

Παρά Πλάτωνι το αγαθόν είνε ανώτερον του ανθρώπου, απόλυτον, διακεκριμένον, ου μόνον της ημετέρας νοήσεως, και των άλλων όντων, αλλά μέχρι τινός, και αυτής της θείας διανοίας. Τοιαύτην έννοιαν του αγαθού δεν είχεν ο Σωκράτης, ως παρατηρεί, καθ' ά είπομεν (Α'. η'.), ο Αριστοτέλης. Αλλ' ως εκ τούτου δεν πρέπει να πιστεύσωμεν, ότι εθεώρει το αγαθόν ως συμφυές τω ανθρώπω, μη αποδεχόμενος ούτε ανωτέραν αρχήν, ούτε ανώτερον τέλος. Καθό πρακτικώτατος εθεώρει το αγαθόν προ πάντων εν ημίν και δι' ημάς, αλλά και παρ' αυτώ τω Ξενοφώντι διοράται ο Σωκράτης αποβλέπων είς τι υψηλότερον σημείον. Το τελικόν αίτιον και η μεταξύ των τελών και των μέσων σχέσις ήτο κατ' αυτόν έργον αυτού του Θεού, διώκοντος απανταχού το άριστον και το βέλτιστον, ως ποιεί τούτο ο άνθρωπος, αν και ουχί αλανθάστως ως ο Θεός. Άρα η αρετή είναι ομοίωσις προς τον θεόν, ως είχε παραστήσει αυτήν ο Πυθαγόρας, και κατά τον Σωκράτην, μετέχει του θείου , και είναι αχώριστος της ευσεβείας. Τοιούτος είναι ο θείος νόμος , εν τη τάξει των γενών και ειδών και εν τω συνδυασμώ των αιτίων και των μέσων αποκαλυπτόμενος, τοιούτοι οι άγραφοι νόμοι, περί ων διαλαμβάνει εν τοις Απομνημονεύμασιν (Δ', δ'.) , ους και αυταί αι εκ της ατελείας ημών εξαιρέσεις επιβεβαιoύσιν. Οι νόμοι ούτοι είναι απαραβίαστοι καθό περιέχοντες εν εαυτοίς το ίδιον κύρος διά της αναποφεύκτου τιμωρίας πάσης παραβάσεως αυτών (αυτόθι ), και ταυτίζονται τω λόγω και τη φύσει καθ' ό αναγκαίαι σχέσεις απορρέουσαι εξ αμφοτέρων.


Γ’.

Περί αρετής και των διαφόρων ειδών αυτής.


Η αρετή είναι διδακτή, ως η επιστήμη, και διά της αυτής μαιευτικής μεθόδου, και την διδασκαλίαν ταύτην αντιτάττει ο Σωκράτης εις τους σοφιστάς, τους πολιτικούς και αυτούς τους ποιητάς της εποχής του. Αι μεγάλαι αύται συζητήσεις αντανακλώνται πανταχού των Απομνημονευμάτων , εις πλείστους διαλόγους του Πλάτωνος (Μέν. Πρωταγ. Χαρμ. Λάχ. Ευθύδ. Ευθύφρ. ) και εις τους διασωθέντας των άλλων σωκρατικών. Και ότε μεν προσέβαλλε τους σοφιστάς, ισχυρίζετο ότι δεν είναι διδακτή η αρετή, διότι εκείνοι ούτε εγίνωσκον αυτήν ούτε ήξευρον ν' αποδείξωσιν ευλόγως εάν και πώς είναι διδακτή· ότε δε εξέφερε την ιδίαν γνώμην, επρέσβευεν ότι είναι διδακτή, αλλά διά τινος διδασκαλίας άλλης παρά την τετριμμένην (Απομ. Δ'. α'. ς'. ), και ως εκ τούτου φαίνεται ποτέ μεν επαγγελόμενος τον διδάσκαλον της αρετής, ποτέ δε ομολογών την περί τούτου αμάθειάν του. Η αυτή αντίφασις φαίνεται και παρά Πλάτωνι, ιδίως εν τω Μένωνι και τω Πρωταγόρα , και κατά τούτο ένιοι των ερμηνευτών ηπατήθησαν, ως ο Φίσχερ και ο Αστ. Αλλά τις δεν κατανοεί πόσον ειρωνικά είνε τα επιχειρήματα, δι' ων θέλει δήθεν ν' αποδείξη ότι η αρετή δεν είναι διδακτή εν τω εξής χωρίω λ. χ. του Πρωταγόρου. Εγώ γαρ Αθηναίους, ώσπερ και οι άλλοι έλληνες φημί σοφούς είναι· ορώ ουν όταν συλλεγώμεν εις την εκκλησίαν, επειδάν μεν περί οικοδομίας τι δέη πράξαι την πόλιν, τους οικοδόμους μεταπεμπομένους συμβούλους περί των οικοδομημάτων, όταν δε περί ναυπηγίας, τους ναυπηγούς, και τάλλα πάντα ούτως όσα ηγούνται μαθητά τε και διδακτά είναι. . . . επειδάν δε τι περί της πόλεως, διοικήσεως δέη βουλεύεσθαι, συμβουλεύει αυτοίς ανιστάμενος περί τούτων ομοίως μεν τέκτων, ομοίως δε χαλκεύς, σκυτοτόμος, έμπορος, ναύκληρος, πλούσιος, πένης, γενναίος, αγενής, και τούτοις ουδείς τούτο επιπλήττει . . . δήλον γαρ ότι ουχ' ηγούνται διδακτόν είναι. Την αυτήν δε ειρωνείαν ευρίσκομεν και εν τω α’. Αλκιβιάδη . Και ταύτα μεν κατά των πολιτικών. Κατά δε των σοφιστών έχομεν το τέλος του Πρωταγόρου και των εν αυτώ μύθον, παρανοηθέντα υπό τινων ερμηνευτών, αλλά συμφωνότατον προς την εν όλω τω διαλόγω εκτιθεμένην θεωρίαν, δι' ού ελέγχονται ου μόνον οι σοφισταί, αλλά και οι ποιηταί, ως εν τω 347 του αυτού διαλόγου. Η αυτή δε έννοια υποφαίνεται και εν τω Μένωνι , ον λίαν παραλόγως αποκλείει ο Αστ των γνησίων διαλόγων, διότι ουδεμία υπάρχει αντίφαση μεταξύ τούτου και του Πρωταγόρου . Είνε λοιπόν διδακτή η αρετή, ουχί δε κατά την μέθοδον των σοφιστών, των πολιτικών, των ποιητών, των μυθολόγων, ουχί ως πραγματεία πωλουμένη αντί χρημάτων, αλλά διά της διαλεκτικής, διά της μαιευτικής, διά καταλλήλων ερωτήσεων υποβοηθουσών την αυθόρμητον αυτής ανάπτυξιν εκ των ενδομύχων της ψυχής, ένθα ενυπάρχει φύσει και δυνάμει ως έννοια και επιθυμία του αγαθού (Πολιτ. ς. 24 και 22 ). Ταύτην δε την μέθοδον δεν εφήρμοζεν ο Σωκράτης δι' αορίστων γενικοτήτων, αλλά δι' ωρισμένων και μερικών περί των καθ' έκαστα διδαγμάτων, από της γενικής εννοίας του αγαθού κατερχόμενος εις τα ιδιαίτερα καθήκοντα, και ζητών πανταχού τον λόγον και το τέλος, την προς το τέλος τούτο σχέσιν των μέσων, την σχετικήν αξίαν και σπουδαιότητα των τελών και των μέσων, ό εστι τας λογικάς και ηθικάς σχέσεις των πραγμάτων κατά γένη και είδη, και διδάσκων την διά της γνώσεως της αληθείας πράξιν της αρετής. Παραδείγματα της μεθόδου ταύτης ευρίσκομεν πολλαχού και Β’. των Απομνημονευμάτων , εν τω Συμποσίω του Ξενοφώντος, εν τω α'. Αλκιβιάδη και εν τω Γοργία , εξ ων καταφαίνεται η ηθική μέθοδος του Σωκράτους ως ψυχολογική προ πάντων ανάλυσις γονιμοποιουμένη υπό της μεταφυσικής των τελικών αιτίων θεωρίας.


Δ’.

Αι διάφοροι αρεταί.
Σωφροσύνη. — Η φιλοσοφία και αι άλλαι επιστήμαι.


Έχομεν εν τω συμπεράσματι του Χαρμίδου την κατά Σωκράτην αληθή έννοιαν της σωφροσύνης , ην άλλως δεν απεχώριζε της σοφίας (Απομ. δ'. θ'.) . Και κατ' αρχάς μεν ενδεικνύεται εν τω διαλόγω τούτω ότι η σωφροσύνη δεν είναι ούτε το μηδέν άγαν , ούτε η αιδώ , ούτε το τα εαυτού πράττειν , ούτε απλώς το γνώθι σαυτόν , αλλ' η γνώσις και επομένως η πράξις του αγαθού. Εάν έχομεν την επιστήμην ταύτην, αναμάρτητον γαρ αν τον βίον διεζώμεν αυτοί τε οι την σωφροσύνην έχοντες και οι άλλοι πάντες, όσοι υφ' ημών ήρχοντο· ούτε γαρ αν αυτοί επεχειρούμεν πράττειν α μη ηπιστάμεθα, αλλ' εξευρίσκοντες τους επισταμένους, εκείνοις αν παρεδίδομεν, ούτε τοις άλλοις επετρέπομεν, ων ήρχομεν, άλλο τι πράττειν ει ό,τι πράττοντες ορθώς έμελλον πράξειν· τούτο δ' ην αν ου επιστήμην είχον, και ούτω δη υπό σωφροσύνης οικία τε οικουμένη καλώς έμελλεν οικείσθαι, πόλις τε πολιτευομένη, και άλλο παν, ου σωφροσύνη άρχοι· αμαρτίας γαρ εξηρημένης, ορθότητος δε ηγουμένης εν πάση πράξει, α ν α γ κ α ί ο ν καλώς και ε υ π ρ ά τ τ ε ι ν τους ούτω διακειμένους, τους δε ευ πράττοντας ε υ δ α ί μ ο ν α ς είναι (172). Και ούτω πάλιν (Όμ. Βιβ. Γ. α') επανέρχεται η ευπραξία και η εκ ταύτης ευδαιμονία ως αναγκαίον αποτέλεσμα της επιστήμης του αγαθού.

Σχετικώς δε προς την ανωτάτην ταύτην επιστήμην ο Σωκράτης εξετίμα και κατέτασσεν ιεραρχικώς τας άλλας. Πρώται κατ' αυτόν ήσαν αι πλησιέστεραι εις την επιστήμην του αγαθού, και κατώτεραι αι απώτεραι. Πρωτίστη επομένως ήτο η φιλοσοφία, ήτις προ αυτού μεν εταυτίζετο τη καθολική επιστήμη, υπ' αυτού δε συνεκεντρώθη και κυρίως διηυθύνθη προς το αγαθόν. Την σωκρατικήν ιδέαν της φιλοσοφίας παρέχουσιν οι Ερασταί , μη ανήκοντες ίσως εις τον Πλάτωνα, αλλά βεβαίως εις την σωκρατικήν σχολήν. Κατά τα διδάγματα του διαλόγου τούτου (158), ο φιλόσοφος κατέχει την υψίστην θέσιν εν παντί τω αναγομένω εις το αγαθόν, είτε εαυτού, είτε των άλλων, είτε της οικίας, είτε της πολιτείας, διότι ο γινώσκων εαυτόν ηθικώς, είναι ικανός να γνωρίση και διοικήση τους άλλους ως εαυτόν· άρα η επιστήμη αυτού είναι βασιλική τέχνη , πάσας τας άλλας επιστήμας ρυθμίζουσα προς το αγαθόν, είναι καθολική , διότι διευθύνει τα πάντα, και διευθύνει καθό διαλεκτική , δηλ. λογική εν ταυτώ και ηθική. Και είναι μεν θεωρητική καθό ανυψουμένη εις την πρώτην αρχήν, το αγαθόν, πρακτική δε κατ' εξοχήν, διότι πάσης ενεργείας ο ανώτατος σκοπός είναι πάλιν αυτό το αγαθόν· άρα το αγαθόν είναι η άκρα ενότης της νοήσεως και της πράξεως της θεωρίας και της πρακτικής, και του αγαθού επιστήμη είναι η φιλοσοφία. Κατά την σωκρατικήν ταύτην ιδέαν της ηθικής φιλοσοφίας, ευρυτέραν και εν ταυτώ μάλλον συγκεκριμένην των αφηρημένων διαιρέσεων των νεωτέρων, η επιστήμη του αγαθού είναι η καθ' αυτήν επιστήμη, ήτις γινώσκουσα την τελικήν και απόλυτον αξίαν εκάστου πράγματος, πάντα γινώσκει δι' αυτό τούτο κατ' ουσίαν και αρχήν, και ομοιάζει την θείαν επιστήμην.

Ωσαύτως παρά Ξενοφώντι το διαλέγειν λόγω και έργω κατά γένη εκφράζει εντόνως την έκτασιν και ενότητα της φιλοσοφίας, διότι περιλαμβάνει την διαλεκτικήν, την λογικήν και την ηθικήν δηλ. την απόλυτον θεωρίαν και πράξιν, το τελειότερον και το καθολικώτερον ιδανικόν· και αν ο Σωκράτης κατήγαγεν από του υλικού ουρανού την φιλοσοφίαν, διήνοιξεν όμως αυτή τον μεταφυσικόν και αληθή ουρανόν, ένθα το αληθές, το καλόν και το αγαθόν απολύτως ταυτίζονται. Εάν δε ενίοτε ο Ξενοφών φαίνεται σμικρύνων την σωκρατικήν φιλοσοφίαν, όσα λέγει περί διαλεκτικής αρκούσι να την αποκαταστήσωσιν εν όλω τω μεγαλείω αυτής. Παριστά δε τον Σωκράτην ουδόλως περιφρονούντα τας φυσικάς επιστήμας, ων μόνον την αποκλειστικήν και υπερβολικήν μελέτην απεδοκίμαζεν, υποτάσσων αυτάς εις την ηθικήν ως εις τον προς ον όρον πάσης επιστήμης και πάσης μαθήσεως (Απομ. Δ'. ζ ). Η δε παρά Πλάτωνι εικών του φιλοσόφου (Θεαίτ. 174, 75, 76 ) δεν είναι ουσιωδώς ειμή ιδανίκευσις της παρά Ξενοφώντι, και μεταξύ αυτών ίσταται ο αληθής και γνήσιος χαρακτήρ του Σωκράτους.


Ε’.

Αι διάφοροι αρεταί (συνέχεια). — Εγκράτεια και ανδρεία.


Της εγκρατείας η ανάγκη απορρέει ως λογική συνέπεια της λογικής και πρακτικής κατατάξεως των ποικίλων ειδών της ηδονής και της λύπης. Και αι μεν σωματικαί ηδοναί είναι κατώτεραι των της ψυχής, και εις ταύτας οφείλομεν να υποτάσσωμεν εκείνας· οφείλομεν δε να ήμεθα εγκρατείς, διότι ούτω είμεθα ελευθερώτεροι, νοημονέστεροι, ωφελιμώτεροι, ευθυμότεροι και ευδαιμονέστεροι (Απόμ. Δ'. ε'. Ερυξ. 405 ). Οι στωικοί συνεκεφαλαίωσαν την σωκρατικήν εγκράτειαν, ειπόντες ότι μόνος ο σοφός και εγκρατής είναι πλούσιος, ελεύθερος, βασιλεύς, υγιής, ευδαίμων και όμοιος τοις Θεοίς. Η δε επιστήμη ήτις παράγει την εγκράτειαν , σχετικώς προς τα ψευδή αγαθά, παράγει, ως προς τα φαινόμενα κακά, την ανδρείαν , ήτις απορρέει εκ της λογικής και πρακτικής κατατάξεως των διαφόρων κακών, ώστε ανδρείοι είναι οι επιστάμενοι τοις δεινοίς τε και επικινδύνοις καλώς χρήσθαι (Απομ. Δ'. ς'.) Εν δε τω Λάχητι , ον παρηρμήνευσαν κατά τούτο ο Σταλβάουμ και ο Κουσίνος, ο Σωκράτης θεωρεί επίσης την ανδρείαν ως αποτέλεσμα της επιστήμης του αγαθού, διότι αύτη μόνη διδάσκει ημάς τίνα τα αληθώς επίφοβα και φευκτέα, και τίνα τα πολεμητέα διά της ανδρείας· άρα και ενταύθα η γνώσις του αγαθού επιφέρει και την πράξιν αυτού· άρα ο γινώσκων το αγαθόν είναι και σώφρων και εγκρατής και ανδρείος.
ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΙ


Α’.

Η δικαιοσύνη.


Μόνος ο σοφός δύναται να ζη εν πλήρει αρμονία προς εαυτόν και τους ομοίους του. Η αυτή δε λογική τάξις ήτις είναι εν τω ατόμω σωφροσύνη , είναι εν τη πόλει δίκη , δικαιοσύνη, και ταύτα ισοδυναμούσι προς την σοφίαν. Και εντεύθεν πάλιν καταφαίνεται η μεταξύ Σωκράτους και Πλάτωνος διαφορά. Ο Σωκράτης θεωρών εν τη ψυχή μόνον τον λόγον, ταυτίζει την τε ιδιωτικήν και την δημοσίαν αρετήν με την επιστήμην · αλλά την αρετήν ο Πλάτων καλεί δικαιοσύνην , διότι ο μεν Σωκράτης δεν διακρίνει εν τη ψυχή την ενέργειαν της θελήσεως, και μία είναι επομένως κατ' αυτόν η αρετή· η επιστήμη του αγαθού· ο δε Πλάτων πλείονας δυνάμεις διαστέλλει, ως είδομεν· τον θυμόν, την επιθυμίαν, το έν, το πολλαπλούν και το εκ τούτων μίγμα , όθεν η αρετή είναι η μεταξύ τούτων αρμονία, και καθώς η εν τη κοινωνία τάξις είναι ισορροπία τις μεταξύ διακεκριμένων ατόμων, παρομοίως η εν τω ιδιώτη είναι ισορροπία μεταξύ ποικίλων στοιχείων, ό εστι δικαιοσύνη . Τούτο είναι λογική εξαγωγή της μεταφυσικής του Πλάτωνος, καθ' ην υπάρχει το έν, το πολλαπλούν και το μίγμα αυτών , ό εστι το άπειρον, το πεπερασμένον και η μεταξύ αυτών σχέσις, ή άλλως, η ιδέα, η ύλη και η εκ τούτων ένωσις (Απομ. Δ'. ς'. και δ'. Πολιτ. ι'. 619) . Η αυτή διδασκαλία αναπτύσσεται και εν τω σωκρατικώ διαλόγω Μίνωι και εν τω α', Ιππία , ένθα η σωκρατική διαλεκτική από της δικαιοσύνης ανέρχεται εις την νομιμότητα, από ταύτης εις τον νόμον, από τούτου εις την θέλησιν των πολιτών, και από ταύτης εις τον καθολικόν λόγον, ου αντικείμενον είναι το αληθές, ώστε ο νόμος είναι επί τέλους η εύρεσις του όντος δηλ. η έκφρασις της αληθείας. Και όμως τον Σωκράτην θεωρούσι τινές ως ταυτίσαντα την απόλυτον νομιμότητα με το θετικόν δίκαιον, ου απ' εναντίας εγένετο θύμα, διότι συνεπής προς τας ιδίας αρχάς ηδύνατο μεν να παραβή τον θετικόν νόμον, ώφειλε δε να υπομείνη την υπ' αυτού επιβαλλομένην ποινήν, συμβιβάζων ούτω το κοινωνικόν δίκαιον με το δίκαιον της ατομικής συνειδήσεως (Απομ. Δ'. δ’.) τα αυτά δε φαίνεται φρονών και εν τω Κρίτωνι , παραδεχόμενος την παθητικήν, και νόμιμον αντίστασιν, αλλ' ουχί την στάσιν, ήτις είναι η βία αντιτασσομένη εις την βίαν και η αδικία κατά της αδικίας· ώστε επί τέλους ο αληθής νόμος δεν είναι απλώς η θέλησις, αλλ' η δικαία θέλησις των πολιτών· νόμος, δικαιοσύνη, αλήθεια, αρετή, επιστήμη είναι κατ' αυτόν ταυτόσημα.


Β’.

Η ευποιία και η φιλία.


Η καθολικότης του αγαθού, ην τόσω καθαρώς επρέσβευεν ο Σωκράτης, επιφέρει ως φυσικήν συνέπειαν το καθήκον της ευποιίας. Η καθολική αδελφότης δύναται να προέλθη εκ του αισθήματος ή εκ της ιδέας· και το μεν αίσθημα αποκτά επί τέλους συνείδησιν της εν αυτώ ιδέας, καθώς η ιδέα, διασαφηνιζομένη επί μάλλον και μάλλον, κυριεύει το πνεύμα, και μεταβάλλεται εις αίσθημα, διαφέρει δε καθ' εκατέραν των περιπτώσεων τούτων η πορεία της διανοίας· παρ' Έλλησι, και ιδίως εν τη φιλοσοφία, και προ πάντων εν τη σωκρατική, το λογικόν στοιχείον πρωτεύει, και γεννά το ηθικόν. Εκ της εννοίας λοιπόν της καθολικότητος του αγαθού προήλθεν η ιδέα, ότι ο καθ' εαυτόν και προς εαυτόν αγαθός είναι εξ ανάγκης τοιούτος και προς τους άλλους· ώστε δεν είναι δίκαιος ο ευποιών τους φίλους και κακοποιών τους εχθρούς, διότι ουδέποτε πρέπει ν' αποδίδωμεν κακόν αντί κακού, ουδέ αδικούμενον ανταδικείν. . . επειδή γε ουδαμώς δει αδικείν . . . ούτε κακώς ποιείν ουδένα άνθρωπον, ουδ' αν οτιούν πάσχη υπ' αυτού (Κρίτ. Πολιτ. α') . Αλλ' ως εκ τούτου ο Σωκράτης δεν ενόμιζεν ότι δεν πρέπει να τιμωρήται το κακόν, διότι και η τιμωρία είνε δικαιοσύνη, και επομένως αγαθόν, και είναι ωφέλιμος και εις αυτόν τον τιμωρούμενον· απέκρουε μόνον την εκδίκησιν, και επέβαλε την καθολικήν ευποιίαν άνευ διακρίσεως φίλων και εχθρών, (Απομ. Β' δ' ), διότι, αληθώς ειπείν, ο δίκαιος δεν έχει εχθρούς, και προς ουδένα είναι εχθρός. Όσω δε και αν ήναι αξιοθαύμαστος η διδασκαλία αύτη, φανερόν ότι πολύ απέχει εισέτι της Χριστιανικής αρετής, ήτις ου μόνον την προς πάντας και αυτούς τους εχθρούς ευποιίαν αλλά και την αγάπην αυτών εντέλλεται και εμπνέει, συνάπτουσα αυτήν μετά της αγάπης αυτού του Θεού. Γνωστόν δε ότι της διδασκαλίας του Σωκράτους ζων παράδειγμα ήτο η ζωή του· γνωσταί είναι η πραότης, η ανοχή, η υπομονή του, ου μόνον προς τους οικείους και φίλους, αλλά και προς αυτούς τους καταδικάσαντας αυτόν εις θάνατον. (Κρίτ. ), διότι τας κακίας εθεώρει ως νοσήματα της ψυχής, άτινα πρέπει να οικτείρωμεν ως τα του σώματος, άνευ οργής και μνησικακίας.

Εάν δε τοιαύτα τα προς μισούντας ημάς καθήκοντα, πολλώ μάλλον οφείλομεν να ευεργετώμεν τους φίλους. Πάντες δε οι άνθρωποι είναι φύσει φίλοι προς αλλήλους, και μόνη η αμάθεια και πλάνη τους διαιρεί (Απομ. Β' δ' ). Όθεν ο Σωκράτης, κατά Ξενοφώντα, φιλάνθρωπος ην, και την φιλανθρωπίαν εστήριζεν εις το κοινόν της λογικής φύσεως, των συμφερόντων και του τέλους όλων των ανθρώπων, όπερ είναι το αγαθόν, το αυτό ον προς πάντας, διά του αυτού μέσου συλλαμβανόμενον, και το αυτό επιβάλλον εις πάντας καθήκον του πράττειν αυτό πάντοτε, πανταχού, εν πάσι και προς πάντας.

Γ’.

Η εν τη οικία δικαισύνη

Το προς την γυναίκα σέβας, οίον εύρηται παρ' Ομήρω και τοις αρχαίοις ποιηταίς, είναι ως επί το πλείστον κεκαθαρισμένον απομεινάριον της ζηλοτυπίας των ανατολικών λαών, καθώς το γυναικείον είναι ανάμνησις του χαρεμίου προς διάσωσιν της οικογενείας και ακεραιότητα της φυλής.

Αλλ' ο Σωκράτης και οι μαθηταί αυτού ηγέρθησαν κατά της ταπεινώσεως και απομονώσεως της γυναικός. Η περί γάμου και οικογενείας σωκρατική διδασκαλία εστηρίζετο είς τε την ψυχολογικήν παρατήρησιν και την των τελικών αιτίων θεωρίαν, η δε εκ τούτων προκύπτουσα ηθική τάξις έπρεπε να ήναι η ηθική ισότης του ανδρός και της γυναικός συνδυαζομένη με την ιδίαν εκάστου λειτουργίαν. Και τωόντι, αφ' ού εταύτισε προς αλλήλας πάσας τας ιδιωτικάς αρετάς, και ταύτας μετά των δημοσίων εν τη ενότητι του αγαθού, έπρεπε να προβή εις τας λογικάς συνεπείας της αρχής ταύτης, και να συλλάβη το υψηλόν εκείνο ιδανικόν της αγαθής οικίας οίον διαλάμπει εν τοις Οικονομ. (α'. και ζ').

Την αυτήν δε υπεροχήν έμελλε να καταδείξη και εν τω ζητήματι της εργασίας και της δουλείας. Πάσα εργασία κατ' αυτόν είναι έντιμος, εάν τείνη προς το αγαθόν (Απομ. Β'. ζ'.). Οι δε δούλοι δεν είναι κτήνη, αλλ' εργαστήρες, οικέται , και οφείλομεν να τοις δίδωμεν το παράδειγμα των αρετών όσας παρ' αυτών προσδοκώμεν, να μη τους τιμωρώμεν μόνον, αλλά και να βραβεύωμεν και οδηγώμεν αυτούς, διά του αισθήματος της τιμής, κερδίζοντες, ει δυνατόν, την αγάπην των, και ανορθούντες αυτούς εις το αξίωμα των ελευθέρων (Οικονομ. ιβ'. και ιγ'). Εν δε τοις Απομνημονεύμασιν η Αρετή στηρίζει και παρηγορεί τον φιλόπονον και τίμιον δούλον. Την αυτήν δε προς τους δούλους επιείκειαν δεικνύει και ο Πλάτων λέγων (Θεαίτ. ), ότι και ο μάλλον υπερήφανος επί ευγενεία δύναται, να εύρη δούλους μεταξύ των προγόνων του, και ότι δούλοι τινές είναι πιστότεροι τέκνων και αδελφών· εν δε τη Πολιτεία καταργεί την δουλείαν διά της σιωπής, και έντιμον θεωρεί πάσαν τέχνην και βιομηχανίαν χρήσιμον εις την πόλιν. Πολύ δε απέχει η σωκρατική αύτη διδασκαλία της του Αριστοτέλους πρεσβεύοντος το φύσει δούλος και φύσει ελεύθερος, και θεωρούντος τους δούλους ως έμψυχα κτήματα.

Δ’.

Πολιτική τον Σωκράτους.

Ουδέ έμειναν αι ηθικαί διδασκαλίαι του Σωκράτους άνευ επιρροής επί της πολιτικής του. Όμως και εν ταύτη παραγνωρίζει και σχεδόν εξαλείφει την ηθικήν ελευθερίαν, εξ ης και η πολιτική ελευθερία απορρέει και πάσα άλλη ώστε ο ανάγων τον άνθρωπον εις μόνον το νοητικόν στοιχείον, επειδή τούτο είναι άνισον, τείνει εις νοητικήν τινα αριστοκρατίαν, ο δε αναγνωρίζων την ελευθερίαν, επειδή αύτη είναι η αυτή εν πάσι, τείνει εις την δημοκρατίαν, και κατά μεν τον πρώτον, τα πολιτικά δικαιώματα είναι λειτουργίαι , εξαρτώμεναι εκ της ικανότητος, κατά δε τον δεύτερον, είναι δικαιώματα έμφυτα, ως η ελευθερία, απαραβίαστα και αναφαίρετα, και το πολιτικόν πρόβλημα είναι πώς πρέπει να συμβιβάζωνται τα δύο ταύτα στοιχεία.

Κατά τον Σωκράτην η πολιτική κοινωνία έχει φυσικήν αρχήν, διότι φύσει είμεθα φίλοι, και ανάγκην έχομεν αλλήλων (Απομ. Β' .ς'.)· εις ταύτην δε προστίθεται και είδος τι συναλλάγματος διά της αμοιβαίας συναινέσεως (Κρίτ. )· άρα το τέλος του κράτους είναι το κοινόν συμφέρον, το γενικόν αγαθόν· αλλ' η έννοια αύτη μεμονωμένη είναι ατελής, διότι μέσον του αγαθού τούτου και ουσιώδες στοιχείον αυτού είναι η ελευθερία, ης άνευ δύναται να μεταβληθή το κράτος εις δεσποτισμόν, και να εκλείψη η δικαιοσύνη, ήτις δεν είναι ειμή το αμοιβαίον σέβας της ελευθερίας και των νομίμων αυτής αναπτύξεων. Όλη δε σχεδόν η αρχαιότης παρεγνώρισε, θεωρητικώς τουλάχιστον, το απαραίτητον τούτο στοιχείον.

Οι διοικούντες υπάρχουσι διά τους διοικουμένους, ίνα ούτοι δι' αυτών ευ πράττωσι (Απομ. ς' β') . Προς τούτο απαιτείται επιστήμη (Απομ. Δ' β'. ς', θ'. α'. Δ’ β '.)· δεν αρκεί η ευφυία, ο κοινός νους (Μέν. ), η πείρα και η επιτηδειότης αλλ' απαιτούνται επιστημονικαί γνώσεις· η επιστήμη του αγαθού, η των υλικών συμφερόντων, η στρατηγική, η τέχνη του λόγου (Απομ. δ', ς' Οικον. ). Ως εκ τούτου έμελλεν ο Σωκράτης να τείνη πρός τινα νοητικήν αριστοκρατίαν (Απομ. Δ' ή.)· η κυριαρχία δεν ανήκει κατ' αυτόν ούτε εις την θέλησιν , ούτε εις τον αριθμόν , αλλ' εις τον λόγον (Απομ. Δ'. β'). Ο λαός είναι καλός διδάσκαλος των περί την γλώσσαν, ουχί δε της επιστήμης του δικαίου (Αλκιβ. α' ). Όμως η επιστήμη δεν πρέπει να διοική διά της βίας, αλλά διά της πειθούς , και εντεύθεν επανέρχεται, ούτως ειπείν, ο Σωκράτης εις το σέβας της ελευθερίας, ην είχε παραγνωρίσει προ μικρού και εις δημοκρατικωτέρας αρχάς, ώστε η διοίκησις αποβαίνει ανταλλαγή επιστήμης μεταξύ κυβερνήσεως και λαού (Απομ. Δ'. α'), δεν είναι έργον ούτε της τύχης, ούτε της ειμαρμένης , αλλά της νοημοσύνης (Aπομ. Δ'. β') · και ούτω η επιστήμη παράγει την αρμονίαν εν τη πολιτική, ως εν τη ηθική, δηλ. την κυβέρνησιν των αρίστων διά της συναινέσεως πάντων.

Πλήρης σωκρατικών ιδεών ο Πλάτων, εν μεν τη ιδανική Πολιτεία , ανάγει όλην την πολιτικήν εις την πειθώ και την παιδείαν, εν δε τη πραγματική πόλει των Νόμων (ε'), λέγει επίσης, ότι οι άριστοι δεν πρέπει να επιβάλλωνται διά της βίας, αλλά να κερδίζωσι διά της πειθούς τας ψήφους του λαού.
ΒΙΒΛΙΟΝ Ε'.

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΙ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

Α’.

Απόδειξις της υπάρξεως του Θεού εκ της ανάγκης υπερτάτου νοός, ποιητικού αιτίου του ημετέρου.


Ο Σωκράτης, κατά τον Ξενοφώντα, μετήρχετο μόνον μαιευτικήν και αρνητικήν τινα παράδοσιν προς ανασκευήν και έλεγχον των σοφιστών, αλλ' εις τους οικείους και μαθητάς εξέθετε καί τινα θετικήν και δογματικήν διδασκαλίαν, ιδίως περί θεότητος, περί του δαιμονίου (Απομ. Δ'. Δ’). Και τωόντι, εάν πάσα μερική γνώσις δεν είναι χρήσιμος άνευ της γνώσεως του καθολικού τέλους, του αγαθού, η γνώσις του ανωτάτου αγαθού ανάγει ημάς εξ ανάγκης εις την γνώσιν του Θεού. Τα αυτά λέγει και ο Πλάτων (Αλκιβ. α'), την ψυχολογίαν και θεολογίαν συμπληρών δι' αλλήλων· ο δε Σωκράτης ήκουεν ακαταπαύστως εν τη ιδία συνειδήσει την φωνήν αυτής της θεότητος. Και διά τούτο η του θεού απόδειξις, μάλλον ή εξαγωγική, έπρεπε να ήναι επαγωγική, διά της μαιευτικής μεθόδου εφαρμοζομένης εις την ανάλυσιν των εν ημίν εννοιών· ουχ ήττον όμως ευρίσκομεν, ει και συνεπτυγμένας, και τας εκ του ποιητικού αιτίου και εξ άλλων πηγών νεωτέρας αποδείξεις (Απομ. Α'. δ'). Εάν νους υπάρχη εν ημίν, πρέπει ν' απορρέη εξ άλλου ανωτέρου νοός, ώστε ο ημέτερος μετέχει του θείου . Αλλ' η μετοχή αύτη, ταυτίζουσα σχεδόν το αιτιατόν και το αίτιον, δεν είναι η μεταξύ αυτών αληθής σχέσις. Ταύτην ανακαλύπτει ο Πλάτων (Φιληβ. ) συνεχίζων και συμπληρών τας ιδέας του διδασκάλου· θέτων δε την αρχήν της αιτιότητος ως βάσιν της του θεού αποδείξεως, εξηγεί εν ταυτώ και τους όρους της αποδείξεως ταύτης, δι' ης φθάνομεν εις ανωτάτην και υπερβατικήν τινα πραγματικότητα, εν ή η ιδέα καθ' εαυτήν και το όντως ον ταυτίζονται (Τίμ. 147 ). Και ου μόνον δι' αυτής της υπάρξεώς της, αλλά και διά των νόμων και του αντικειμένου αυτής η ημετέρα διάνοια είναι απόδειξις του θεού. Διά τούτο οι νεώτεροι επορίσθησαν, δυνάμει της αρχής της αιτιότητος, ιδιαιτέραν απόδειξιν λαμβανομένην εκ της πηγής των ιδεών. Τοιαύτη είναι η του Καρτεσίου εκ της εν ημίν εννοίας του απείρου, διαλεκτική και αύτη, και δυναμένη ν' αναχθή εις την διά της ενοράσεως ή αναμνήσεως της ιδέας του αγαθού πλατωνικήν απόδειξιν. Το πρώτον δε σπέρμα της αποδείξεως ταύτης υπάρχει εν τη διαλεκτική του Σωκράτους, καθ' όσον διά του ορισμού, της διαιρέσεως, της γενικεύσεως, αναπτύσσομεν την εν τη ημετέρα διανοία, συνεπτυγμένην αλήθειαν, και ο ανώτατος όρος της διαλεκτικής ταύτης είναι το καθολικόν τέλος, ήτοι το αγαθόν, όπερ φύσει παρίσταται εν τω πνεύματι, και κοινωνούμεν προς αυτό, ως διά του σώματος κοινωνούμεν προς την υλικήν φύσιν.


Β’.

Απόδειξις της υπάρξεως του Θεού διά των τελικών αιτίων. — Ηθική απόδειξις διά του ανωτάτου νομοθέτου.


Εκ της εν ημίν διανοίας ανήλθεν ο Σωκράτης εις την ποιητικήν και επομένως νοητικήν αιτίαν, εκ δε της εν τη φύσει νοητικής τάξεως πάλιν ανέρχεται εις το τελικόν και επίσης νοητικόν αίτιον. Και ενταύθα καταφαίνεται το πρωτότυπον της διδασκαλίας αυτού, διότι τον καθολικόν λόγον είχον αναγνωρίσει και οι προ αυτού, αλλ' η του τελικού αιτίου και του αγαθού ήτο αρχή νέα, και προ αυτού μεν είχον καταλάβει την νοητότητα και οιονεί την λογικήν του κόσμου, πρώτος δε αυτός κατέλαβε την αγαθότητα και οιονεί την ηθικότητα αυτού.

Καθορών εν εαυτώ την ενέργειαν, την αιτιότητα, ταυτιζομένην τη διανοία, ταυτίζει, ως είδομεν, την θέλησιν και την νόησιν, ώστε θέλομεν εξ ανάγκης ό,τι νοούμεν ως αγαθόν. Γενικεύων δε την έννοιαν ταύτην, δεν ηδύνατο ή να φθάση εις την ταυτότητα του ποιητικού και του τελικού αιτίου διά της διανοίας, επαγόμενος εκ των εν ημίν εις την νοούσαν αιτίαν του κόσμου, και συνάπτων ούτω εν πάσι και πανταχού το πρακτικόν μετά του νοητικού , και τούτο μετά του ηθικού . Εντεύθεν ερμηνεύει το θέαμα του κόσμου, γινώσκων ότι έχει σημασίαν και έννοιαν, ποτέ μεν καταφανή, ποτέ δε κεκρυμμένην, και εν τη ευρέσει της εννοίας ταύτης υφίσταται κατ' αυτόν η αληθής γνώσις, η γνώσις των αιττίων (Φαίδ. ). Εκ των σωκρατικών τούτων αρχών εξήγαγεν ο Πλάτων τας συνεπείας ταύτας· ότι καθώς η κίνησις αποκαλύπει το ποιητικόν αίτιον, η τάξις αυτής, οι νόμοι καθ' ους γίνεται, και ο προς ον όρος αυτής, αποκαλύπτουσι το τελικόν αίτιον· και ούτω η μεν κίνησις αποδεικνύει την αρχήν της κινήσεως, την ψυχήν, η δε τάξις της κινήσεως αποδεικνύει την διάνοιαν, και αύτη διά του προς ον όρου αυτής αποδεικνύει το αγαθόν, αληθές αντικείμενον της διανοίας και της ψυχής. Και αυτός δε ο Ξενοφών, αν και δογματικώς δεν ανέπτυξε τας αρχάς ταύτας, διεφώτισεν όμως αυτάς διά πρακτικών εφαρμογών και δημωδών παραδειγμάτων (Απομ. Α'. δ'.). Εν τω Δ'. επίσης συσσωρεύονται πολλά παραδείγματα, μη έχοντα βεβαίως άπαντα την αυτήν επιστημονικήν αξίαν, αλλ' ουχ ήττον εν τω συνόλω αυτών αληθή και πειστικά, εξ ων αποδεικνύεται η μεγίστη επιμέλεια και αγαθότης του Θεού, και η αρμονία των ποικίλων αγαθών, καθ' ήν τα μερικώτερα περιλαμβάνονται εν τοις γενικωτέροις, και ταύτα εν τω γενικωτάτω και καθολικώ και απολύτω αγαθώ, εν αυτώ τω Θεώ.

Προς την εκ των τελικών αιτίων απόδειξιν συνάπτεται ενδομύχως η ηθική, η εκ της υπάρξεως ανωτάτου νομοθέτου, ης την πρώτην αρχήν ευρίσκομεν επίσης παρά Σωκράτει. Οι άγραφοι νόμοι, λογικοί και πραγματικοί εν ταυτώ, οι παντοδύναμοι , οι επιβαλλόμενοι δι' ακαταμαχήτου ανάγκης εις τα πράγματα, και δι' ηθικής ανάγκης εις τα λογικά όντα, οι σοφοί , διότι εις έκαστον πράγμα ορίζουσι την προσήκουσαν αυτώ διαλεκτικήν και πρακτικήν θέσιν, οι αγαθοί , διότι διατάττουσιν πάντοτε επ' αγαθώ, οι νόμοι ούτοι δεν είναι ή αυτό το αγαθόν, αποκαλυπτόμενον εις την διάνοιαν και την θέλησιν ως η υψίστη και τελειοτάτη πραγματικότης (Απομ. Δ'. δ). Και ούτω η ηθικότης και αγαθότης των πραγμάτων αποδεικνύει τον Θεόν, και εξηγεί την ύπαρξιν, τον νόμον και το τέλος αυτών.


Γ’.

Προσόντα του Θεού.


Ο Θεός του Σωκράτους είναι τέλειος, διότι είναι ο τον όλον κόσμον συντάττων τε και συνέχων, εν ώ πάντα τα καλά και αγαθά εστι (Απομ. Δ' Κ') , και εάν είναι ποιητής του κόσμου, πρέπει να έχη εν εαυτώ πάσας τας τελειότητας δε είς και μόνος , διότι είναι απόλυτον αγαθόν, όπερ εξ ανάγκης είναι έν, αρχή και προς ον όρος της διαλεκτικής. Οσάκις ο Σωκράτης λαλεί περί της θείας αρχής του ανθρώπου και του κόσμου, μεταχειρίζεται το ενικόν αριθμόν, αν και ενίοτε λαλεί περί θεών ως περί διαμέσων τινών όντων μεταξύ Θεού και ανθρωπότητος· την ενότητα δε του Θεού προφανώς παρά του Σωκράτους εδιδάχθησαν πάντες οι μαθηταί αυτού, ο Ξενοφών, ο Αντισθένης, ο Πλάτων, ο Ισοκράτης, ο Ευρυπίδης. Ο Θεός είναι προς τούτοις απλούς και αμιγής , ως ο του Αναξαγόρου, και επομένως άυλος και αόρατος εις τους οφθαλμούς του σώματος, ανώτερος δε και αυτής της διανοίας, οία της δυνάμεως και των έργων αυτού αποκαλυπτόμενος· θάττον δε νοήματος αναμαρτήτως υπηρετούντα· ούτος τα μέγιστα μεν πράττων οράται, τάδε δε οικονομών αόρατος ημίν εστιν. Εννόει δε ότι και ο πάσι φανερός δοκών είναι ήλιος ουκ επιτρέπει τοις ανθρώποις εαυτόν ακριβώς οράν, αλλ' εάν τις αυτόν αναιδώς εγχειρή θεάσθαι, την όψιν αφαιρείται (Αυτόθ.). Την παραβολήν ταύτην του υλικού προς τον νοητόν ήλιον της διανοίας ευρίσκομεν και παρά Πλάτωνι (Πολιτ. ) με μεταφυσικωτέραν σημασίαν. Αλλ' ο Θεός του Σωκράτους είναι άρα άτρεπτος ; Περί τούτου ουδέν ευρίσκομεν παρά Ξενοφώντι, βεβαίως όμως θα επεδοκίμαζεν ο Σωκράτης ό,τι λέγει περί τούτου ο Πλάτων (Πολιτ. ε'), ισχυριζόμενος ότι το τέλειον ον δεν επιδέχεται αλλοίωσιν, διότι πάσα αλλοίωσις θα ήτο επί το χείρον. Τέλος, ο Θεός είναι αΐδιος, ο εξ αρχής ποιών ανθρώπους, και απέραντος, ώσθ' άμα πάντα οράν και πάντα ακούειν και πανταχού παρείναι και άμα πάντων επιμελείσθαι (Απομ. Δ'. δ'). Πάντα δε τα προσόντα ταύτα υποθέτουσι το ενιαίον και το άπειρον του Θεού. Παρατηρητέον δε ότι προσδιωρίσθησαν ουχί εξαγωγικώς αλλ' επαγωγικώς και ψυχολογικώς. Ο Θεός είναι είς, απλούς, άυλος και αόρατος, ως η ψυχή η διοικούσα το σώμα, είναι άτρεπτος εν τω αγαθώ, διότι πάσα ψυχή τείνει προς το αγαθόν, και είναι πανταχού παρών εν τόπω και χρόνω, ως η ψυχή διέπει όλα τα μέρη του σώματος διαμένουσα αδιαίρετος. Εν παντί άλλω μεταφυσικώ συστήματι δυνάμεθα να εύρωμεν το άπειρον , το έν , το καθολικόν , το απόλυτον , το αναγκαίον , μόνος ο πνευματισμός λατρεύει το ον τέλειον και αγαθόν . Και τωόντι είδομεν πως εν τη ψυχή πάντα κατά Σωκράτην υποτάσσονται εις την ενότητα του αγαθού, εν ώ ταυτίζονται η δύναμις, η επιστήμη, η δικαιοσύνη και η ευδαιμονία, πολλώ δε μάλλον πάντα ταύτα πρέπει να ταυτίζωνται εν αυτώ τω κατ' εξοχήν αγαθώ.


Δ’.

Παραγωγή του κόσμου. — Πρόνοια και αισιοδοξία.


Δεν δυνάμεθα να ζητήσωμεν παρά Σωκράτει τα φυσικά , ούτως ειπείν, μέσα δι' ων ο Θεός εποίησε τον κόσμον, διότι απ' εναντίας ήλεγχε τον Αναξαγόραν, ότι πανταχού εύρισκε μηχανάς και ανάγκας , ουδέ τα μεταφυσικά , διότι πιθανώς θα ήλεγχε και τας περί τούτου τολμηράς του Πλάτωνος θεωρίας. Αλλ' εάν ζητήσωμεν παρ' αυτού την ηθικότητα της δημιουργίας, αναμφιβόλως θέλει απαντήσει, ότι το ποιείν υποθέτει το γινώσκειν, και τούτο υποθέτει την γνώσιν του βελτίωνος. Και εντεύθεν θέλει συμπεράνει ο Πλάτων ότι αι νοηταί και λογικαί σχέσεις των πραγμάτων, η ιεραρχία των γενών και ειδών, των μέσων και τελών, η διαλεκτική των ορισμών, των διαιρέσεων και επαγωγών, πάντα ταύτα ενυπάρχουσιν εν τη θεία διανοία ως το ιδανικόν σχέδιον του κόσμου. Ωσαύτως η σωκρατική είναι η αρχή του Πλάτωνος, ότι ο Θεός αγαθός ων, δεν ηδύνατο να ποιήση ειμή το αγαθόν, διότι είδομεν τίνι τρόπω διά της αγαθότητος , εξηγεί ο Σωκράτης την ύπαρξιν και τάξιν του κόσμου.

Αλλά προϋπήρχεν άρα η υπό θεού διακοσμηθείσα ύλη, ή ο Θεός παρήγαγεν ομού και την ύλην και τον τύπον; Περί τούτου δεν είχεν ωρισμένην γνώμην ο Σωκράτης, και, καθ' ά φαίνεται εκ του Ξενοφώντος, επρέσβευεν ίσως αόριστόν τινα δυαδισμόν (dualisme) , ως ο Αναξαγόρας, και εθεώρει τον Θεόν εν τω κόσμω ως την εν τω σώματι ψυχήν, και συναΐδιον τη ύλη, αν και αύτη ουδεμίαν έχει λογικήν αξίαν, (το άφρον άτιμον) , και παρά του λόγου μόνον ζωογονείται και ρυθμίζεται. Αλλ' άδικον επίσης θα ήτο εάν διά τούτο εθεωρούμεν τον Σωκράτην ως πανθεϊστήν· το πανταχού παρείναι του Θεού και το εν τω παντί αγγέλλουσι προ πάντων την καθολικήν πρόνοιαν, ουδαμώς δε την συνταύτισιν αυτού μετά του κόσμου, διότι ο Θεός είναι ουσιωδώς το αγαθόν . Και η της προνοίας θεωρία είναι το μάλλον πρωτότυπον και το ουσιωδέστερον στοιχείον της σωκρατικής θεολογίας. Αι λέξεις πρόνοια, επιμέλεια, επιμελείσθαι, επιμελούμενοι , πανταχού των Απομνημονευμάτων επαναλαμβάνονται (Β', β'. Δ'. α' και πολλαχού), και σημαίνουσι και την γενικήν πρόνοιαν (τον όλον κόσμον ), και την ειδικήν και κατ' αυτάς τας μικροτέρας και ενδοτέρας λεπτομερείας (τα σιγή βουλευόμενα ).

Εις δε τας εκ της υπάρξεως του κακού ενστάσεις βεβαίως ήθελεν απαντήσει ως ο Πλάτων και ο Λεϊβνίτιος, διά της καθαρωτέρας αισιοδοξίας (optimisme) , ης αληθής πατήρ είναι αυτός ο Σωκράτης, διότι το αγαθόν έθετεν ως αναγκαίον τέλος του ανθρώπου και του κόσμου, πάντα εθεώρει ως μέσα και όρους του αγαθού, ο μόνον ηδύνατο να προτεθή ο Θεός διά της δημιουργίας, και ως εκ τούτου είχεν απόλυτον πίστιν εις την θείαν πρόνοιαν, σταθεράν αγάπην του αγαθού και ανίκητον ελπίδα του οριστικού θριάμβου αυτού, ώστε ευδαίμονα εθεώρει τον δίκαιον, και καταδιωκόμενον, και προπηλακιζόμενον, και σταυρούμενον, και αυτός διέμεινε γαληνιαίος εν τη ειρκτή και ενώπιον του θανάτου. Ήθελε δε βεβαίως ασπασθή την περί των τοιούτων γνώμην του Αριστοτέλους, ότι ο μεν αμαθής απορεί πώς τα πράγματα είναι ως είναι, και αύτη είναι η αρχή της επιστήμης, ο δε σοφός ήθελεν απορεί εάν ήσαν άλλως, διότι βλέπει τον λόγον αυτών, και τούτο είναι το τέλος της επιστήμης.

Περί δε του ηθικού κακού του εκ της θελήσεως του ανθρώπου προερχομένου εφρόνει ο Σωκράτης, ότι η κακία δεν είναι ειμή πλάνη και απάτη, διότι άδικος ουδείς εκών , και την απάτην ταύτην οφείλομεν ανενδότως να διασκεδάζωμεν διά της διδασκαλίας, διά της διαδόσεως της αληθείας, διότι εις τούτο εκλήθημεν, και προς τούτο ευρισκόμεθα εν τω κόσμω. Η απάτη είναι καρπός ατελούς και ελλειμματώδους μαιεύσεως, εξάμβλωμα τρόπον τινά της αληθείας ήτις ενυπάρχει δυνάμει εν τη ψυχή (Μεν. Πολιτ. β' ), αν και συγκεχυμένη και παρεμποδιζομένη ενίοτε εις την γέννησίν της ως εκ της ατελείας της ύλης μεθ' ης συνδεόμεθα. Εν τω ι' των Νόμων έχομεν βεβαίως θαυμαστήν συγκεφαλαίωσιν της περί τούτων σωκρατικής διδασκαλίας, διότι, πλην αποχρώσεων τινών αποδοτέων εις την ιδίαν του Πλάτωνος θεωρίαν, το βιβλίον τούτο εκφράζει πανταχού το σωκρατικόν πνεύμα, και αντιστοιχεί προφανώς προς την παρά Ξενοφώντι συνδιάλεξιν του Σωκράτους μετά του Αριστοδήμου.


Β’.

Γνώμαι του Σωκράτους περί πνευματότητος και αθανασίας.


Ο Αναξαγόρας είχε διακρίνει την καθαράν και αμιγή και διακοσμούσαν διάνοιαν από της αορίστου και αμόρφου ύλης, ην υποβάλλει εις τους εαυτής νόμους, από δε της ψυχολογίας ανερχόμενος εις την μεταφυσικήν, είχε συλλάβει κατ' εικόνα του ανθρώπου, εν ώ η ψυχή κινεί και ζωογονεί το σώμα, τον μέγαν κόσμον της φύσεως. Μαθητής και θαυμαστής του Αναξαγόρου, ο Σωκράτης έπρεπε να παραδεχθή την θεωρίαν ταύτην, και να πιστεύση, ότι οι άνθρωποι είναι φύσει και τω σώματι και τη ψυχή κρατιστεύοντες (Απομ. Δ'. γ'.) , ότι η ψυχή είναι διακεκριμένη του σώματος, ότι μετέχει του θείου, ότι βασιλεύει εν ημίν , και ότι είναι άκρατος και καθαρά, απλή και αδιαίρετος , νοούσα ανεξαρτήτως των οργάνων, αρχή ζωής και κινήσεως εν τω σώματι, όπερ διοικεί κατ' αρέσκειαν, και εις ο δύναται να επιζήση εν όλη τη καθαριότητι αυτής (Απομ. Α'. δ' Δ', γ'. Κύρου παιδ. Η'. ζ'. ). Προς δε τα κείμενα του Ξενοφώντος συμφωνούσι και τα παρά Πλάτωνι (Αλκιβ. α'. 128 ), ένθα προφανής είναι η διάκρισις της ψυχής και του σώματος.

Η δε πίστις εις την πρόνοιαν και η εις το άυλον της ψυχής είναι αχώριστος της εις την αθανασίαν πίστεως, και νομίζομεν ότι ο Μάυερ, ο Πλάτνερ και ο Τένεμαν απατώνται ισχυριζόμενοι ότι περί αθανασίας ουδέν θετικόν επρέσβευεν ο Σωκράτης. Βεβαίως ώφειλε, διαμένων πιστός εις το πνεύμα της διδασκαλίας του, ν' απέχη φρονίμως πάσης παραστάσεως της μελλούσης ζωής, αλλά περί της υπάρξεως αυτής δεν ηδύνατο ν' αμφιβάλλη. Την διαστολήν ταύτην ευρίσκομεν εν τω Φαίδωνι (114) , και εν τη Απολογία (40) και ιδίως εν τέλει, ένθα λέγει προς τους δικαστάς· αλλά και υμάς χρη, ω άνδρες δικασταί, ευέλπιδας είναι προς τον θάνατον και έν τι τούτο διανοείσθαι αληθές, ότι ουκ έστιν ανδρί αγαθώ κακόν ουδέν ούτε ζώντι ούτε τελευτήσαντι, ουδέ αμελείται υπό θεών τα τούτου πράγματα . Η ακριβής δε και έλλογος ανάλυσις και παραβολή των εκ του Ξενοφώντος και των εκ του Πλάτωνος κειμένων και αυτού του σωκρατικού Αξιόχου , οιουδήποτε και αν ήναι, ουδεμίαν, αφίνουσιν αμφιβολίαν περί της αληθούς γνώμης του Σωκράτους ως προς το ουσιώδες τούτο ζήτημα, δι' ου συμπληρούται πάσα η ηθική αυτού διδασκαλία.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΣΤ'.

ΑΙ ΠΕΡΙ ΚΑΛΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΙ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ


Α’.

Το εν τοις πράγμασι καλόν.


Οι Έλληνες ουδέποτε, εχώρισαν την καλλονήν από της αγαθότητος, και αμφοτέρας τας εννοίας, ταύτας συνηνωμένας εξέφερον διά της λέξεως καλοκάγαθος . Ταύτην δε την συνενώση υπάρχουσαν εν τω πνεύματι και διαλέκτω, παρεδέχθη ο Σωκράτης, και επεβεβαίωσε μεταδούς και εις τον Πλάτωνα.

Θεωρούμενον εν τοις καθ' έκαστα, το καλόν, ουχ' ήττον του αγαθού, είναι ποικίλον και πολλαπλούν, ως αυτά τα πράγματα, προς την φύσιν των οποίων αντιστοιχεί, προς ταύτα πάντα καλά τε και καγαθά εστι . Εν τοις ηθικοίς το καλόν ταυτίζεται τω αγαθώ, άρα ταυτίζεται εν πάσι, διότι το αγαθόν είναι και έλλογον, και ουδέν ανώτερον του λόγου. Εν τοις υλικοίς ωσαύτως· προς τα αυτά δε και τα σώματα των ανθρώπων καλά τε καγαθά φαίνεται , αρκεί να θεωρηθή το καλόν κατά την φύσιν εκάστου πράγματος· έτερον λ. χ. το καλόν του σώματος και έτερον το της ψυχής, Το καλόν είναι υπό την όψιν ταύτην η μεταξύ της φύσεως εκάστου όντος και του τέλους αυτού, αρμονία, ην ο Κάντιος θέλει ονομάσει εσωτερικήν τελεότητα. Ωσαύτως, ως προς την εξωτερικήν τελεότητα, ή τας σχέσεις εκάστου πράγματος, πράγματά τινα είναι καλά προς όπερ αν εύχρηστα η, ή προς α αν ευ έχη · το εν τοις πράγμασι καλόν ουδέποτε είναι απόλυτον, ούτε κατά τον Σωκράτην, ούτε κατά τον Πλάτωνα· ούτε κατά τον Αριστοτέλην, αλλ' εκ τούτου δεν έπεται ότι οι φιλόσοφοι ούτοι δεν ανεγνώριζον ανωτέραν του ανθρώπου και της φύσεως αρχήν του καλού και του αγαθού. Εν τη καλολογία, ουχ ήττον ή εν τη ηθική και τη φυσική, ο Σωκράτης εθεώρει ως κυριώτατον το τελικόν αίτιον, το αγαθόν, και μετά της εννοίας ταύτης έτεινε να συναρμολογήση πάσας τας άλλας (Συμπ. έ.). Αι του Πλάτωνος μαρτυρίαι συνάδουσι προς τας του Ξενοφώντος (Αλκιβ. α’. Λυσ. Γοργ. ), και αναγνωρίζουσι την διάφορον καλλονήν των πραγμάτων κατά τας διαφόρους σχέσεις αυτών. Εν δε τω α'. Ιππία οι σωκρατικοί ορισμοί του καλού φαίνονται απαράδεκτοι, διότι εν τω διαλόγω τούτω ο Πλάτων ζητεί ουχί το καλόν των πραγμάτων, αλλ' αυτό το καλόν κατά την υπερβατικήν φύσιν αυτού, καθ' ην ταυτίζεται ου μόνον, τω ηθικώ αλλά απολύτω αγαθώ. Παρατηρητέον δε, ότι και η συνταύτισις αύτη δεν είναι ειμή αυτή η σωκρατική θεωρία αναβιβασθείσα υπό του Πλάτωνος εις τα ύψη της μεταφυσικής του. Ώστε κατά Πλάτωνα το μεν μερικόν καλόν είναι το μερικόν αγαθόν, όπερ πηγάζον εκ της είτε εσωτερικής είτε εξωτερικής τελεότητος, ευκόλως διακρίνεται και ορίζεται, το δε καθαυτό καλόν είναι το καθ' αυτό αγαθόν, ούτινος τον ορισμόν ουδέν μερικόν αντικείμενον δύναται να χορηγήση.


Β’.

Το εν ταις τέχναις καλόν


Διογένης ο Λαέρτιος λέγει, ότι ο Σωκράτης ήτο κατ' αρχάς γλύπτης, και ότι άγαλμα των ενδεδυμένων χαρίτων υπ' αυτού πεποιημένον εφαίνετο εν τη Ακροπόλει. Εσύχναζε δε και συνεβούλευε τους καλλιτέχνας (Απομ. Γ'. ε' ), και συνδιαλεγόμενος μετά του ζωγράφου Παρρασίου, την μίμησιν εθεώρει ως το πρώτον μέσον των τεχνών, τελειοποιούμενον διά της ιδανικεύσεως, ήτις πρέπει να χρησιμεύση προς έκφρασιν του πιθανωτάτου και του φιλικωτάτου , τουτέστι του της ψυχής ήθους , και προς τούτοις ενόμιζεν, ότι ήδιον οράν τους ανθρώπους δι' ων τα καλά τε καγαθά και αγαπητά ήθη φαίνεται , ώστε επί τέλους το τεχνικόν κάλλος ανάγεται εις το ηθικόν, και η διαλεκτική κλίμαξ του Σωκράτους αντιστοιχεί προς την εν τω του Πλάτωνος Συμποσίω . Ωσαύτως συνδιαλεγόμενος μετά του γλύπτου Κλείτωνος έλεγεν, ότι ο γλύπτης οφείλει τα της ψυχής έργα τω είδει προσεικάζειν , εξ ου το του Πλάτωνος· μηδέν αγαθόν είναι μηδέ καλόν, μήτε εν σώματι, μήτε εν πολλοίς άλλοις πλην εν ψυχή (Φιλ. και Νόμ. β'. 77, 78). Και το μεν στοιχείον της ζωής θέλει ελαττωθή παρά Πλάτωνι, το δε του ιδανικού θέλει λάβει μείζονα σπουδαιότητα, και το καλόν θέλει δι' όλου συνταυτισθή με το ηθικόν αγαθόν. Εντεύθεν δε και η αυστηρότης της καλολογίας του, και η πλήρης υποδούλωσις της τέχνης εις την θέλησιν του νομοθέτου. Απ' εναντίας, κατά Σωκράτην, το καλόν δύναται να υπάρχη κατά διαφόρους βαθμούς και σχέσεις όπου δήποτε υπάρχουσι ζωή, διάνοια, ενέργεια, αίσθημα, οιαδήποτε στοιχεία του όντος, και εις αυτά τα ευτελέστερα έργα της τέχνης, και εις αυτούς λ. χ. τους θώρακας, ουχί τους ποικίλους και τους επιχρύσους , αλλά τους ευρύθμους και μάλλον αρμόττοντας εις τα διάφορα σώματα. Τας αυτάς δε διδασκαλίας πλαγίως και υπό τον διαφανή πέπλον της ειρωνείας εκθέτει και εν τη χαριεστάτη μετά της Θεοδότης συνδιαλέξει, εν ή το ηθικόν κάλλος υπεράνω του υλικού ανυψοί χωρίς να εξωκείλη εις τας μεταφυσικάς του Πλάτωνος υπερβολάς (Απομ. Γ'. ια'. ).


Γ’.

Θεωρία του έρωτος.


Αι περί καλού σωκρατικαί διδασκαλίαι ενδομύχως συνδέονται προς την περί έρωτος θεωρίαν, διότι προς τους βαθμούς της καλλονής οι του έρωτος ακριβώς αντιστοιχούσιν. Έλεγε δε ο Σωκράτης· εγώ τυγχάνω, ως έπος ειπείν, ουδέν επιστάμενος πλην γε σμικρού τινος μαθήματος, των ερωτικών· τούτο μεν τοι το μάθημα παρ' οντινούν ποιούμαι δεινός είναι και των προγεγονότων ανθρώπων και των νυν (Θεάγ. 128) . Τούτο δε το μάθημα, όπερ με την συνήθη ειρωνείαν ονομάζει σμικρόν , είναι κατ' αυτόν πάσα αληθώς η επιστήμη, η διαλεκτική των γενών και ειδών και των τελικών αιτίων, προς ην αντιστοιχεί η κλίμαξ των αισθημάτων, άτινα από των ορατών ανέρχονται μέχρι του αοράτου αγαθού, και ούτω ο έρως, ον φιλόσοφον αποκαλεί ο Πλάτων εν τω Συμποσίω , ταυτίζεται και κατά Σωκράτην με την φιλοσοφίαν. Παρά δε τον πρώτον τούτον σύνδεσμον, ον συνάπτει ο έρως μεταξύ της ψυχής του φιλοσόφου και της σοφίας, και ετέρους συνάπτει μεταξύ των ψυχών όσαι από κοινού τείνουσι προς τον αυτόν σκοπόν· διότι εάν η διαλεκτική είναι κατά Ξενοφώντα η από κοινού ζήτησις του αγαθού, παρά τον έρωτα τούτον απαιτεί, και την αμοιβαίαν συμπάθειαν των επιδιωκόντων αυτό. Εντεύθεν και ο ιδιαίτερος τρόπος δι' ου, κατά διαφοράν των μισθωτών σοφιστών, διέδιδεν ο Σωκράτης τας διδασκαλίας του σχετιζόμενος προς τους μαθητάς του δι' ειλικρινούς φιλίας, και διά τινος φίλτρου, ως έλεγεν εις την Θεοδίκην, και μυστηριώδους μεταξύ των ψυχών συμπαθείας, ως φαίνεται και εν τω Θεάγει , ούτινος και αν ήναι ο διάλογος ούτος. Προέθετο δε να μεταβάλη εις καθαρούς και γενναίους τους αισχρούς και παρά φύσιν έρωτας της τότε ελληνικής νεολαίας λαμβάνων παρ' αυτών τας λέξεις και τας φράσεις, όπως διά της προσποιήσεως ταύτης ασφαλέστερον επιτύχη του σκοπού του, (Απομ. Α'. ζ' Συμπόσ. ) συγκαταβαίνων ενίοτε εις τας σωματικάς ανάγκας, και μετερχόμενος ηθικήν καθαρωτέραν και αυτών των διδασκαλιών του, ως αποδεικνύουσι και αι κατ' αυτού κατηγορίαι του Μελήτου και του Αριστοφάνους. Αλλ' ένεκεν των ηθών της εποχής του, δεν υπέδειξε την ριζικήν του κακού θεραπείαν εν τη επανόδω εις την αγιότητα του γάμου και της οικιακής εστίας, ης η ουσία ήτο τότε η τήρησις κοινού τινος θρησκεύματος και η ακεραιότης της φυλής, παίδων επ' αρότω γνησίων , μάλλον ή το σέβας, ή αγάπη και, ούτως ειπείν, η λατρεία της γυναικός, αν και εις το ιδανικόν τούτο, έτεινεν, ως είδομεν, και υπέρ πάντας τους συγχρόνους του επλησίασεν. Ίνα δε κατίδη τις τας μεταξύ Σωκράτους και Πλάτωνος διαφοράς, ως προς το περί ου ο λόγος αντικείμενον, αρκεί να παραβάλη το Συμπόσιον τούτου προς το του Ξενοφώντος, και θέλει πεισθή ότι περί τούτου, ως και περί των άλλων, η σωκρατική διδασκαλία έλαβε παρά Πλάτωνι ευρυτέραν μεταφυσικήν ανάπτυξιν. Ο Πλάτων επιμένει εις το υπερβατικόν αντικείμενον του έρωτος, εις την παράγουσαν αυτόν ιδέαν , εις την πραγματικότητα του νοητού αγαθού, ου πάσα ψυχή εφίεται, εν ώ ο Σωκράτης επέμενε μάλλον εις το ψυχολογικόν και υποκειμενικόν στοιχείον του έρωτος και την επί της ψυχής αγαθοεργόν αυτού επιρροήν. Αλλά και αυτή η σύλληψης του άκρου αγαθού, προς ο πάσα ψυχή, πάσα διάνοια, πάσα θέλησις τείνουσιν εξ ανάγκης, και όπερ επιδιώκομεν διά μέσου πολλών προσπαθειών και περιπλανήσεων και υπό μυρίους τύπους, αποκαλύπτοντας αυτό και συνάμα αποκρύπτοντας, είναι σωκρατική κατ' εξοχήν θεωρία, ως επίσης ο διά του αγαθού και ένεκεν του αγαθού ενδόμυχος σύνδεσμος των ψυχών και η εκ τούτου φιλία. Ως ο Πλάτων ωκειοποιήθη και δι' ισχυράς αναλύσεως ανέπτυξε τας δύο θεμελιώδεις αρχάς του διδασκάλου του· ότι το αγαθόν είναι το ουσιώδες τέλος πάσης ψυχής, και ο έρως του εν γένει αγαθού, το θεμελιώδες στοιχείον πάντων των ερωτικών αισθημάτων· και ότι το ιδιαίτερον τούτο αίσθημα, όπερ ονομάζομεν φιλίαν ή έρωτα, δεν είναι πραγματικόν, διαρκές και μόνιμον, ειμή ότε ο κοινός του αγαθού έρως γεννά εν ημίν την αμοιβαίαν αγάπην· ενί λόγω, το αγαθόν είναι η πηγή και το τέλος παντός έρωτος· έρως, επιστήμη, αρετή και ευδαιμονία ταυτίζονται εν τη εννοία του αγαθού, και αμφότεροι, ο τε διδάσκαλος και ο μαθητής, ερμηνεύοντες πρακτικώς την μεγάλην ταύτην αλήθειαν, ηδύνατο να είπωσιν εις τους μαθητάς αυτών αγαπάτε το αγαθόν, ίνα αγαπάτε αλλήλους, και αγαπάτε αλλήλους, ίνα αγαπάτε το αγαθόν.
ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ'.

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ


Α’.

Θρησκευτικαί διδασκαλίαι του Σωκράτους.


Ο Σωκράτης εθεώρει την ευσέβειαν ως μίαν των κυριωτέρων αρετών (Απομ. Δ', η'. ), και ο Πλάτων εν τω σωκρατικώ διαλόγω Πρωταγόρα προσθέτει την θρησκευτικήν ταύτην αρετήν εις ας συνήθως αναφέρει, την επιστήμην, την δικαιοσύνην, την σωφροσύνην, την ανδρίαν. Καθώς δε δύο είδη νόμων ανεγνώριζεν ο Σωκράτης, τους γραπτούς και τους αγράφους, δύο λατρείας ωσαύτως παρεδέχετο, την μεν φυσικήν και καθολικήν, την δε νομικήν και μεταβλητήν κατά τόπους.

Και κατά μεν την πρώτην, η δέησις πρέπει να έχη αντικείμενον ουχί τον πλούτον, την εξουσίαν και τα άλλα σχετικά και φθαρτά αγαθά, αλλά απλώς τα αγαθά , διότι οι θεοί γινώσκουσι ποία είναι τα αγαθά, ως κάλλιστα ειδότας οποία αγαθά εστι (Απομ. Δ'. γ'.) . Τα αυτά δε έλεγε και ο Πυθαγόρας· απλώς εύχεσθαι ταγαθά (Διοδ. Σικ. ι. 9) . Πρέπει λοιπόν να ζητώμεν παρά των θεών μόνον την σοφίαν και την αρετήν. Ο Αλκιβιάδης β' δεν είναι ειμή η ανάπτυξις της υψηλής ταύτης διδασκαλίας. Ο Σωκράτης λέγει τω Αλκιβιάδη· κινδυνεύει φρόνιμός τις είναι εκείνος ο ποιητής ος δοκεί μοι φίλοις ανοήτοις τισί χρησάμενος, ορών αυτούς και πράττοντας και ευχομένους άπερ ου βέλτιον ην, εκείνοις δε εδόκει, κοινή υπέρ απάντων αυτών ευχήν ποιήσασθαι· λέγει δε πως ώδε, Ζευ βασιλεύ, τα μεν εσθλά φησι και ευχομένοις και ανεύκτοις Άμμι δίδου, τα δε δεινά και ευχομένοις απαλέξειν. Και προσθέτει· εμοί μεν ουν καλώς δοκεί και ασφαλώς λέγειν ο ποιητής , όπερ δηλοί ότι οφείλομεν να ζητώμεν παρά των θεών μόνον την επιστήμην του αγαθού, ης άνευ πάσα άλλη γνώσις είναι ανωφελής. Και ούτω η προσοχή και η ευσέβεια ανάγονται εις την επιστήμην, και αύτη εις την γνώσιν του αγαθού, και τοιούτω τρόπω, αντιστοίχως προς την διαλεκτικήν, η δέησις ανέρχεται προς το καθόλου, και πρέπει να έχη αντικείμενον, ουχί το δείνα ή δείνα μερικόν και ατομικόν αγαθόν, αλλά το απολύτως αγαθόν. Όπερ γινώσκει μόνος ο Θεός, εις ου την πρόνοιαν οφείλομεν να επαναπαυώμεθα υποτάσσοντες εις την θέλησιν αυτού την ημετέραν. Τοιούτος ο διά της θρησκείας σύνδεσμος και τρόπον τινά η ανάδεσις (religio) του ανθρώπου προς τον θεόν, και ενταύθα, ως πανταχού, μέσος όρος μεταξύ των δύο άκρων παρίσταται το αγαθόν.

Εν δε τη νομική λατρεία οι δημόσιοι τόποι διαφέρουσι κατά χρόνους και τόπους, αν και έπρεπε να ήναι μόνον η έκφρασις της εσωτερικής προσευχής. Ο δε Σωκράτης συγκαταβαίνων ησπάζετο τους παραδεδεγμένους τύπους, και δημοσίως έθυε τοις θεοίς, πιστεύων όμως ότι η εύνοια αυτών δεν αντιστοιχεί προς το μέγεθος των θυσιών, όπερ εξαρτάται εκ των μέσων έκαστου (Απομ. Α'. γ'.)· ου γαρ τοιούτον εστι το των θεών, ώστε υπό δώρων παράγεσθαι, οίον κακόν τοκιστήν . . . . κινδυνεύει γουν και παρά θεοίς και παρ' ανθρώποις τοις νουν έχουσι δικαιοσύνη τε και φρόνησις διαφερόντως τετιμήσθαι (Αλκ. β'. 150) . Εν δε τω Ευθύφρονι αποδεικνύει επίσης ο Σωκράτης, ότι το όσιον δεν είναι τοιούτον, διότι είναι ευάρεστον εις τους θεούς, αλλ' είναι ευάρεστον, διότι είναι όσιον, και κατά το πνεύμα της διδασκαλίας ταύτης η θυσία είναι ευπρόσδεκτος, ουχί διότι έχουσιν ανάγκην αυτής οι θεοί, αλλ' ως συμβολική έκφρασις της προς αυτούς ευγνωμοσύνης ημών, και ως απόδειξις ότι απαρνούμεθα τον εξωτερικόν πλούτον χάριν του εν τη ψυχή θησαυρού των αρετών.

Περί δε προνοίας ο Σωκράτης παρεδέχετο, ου μόνον την επί του κόσμου και διά σταθερών νόμων γενικήν πρόνοιαν του Θεού, αλλά και την περί εκάστου ημών ειδικήν και τρόπον τινά πατρικήν πρόνοιαν, τα πάντα γινώσκουσαν, και ευεργετούσαν ημάς κατά τας ανάγκας και την αξιομισθίαν εκάστου· ηγείτο πάντα μεν θεούς ειδέναι, τα τε λεγόμενα και πραττόμενα και τα σιγή βουλευόμενα, πανταχού δε παρείναι και σημαίνειν τοις ανθρώποις περί των ανθρωπίνων πάντων (Απομ. Α'. ά. γ') . Τούτο όμως δεν πρέπει να μας εμποδίση να πράττωμεν παν το εφ' ημίν κατά τας υπαγορεύσεις του ορθού λόγου προς επιτυχίαν των ημετέρων επιχειρήσεων, επαναπαυόμενοι εις τον Θεόν διά την καλήν αυτών έκβασιν. Επιστεύετο δε ότι σημαίνουσι περί των πραγμάτων οι θεοί διά χρησμών, ονείρων, προαισθήσεων και προφητικών εμπνεύσεων· η δε κατά τους καιρούς εκείνους ατελής γνώσις των νόμων της φύσεως έτι μάλλον, εξηγεί και δικαιολογεί την πίστιν ταύτην.


Β’.

Ο Σωκράτης και η θρησκεία της εποχής του


Η μεταβολή ην επέφερεν ο Σωκράτης εν τη διαλεκτική αναλογεί προς ην ήθελε να επιφέρη εν τη θρησκεία αντικαθιστών την ενότητα της ιδέας του αγαθού εις την ποικιλίαν της πολυθεΐας· τουτέστι το πνεύμα, εις το γράμμα, την ηθικήν ευσέβειαν, εις την υλικήν λατρείαν, και τας αιωνίας αληθείας του λόγου, εις τα αισθητά σύμβολα της ειδωλατρείας, ενί λόγω, εκ του επικρατούντος θρησκεύματος προσεπάθει να εξαγάγη την εν αυτώ ηθικήν και μεταφυσικήν έννοιαν, και, ως εν τη επιστήμη, επεζήτει και εν αυτώ το καθόλου . Αυτός δε ο Ξενοφών, ο παριστών τον Σωκράτην ως ορθόδοξον, μαρτυρεί πσλλαχού περί των κατακρίσεων και επιφυλάξεων δι' ων συνώδευε τας θετικωτέρας συγκαταβάσεις του εις την επικρατούσαν θρησκείαν, και περί τούτου αληθεύει η παρατήρησις του Γρότε, ότι εν ώ ο Ξενοφών υπερασπίζεται τον διδάσκαλον προσπαθών να τον αποδείξη ορθόδοξον, ο Πλάτων τον υπερασπίζεται εκθέτων παρρησιαστικώτερον την κατά των θρησκευτικών σοφισμάτων ειρωνείαν και την κατά των προλήψεων και δεισιδαιμονιών διηνεκή επίθεσιν αυτού. Όλος ο Ευθύφρων στηρίζεται εις το παράλογον και ανήθικον της πολλότητος των θεών και της εις αυτούς αποδόσεως των ημετέρων παθών. Ωσαύτως εν τω β' της Πολιτείας ελέγχων δήθεν τους ποιητάς, πικρώς κατηγορεί τους θεολόγους. Αλλ' η προσπάθεια αύτη προς ιδανίκευσιν και εκπνευμάτωσιν της αρχαίας θρησκείας έπρεπε ν' αποτύχη, διότι η μεταμόρφωσις αυτής ισοδυνάμει με την καταστροφήν της.


Γ’.

Το δαιμόνιον του Σωκράτους.


Υπό την ειρωνείαν του Σωκράτους εκρύπτετο ο ενθουσιασμός εφ' ου ενεπνέετο και κατά τας μεταφυσικωτέρας συζητήσεις, και ενθουσιών έλεγεν, ότι το αγαθόν μόλις αποκαλυπτόμενον εις την διάνοιαν επιβάλλεται εις την θέλησιν, όθεν ουδείς κακός εκών, και ότι σμικρόν τι μάθημα ηπίστατο, τα ερωτικά, δι' ο εγένετο των καλών και αγαθών νέων εραστής. Την μίτων ταύτην φύσιν του Σωκράτους κατέδειξεν εναργώς ο Πλάτων εν Συμποσίω (215)· Σωκράτει δ' εγώ επαινείν, ω άνδρες, ούτω επιχειρήσω δι' εικόνων κλπ., ένθα και η εν Ποτιδαία έκστασις (ειστήκει σιωπών ) εικονίζει την εν τη σκέψει και αφαιρέσει ενθουσιώδη φύσιν του, ην παραλόγως αποδίδουσί τινες εις παραφροσύνην. Δεν είναι λοιπόν παράδοξον εάν εν τη βαθεία ταύτη σκέψει διείδεν αυθόρμητα και ανεξάρτητα της θελήσεως του πνευματικά φαινόμενα, άτινα, κυριευόμενος υπό της ιδέας της πανταχού ενεργείας του Θεού, εξέλαβεν ως θείας εμπνεύσεις, το δαιμόνιον . Ταύτην δε την γνώμην συνεμερίζετο όλη η αρχαιότης θεωρούσα πάσαν φυσικήν έμπνευσιν ως θείαν και ταυτίζουσα θεία τινί μανία και την μαντείαν και την ποίησιν και τον έρωτα (Φαίδρ.). Και διά του έρωτος εδίδασκεν ο Σωκράτης, και εκέρδιζε την εύνοιαν και την συγκατάθεσιν των μαθητών του. Ο έρως ήτο, καθ' ά έλεγε τω Σωκράτει η Διοτίμα, (Συμπόσ. 203) δαίμων μέγας, και παν το δαιμόνιον μεταξύ εστι θεού τε και θνητού . . . ερμηνεύον και διαπορθμεύον θεοίς τα παρ' ανθρώπων και ανθρώποις τα παρά Θεών, των μεν τας δεήσεις και θυσίας, των τε τας επιτάξεις και αμοιβάς των θυσιών . . . θεός ανθρώπω ου μίγνυται, αλλά διά τούτου πάσα εστιν η ομιλία και η διάλεκτος θεοίς προς ανθρώπους και εγρηγορόσι και καθεύδουσι· και ο μεν περί τα τοιαύτα σοφός δαιμόνιος ανήρ . Εν τω Τιμαίω επίσης η ψυχή θεωρείται ως δαίμων ένοικος, το ηγεμονικόν, και λίαν φυσική είναι η εν τω ενθουσιασμώ, εν τη εξάψει και εν παντί σφοδρώ αισθήματι οπτική, ούτως ειπείν, απάτη της ψυχής, δι' ης το υποκειμενικόν αντικειμενούται. Η εκ του αισθήματος αυθόρμητος αύτη ενόρασις ίσταται, ως η δόξα , μεταξύ επιστήμης και αμαθείας, ταύτης σαφεστέρα, σκοτεινότερα δε εκείνης· και εκ τούτου αι εν τω Ίωνι και τω Μένωνι ειρωνικαί κατά των ποιητών και των πολιτικών επικρίσεις. Αύτη δε η άνωθεν έμπνευσις και χάρις και φώτισις υπάρχει, κατά Πλάτωνα, μάλλον ή ήττον ανεπτυγμένη εις όλας τας ψυχάς (μαντικόν γε τι και η ψυχή ). Εάν τωόντι κατέλθωμεν εις τα ενδότερα του πνεύματος, και προσέξωμεν εις τας αυθορμήτους κινήσεις του νοός και της καρδίας, ευρίσκομεν απρόσωπόν τινα ενέργειαν αναμιγνυομένην εις την προσωπικήν και αντανακλώσαν εν ημίν την καθολικήν και θείαν ζωήν, προς ην η ημετέρα δεν δύναται να ήναι άσχετος. Ουχ ήττον δε του Πλάτωνος και ο Λεϊβνίτιος εθεώρει την εν ημίν μονάδα ως το έσοπτρον και την συγκεφαλαίωσιν του παντός (Essais Προλεγόμενον ), και μεγίστην απέδιδε σπουδαιότητα εις τας αυθορμήτους ταύτας εννοίας, αίτινες φαίνονται ανεξήγητοι, αλλ' ουσιωδώς είναι αποτελέσματα μυρίων ανεπαισθήτων επιρροών, και σχετίζονται προς πάντα τα φαινόμενα του κόσμου (σύμπνοια πάντα καθ' Ιπποκράτην)· ώστε εν τη ελαχίστη των υποστάσεων το όμμα του δύναται να διακρίνη quae sint, quae fuerint, quae mox ventura trahantur . O Σωκράτης ενόμιζεν ότι της θείας ταύτης εμπνεύσεως είναι επιδεκτικοί πάντες άνθρωποι, και ότι ουδεμία ψυχή είναι έρημος συμβουλής θεών, εάν ηξεύρη να παρατηρή και νοή, διότι πάντα σημαίνουσιν εν τη φύσει, και αυτή η φύσις είναι σημείον αποκαλύπτον τον Θεόν (Απομ. Α'. δ', Δ' γ' ). Εθεώρει όμως εαυτόν έχοντα υπέρ τους άλλους την χάριν ταύτην, είτε διότι μάλλον των άλλων προσείχεν εις τα σημεία ταύτα, είτε διότι είχε λάβει παρά Θεού ειδικωτέραν αποστολήν. Ήκουε δε την θείαν έμπνευσιν ως εσωτερικήν φωνήν, φωνή του δαιμονίου. . . . θεού φωνή φαίνεται σημαίνουσα ότι χρη ποιείν (Απολ. Ξεν. 12) · και ουχί ως εξωτερικήν απάτην της ακοής (hallucination ) καθώς διισχυρίσθησάν τινες μη προσέξαντες αρκούντως εις τα κείμενα. Κατά τον Ξενοφώντα αι προαισθήσεις του Σωκράτους ανεφέροντο είτε εις ό, τι έμελλεν αυτός να πράξη, είτε εις τα σχέδια των φίλων του (Απομ. Α'. η'. Α', α' ). και ελάμβανον ως επί το πλείστον μορφήν αποτροπής , ως αποδεικνύουσιν αι περί τούτου συνδυαζόμεναι μαρτυρίαι του Ξενοφώντος και του Πλάτωνος. Εάν δε συνενώσωμεν τας περί νοεράς και αυθορμήτου ενοράσεως σωκρατικάς διδασκαλίας, εξ ων και η πλατωνική ανάμνησις και η διά της διαλεκτικής μαιευτική τέχνη, και λάβωμεν υπ' όψιν τας περί έρωτος, εμπνέοντος και τούτου θαυμαστήν δύναμιν κατανοήσεως του αληθούς, του καλού και του αγαθού, και συνδέοντος τα θεία με τα ανθρώπινα, και τέλος, τας περί προνοίας, ήτις πανταχού εισδύει και διέπει τα πάντα, ουδόλως παράδοξον θέλει φανή το φαινόμενον του Σωκρατικού δαιμονίου, εν εποχή μάλιστα καθ' ήν πάντα επροσωποποιούντο και εθεοποιούντο διά της φαντασίας. Σημειωτέον δε ότι το δαιμόνιον , τούτο ουδέποτε καλεί δαίμονα ο Σωκράτης, ούτε παρά Ξενοφώντι ούτε παρά Πλάτωνι, ώστε δεν αποδίδει αυτώ αντικειμενικήν ύπαρξιν, αλλά το θεωρεί δαιμόνιόν τι πράγμα ή σημείον, δαιμονίαν τινά αρχήν, η έμπνευσιν, ή συμβουλήν, ή προαίσθησιν. Και το αόριστον τούτο της σωκρατικής ταύτης εννοίας έδωκε μάλιστα αφορμήν εις την καταυτού κατηγορίαν ότι έτερα καινά δαιμόνια εισφέρει , αφ' ού ήτο γνωστόν ότι δεν παρεδέχετο καθ' ολοκληρίαν τας γενεολογίας και τους μύθους των λατρευομένων θεών, εις ουδένα δε τούτων ηδύνατο να υπαχθή η θεία αύτη αρχή και τρόπον τινά ο ιδιαίτερος και ατομικός ούτος χρησμός του Σωκράτους. Ανάγκη πάσα λοιπόν ν' απορριφθή και η γνώμη πολλών αρχαίων και νεωτέρων, οίτινες αντικατέστησαν εις το δαιμόνιον ένα δαίμονα , και πολλώ μάλλον η άλλη, ότι το δαιμόνιον τούτο ήτο απλή μεταφορά ή ειρωνική αλληγορία.
ΒΙΒΛΙΟΝ Η'

Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΤΟΥ


Α’.

Η κατά των σοφιστών πάλη του Σωκράτους.


Το όνομα σοφιστής ουδέν έχον άτιμον κατ' αρχάς εσήμαινεν απλώς τον επαγγελλόμενον και διδάσκοντα την επιστήμην, και εφηρμόζετο εις τους μετερχομένους οιονδήποτε κλάδον μαθήσεως, την μουσικήν, την αστρονομίαν κλπ. Αλλά το επάγγελμα τούτο έπρεπε να διεγείρη την ζηλοτυπίαν και την δυσπιστίαν του κοινού, αφ' ού μάλιστα ήρχισαν οι σοφισταί να επιλαμβάνωνται φιλοσοφικών, πολιτικών και θρησκευτικών ζητημάτων, και πολλώ μάλλον, αφού επληρόνοντο. Έπρεπεν ως εκ τούτου να εγείρωσι κατά διττόν λόγον τον έλεγχον και την ειρωνείαν του Σωκράτους, όστις το μεν επαγγέλεσθαι την σοφίαν εθεώρει ως αλαζονείαν, και ωμολόγει εαυτόν αμαθή και από κοινού μετά των φίλων ζητούντα και μαιεύοντα την επιστήμην, την δε μίσθωσιν των διδασκάλων, ως βεβήλωσιν της φιλοσοφικής παραδόσεως, ήτις έπρεπε να ήναι κατ' αυτόν πνευματική και ηθική εκ συμπαθείας και έρωτος συγκοινωνία, και ουχί ιδιοτελές εμπόριον· σοφιστάς ώσπερ πόρνους αποκαλούσι (Απομ. Α' ς' Απολογ. Πλάτ. 17) . Αλλά και αύτη η μέθοδος των σοφιστικών παραδόσεων έπρεπε να επιδράση επί των φιλοσοφικών αυτών διδασκαλιών, και επίσης να διεγείρη την αντενέργειαν του Σωκράτους, διότι ούτε οι διδάσκαλοι ούτε οι μαθηταί εζήτουν την αλήθειαν διά την αλήθειαν, αλλ' οι μεν εκινούντο υπό του συμφέροντος και της κενοδοξίας, οι δε επεδίωκον μόνον την εν τη τότε κοινωνία επιτυχίαν, όθεν και οι μεν και οι δε ευχαριστούντο εις το σχετικόν, το πιθανόν και ενίοτε το ψευδές ένεκεν του ωφελίμου. Απ' εναντίας ο Σωκράτης εζήτει το καθόλου , και διαιρών, και επαγόμενος, και ορίζων κατά γένη , επεδίωκεν ουχί τας εις τους Αθηναίους ευαρέστους και ωφελίμους γνώσεις, αλλ· αυτήν την αλήθειαν. Προς τούτοις δε εν Αθήναις συνεκρούοντο τότε πάσαι αι αντίθετοι σχολαί, αντιφατικά επιφέρουσαι συμπεράσματα, ώστε εδύνατό τις να ισχυρισθή, και ότι πάντα αληθή, και ότι ουδέν αληθές, εν δε τη ηθική και τη πολιτική και τη θρησκεία, φυσική και αναπόφευκτος συνέπεια της πνευματικής ταύτης αναρχίας ήτο ο σκεπτισμός. Η μεταξύ σοφιστού και αληθούς σοφού διαφορά ακριβώς και ζωηρώς εικονίζεται εν τω Σοφιστή , ον παρενόησεν ο Γρότε, ισχυριζόμενος λίαν παραδόξως ότι ο χαρακτηρισμός του σοφιστού αρμόζει και εις αυτόν τον Σωκράτην· ουχί άλλως δε και ο Αριστοτέλης (Τοπ. Δ' 100 ) χαρακτηρίζει τον σοφιστήν χρηματιστήν από φαινομένης σοφίας, αλλ' ουκ ούσης . Εάν δε εξετάση τις τας εν τοις πλατωνικοίς διαλόγοις αναφερομένας δοξασίας των σοφιστών, βεβαιούται ότι η σοφία αυτών ήτο τωόντι φαινομένη , ως εκ τούτου αντιφατική, ουχί δε πραγματική και αληθής. Εκ δε της σοφιστικής τέχνης η Ελληνική λεπτόνοια παρήγαγε την εριστικήν, ης παράδειγμα έχομεν εν τω Ευθυδήμω . Επειδή δε προς τους σοφιστάς ακαταπαύστως συνεζήτει ο Σωκράτης, δεν είναι παράδοξον εάν και αυτόν εξέλαβεν ο λαός ως σοφιστήν, και μάλλον των άλλων επικίνδυνον, διότι ούτε έζη ούτε εφρόνει ως ο επίλοιπος κόσμος, και ειρωνικώς έλεγεν εαυτόν αμαθή, πιστεύων απ' εναντίας ότι ήτο πάντων σοφώτατος, και παραδόξους επρέσβευε θεωρίας, ότι ουδείς κακός εκών, ότι επιστήμη και αρετή ταυτίζονται, ότι νόμιμος άρχων είναι μόνος ο επιστήμων και ουχί ο κληρούμενος υπό του δήμου, ότι είχεν ιδιαίτερον δαιμόνιον κλ. Εντεύθεν η κατ' αυτού εξέγερσις της τότε κοινωνίας, η δίκη του και η κατ' αυτού επίθεσις του Αριστοφάνους.


Β’.

Ο Σωκράτης και ο Αριστοφάνης


Ο Σωκράτης δεν ήτο δημοτικός εις τας Αθήνας, και κατηγορείτο, ότι δεν ελάμβανε μέρος εις τα πολιτικά, και κατέκρινε παρρησία τα ελλείμματα της δημοκρατίας· η δε αριστοκρατική μερίς τον κατηγόρει, ότι προσέβαλλε την δημοσίαν λατρείαν αχώριστον ούσαν του πολιτικού οργανισμού. Εις την μερίδα ταύτην ανήκεν ο Αριστοφάνης, και υπερησπίζετο κατά το δοκούν αυτώ τους αρχαίους νόμους και τας αρχαίας παραδόσεις. Επειδή δε οι δραματικοί ποιηταί εμισθοδοτούντο ως υπάλληλοι, και απηλλάττοντο της στρατιωτικής υπηρεσίας, ήσαν μάλλον συντηρητικοί ή νεωτερισταί. Εν κράτει δε όπου διηνεκής στρατός δεν υπήρχε, και οι άρχοντες ήσαν αιρετοί και ετήσιοι, μόνη εγγύησις της ησυχίας ήτο το σέβας των καθεστώτων, και εν μέσω της παντοτεινής κινήσεως ην επέφερεν η άκρα δημοκρατία, η κωμωδία, ηδύνατο να παρουσιασθή ως μέσον κατάλληλον και αποτελεσματικόν προς άμυναν της πολιτείας. Εχρησίμευσε δε επί το πλείστον ως μέσον οπισθοδρομικόν, και παριστώσα την ηθικήν διαφθοράν ως συνέπειαν των νέων ιδεών, ουχί σπανίως περιέστειλε και κατεβίβασε το δημόσιον πνεύμα. Τινές των γερμανών, οίον ο Βεργκ, ο Μεϊνέκε, ο Ράγκε και ο Βέστερμαν, εξυμνούσι τους κωμωδοποιούς ως σοφούς και αυστηρούς φύλακας της δημοσίας ηθικής και των νόμων, αλλά την κρίσιν ταύτην δικαίως ελέγχει ως ψευδή ο Γρότε, αι δε Νεφέλαι αποδεικνύουσι τρανώς, ότι ιδίως ο Αριστοφάνης δεν ήτο ούτε μάρτυς πιστός ούτε επικριτής αμερόληπτος. Φανερόν ότι ο ποιητής ούτος δεν ήτο θρήσκος, και επειδή διεκωμώδει τους θεούς χωρίς να σκανδαλίση το κοινόν, πρέπει να πιστεύσωμεν ότι ότε υπερησπίζετο το θρήσκευμα, έπραττε τούτο διά πολιτικόν λόγον. Και όμως εύνους τη αριστοκρατία εφαίνετο και αυτός ο Σωκράτης, αλλά τη επιστημονική, εν ώ ο Αριστοφάνης υπεστήριζε την αριστοκρατίαν των τότε πολιτικών και ποιητών και θεολόγων.

Ο Αριστοφάνης παριστά τον οίκον του Σωκράτους πλήρη μαθητών ασχολουμένων εις παν είδος μαθήσεως, την αστρονομίαν, την γεωμετρίαν, την γεωγραφίαν (Νεφέλ. 187 ), διακωμωδεί δε την ασάφειαν και λεπτότητα της διαλεκτικής του, δι' ης ζητών το καθόλου χάνεται εις τας νεφέλας, (227, 270) εν ταυτώ δε, την μανίαν των διαιρέσεων και υποδιαιρέσεων, δι' ην κατέρχεται εις τας εσχάτας λεπτολογίας· και λεπτολογείν ήδη ζητεί και περί καπνού στενολευχείν — και γνωμιδίω γνώμην· νύξασ' ετέρω λόγω αντιλογείσαι (320) · και αύται αι λέξεις υποβάλλονται παρ' αυτού εις λεπτομερή εξέτασιν (394, 660), και πανταχού αι αξιώσεις του φιλοσόφου αντιτίθενται προς το φρούδον της μεθόδου και των μελετών αυτού (366). Εάν δε η λεπτή αύτη ανάλυσις εφαρμοσθή και εις τα θεία, πάσα υπερφυσική δύναμις εξατμίζεται. Εν δε τη τολμηρά σκηνή εν ή ο δίκαιος και ο άδικος προσωποποιούνται (1080), προτίθεται ο ποιητής ν' αποδείξη, ότι η υπό των σοφιστών και διαλεκτικών εκπαίδευσις επιφέρει μετά της ασεβείας και την ηθικήν διαφθοράν. Και εις τα δύο ταύτα ανάγεται επί τέλους η κατά του Σωκράτους κατηγορία του Αριστοφάνους, εις ην φαίνεται απαντών ο Πλάτων διά του Ευθύφρονος , ανταποδεικνύων, ότι η τυφλή πίστις εις το επικρατούν θρήσκευμα δύναται εκ των εις τους θεούς αποδιδόμενων ανοσιουργιών να εξαγάγη λογικώς πάσαν κακίαν. Τοιούτω τρόπω ο συντηρητικός ποιητής και ο νεωτερίζων φιλόσοφος διεμάχοντο κατ' αλλήλων, το παρελθόν κατά του μέλλοντος, η πολυθεΐα κατά του πνευματισμού, και τα αυτά επαναλαμβάνονται οσάκις καθαρωτέρα θρησκεία και ηθική ανατέλλει εν τη ιστορία· ο ηθικώτερος φαίνεται ανήθικος, και ο θεοσεβέστερος άθεος. Ούτω δε συνέτεινεν εμμέσως ο Αριστοφάνης εις την καταδίκην του Σωκράτους· η δε νέα κριτική απέδειξε, κατά του Αιλιανού και Διογένους του Λαερτίου, ότι ο ποιητής δεν παρεκινήθη εις τούτο υπό των προτροπών των αμέσων αυτού κατηγόρων, του Ανύτου και Μελήτου.


Γ’.

Αίτια της δίκης του Σωκράτους, και σχέσις αυτών προς τας φιλοσοφικάς αυτού διδασκαλίας.


Τα αληθή αίτια της δίκης του Σωκράτους δεν διαγινώσκονται ακριβώς ειμή διά της φιλοσοφικής αυτού διδασκαλίας. Η κυριωτάτη ιδέα του Σωκράτους ήτο, ως είδομεν, ότι η επιστήμη, παντοδύναμος επί του πνεύματος, ταυτίζεται τω αγαθώ, και παράγει εξ ανάγκης την ηθικήν αρετήν, την πολιτικήν ωφέλειαν, το τεχνικόν κάλλος, την θρησκευτικήν πίστιν· αφιέρωσε δε αποκλειστικώς την ζωήν του εις την διά της διαλεκτικής των τε νοημάτων και των έργων κατάκτησιν της επιστήμης. Μεγάλη ήτο η ιδέα του, αλλ' ατελής, ως είδομεν, διότι απέκλειε το ουσιωδέστατον στοιχείον του αγαθού, την ηθικήν ελευθερίαν. Εντεύθεν και το ηθικόν ύψος του Σωκράτους, και το αίτιον της καταστροφής του· διότι απορροφών εν τη ιδέα της επιστήμης πάσαν την διαλεκτικήν, παρέσχε λαβήν εις τους εχθρούς των σοφιστών μεθ' ων τον συνέχεον· απορροφών εν τη αυτή ιδέα πάσαν την ηθικήν, και αρνούμενος την ελευθερίαν, έδωκεν αφορμήν εις τους κατηγορήσαντας αυτόν επί διαφθορά των νέων· απορροφών πάσαν την πολιτικήν , διήγειρε καθ' εαυτού τους πολιτικούς· απορροφών την ποίησιν και την τέχνην, επροκάλεσε τους ποιητάς και τους καλλιτέχνας· απορροφών τέλος την θρησκείαν , έμελλε να ερεθίση τους θεολόγους. Άρα η παράλειψις του υπ' αυτού παραγνωρισθέντος στοιχείου καθίστα επιλήψιμον και την διαλεκτικήν, και την ηθικήν, και την πολιτικήν, και την καλολογίαν, και την θρησκείαν αυτού.

Και πρώτη μεν η διαλεκτική του Σωκράτους ήγειρε κατ' αυτού τα πνεύματα ένεκεν του ιδανικού όπερ διετύπωσε, της αποστολής ην ανέλαβε, και των λογικών μέσων άτινα μετεχειρίσθη. Εν τη κατά Πλάτωνα Απολογία παρίσταται αυτός ο Σωκράτης εκθέτων τον κυριώτερον λόγον των κατ' αυτού διαβολών πόθεν αι διαβολαί σοι αύται γεγόνασι; (ε') και καταφαίνεται το υπ' αυτού συλληφθέν ύψιστον ιδανικόν της επιστήμης, όπερ θεωρεί ως θείαν αποκάλυψιν κυριεύουσαν αυτόν, διά τινος εσωτερικού χρησμού, ου ο εν Δελφοίς πατρίδος. Εν ώ δε περιεφρόνει τους πολιτευομένους, αυτός απέσχε των κοινών, και τούτο επηύξανε τον κατ' αυτού ερεθισμόν. Τους λόγους της αποχής του εκθέτει σαφώς εν τη παρά Πλάτωνι Απολογία· Τούτου δε αίτιόν εστι ό υμείς εμού πολλάκις ακηκόατε πολλαχού λέγοντος . . . αναγκαίον εστι τον τω όντι μαχούμενον υπέρ του δικαίου, και ει μέλλει ολίγον χρόνον σωθήσεσθαι, ιδιωτεύειν, αλλά μη δημοσιεύειν . Ουδέν ήττον οσάκις ανέλαβε δημοσίαν τινά λειτουργίαν, απεδείχθη αδιάσειστος εν τη δικαιοσύνη απεναντι και αυτής παντοδυναμίας των τριάκοντα. Προς τούτοις δε, ένεκεν αυτών των πολιτικών διδασκαλιών του, άς εξεθέσαμεν εν οικείω τόπω, και άκων παρεκινείτο να υποστηρίζη μάλλον την αριστοκρατικήν μερίδα, και τούτο επίσης, έπρεπε να θεωρηθή ως περιφρόνησις των καθεστώτων (Απομ. Δ', Β' )· οι δε μαθηταί αυτού, ο Ξενοφών και ο Πλάτων, εξεθείαζον την Σπάρτην, και εκάκιζον τας Αθήνας, και παρ' αυτού επίσης είχον διδαχθή ο Αλκιβιάδης και ο Κριτίας, ώστε κατά πάντα λόγον έμελλε να θεωρηθή ως εχθρός της πολιτείας.

Ουχ ήττον των πολιτικών έπρεπε να τον υποβλέπωσιν οι ποιηταί και οι καλλιτέχναι, ους έτασσε μετά των πολιτικών και των σοφιστών εις τον κατώτερον κύκλον της εμπειρίας και της δόξης, και επίσης υπέβαλλεν εις την μαιευτικήν του, όπως τοις αποδείξη ότι δεν εγνώριζον τον λόγον των ιδίων έργων· Μετά γαρ τους πολιτικούς ήα επί τους ποιητάς . . . έγνων ουν και περί των ποιητών εν ολίγω τούτο, ότι ου σοφία ποιοίεν ά ποιοίεν κλ. (Απολογ. 22 ). Επειδή δε οι ποιηταί, οι ραψωδοί και οι υποκριταί διεσκέδαζον τον λαόν, είχον παρ' αυτώ ου μικράν επιρροήν, και η απέχθεια αυτών ήτο λίαν επίφοβος. Μετά δε της ποιήσεως στενώτατα συνεδέετο η μυθολογία και η θεολογία, και πρώτον μεν προϊόν της απεχθείας ταύτης είναι αι Νεφέλαι · τελευταίον δε, η υπό Μελήτου, κατηγορία.

Τωόντι ο Μέλητος εκπροσωπεί ου μόνον την ποίησιν, αλλά και την θρησκείαν. Οι δε ανορθώσαντες τότε την δημοκρατικήν κυβέρνησιν ώφειλον ν' αποκαταστήσωσι και την εθνικήν θρησκείαν, και ο Σωκράτης έπρεπε να θυσιασθή εις το πνεύμα της υπό Θρασυβούλου πολιτικής μεταβολής. Δύο τινά υπήρχον εν τη θρησκευτική διδασκαλία του Σωκράτους εξ ίσου επιλήψιμα· ο ορθολογισμός και ο μυστικισμός του. Εν τη λατρεία ο Σωκράτης διώκει το λογικόν στοιχείον, και ούτε τυφλήν θέλει την πίστιν, ούτε ανήθικον την ευσέβειαν. Την ύπαρξιν και τα προσόντα του Θεού αποδεικνύει διά του λόγου δι' ου καθαίρει αυτόν από παντός κακού και μόνον παν αγαθόν τω αποδίδει. Λογικήν δε θέλει και την προσευχήν, αποκλείων αυτής τας εγωιστικάς και παιδαριώδεις αιτήσεις, και ούτως εισάγει εις την θρησκείαν το διαλεκτικόν και μεταφυσικόν στοιχείον, το καθόλου , αντικείμενον του λόγου. Εκ ταύτης δε της ανυψώσεως του λόγου εις τον ύπατον βαθμόν, εξ ου η παντοδυναμία της επιστήμης και η εκ θείας τινός αποκαλύψεως ιερά αυτής αποστολής επήγαζε, διά της συνταυτίσεων του λογικού και του θείου, ο ενθουσιασμός και ο μυστικισμός του, και του φαινομένου τούτου, πρωτοφανούς τότε, είδεν ακολούθως άλλα παραδείγματα η ιστορία της φιλοσοφίας διά του πλατωνισμού των Αλεξανδρινών, του Βρούνου, του Σπινόζα και του Σχελλίγγου· ώστε αυτός ο σκώπτων τους εμπνευσμένους ποιητάς θεωρεί επί τέλους εαυτόν κατεχόμενον υπό του θείου και εμπνεόμενον διά τινων δαιμονίων σημείων υποβοηθούντων την αμάθειάν του, αλλά κατωτέρων πάντοτε της αληθούς επιστήμης. Εκ τούτων απάντων οι αντιπρόσωποι της αρχαίας λατρείας έπρεπε να συμπεράνωσιν, ότι ο Σωκράτης απορρίπτων την αρχαίαν θρησκείαν και τους λειτουργούς αυτής, εισήγε καινά δαιμόνια και νέον μέσον συγκοινωνίας προς το θείον. Και εάν κατά την πρώτην περίοδον του φιλοσοφικού βίου αυτού, επόμενος εις τας φυσικάς θεωρίας του Αναξαγόρου, εκλόνισε την λατρείαν του ηλίου και της σελήνης, αι κατά την δευτέραν ηθικαί μελέται, δι' ων ανήλθεν εις την ιδέαν θείας προνοίας πανταχού ενεργούσης, προ πάντων δε εν τη ανθρωπίνη ψυχή, και ιδίως εν τη ιδική του, τον εδίδαξαν ν' απαλλαγή της ανάγκης πολλών θεών και ν' αναγνωρίση ένα και μόνον.

Τοιούτοι είναι οι εσωτερικοί και τρόπον τινά μεταφυσικοί λόγοι της δίκης του Σωκράτους, οίτινες συγκεφαλαιούνται εις τας τολμηράς αυτού θεωρίας, και οι λόγοι ούτοι ενεθάρρυναν αυτόν κατά την διάρκειαν της δίκης και παρηγόρησαν κατά τας τελευταίας στιγμάς της ζωής.


Δ’.

Η δίκη, η απολογία και ο θάνατος του Σωκράτους.


Τα αληθή αίτια της δίκης του Σωκράτους είχον επισωρευθή επί εικοσιπέντε έτη, και άπορον είναι πώς εβράδυνε τοσούτον το αποτέλεσμα αυτών. Τιμά δε το φιλελεύθερον πνεύμα των Αθηναίων η μακρά αύτη ανοχή. Αι μερικαί αφορμαί της κατηγορίας ήσαν, αφ' ενός μεν, η δημοκρατική και θρησκευτική αντενέργεια των τριάκοντα, αφ' ετέρου δε, η απέχθεια του Ανύτου, ου τον υιόν είχεν ελκύσει ο Σωκράτης εις τας συνδιαλέξεις του, και ον είχε διακωμωδήσει διά την πολιτικήν οίησίν του. Τω 399 έτει π. Χ. διετυπώθη η κατηγορία υπό Μελήτου ως έπεται· αδικεί Σωκράτης, ους μεν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα δε καινά δαιμόνια εισηγούμενος· αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων· τίμημα θάνατος . Η κατηγορία αύτη υπάρχει σχεδόν ταυτούσιος παρά Διογένει, Ξενοφώντι και Πλάτωνι. Η αγόρευσις δι' ης ανεπτύχθη, ήτο του Ανύτου, και ο δημαγωγός Λύκων είχε διευθύνει τας πρώτας πράξεις της διαδικασίας. Και ο μεν Μέλητος ήτο πιθανώς ο αυτός ον διακωμωδεί ο Αριστοφάνης εν Βατράχοις (1337), ο δε Άνυτος ήτο πλούσιος, διαπρέψας εις τας ανωτέρας πολιτικάς θέσεις, συμπολεμήσας τω Θρασυβούλω, συντηρητικώτατος και άσπονδος εχθρός των σοφιστών και των φιλοσόφων. Άγνωστα δε είναι του Λύκωνος τα προηγούμενα. Κατά την κατηγορίαν ταύτην, ο Σωκράτης διαφθείρει τους νέους, υπό μεν την νοητικήν και ηθικήν όψιν, διά της διαλεκτικής του, υπό δε την πολιτικήν, διά των προς την αριστοκρατίαν τάσεων αυτού, και υπό την θρησκευτικήν, διά της απιστίας του· ουσιωδώς δε πάντα τούτα συγκεντρόνονται εις την κατά των καθεστώτων επίθεσιν, και η φιλοσοφική και η θρησκευτική διδασκαλία του θεωρούνται αξιόποινοι καθό υποσκάπτουσαι τα θεμέλια του κράτους.

Διά τούτο ενώπιον δικαστηρίου όλως πολιτικού εισήχθη η δίκη. Ο Μεούρσιος και ο Κουσίνος νομίζουσιν ότι ο Σωκράτης εδικάσθη υπό του Αρείου Πάγου. Και ναι μεν αληθεύει ότι μετά την πτώσιν των τριάκοντα ανωρθώθησαν οι του Σόλωνος νόμοι, καθ' ους ο Άρειος Πάγος εδίκαζε τας περί ασεβείας δίκας· πολλαί όμως περιστάσεις της δίκης αποκλείουσαι την γνώμην ταύτην. Και πρώτον, εάν κατά Διογένην 281 ψήφοι κατεδίκασαν τον Σωκράτην, ο αριθμός ούτος δεν αρμόζει εις το δικαστήριον εκείνο. Έπειτα, το ύφος των κατηγόρων ωμοίαζε τας προς τον λαόν αγορεύσεις, και εχαρακτηρίζετο ο κατηγορούμενος ως δεινός ρήτωρ δυνάμενος να παρασύρη τους δικαστάς, και να διαφθείρη ακολούθως τα τέκνα των, όπερ επίσης δεν αρμόζει εις το υψηλόν αξίωμα των Αρειοπαγητών· οι δε φίλοι του Σωκράτους παρακινούντες αυτόν να ετοιμάση την απολογίαν του, τω έλεγον ότι οι δικασταί πολλάκις είχον καταδικάσει ή αθωώσει τους υποδίκους ένεκεν της απολογίας των, και ούτε τούτο αρμόζει εις το ανώτατον εκείνο δικαστήριον, ένθα οι αγορεύοντες ώφειλον να περιορισθώσιν εις την έκθεσιν των γεγονότων, και πάσα ρητορική ανάπτυξις αυστηρώς απηγορεύετο. Επειδή δε πολιτική ήτο η κατηγορία, έπρεπε να εισαχθή ενώπιον δημοτικού δικαστηρίου. Τέλος ο εν τη Απολογία αναφερόμενος όρκος των δικαστών είναι ο των Ηλιαστών, δηλ. των εκ του λαού κληρουμένων δικαστών διά κυάμων, όπερ πολλάκις είχεν εμπαίξει ο κατηγορούμενος. Εν τω κατά Τιμοκράτους λόγω ο Δημοσθένης διέσωσε τον τύπον του όρκου τούτου, και τους Ηλιαστάς ρητώς αναφέρει Μάξιμος ο Τύριος· ο δε Αθηναίος λέγει ότι ο Σωκράτης κατεδικάσθη υπό κληρωθέντων δικαστών, 556 περίπου κατά Διογένην. Ενώπιον τοιούτων ανθρώπων, βαναύσων κατά το πλείστον, έμελλε να συζητηθή η μεγίστη δίκη της αρχαιότητος, και εις τούτους ώφειλε ν' αποδείξη ο μέγας φιλόσοφος την αλήθειαν της διδασκαλίας του.

Αλλά κανονική απολογία ήτο άρα σύμφωνος προς τας αρχάς του Σωκράτους; Μόνοι ισχυροί κατ' αυτόν ήσαν οι επιστημονικοί λόγοι, ους δεν ηδύνατο ν' αναπτύξη ενώπιον τοιούτων δικαστών, και προσέτι η διά των λόγων υπεράσπισιν δεν τω εφαίνετο αξιοπρεπής, και ήτο αχώριστος της εκ των έργων, και αύτη προέκυπτεν εξ όλης του της ζωής· Ου δοκώ σοι απολογείσθαι μελετών διαβεβιωκέναι; . . . , ουδέν άδικον διαγεγένημαι ποιών, ήνπερ νομίζω μελέτην είναι καλλίστην απολογίας (Απολ. Ξενοφ. 3) . Έβλεπε δε εις τα συμβαίνοντα θείαν τινά πρόνοιαν, εις ην ώφειλε να υποκύψη αγογγύστως, αποφεύγων ούτω τα δεινά του γήρατος και προσδοκών δόξαν αθάνατον· μεγίστην δε αφοβίαν τω ενέπνεεν η αθωώτης του. Και διά τούτο οσάκις ηθέλησε να προετοιμάση την απολογίαν του, το δαιμόνιον τον απέτρεψε, και διά τούτο απεποιήθη ην τω προσέφερεν ο Λυσίας ως ακατάλληλον, και απελογήθη μόνον ίνα συμμορφωθή προς τους νόμους. Αι κατά Πλάτωνα και Ξενοφώντα Απολογίαι συνετάχθησαν μετά τον θάνατον του προς δικαίωσιν της μνήμης αυτού παρά τοις μεταγενεστέροις, και εκ των δύο πιστοτέρα είναι η του Πλάτωνος παρευρεθέντος εις την δίκην. Ο Ξενοφών παριστά τον Σωκράτην δικαιολογούμενον διά τας θρησκευτικάς δοξασίας του περισσότερον παρ' όσον επέτρεπεν η γνωστή αυτού παρρησία. Ο Πλάτων επί του κεφαλαίου τούτου εικονίζει ακριβέστερον τον χαρακτήρα και τον τρόπον του διδασκάλου. Περί δε της διαφθοράς των νέων απαντά εις τον Μέλητον ότι αυτός ο κατήγορός του δεν ηξεύρει τι είναι διαφθορά, και τι είναι βελτίωσις, και διηγούμενος τας απάτας της ψευδούς επιστήμης, επιμένει εις ην έλαβε παρά του εν Δελφοίς θεού εντολήν, και αποποιείται και αυτήν την ζωήν, εάν δεν την αφιερώση εις την εκπλήρωσίν της, επιβεβαιών ούτω πάσας τας διδασκαλίας του περί της ταυτότητος της επιστήμης και της αρετής και περί της λόγω και έργω διαλεκτικής, ης όλη του η ζωή ήτο η ενσάρκωσις. Ευρίσκεται εν τη Απολογία και αυτή η περί θελήσεως θεωρία, εξ ης επήγασαν αι αποπλανήσεις της διδασκαλίας του, διότι και τους κατηγόρους και τους δικαστάς θεωρεί ως θύματα ακουσίας απάτης, εντεύθεν η προς αυτούς υπεροχή και ειρωνεία και τρόποι τινά ο προς αυτούς οίκτος· Non supplex aut reus sed magister aut dominus videretur esse judicum , καθ' ά λέγει ο Κικέρων (De Orat. 154 )· εντεύθεν επίσης και η γαλήνη μεθ' ης υποβάλλεται εις την λογικήν των πραγμάτων, πεποιθώς ότι παν το λογικόν είναι εν ταυτώ και αγαθόν. Δεν ηπόρησε λοιπόν ο Σωκράτης διά την καταδίκην του, αλλά μόνον, ότι εγένετο διά μικράς πλειονότητος, τριών ψήφων κατά Πλάτωνα. Ουδεμία δε αμφιβολία ότι το ύφος και το πνεύμα της απολογίας πολύ συνέτεινον εις την καταδίκην, ως ομολογεί και ο Ξενοφών, όθεν οι ρήτορες θεωρούσι την κατά Πλάτωνα Απολογίαν ως κακήν δικηγορίαν και αναξίαν του τε Πλάτωνος και του Σωκράτους· αλλ' ο φιλόσοφος απ' εναντίας θέλει την θαυμάσει ως αριστούργημα απεικονίζον τους ευγενεστέρους χαρακτήρας της φυσιογνωμίας και αυτάς τας αδυναμίας του απολογουμένου. Και ου μόνον την καταδίκην του προεκάλεσεν ο Σωκράτης, αλλά και το είδος της ποινής. Κατά την δικονομίαν υπεχρεούτο να δηλώση την ποινήν. Προτείνας δε τω εν Πρυτανείω σιτείσθαι , εφάνη βεβαίως απαυθαδιζόμενος και υβρίζων και προκαλών τους δικαστάς, αλλ' ήτο συνεπής προς εαυτόν και αξιοπρεπέστατος. Τον δε κατ' αυτού καταγγελθέντα θάνατον εθεώρησεν ως σωτηρίαν, και υπεβλήθη εις αυτόν διά της συνήθους αισιοδοξίας του, ως εις απόφασιν της θείας προνοίας.

Θαυμαστή είναι η προφητεία ην απαγγέλλει μετά την καταδίκην· Το δε δη μετά τούτο επιθυμώ υμίν χρησμοδήσαι, ω καταψηφισάμενοί μου· και γαρ ειμι ήδη ενταύθα, εν ώ μάλιστ' άνθρωποι χρησμοδούσιν όταν μέλλωσιν αποθανείσθαι· φημί γαρ, ω άνδρες, οι εμέ απεκτόνατε, τιμωρίαν ημίν ήξειν ευθύς μετά τον θάνατον πολύ χαλεπωτέραν νη Δι' ή οίαν εμέ απεκτόνατε. Νυν γαρ τούτο είργασθαι οιόμενοι απαλλάξασθαι του διδόναι έλεγχον του βίου· το δε υμίν πολύ εναντίον αποβήσεται, ως εγώ φημι. Πλείους έσονται υμάς οι ελέγχοντες ους νυν εγώ κατείχον, υμείς δε ουκ ησθάνεσθε (εννοεί τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα και την εκ του βίου και του θανάτου αυτού πνευματικήν επανάστασιν εν τω μέλλοντι), και χαλεπώτεροι έσονται όσω νεώτεροί εισι, και υμείς μάλλον αγανακτήσετε . Και άλλας προρρήσεις προσθέτει η κατά Ξενοφώντα Απολογία περί του υιού του Ανύτου ότι κακώς υπό του πατρός παιδευθείς, κακώς θέλει ζήσει όπερ και ηλήθευσε. Στρεφόμενος δε προς τους αποψηφισαμένους, τοις λέγει ότι η συνήθης μαντική του δαιμονίου, το του Θεού σημείον , δεν τον απέτρεψεν ούτε του να προσέλθη εις το δικαστήριον, ούτε ν' απολογηθή ως απελογήθη, και συμπεραίνει· κινδυνεύει γαρ μοι το ξυμβεβηκός τούτο αγαθόν γεγονέναι, και ουκ έσθ' όπως ημείς ορθώς υπολαμβάνομεν, όσοι οιόμεθα κακόν είναι το τεθνάναι · τελειόνει δε ομολογών την εις την θείαν πρόνοιαν πίστιν αυτού· έν τι τούτο διανοείσθαι αληθές, ότι ουκ έστιν ανδρί αγαθώ· κακόν ουδέν ούτε ζώντι ούτε τελευτήσαντι, ουδέ αμελείται υπό θεών τα τούτου πράγματα, ουδέ τα εμά νυν από του αυτομάτου γέγονεν, αλλά μοι δήλον εστι τούτο, ότι ήδη τεθνάναι και απαλλάχθαι πραγμάτων βέλτιον ην μοι, διά τούτο και εμέ ουδαμού απέτρεψε το σημείον, και έγωγε τοις καταψηφισαμένοις μου και τοις κατηγόροις ου πάνυ χαλεπαίνω.

Το αυτό πνεύμα ζωογονεί και την απάντησιν αυτού εις τον Κρίτωνα προτείνοντα να τον σώση διά της διαφθοράς των δεσμοφυλάκων, και προσπαθούντα διά παντοίων επιχειρημάτων να τον καταπείση. Πιστός εις την λόγω και έργω διαλεκτικήν, απαντά· σκοπείσθαι ουν χρη ημάς είτε ταύτα πρακτέον είτε μη ως εγώ ου μόνον νυν, αλλά και αεί τοιούτος, οίος των εμών μηδενί άλλω πείθεσθαι ή τω λόγω ος αν μοι λογιζομένω βέλτιστος φαίνεται. Τους δε λόγους, ους εν τω έμπροσθεν έλεγον ου δύναμαι νυν εκβαλείν, επειδή μοι ήδε η τύχη γέγονεν, αλλά σχεδόν τι όμοιαι φαίνονταί μοι και τους αυτούς πρεσβεύω και τιμώ ούςπερ πρότερον . Και ο λόγος καθολικώς επιβάλλει το καθήκον να ήμεθα πάντοτε δίκαιοι και προς αυτούς τους αδικούντας ημάς, και να μη αποκρούωμεν το κακόν διά του κακού, αλλά διά του αγαθού, αδιαφορούντες και προς τα δεινά του σώματος και προς τας μωράς γνώμας των ανθρώπων. Έα τοίνυν, ω Κρίτων , επιλέγει, και πράττωμεν ταύτη, επειδή ταύτη ο Θεός υφηγείται.

Αι δε εν τω Φαίδωνι μεταφυσικαί διδασκαλίαι και τα περί μελλούσης ζωής κυριώτερα επιχειρήματα ανήκουσι βεβαίως εις τον Πλάτωνα μάλλον ή τον Σωκράτην, αλλά πιθανώτατον ότι και εις τούτον τοιαύται σκέψεις επεβλήθησαν υπό των περιστάσεων. Ιστορική δε είναι η εν τω Φαίδωνι ηθική εικών του Σωκράτους, όστις αείποτε φαίνεται γενναίος και πράος και επιεικής προς τους εχθρούς του, ους δεν κατηγορεί, αλλά νοεί και εξηγεί και τρόπον τινά ορίζει, και τον επικείμενον θάνατον δεν φοβείται, αλλά και τούτον λογικώς εξηγεί, και ως αγαθόν αποδέχεται, εις ταύτην δε την γαλήνη της διανοίας προτίθεται εν τέλει του λόγου και η τρυφερότης και συγκίνησις της καρδίας. Επειδή δε ελούσατο και ηνέχθη παρ' αυτόν τα παιδία . . . και αι οικείαι γυναίκες αφίκοντο, εκείναις εναντίον του Κρίτωνος διαλεχθείς τε και επιστείλας άττα εβούλετο, τας μεν γυναίκας και τα παιδία απιέναι εκέλευσε . . . . και ήκεν ο των ένδεκα υπηρέτης και στας παρ' αυτόν, ω Σώκρατες, έφη, ου καταγνώσομαί γε σου όπερ των άλλων καταγινώσκω, ότι μοι χαλεπαίνουσι και καταρώνται επειδάν αυτοίς παραγγέλλω πίνειν το φάρμακον αναγκαζόντων των αρχόντων, σε δ' εγώ και άλλως έγνωκα εν τούτω τω χρόνω γενναιότατον και πραότατον και άριστον άνδρα όντα των πώποτε δεύρο αφικομένων, και δη και νυν ευ οίδα ότι ουκ εμοί χαλεπανείς, γιγνώσκεις γαρ τους αιτίους, αλλ' εκείνοις· νυν ουν, οίσθα γαρ α ήλθον αγγέλλων, χαίρε τε και πειρώ ως ράστα φέρειν τα αναγκαία. Και άμα δακρύσας μεταστρεφόμενος απήει. Και ο Σωκράτης αναβλέψας προς αυτόν· Και συ, έφη χαίρε, και ημείς ταύτα ποιήσομεν. Και άμα προς ημάς· ως αστείος έφη, ο άνθρωπος και παρά παντα τον χρόνον προσήει και διελέγετο ενίοτε και ην ανδρών λώστος και νυν ως γενναίος με αποδεικνύει· αλλ' άγε δη, ω Κρίτων, πειθόμεθα αιτώ, και αναγκάζω τις το φάρμακον, ει μετριέται, ει δε μη, τρίψατε ο άνθρωπος. . . . Και άμα όρεξη την κύλικα τω Σωκράτει, και ος λαβών και μόλα ίλεως, ω Εύκρατε, ουδέν τρέσας, ουδέ διέφθειρες ούτε του χρώματος ούτε του προσώπου, αλλ', ώσπερ μειωθεί, ταυρείων υπέβλεψες προς τον άνθρωπον , τον ερωτά, εάν δύναται να κόμη μικράν τινα σπονδήν εκ του πώματος, και εκείνου αναγορεύσαντος, αλλ' εύχεσθαι γε που τοις θεοίς άξεστη τε και χρη την μετοίκησαν την ενθένδε εκείσθε ευτυχή γενέσθαι, α δη και εγώ εύχομαί τε και γένοιτο ταύτη. Και άμα ειπών ταύτα επισχόμενος και μόλα ευχερώς και ευκόλως εξέπιε . Και πάντες οι παρευρισκόμενοι τότε έκλαυσαν, πλην γε αυτού Σωκράτους· εκείνος δε, οία, έφη, ποιείτε ω θαυμάσιοι; εγώ μέντοι ουχ ήκιστα τούτου ένεκα τας γυναίκας απέπεμψα, ίνα μη τοιαύτα πλημμελοίεν, και γαρ ακήκοα ότι εν ευφημία χρη τελευτάν, αλλ' ησυχίαν τε άγετε και καρτερείτε. Αι δε τελευταίαι του λέξεις ήσαν· ω Κρίτων, τω Ασκληπιώ οφείλομεν αλεκτρυόνα, αλλ' απόδοτε και μη αμελήσητε , δι' ων ηθέλησεν ίσως να χαρακτηρίση τον θάνατον ως ιατρικήν της ζωής θεραπείαν. Απέθανε λοιπόν ως έζησε, πλήρης πίστεως εις την παντοδύναμον αλήθειαν.

Τελεσθείσης δε της θυσίας, οι Αθηναίοι μετεμελήθησαν άρα, και έκλαυσαν το θύμα ό προσέφερον εις την πολιτικήν και τους θεούς των; Τούτο βεβαιούσι τινές των αρχαίων. Ο Διόδωρος λέγει ότι ο λαός μανιωδώς και άνευ δίκης εθανάτωσε τους κατηγόρους του Σωκράτους, ο δε Διογένης ότι πενθούντες έκλεισαν τα γυμνάσια, ότι ήγειραν εις μνήμην αυτού χαλκούν ανδριάντα, έργον του Λυσίππου, ότι τον μεν Μέλητον κατεδίκασαν εις θάνατον, τους δε άλλους κατηγόρους εις εξορίαν και οι κάτοικοι της Ηρακλείας απέβαλον τον Άνυτον άμα φθάσαντα. Κατά τινα δε παράδοσιν διασωθείσαν ημίν υπό του Πλουτάρχου, οι κατήγοροι του φιλοσόφου μη ανεχόμενοι το μίσος του λαού απηγχονίσθησαν.

Αλλ' εκ των Απομνημονευμάτων του Ξενοφώντος φαίνεται ότι, και ότε συνετάττοντο, πολύ δημοτική δεν ήτο εν Αθήναις η μνήμη του Σωκράτους. Ο Πλάτων αμέσως μετά τον θάνατον του διδασκάλου απήλθε, και επί τινα έτη ήτο απών των Αθηνών, οι πλείστοι δε των διαλόγων αυτού αφορώσιν εις απολογητικόν του Σωκράτους σκοπόν, ημίσειαν δε εκατονταετηρίδα μετά ταύτα ο ρήτωρ Αισχίνης ανευφήμει εις τον θάνατον του Σωκράτους, ον αποκαλεί σοφιστήν . Ευλόγως άρα ο Γρότε και ο Φορχάμμερ, και προ αυτών ο Βαρθελεμύς και ο Φρερέτος, αμφιβάλλουσι περί της μεταμελείας των Αθηναίων. Αλλ' εάν δεν μετεμελήθησαν, βεβαίως απεθανάτισαν ον ηξίουν να καταισχύνωσι και καταστρέψωσι.
ΒΙΒΛΙΟΝ Θ'.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ


α'. Κύριος χαρακτήρ του Σωκράτους είναι η πίστις εις την επιστήμην, ην εταύτιζε τω αγαθώ, και την πίστιν ταύτην και την εν λόγω ανίκητον ελπίδα αντέταττεν εις τας αμφιβολίας των σκεπτικών, τας προλήψεις και δεισιδαιμονίας των συγχρόνων του, εκ μόνης της επιστήμης προσδοκών και την ευπραξίαν και την ευδαιμονίαν. Εάν δε επανήρχετο μεταξύ ημών, τα αυτά ήθελεν αναγνωρίσει συμπτώματα της αυτής περί των θρησκευτικών και ηθικών και πολιτικών πνευματικής κρίσεως εν ή ευρέθη, και ήθελεν αρμοδίως προτείνει και πάλιν την μαιευτικήν τέχνην του. Αλλά κατά τούτο υπερέχομεν των συγχρόνων του, και τούτο εν μέρει εις αυτόν οφείλομεν, ότι τουλάχιστον πιστεύομεν, ως αυτός, εις την επιστήμην, αν και θέλομεν ενίοτε να την περιορίσωμεν εις τα μαθηματικά και φυσικά, άτινα εθεώρει δευτερεύοντα και υπέβαλλεν εις την ανωτάτην επιστήμην του αγαθού και των προς αυτό ανέσεων των άλλων πάντων, διότι κατ' αυτόν πάσα γνώσις πρέπει να επαναχθή εις την γνώσιν ημών αυτών και αύτη εις την του αγαθού· εις τούτο δε υφίσταται η μαιευτική, ήτοι η διαλεκτική του Σωκράτους εις το να εξάγη ο φιλόσοφος αυτός εξ αυτού την επιστήμην, τούτο και τους άλλους διδάσκων, είτε ανάγων πάντα τα προβλήματα εις τα στοιχεία αυτών, τουτέστιν εις τα φαινόμενα της συνειδήσεως, και εις ταύτα συγκεντρόνων την εσωτερικήν σκέψιν, είτε συνδιαλεγόμενος προς τους άλλους, όπερ μετήρχετο κατά προτίμησιν ο Σωκράτης, και προκαλών δι επιτηδείων ερωτήσεων απαντήσεις και αναπτύξεις διαφωτιζούσας τα σκοτεινότερα ζητήματα, και αύτη ήτο η εξωτερική ούτως ειπείν διαλεκτική του.

Το μέσον τούτο είναι την σήμερον σχεδόν εγκαταλελειμμένον, αλλά δύναται να το αναπληρώση η ιστορία της φιλοσοφίας, εάν δι' αυτής επερωτώντες, και τρόπον τινά μαιεύοντες τους διασημοτέρους νόας, ζητήσωμεν πάσας τας όψεις της αληθείας και υποκινήσωμεν την αυθόρμητον ημών σκέψιν γινόμενοι, ως ο Σωκράτης, αυτουργοί της φιλοσοφίας . Έχει όμως ελλείμματα και ο σωκρατικός διάλογος δυνάμενος ν' αποβή διαλεκτικώς και κενώς , ως παρετήρησεν ο Αριστοτέλης, λογική γυμνασία (τα λογικά, τα εξωτερικά ), μάλλον ή ψυχολογική μελέτη. Και είδομεν ότι εν τη ψυχή τον λόγον προ πάντων εθεώρει ο Σωκράτης προς βλάβην της ελευθέρας ενεργείας, ην απ' εναντίας βαθύτερον ηρεύνησε και επροσπάθησε να ορίση ακριβέστερον ο Αριστοτέλης. Ουδέν ήττον, πρώτος ο Σωκράτης εφήρμοσε το Γνώθι σαυτόν , και ηννόησεν ότι η αληθής μέθοδος ανάγει τα πάντα εις την ανθρωπίνην διάνοιαν. Και η μεν προ του Σωκράτους εποχή ήτο η στιγμή της αντικειμενικής φιλοσοφίας, συγκεχυμένη σύνθεσις της νοήσεως και των πραγμάτων, εις α και αυτό το υποκείμενον εβυθίζετο. Διά δε των σοφιστών και του σκεπτισμού των το υποκείμενον απομονούται, και γίνεται το μέτρον του παντός. Μόνον διά του Σωκράτους και του Πλάτωνος τελεί η αληθής σύνθεσις του ατομικού λόγου και του λόγου των όντων, δι' ης το άτομον εν γνώσει εαυτού ευρίσκει την γνώσιν της καθολικής αληθείας. Και την πρώτην ώθησιν εις την ενέργειαν της μεθόδου ταύτης έδωκεν ο Σωκράτης διά της λογικής αναλύσεως, της εξαγωγής, της διαιρέσεως, του ορισμού, της επαγωγής, και διά της πεποιθήσεως ότι η διαλεκτική των νοημάτων ταυτίζεται τη διαλεκτική των έργων και των πραγμάτων, και ότι εν τω λογικώ ορισμώ περιέχεται η ουσία αυτού του πραγματικού. Συλλογίζεσθαι γαρ εζήτει· αρχή δε των συλλογισμών το τι εστι. Διαλεκτική γαρ ισχύς ούπω τότ' ην, ώστε, δύνασθαι (ως ο Πλάτων) και χωρίς του τι εστί ταναντία επισκοπείν, και των εναντίων ει η αυτή επιστήμη (Αριστ. Μετάφ. Α' ε') . Η τολμηρά αύτη μέθοδος ήτις διά της θεωρίας των ιδεών προσπαθεί να φθάση εις την ουσίαν των πραγμάτων, και ήν τινες εν Γαλλία και Αγγλία την σήμερον αποδοκιμάζουσιν, είναι ουχ ήττον ο ισχυρότερος μοχλός της νοητικής προόδου, διότι προσβάλλουσα ενίοτε τα γνωστά και παραδεδεγμένα, εγείρει το πνεύμα εκ του ληθάργου της στασιμότητος, και διατέμνουσα αυτώ νέας οδούς τω προετοιμάζει προσδόκητα και μέγιστα βοηθήματα. Δεν είχον λοιπόν άδικον οι Σωκράτεις και οι Πλάτωνες θεωρούντες την νόησιν ως ενδομύχως συνηνωμένην τω όντι, και τους νόμους του όντος ταυτιζομένους ουσιωδώς με τους νόμους της νοήσεως. Και αυταί αι θετικώτεραι επιστήμαι, και ιδίως αι μαθηματικαί, αποδεικνύουσι την μεγάλην, ταύτην αλήθειαν, και ότε θεωρία τις λογική δεν επαρκεί εις την εξήγησιν των γεγονότων, δεν πρέπει να την αποβάλωμεν ως θεωρίαν, αλλ' ως μη αρκούντως λογικήν, και να την καταστήσωμεν, ει δυνατόν, λογικωτέραν, προσπαθούντες να προσεγγίσωμεν επί μάλλον και μάλλον εις το υπό του Σωκράτους και Πλάτωνος διοραθέν σημείον, εν ώ το ιδανικόν και το πραγματικόν ταυτίζονται. Και ούτω πάσα μεταφυσική υπόθεσις ελεγχομένη υπό της πείρας και της ηθικής, δύναται ν' αποβή χρησιμωτάτη εις την πρόοδον της ανθρωπότητος. Οι νόμοι της νοήσεως δεν είναι υποκειμενικοί μόνον, και εάν ουχί πάντοτε το πραγματικόν, παρέχουσι τουλάχιστον το λογικώς δυνατόν, και εάν είς κρίκος, της λογικής αλύσεως αποδειχθή υπάρχων, συναποδεικνύονται δι' αυτού και οι μετ' αυτού συνδεόμενοι, αν και δεν αποκαλύπτονται υπό της πείρας· όπου δε η πλήρης επιστήμη είναι ανέφικτος, η μεγίστη πιθανότης της υποθέσεως ισοδυναμεί σχεδόν με την βεβαιότητα, και επιβάλλει έλλογον πίστιν. Υπό την όψιν ταύτην σπουδαιοτάτη είναι η θεμελιώδης θεωρία του Σωκράτους, ότι το αγαθόν, εις ο πάντα ανάγονται, και προς ο πάντα σχετίζονται, πρέπει να είναι το ηθικόν κριτήριον της πραγματικής και της μεταφυσικής αληθείας.

β'. Πρώτον στοιχείον της Σωκρατικής μεθόδου ήτο η διαίρεσις, πράξις της διανοίας προετοιμάζουσα την επιστήμην, διότι η νόησις δεν είναι απλή παθητικότης, αλλ' ενέργεια , κατ' Αριστοτέλην· αίτιον δε ότι η νόησις ενέργεια — ποιούντες γινώσκουσιν , όπερ ισοδυναμεί με το του Σωκράτους και Πλάτωνος, αυτός αυτού την επιστήμην αναλαμβάνειν . Τούτο δε ποιούσι και αι μαθηματικαί και θετικαί επιστήμαι δι' ιδιαιτέρων διαιρέσεων και συνδυασμών, δι' ων ποιούσι την γνώσιν, ως ο φιλόσοφος εξάγει εκ του γένους το είδος, εκ της αρχής την συνέπειαν, γεννών την τε γνώσιν και αυτό το γινωσκόμενον, τουλάχιστον υπό τον τύπον της γνώσεως. — Ό,τι δε αληθεύει περί διαιρέσεως και αναλύσεως, αληθεύει επίσης περί επαγωγής και συνθέσεως. Η ιδανική σύνθεσις είναι γονιμωτάτη εν ταις μαθηματικαίς επιστήμαις, και αείποτε μιγνύεται τη αναλύσει. Ωσαύτως, η φιλοσοφική γενίκευσις και επαγωγή γεννά και αύτη κατ' ίδιον τρόπον και πραγματοποιεί, παράγουσα εκ των καθ' έκαστα, το εν αυτοίς καθόλου, και ούτω γινώσκουσα αυτό. Και ο μεν Αριστοτέλης επίστευεν ότι το γένος είναι πραγματικόν μόνον εν τη διανοία, και κατακρίνει τον Πλάτωνα, ότι κατά διαφοράν του Σωκράτους εχώρισε το καθόλου και τους ορισμούς, και τα τοιαύτα ιδέας των όντων προσηγόρευσε (Μεταφ. Α'.) . Ο δε Πλάτων ισχυρίζετο ότι τα γένη προϋπάρχουσιν, αφ' ού εξάγομεν αυτά εκ των όντων, και αφ’ ού, κατ' αυτόν τον Αριστοτέλην, το δυνάμει προηγείται του ενεργεία · άρα προ της ενεργείας υπάρχει πραγματική τις δυνατότης, και παν δυνατόν και νοητόν προϋποθέτει πραγματικόν τι· παν λοιπόν το επιπόνως γεννώμενον εκ της διανοίας είναι ήδη ενεστώς έν τινι ανωτέρα διανοία, αϊδίως ταυτιζομένη τω όντι, εν ή τα χωριστά ταύτα, και όμως μεθεκτά, είναι συνάμα νόησις και ον. Και κατά τούτο ο Πλάτων ήτο σωκρατικώτερος του Αριστοτέλους, όστις κατά την διαίρεσιν μόνον παραδέχεται, ως είδομεν προ μικρού, την σωκρατικήν διδασκαλίαν, εν ώ ο Πλάτων την εφαρμόζει και εις την επαγωγήν, και τα υπό της ανθρωπίνης διανοίας συλλαμβανόμενα λογικά γένη αναρτά εις τας πραγματικάς ιδέας της θείας διανοίας. Εν ταύτη δεν υπάρχουσι κατ' Αριστοτέλην ούτε γένη ούτε ιδέαι, διότι ταύτα μεν είναι πολλαπλά, εν αυτή δε υπάρχει αδιαίρετος συνείδησις αδιαιρέτου ενεργείας, νοήσεως νόησις εν τη ανωτάτη ατομικότητι. — Διά δε της περί ορισμού, ουχ ήττον ή διά της περί επαγωγής, θεωρίας ο Σωκράτης προητοίμασε τον πλατωνισμόν. Τωόντι κυριώτερον στοιχείον του ορισμού εθεώρει το γένος, όπερ δι' επαγωγής ανακαλύπτομεν, και όπερ ενόμιζε πραγματικήν ουσίαν των πραγμάτων. Όθεν ο Αριστοτέλης, τον Σωκράτην άμα δε και τον Πλάτωνα ανασκευάζει θέτων το κύριον στοιχείον του ορισμού εν τη ειδική διαφορά, και θεωρών την ουσίαν ως ατομικήν. Εάν δε η ουσία είναι ο λόγος ο καθιστών πράγμα τι δυνατόν και νοητόν, αληθεύουσιν ο Σωκράτης και ο Πλάτων ονομάζοντες το καθόλου ουσίαν του ατομικού, αλλ' εάν ουσία είναι η ενεστώσα πραγματικότης, η ιδία οντότης και ενέργεια, δικαίως ελέγχει αυτούς ο Αριστοτέλης ότι παραγνώρισαν το ενδότατον αίτιον, αυτήν την ατομικήν υπόστασιν του όντος. Και πραγματικώς οι δύο πρώτοι, εν ώ συνδυάζουσι λογικάς και δυνατάς εννοίας, δεν κατανοούσιν αρκούντως διά της συνειδήσεως την εν αυτοίς ατομικήν και ελευθέραν ενέργειαν, και ζητούσι μάλλον τους νοητούς λόγους ή τα ποιητικά αίτια, άτινα ουχ ήττον είναι οι ζώντες και γόνιμοι λόγοι των πραγμάτων. Και διά τούτο ο Σωκράτης ορίζων τας αρετάς διά της επιστήμης του αγαθού, χωρίς να προσθέση και διά της πράξεως αυτού, ορίζει το καθολικόν γένος ολιγωρών της ατομικής διαφοράς, και ως εκ τούτου αρνείται την ηθικήν ελευθερίαν.

γ'. Οι σοφισταί έθετον ζήτημα σπουδαίον και δυσεπίλυτον λέγοντες· ότε ζητούμεν την αλήθειαν, ή ηξεύρομεν τι ζητούμεν, και τότε περιττή η ζήτησις, ή δεν ηξεύρομεν, και τότε πώς να βεβαιωθώμεν ότι εύρομεν το ζητούμενον; Εις ταύτα απήντα ο Σωκράτης, ότι εάν δεν παραδεχθώμεν επιστήμην τινά έμφυτον και δυνάμει υπάρχουσαν εν τω πνεύματι, το δίλημμα δεν λύεται. Αυτός δε και ο Πλάτων επικαλούμενοι την ψυχολογικήν παρατήρησιν, ερείδονται εις το γεγονός της μνήμης, ήτις υποθέτει προγενεστέραν γνώσιν. Η συγκεχυμένη και συνθετική ιδέα είναι άρα το έμβρυον της διακεκριμένης και αναλυτικής, η γνώσις είναι αναγνώρισις του νοητού και αληθούς, και η επιστήμη είναι κατά Πλάτωνα ανάμνησις. — Η νέα αύτη διδασκαλία διαδοχικώς μεταμορφωθείσα περιήλθε μέχρις ημών.

Η γνώσις της αληθείας δύναται να ήναι πρώτη ή κατά την μεταφυσικήν τάξιν ή κατά την χρονολογικήν. Και ο μεν Σωκράτης δεν διακρίνει τας δύο ταύτας προτερότητας, ο δε Πλάτων συνδυάζων την μαιευτικήν του Σωκράτους με την κατά Πυθαγόραν προΰπαρξιν, αποδίδει εις τας εμφύτους αληθείας την εν χρόνω προτερότητα, ουδέ αποποιείται την άλλην, δι' ης η αρχή είναι προ των συνεπειών, και το απόλυτον προ του σχετικού. Ο Αριστοτέλης ανασκευάζων την εν τω Μένωνι θεωρίαν, παραδέχεται όμως ότι το καθόλου υπάρχει δυνάμει εν τω πνεύματι, και αποβάλλων το έμφυτον των μερικών εννοιών, δεν αντιμάχεται πραγματικώς κατά τούτο ούτε προς τον Σωκράτην, ούτε προς τον Πλάτωνα, διότι ούτε ούτος ισχυρίζετο ότι αι καθολικαί αλήθειαι υπάρχουσιν εν ημίν ως νοήματα ενεστώτα, αλλ' ως τις θείος, βλαστός εκ της του λόγου και του όντος συνουσίας συλλαμβανόμενος, και έχων ανάγκην της διαλεκτικής, ίνα έλθη εις την ζωήν. Η μεγάλη αύτη σωκρατική και πλατωνική διδασκαλία διαμένει εν τη Αλεξανδρινή σχολή, και αναφαίνεται διά των Πατέρων της εκκλησίας. Ο ιερός Αυγουστίνος λέγει ότι έχομεν εσωτερικόν και θείον διδάσκαλον εν ημίν, και Θωμάς ο Ακυνάτης πρεσβεύει ότι πάσα μάθησις εξέρχεται εκ των μυχών του πνεύματος, ανάπτυξις ούσα αυτής της ψυχής. Η δε περί θείου και ανθρωπίνου λόγου διδασκαλία της χριστιανικής θεολογίας συνάδει προς το έμφυτον της γνώσεως.

Κατά δε την νέαν φιλοσοφία ο Καρτέσιος επίσης απαιτεί ως θεμελιώδη όρον της επιστήμης την εκ της εναργείας εσωτερικήν συγκατάθεσιν δυνάμει εμφύτων αρχών, καθ' άς κρίνομεν, και ας συλλαμβάνομεν εξ ανάγκης ένεκεν εσωτερικής τινος προδιαθέσεως. Παρά δε Λεϊβνιτίω η διδασκαλία αύτη ορίζεται ακριβέστερον, και συνδυάζεται με την μεταφυσικήν του Αριστοτέλους, καθ' όσον ο Λεϊβνίτιος προσπαθεί να συμβιβάση το δυνάμει και το ενεργεία διά των αείποτε ενεργών δυνάμεων (puissances actives) , είτε έχομεν συνείδησιν αυτών είτε μη, εξ ων παράγονται, ως αι ανακαλούμεναι διά της αναμνήσεως (souvenir εκ του subvenire ), υποβοηθούσης της σκέψεως και αφορμής δοθείσης υπό της πείρας, αι διακεκριμέναι και ενεστώσαι ιδέαι· όθεν η διάφορά της κτήσεως και της έξεως. Ο μεταξύ Θεοδώρου και Φιλαλήθους διάλογος αναμιμνήσκει τας σωκρατικάς συνδιαλέξεις, και ιδίως την Θεαίτητον (Essais 35 κλ.) . Αξιοπαρατήρητοι δε είναι αι εξής σκέψεις. Επεθύμουν να μάθω πώς θα είχομεν την ιδέαν του όντος, ει μη ήμεθα και ημείς αυτοί όντα, και μη ευρίσκωμεν το ον εν ημίν . . . Η ψυχή περιέχει το ον, την υπόστασιν, το έν, το αυτό, το αίτιον, την αντίληψιν, τον λογισμόν και πλήθος άλλων εννοιών, ας αδύναταν να δώσωσιν αι αισθήσεις.

Ότε δε ο Κάντιος καταδεικνύει το μέρος του λόγου εν τη επιστήμη, ης μόνην την ύλην παρέχουσι τα εκτός, ο δε νοητός τύπος έγκειται τη ψυχή , και υπό ταύτης επιβάλλεται τοις αισθητοίς, προφανώς επανέρχεται εις την θεωρίαν της μαιευτικής. Την τάξιν, την αρμονίαν, την ενότητα, αίτινες συνιστώσι την επιστήμην, δεν λαμβάνομεν, κατά τον Κάντιον, παρά των αντικειμένων, αλλ' αυτά υποβάλλομεν εις τους νόμους τούτους της διανοίας. Ο Κάντιος θέτων ως κέντρον το υποκείμενον, παραβάλλει εαυτόν προς τον Κοπέρνικον καταδείξαντα ότι ουχί ο ήλιος στρέφεται περί την γην, αλλ' αύτη και τα άλλα ουράνια σώματα περί τον ήλιον· ομολογητέον όμως ότι την επανάστασιν ταύτην ήρχισεν ο Σωκράτης, εκ των εντός και oυχί πλέον εκ των εκτός εξαγαγών την επιστήμην.

Τέλος, η νέα Αγγλική σχολή δύο πολύτιμα στοιχεία εισήγαγεν εις το ζήτημα τούτο, το της κληρονομικής μεταδόσεως και το της εξελίξεως (evolution ). Ο κ. Herbert Spencer δεν παραδέχεται ότι ουδεμία προϋπάρχει νοητική προδιάθεσις εν τω πνεύματι, το δε έμφυτον της γνώσεως εξηγεί διά της προδιατυπώσεως της εγκεφαλικής ύλης ένεκεν επανειλημμένων εντυπώσεων, αίτινες μετεδόθησαν επί πολλάς γενεάς εις τους απογόνους, και βαθμηδόν ανεπτύχθησαν και ετελειοποιήθησαν (Special synthesis, §197 Chap. VII) . Τούτο απομακρύνει, αλλά δεν λύει το ζήτημα, διότι πάντοτε αναγκαζόμεθα να υποθέσωμεν εν αυτή τη πρώτη πηγή της νοήσεως, όσω μεμακρυσμένη και αν ήναι, συνδυασμόν τινα μεταξύ των εκτός και των εντός, και τότε απλούστερον είναι να είπωμεν μετά του Λεϊβνιτίου, ότι η νόησις είναι εν εαυτή έμφυτος, l' intellingece est innèe 2a elle m3eme, διότι ου μόνον, τύποι, ως έλεγεν ο Κάντιος, ενυπάρχουσιν εν τη νοήσει, αλλ' ως εν πάση ενεργεία, ουσιώδης τις τάσις και σκοπός. Κατά Σωκράτην και Πλάτωνα ο σκοπός ούτος είναι το αγαθόν, δηλ. η άπειρος τελειότης, και δύσκολον ν' αρνηθή τις ότι τοιαύτη τάσις υπάρχει εν πάσι και κατά πάντα· ίσως δε η τάσις αύτη, κατά τε την νόησιν και την θέλησιν, είναι το μόνον τωόντι έμφυτον στοιχείον ταυτιζόμενον τη ημετέρα φύσει και ενεργεία, και εις και εις την τάσιν ταύτην ανάγεται και η προς την ελευθερίαν τάσις, ην δεν είδαν ο Σωκράτης και ο Πλάτων λανθάνουσαν υπό τον λόγον. Ενταύθα ο κ. Fouillée παραπέμπει εις τας εν τέλει του β' τόμου της Φιλοσοφίας του Πλάτωνος μελέτας και εις το πόνημα αυτού, La liberté et le déterminisme , εν οίς πειράται ν' αποδείξη ότι το θεμελιώδες αξίωμα του λόγου είναι η αφηρημένη έκφρασις της τακτικής και φυσικής διευθύνσεως της ημετέρας ενεργείας, δηλ. της τάσεως ημών προς την άπειρον ελευθερίαν.

Συνδεδεμένον προς τα προηγούμενα είναι και το ζήτημα της εμπνεύσεως και της μεγαλονοίας (génie ). Η καθολική αλήθεια παρίσταται, κατά Σωκράτην και Πλάτωνα, και εις τα ταπεινότερα πνεύματα, αλλ' είς τινα προνομιούχα η ενέργεια του λόγου είναι τόσω έξοχος, ώστε μη χρήζουσα των επιπόνων και μακρών εργασιών της διαλεκτικής και της αναλύσεως, αποκαλύπτεται διά της αυθορμήτου ενοράσεως της μεγαλονοίας, και το αναντίρρητον τούτο φαινόμενον απέδιδον οι αρχαίοι εις δαιμόνιόν τι , είς τινα μέθεξιν του θείου· ουχί άλλως ο Goethe ωνόμαζε την μεγαλόνοιαν αποκάλυψιν εκ του εσωτερικού αναπτυσσομένην εις το εξωτερικόν, δι' ης ο άνθρωπος προαισθάνεται την προς τον Θεόν ομοιότητα αυτού· είναι δε τούτο ένωσις και τρόπον τινά σύνθεσις της φύσεως και του πνεύματος, παρέχουσα ημίν την γλυκυτάτην βεβαιότητα της αρμονίας του όντος, διότι αναμφιβόλως υπάρχουσι εν τω ανθρωπίνω πνεύματι, εν τω υποκειμένω, ιδέαι αντιστοιχούσαι προς νόμους εισέτι αγνώστους εν τη φύσει, εν τω αντικειμένω, και η μεγαλόνοια ανακαλύπτει τον εις τα άλαλα βάθη των πραγμάτων κρυπτόμενον νόμον, ου τον εισέτι αδιάγνωστον τύπον φέρει εν εαυτώ το πνεύμα . Οσαύτως την προαίσθησιν του μέλλοντος, ουχ ήττον ή την ανάμνησιν του παρελθόντος, παρεδέχοντο ο Σωκράτης και ο Πλάτων. Δια της προαισθήσεως ταύτης έχομεν αιφνιδίαν γνώσιν του δυνάμει υπάρχοντος εντός και εκτός ημών, τουτέστι, διαλεκτικού τινος νόμου μέλλοντος να πληρωθή, και υπό την δυνατότητα βλέπομεν την μέλλουσαν και άφευκτον πραγματικότητα. Και αυτή η μεγαλόνοια δεν είναι ή προαίσθησις, μαντεία, στιγμιαία τις μαίευσις και απροσδόκητος γέννησις αληθειών, ας εγκυμονεί η ψυχή. Το ζήτημα τούτο είναι άξιον της μελέτης της συγχρόνου ψυχολογίας, και φέρει εξ ανάγκης εις έτερον και μυστηριωδέστερον, το περί των προς το παρελθόν σχέσεων της μεγαλονοίας, και περί των ποικίλων αιτιών και ενεργειών εξ ων αύτη παράγεται.

δ'. Καίτοι επιμείνας προ πάντων εις την ψυχολογικήν πηγήν του έρωτος, ουχ ήττον και την μεταφυσικήν αυτού αρχήν διείδε προ του Πλάτωνος ο Σωκράτης, και τον έρωτα του αγαθού ανεγνώρισεν ως το ουσιώδες τέλος πάσης ψυχής, και εις αυτόν ανήγαγε πάντας τους άλλους, εξ ου η ταυτότης του έρωτος και της επιστήμης, διότι αμφοτέρων αντικείμενον είναι το καθόλου αγαθόν, δι' ου και τα κατά μέρος αγαθά και οι κατά μέρος έρωτες ορίζονται. Αλλά και ενταύθα επίσης παρατηρείται σύγχυσις του λογικού όρου και του ενεργητικού αιτίου, ό εστι της ηθικής ελευθερίας. Μόνον δε το αγαθόν, εν ώ πάντα τα κατά μέρος αγαθά ταυτίζονται, είναι ο αληθής σύνδεσμος και η ουσία της αληθούς φιλίας των ψυχών, ας το απλώς ευάρεστον, το ιδιοτελές και το φαινόμενον αγαθόν διαχωρίζουσι, και ούτω προαγγέλλεται η χριστιανική διδασκαλία, ότι η αγάπη του Θεού παράγει και την προς αλλήλους αγάπην. Πρωτότυπον δε στοιχείον της σωκρατικής φιλοσοφίας είναι ο αιτιολογισμός (determinisme) , όστις, ουχί εκ των ποιητικών αιτίων, ως ο έκ τινος μηχανικής ανάγκης ειμαρμενισμός (fatalisme) , παράγεται, αλλ' εκ των τελικών, διά της ευεργετικής έλξεως του αγαθού και της αυθορμήτου και ελλόγου συγκαταθέσεως της διανοίας. Η συγκατάθεσις αύτη και εκλογή επιδέχεται λογικώς το εναντίον, αν και πραγματικώς το εναντίον δεν αληθεύει, διότι το θέλγητρον του αγαθού είναι ανίκητον. Την ανίκητον ταύτην έλξιν του αγαθού παρεδέχθη και ο Αριστοτέλης, και ουδόλως απάδει προς αυτήν η θριαμβεύουσα χάρις των θεολόγων. Ο άνθρωπος φύσει αγαθός ων, ζητεί το αγαθόν, και υπ' αυτού κυριεύεται, άμα το αναγνωρίση, διότι εν αυτώ ευρίσκει το αληθές και το καλόν, και το αγαπά, άμα το ίδη, και άμα το αγαπήση, το εκπληροί. Αλλά το ουσιωδέστατον του αγαθού στοιχείον, η ελευθέρα θέλησις, λείπει εν τη θεωρία ταύτη, ήτις ηδύνατο να ονομασθή αισιοδοξία ανθρώπινος, και επομένως ατελής και ουχί αναμάρτητος, διότι αμαρτάνομεν οσάκις διώκομεν το ψευδές αγαθόν αντί του αληθούς, δηλ. το κακόν, όπερ είναι του αγαθού παρανόησις, και εντεύθεν η προς τους αμαρτάνοντας οφειλομένη ανοχή και επιείκεια, και εν αυτή τη τιμωρία το καθήκον της ηθικής αυτών ανορθώσεως.

Η διδασκαλία αύτη μακράν έσχεν επιρροήν επί της ιστορίας. Και πρώτος μεν παρεδέχθη αυτήν ο Πλάτων, ολόκληρον ως προς τον Θεόν, εν μέρει μόνον ως προς τον άνθρωπον, διότι μόνον παρά τω Θεώ η απόλυτος επιστήμη ταυτίζεται τη θελήσει. Ετροπολόγησε δε αυτήν ο Αριστοτέλης εισαγαγών το εκούσιον και το ακούσιον, την ευθύνην, την αξιομισθίαν και την αναξιομισθίαν, την αμοιβήν και την ποινήν. Οι δε στωικοί έμειναν πιστοί εις την σωκρατικήν παράδοσιν, ταυτίσαντες την ελευθερίαν με την νόησιν και την αρετήν, ώστε κατ' αυτούς ελεύθερος και ενάρετος είναι ο συνταυτιζόμενος με τον καθολικόν λόγον, ο ζων ομολογουμένως τω λόγω , όστις είναι υπερτάτη ανάγκη και εν ταυτώ υπερτάτη ελευθερία. Τον Σωκράτην και τον Πλάτωνα ηκολούθησαν επίσης οι Αλεξανδρινοί, και ο Πλωτίνος ορίζει το εκούσιον, ο μη βία μετά του ειδέναι , και κατ' αυτούς αληθής ελευθερία είναι η κατ' ανάγκην πράξις του αγαθού. Οι δε θεολόγοι, ιδίως εν τη δύσει, ποτέ μεν συνετάχθησαν τω Σωκράτει, και τω Πλάτωνι, θεωρήσαντες την θείαν χάριν ανίκητον, ποτέ δε τω Αριστοτέλει, αντιτάξαντες εις αυτήν την ηθικήν ελευθερίαν, και εντεύθεν το ζήτημα, εάν gratia eflicax per se , ως εφρόνουν οι Ιανσενισταί, aut per aliud , ως εδόξαζον οι Μολινισταί , και το περίεργον είναι ότι εν ώ οι Ιανσενισταί , ων η ηθική είναι αυστηροτέρα, έκλινον μάλλον προς τους στωικούς, οι Ιησουίται χαλαράν και λίαν ανειμένην ηθικήν πρεσβεύοντες και μετερχόμενοι, υποστηρίζουσι την αδιάφορον ελευθερίαν, ως οι επικούρειοι.

Την ελευθερίαν ανυψοί υπεράνω της νοήσεως ο Καρτέσιος θραύων τολμηρώς την υπό των σωκρατικών, των πλατωνικών και των θωμιστών πρεσβευομένην ενότητα της θελήσεως, και αποδίδων εις την ελευθερίαν το άπειρον, δι' ου υπερβαίνει τα όρια πάσης νοήσεως.

Αλλά την βαθείαν ταύτην σύλληψιν του Καρτεσίου δεν ενόησαν οι μετά ταύτα, και ο Σπινόζας, αν και απέκλειε τα τελικά αίτια, επανήλθεν εις τον αιτιολογισμόν του Σωκράτους. Ως ο Πλάτων και ο Σωκράτης, επρέσβευεν ο Σπινόζας ότι η ψυχή γίνεται ελευθέρα διά του θείου έρωτος, ότι γινώσκουσα τον Θεόν τον αγαπά, και ότι ο καθαρός έρως ταυτίζεται τη καθαρά επιστήμη. Συνεχίζοντες δε να θεωρώμεν τα πράγματα υπό την ιδέαν, ήτοι το είδος, της αιωνιότητος, sub specie aeterni (τα γένη του Σωκράτους και αι ιδέαι του Πλάτωνος), προετοιμαζόμεθα εις την μετά θάνατον πλήρη, μετά του Θεού ένωσιν. Και προς τούτο η ελευθερία είναι περιττή, και αρκεί η επιστήμη. Απαριθμών δε τας πρακτικάς συνεπείας της πίστεως ταύτης εις την παντοδυναμίαν των ιδεών, ο Σπινόζας επαναλαμβάνει αυτολεξεί σχεδόν τα δόγματα του Σωκράτους και των στωικών. — Έτι μάλλον εις τον Σωκράτην και τον Πλάτωνα πλησιάζει ο Λεϊβνίτιος, όστις λέγει ρητώς και απαραλλάκτως ως ο Σωκράτης, ότι δεν θέλομεν ειμή ό,τι ευρίσκομεν αγαθόν, ότι και προτιμώντες το χείρον, υποθέτομεν και πιστεύομεν (η δόξα του Πλάτωνος) ότι είναι το βέλτιον, ότι το αγαθόν προτρέπει ημάς άνευ καταναγκασμού, αν και η προτροπή αύτη είναι πάντοτε αποτελεσματική, και ότι προαιρούμενοι διά του λόγου το βέλτιον, είμεθα μάλλον ελεύθεροι. Και εκ τούτου η μεγάλη πίστις ην είχεν εις την επιρροήν των φώτων προς ηθικήν ανάπλασιν της ανθρωπότητος. Η διδασκαλία του Λεϊβνιτίου, στηριζομένη πάσα εις το θέλγητρον του τελικού αιτίου, είναι εκ των νεωτέρων η πιστοτάτη εις το σωκρατικόν πνεύμα. Μόνον μετά τον Κάντιον και τον Μαιν δε Βιράν ανωτέρα έννοια της ελευθέρας θελήσεως και της ηθικότητος, υπερβαίνουσα τον δογματισμόν του Καρτεσίου και τον αιτιολογισμόν του Σωκράτους, θέλει εισαχθή εις την φιλοσοφίαν, και η θέλησις θέλει θεωρηθή ως πρώτη αρχή των πραγμάτων και ουσία αυτής της υπάρξεως, η δε νόησις ως αντανάκλασις της θελήσεως.

Πρώτος και υπέρ πάντα άλλον συνέλαβεν ο Σωκράτης την εν τω καθολικώ αγαθώ ενότητα όλων των αγαθών, και βεβαίως ο κατέχων αυτό ως αντικείμενον πλήρους και απολύτου επιστήμης, εξ ανάγκης αγαπά και θέλει αυτό. Αλλά το άκρον τούτο αγαθόν είναι ιδανικόν όπερ δεν αληθεύει διά της πείρας, και ως εκ τούτου η διά του λόγου απόδειξις αυτού μένει ασυμπλήρωτοι, και επιφέρει τον δισταγμόν και την αμφιβολίαν, άτινα αίρονται μόνον διά της πίστεως, της αγάπης και της ελπίδος αυτού, αφ' ού πάσα εν τω κόσμω τούτω επαλήθευσις είναι αδύνατος, ως επίσης αδύνατος είναι η συνταύτισις του ατόμου, του πεπερασμένου, μετά του καθολικού και απείρου. Δεν εγχωρεί ενταύθα η διά της αρχής της ταυτότητος ήτοι της αντιφάσεως απόδειξις, ήτις μόνη είναι αναμφίβολος. Όθεν επί των τοιούτων ουχί πάντοτε ισχύει η επιστήμη , αλλά και η ηθική και έλλογος πίστις (δόξα μετά λόγου) · και η πίστις αύτη, λογικώς κατωτέρα της επιστήμης, δύναται να είναι ηθικώς ανωτέρα αυτής, και δεν συγχέεται ούτε με την τυφλήν και άσκεπτον γνώμην, ούτε με τον μυστικισμόν, διότι δυνάμεθα να δώσωμεν λόγον αυτής (λόγον διδόναι) . Οι λόγοι καταφάσεώς τινος δύνανται να εξαχθώσιν είτε εκ του όντος , είτε εκ του δέοντος και κατά μεν την πρώτην πρώτην περίπτωσιν, η κατάφασις είναι απλώς λογική και επιστημονική, κατά δε την δευτέραν, είναι ηθική, όθεν αντί της λογικής ανάγκης των αφηρημένων αληθειών ευρίσκομεν ενταύθα την ηθικήν ανάγκην και την ζώσαν αγαθότητα. Τα δύο ταύτα είδη της βεβαιότητος δεν διέκρινεν ο Σωκράτης. Αν και λείπει η αισθητή επαλήθευσις, η έλλογος αύτη πίστις είναι μάλιστα νοητή και ελευθέρα, και δι' αυτής μεταβαίνομεν από του ιδανικού εις το πραγματικόν, από της υποκειμενικής συλλήψεως εις την αντικειμενικήν βεβαίωσιν· η νόησις πραγματοποιεί εαυτήν διά της θελήσεως (έργω και λόγω) , και η ηθικότης τελειοποιείται διά της αξιομισθίας. Το γεωμετρικόν αξίωμα δεν γεννά τοιαύτην πίστιν, διότι δεν ποιούμεν αυτό, αλλ' επιβάλλεται ημίν υπό της ανάγκης των πραγμάτων· την δε πίστιν εις την πραγματικότητα του απολύτου αγαθού ποιούμεν εν μέρει ημείς διά της ημετέρας θελήσεως, και εκ τούτου η μεγάλη αξία της αρετής και της διά πάσης θυσίας παντελούς εις τον Θεόν αφοσιώσεως. Το ζήτημα τούτο, όπερ ουσιωδώς είναι το της προς αλλήλας αξίας των λογικών αρχών, εάν δηλ. η αρχή των τελικών αιτίων, ήτοι της τελεότητος, έχει ήττονα αξίαν των αρχών της ταυτότητος και της αιτιότητος, και το ζήτημα των σχέσεων του λόγου και της πίστεως, αναπτύσσει ο κ. Fouillée εν τω σοφώ αυτού πονήματι La liberté et le dèterminisme .Συμφώνως δε προς την υπ' αυτού πρεσβευομένην αρχήν κατηγορεί τον Σωκράτην και πάντας τους ιδανιστάς, ότι μεταξύ των παντοδυνάμων ιδεών, υφ' ών φερόμεθα εις την ενέργειαν, δεν διέκρινον την δραστηριωτέραν και μάλλον ακατάσχετον, την ιδέαν της ελευθερίας, και ισχυρίζεται ότι άμα ανατείλη αύτη εν τω πνεύματι, κατανοούμεν αυτήν, και επιθυμούμεν, και αγαπώμεν, και πραγματοποιούμεν, επί μάλλον και μάλλον ομοιούμενοι, κατά Πλάτωνα, προς το αντικείμενον τούτο του έρωτος ημών.

ε'. Την αντίθεσιν της ηθικής των αισθήσεων και της ηθικής του λόγου ευρίσκομεν ενόρως εν τη ελληνική φιλοσοφία· και κατά μεν την πρώτην, πάντα υπάγονται εις την αισθητήν ευδαιμονίαν του ατόμου, κατά δε την δευτέραν, το άτομον υποτάσσεται εις το όλον, ου είναι μέρος, εις τον καθολικόν νόμον, ον συλλαμβάνει ο λόγος του. Μόλις δε διείδον οι αρχαίοι ανωτέραν τινά διδασκαλίαν και μόνην αληθώς ηθικήν, στηριζομένην εις την ελευθέραν θέλησιν, ήτις είναι και του καθήκοντος η αρχή και του δικαίου, και ποιεί εαυτήν και τον ίδιον νόμον. Εν τη προόδω ταύτη της αρχαίας διανοίας προς την ηθικήν ιδέαν σπουδαίαν θέσιν κατέχει ο Σωκράτης, ην διαφωτίζουσι και εξακριβούσι τα προηγούμενα της διδασκαλίας του, άτινα οφείλομεν να υποδείξωμεν.

Εν ώ κατά τους Πυθαγορείους και τους Ελεάτας, το αγαθόν υφίσταται εις την αρμονίαν, τον αριθμόν, την ενότητα, τουτέστιν εις μαθηματικούς τύπους και λογικούς νόμους, κατά τους Μιλησίους και τους Αβδηρίτας, το αγαθόν ανάγεται και εις ευάρεστον. Ιδίως κατά τον Δημόκριτον, πρόδρομον του Επικούρου, το αγαθόν είναι το ωφέλιμον. Όρος γαρ συμφορέων και ασυμφορέων, τέρψις και ατερπίη (Στοβ. λογ. γ' 35) , και η ωφέλεια είναι διορισμός και διάκρισις των ηδονών . Δεν υπάρχει εν τη φύσει ειμή το ευάρεστον ή το δυσάρεστον, νόμω δε, ήτοι διά της διανομής της διανοίας, υπάρχει το καλόν και το αισχρόν, το αγαθόν και το κακόν, το δίκαιον και το άδικον, έν τε τω ατόμω και τη πολιτεία, εν ή τα πάντα ανάγονται εις την ωφέλειαν. Εκ της τάσεως ταύτης προήλθεν ο σκεπτισμός των σοφιστών, καθ' ους πάντα και ηθικώς και μεταφυσικώς είναι σχετικά προς τον άνθρωπον, και εν οίς η σύγχρονος Αγγλική σχολή των υλοφρόνων ευρίσκει τα προηγούμενα, ως λέγει ο Γρότε, της ιδίας διδασκαλίας. Τοιαύτην ηθικήν επολέμησεν ο Σωκράτης αναγαγών ουχί το αγαθόν εις το ωφέλιμον, αλλά το ανάπαλιν, και αποδείξας, ότι το αγαθόν είναι το τέλος εκάστου πράγματος αποκαλυπτόμενον υπό του λόγου. Εντεύθεν οι άγραφοι νόμοι, ανώτεροι των γραπτών, καθ' ό απορρέοντες ουχί εκ συνθήκης, αλλ' εξ αυτής της φύσεως των όντων. Κατά τους νόμους τούτους, υπάρχει η λογική κατάταξις, ήτοι η διανομή των γενών και ειδών, εν ή το γένος το καθόλου, είναι το κύριον και ουσιώδες στοιχείον του ορισμού, και ούτω αποκαθίσταται η ενότης της φύσεως και του λόγου, της πραγματικότητος και της διανοίας, διότι υπάρχει λόγος ανώτερος του ημετέρου, ου οι νόμοι είναι λογικοί και φυσικοί, υπάρχει η εν τω παντί φρόνησις, βελτίων ή κατ' άνθρωπον νομοθέτης , θέλων και πράττων το αγαθόν, και διά του νόμου αυτού ανταμείβων και τιμωρών· άρα και αυτός αγαθός ων και τέλειος, εξ ου παν τέλειον και αγαθόν.

Η ηθική μέθοδος του Σωκράτους προς προσδιορισμόν των καθηκόντων ημών είναι η ψυχολογική παρατήρησις συνδυαζομένη με την διαλεκτικήν μελέτην των τελικών αιτίων, και απ' αυτού είτε αμέσως είτε εμμέσως προήλθον οι τε κυνικοί, οι μεγαρείς, οι πλατωνικοί και οι στωικοί, καθ' ους αγαθόν, λόγος και φύσις εξισούνται προς άλληλα. Γινώσκομεν, αφ' ετέρου, ότι το λογικόν ταυτίζεται τω καθόλου, τούτο δε είναι χαρακτήρ ίδιος του ανωτάτου τέλους, ήτοι του αγαθού. Το καθολικόν τούτο τέλος συνδέεται προς εκάστην μερικήν πράξιν διά τινος διαμέσου σχέσεως, ήτις είναι ηθικώς μεν, το ωφέλιμον , μεταφυσικώς δε, η μεταξύ μέσου και τέλους σχέσις, και λογικώς, το γένος , διάμεσόν τι μεταξύ μερικού και καθολικού. Και εντεύθεν η κατάταξις των αγαθών κατά την σχετικήν αξίαν εκάστου, αντίστοιχος προς την εις γένη και είδη λογικήν κατάταξιν, και αντίστοιχος επίσης προς την ηθικήν κατάταξιν των καθηκόντων, και ούτω η διαλεκτική του Πλάτωνος προετοιμάζεται και προαγγέλλεται. Η γενίκευσις καταλήγει εις τον ορισμόν , όστις είναι εκείνη η σχέσις μεταξύ τέλους και μέσου, ώστε η πράξις του αγαθού είναι τρόπον τινά ο διά των πράξεων ορισμός των πραγμάτων.

Πάντα λοιπόν η ηθική μέθοδος του Σωκράτους εις τούτο υφίσταται, ότι δι' αυτής ανερχόμεθα εις τα γένη, κατερχόμεθα εις τα είδη, καταδεικνύομεν την σχέσιν αυτών εν τω ορισμώ, και θέτομεν διά της πράξεως του αγαθού το γένος υπεράνω του είδους.

Αλλά τι είναι επί τέλους το αγαθόν τούτο, αντικείμενον του λόγου, όπερ αναγνωρισθέν ως ανωτάτη αλήθεια υπό της επιστήμης , πραγματοποιείται διά της αρετής; Κατά τον Πλάτωνα (Πολιτ. ) το αγαθόν τούτο δεν είναι ούτε η ηδονή ούτε η ωφέλεια, αλλ' η δικαιοσύνη, δι' ης πάντα ανάγονται εις την αρμονίαν και την ενότητα εν τω κόσμω του ατόμου, ως εν τω κόσμω της πόλεως και εν τω κόσμω της φύσεως, και υπεράνω αυτής της δικαιοσύνης, καθό έν ον φύσει και εναρμόνιον, και αΐδιον, και άτρεπτον, και τέλειον, ίσταται το απόλυτον αγαθόν, και διά τούτο η ψυχή του δικαίου είναι αθάνατος. Η δικαιοσύνη είναι μία των Ιδεών , και μετ' αυτών ανέρχεται εις τον νοητόν και ιδανικόν κόσμον, και διά τούτο, εις το απόλυτον αγαθόν, και ταυτίζεται, αντικειμενικώς μεν, με αυτό το αληθές και καλόν, υποκειμενικώς δε, με την επιστήμην, τον έρωτα και την αρετήν. Αν και δεν ανήλθεν εις το μεταφυσικόν τούτο ύψος ο Σωκράτης, θεωρήσας το αγαθόν μάλλον κατά τα εξωτερικάς αυτού σχέσεις και υπό την όψιν του ωφελίμου, ουχ ήττον παρέστησε και αυτός την φυσικήν και θείαν δικαιοσύνην ως έχουσαν εν εαυτή το ίδιον κύρος, και απονέμουσαν την ευτυχίαν εις την αρετήν και την δυστυχίαν εις την κακίαν, και διήνοιξεν ούτω εις τον Πλάτωνα την οδόν, ίνα εισελθών εις τα ενδότερα του ζητήματος ίδη το αγαθόν, ουχί πλέον κατά τας εξωτερικάς αυτού σχέσεις και συνεπείας, αλλ' ως υφιστάμενον ενδομύχως εν αυτή τη δικαιοσύνη. Ο δε Αριστοτέλης ορμώμενος εκ των αυτών σωκρατικών άρχων προέβη κατά τούτο άλλως ή ο Πλάτων, διότι το αγαθόν θέτει εν τη ενεργεία, εν τω οικείω έργω , και επειδή κύριος χαρακτήρ του ανθρώπου είναι η νόησις, το άκρον αγαθόν είναι αυτή η νόησις, καθαρά και αφιλοκερδής, θέλουσα εαυτήν δι' εαυτήν, και εν εαυτή ευρίσκουσα την ιδίαν ωφέλειαν (Ηθ. Νικομ εν τέλει ). Τοιούτω τρόπω ο Αριστοτέλης λαμβάνει παρά των προκατόχων του την ιδέαν του τελικού αιτίου, αλλά ζητεί το τέλος το ανώτατον, το απόλυτον, εν αυτώ τω ατόμω, ουχί εν τη ηδονή, ήτις είναι το σχετικόν και ευμετάβλητον αποτέλεσμα της ενεργείας, αλλ' εν αύτη τη ενεργεία, ήτις ουσιωδώς είναι αυτή η νόησις εν τη ανωτάτη αυτής αναπτύξει, και ούτω πάλιν το σωκρατικόν πνεύμα θριαμβεύει και παρ' Αριστοτέλει, διότι το αγαθόν και υπ' αυτού ανάγεται εις την επιστήμην.

Μετά τον Αριστοτέλην η αρχαία φιλοσοφία ηκολούθησε να ταλαντεύηται μεταξύ της αισθητόφρονος ηθικής και της ιδανικής, χωρίς να υπερβή αυτάς. Όμως οι επικούριοι και αυτοί οι στωικοί διορώσιν ήδη αρχήν τινα ανωτέραν και του μεταξύ φύσεως και νόμου ανταγωνισμού, ον επρέσβευον οι σοφισταί, και της αμέσου ταυτότητος των δύο τούτων όρων, ην υπεστήριζεν ο Σωκράτης. Καθ' όσον ο νους των αρχαίων εισδύει βαθύτερον εις την ιδέαν είτε της ατομικής ευδαιμονίας, ην η ημετέρα φύσις επιζητεί, είτε του καθολικού νόμου, ον ο ημέτερος λόγος επιδιώκει, κατά τοσούτον η έννοια της ελευθερίας διασαφηνίζεται επί μάλλον και μάλλον· και αι πλέον αντίθετοι διδασκαλίαι καταντώσιν εξ ίσου να θέσωσι την ανωτάτην ικανοποίησιν της φύσεως και τον ανώτατον νόμον της θελήσεως εν τη ελευθερία του λόγου, επειδή και οι επικούρειοι την ελευθερίαν υποθέτουσιν εις την αταραξίαν των, fatis avulsa voluntas , και οι στωικοί εις την απάθειάν των, και την ελευθερίαν ως άκραν ευδαιμονίαν θεωρούσιν οι φιλόσοφοι, και ταύτην ως ανώτατον νόμον και ανώτατον ιδανικόν του λόγου πρεσβεύουσιν οι ιδανισταί, και ούτω προετοιμάζεται η έννοια υψηλοτέρας ηθικότητος υπερβαίνουσα αμφοτέρους τους τύπους της αρχαίας ανάγκης, την φύσιν και το νόμον· αλλά μόνη η νεωτέρα φιλοσοφία έμελλε να κατίδη την αληθή έκτασιν και τας αληθείς συνεπείας της ελευθέρας θελήσεως, ήτις παρέχει εαυτή την ιδίαν φύσιν και τον ίδιον νόμον.

Ως προς τας μερικάς αρετάς, την εγκράτειαν, την ανδρίαν κλ. είδομεν ότι και ο Σωκράτης και ο Πλάτων ανήγαγον αυτάς διαλεκτικώς εις την ενότητα του αγαθού, εξ ης και ο σύνδεσμος των ψυχών και το καθήκον της προς πάντας δικαιοσύνης και ευποιίας· και ο με Πλάτων εν αυτή τη διακρίσει των αρετών κατέδειξε την αρμονίαν, ο δε Σωκράτης, καταργήσας την θέλησιν και το πάθος, εξαλείφει την διάκρισιν, και πάσας τας αρετάς ανάγει εις μόνην την επιστήμην. Ταύτης δε η κοινωνική επιρροή εξηγεί και επιβεβαιοί την σχετικήν αλήθειαν των σωκρατικών ιδεών, διότι εν τη κοινωνία και εξ αυτής της στατιστικής, εις ην πολλήν επέστησαν προσοχήν οι νεώτεροι, καταφαίνεται ευρύτερον και σαφέστερον πόσον είναι αλάνθαστοι οι λογικοί νόμοι, καθ' ους η πρόοδος των ηθών αντιστοιχεί πάντοτε προς την πρόοδον των φώτων, και επί τέλους το αγαθόν υπερισχύει. Και εάν ο Σωκράτης έζη εις τους καθ' ημάς χρόνους, βεβαίως, προς ασφαλή θεραπείαν των κοινωνικών κακών και αισίαν λύσιν των πολιτικών προβλημάτων, δύο ήθελε προτείνει σύμφωνα προς την διδασκαλίαν αυτού μέσα· να φωτίσωμεν την κοινωνίαν περί των δικαιωμάτων και προ πάντων περί των καθηκόντων αυτής, και να τη αποδείξωμεν ότι τα αληθή αυτής συμφέροντα ταυτίζονται με τα καθήκοντά της, διότι εκ των δύο τούτων εξαρτάται πάσα ηθική και πολιτική αγωγή και η αληθής των λαών ευημερία. Είδομεν δε ότι η αριστοκρατική τάσις της σωκρατικής φιλοσοφίας υπήρχε μόνον κατά την επιφάνειαν αυτής, διότι αυτή η επιστήμη αποκλείει την βίαν, και δεν διαδίδεται ειμή διά της πειθούς και του λόγου. Δημοκρατία τυφλή, εμπαθής, άνευ φώτων και ηθών έχει μόνον της δημοκρατίας το όνομα, και ουσιωδώς είναι τυραννία παράγουσα την αναρχίαν ή το απολυτισμόν. Ωσαύτως αριστοκρατία επιβαλλομένη διά της βίας είναι ολιγαρχική τυραννία και ουχί η κυβέρνησις των αρίστων. Μόνη η έλλογος και ηθική ελευθερία συμβιβάζει τα δικαιώματα , του λαού με τας λειτουργίας των αρχόντων, και τούτους εκλέγει εκ των ηθικωτέρων και ικανωτέρων πολιτών, και ούτω εκ του συνδυασμού της ελευθερίας και του λόγου προκύπτει ου μόνον η εν τω ατόμω ηθικότης, αλλά και η εν τη κοινωνία αρίστη πολιτεία.

ς'. Εν ταις προηγουμέναις παραγράφοις εξεθέσαμεν συνοπτικώς την διαλεκτικήν, ήτοι την λογικήν, ηθικήν και μεταφυσικήν μέθοδον του Σωκράτους, εν γένει και καθ’ έκαστα (α', β'.)· την κατ' αυτόν έμφυτον γνώσιν και την μαιευτικήν τέχνην (γ'.)· την σωκρατικήν θεωρίαν του έρωτος και της θελήσεως (δ'.)· και την ηθικήν και πολιτικήν του Σωκράτους διδασκαλίαν (ε'.). Όπως δε συγκεφαλαιώσωμεν, ει δυνατόν, και αυτό το συμπέρασμα της παρούσης μελέτης, οφείλομεν ν' ανακαλέσωμεν εις την μνήμην του αναγνώστου ότι την ιδέαν του τελικού αιτίου, ήτοι του αγαθού, πρώτος έθηκεν ο Σωκράτης επί της κορυφής της διανοίας και του κόσμου, και δι' αυτού διείδε την υψηλοτέραν των μεταφυσικών εννοιών, την ενότητα πάντων των αγαθών εν τω καθολικώ αγαθώ. Εντεύθεν η επιστήμη του αγαθού είναι η υπερτάτη επιστήμη, και τόσον ισχυράν και αποτελεσματικήν εθεώρει την επιστήμην ταύτην, ώστε αναγκαίως κατ' αυτόν πραγματοποιεί το ίδιον αντικείμενον εν τε τω ατόμω και τη κοινωνία. Ταύτην δε την επιστήμην έχει εν εαυτή συνεπτυγμένην η ψυχή εγκυμονούσα, και διά της διαλεκτικής γεννώνται αι αλήθειαι ων είναι έγκυος, δηλ. η λογική και ηθική κατάταξις των γενών και των ειδών, η αρμονία της νοήσεως και ενεργείας, του νόμου και της φύσεως , της θεωρίας και της πράξεως. Εάν δε παρεγνώρισεν ο Σωκράτης την ενδοτάτην της ψυχής ελευθερίαν, αποδοτέον τούτο εις τον υπέρ του αγαθού ενθουσιασμόν του, δι' ου θεωρεί ως πραγματοποιήσιμον εν ημίν και από τούδε εκείνο το ιδανικόν εν ώ το αγαθόν και η επιστήμη ταυτίζονται, και όπερ ο Πλάτων έθηκεν εκτός και υπεράνω ημών εν τω κόσμω των ιδεών ως τέρμα και όρον ανώτατον της διαλεκτικής του. Προς συμπλήρωσιν της σωκρατικής διδασκαλίας ήρκει να εισδύση τις βαθύτερον εις αυτήν, και τούτο έπραξεν ο Πλάτων, την πραγματοποίησιν του ιδανικού αναγαγών εις αυτόν τον Θεόν, και ο Αριστοτέλης ανευρών εν αύτη τη ψυχή την γόνιμον και μαιευτικήν ούτως ειπείν ενέργειαν, δι' ης αι δυνάμεις αυτής πραγματοποιούνται, και ούτω γινόμεθα αυτουργοί , ως έλεγεν ο Σωκράτης, της επιστήμης και της ευδαιμονίας ημών, και προκύπτει η διά της ελευθερίας τελειότης. Την αληθή ιδέαν της ελευθερίας παρείδε πάσα σχεδόν η Ελληνική αρχαιότης. Εν τούτοις στηρίζων την μεταφυσικήν εις την ηθικήν, ο Σωκράτης υπέδειξεν εις την φιλοσοφίαν την αληθή μέθοδον καθ' ήν και αυταί αι μεταφυσικαί έννοιαι πρέπει να εξάγωνται εκ της ηθικής πράξεως. Αλλ' αύτη δεν είναι πλήρης ή ότε απορρέει εκ της ζώσης, τουτέστι, προσωπικής και ελευθέρας αγαθότητος, ως εκ τούτου η ηθική αρχή του Σωκράτους είναι ηθική εξ ημισείας. Και διά τούτο παρέμεινε και αυτός και ο Πλάτων εν τη διαμέσω χώρα του ωφελίμου και του καλού, ώστε παρ' Έλλησι το άκρον αγαθόν είναι καλολογικόν μάλλον ή ηθικόν. Αλλά, καί τοι ατελής, η σωκρατική φιλοσοφία είναι ουσιωδώς αληθής, και δύο πολυτίμους αρχάς παρέχει εις την σύγχρονον επιστήμην· ότι η μεταφυσική υποτάσσεται εις την ηθικήν, και ότι εις την ηθικήν επίσης υποτάσσεται και η κοινωνική και πολιτική επιστήμη, διότι το αγαθόν είναι ο έσχατος και ο ανώτατος λόγος, η αρχή και το τέλος των όντων.

Έλεγεν ο Σωκράτης εν τη Απολογία του, ότι και εν τω άλλω κόσμω θα ευηρεστείτο να συνεχίση την αποστολήν του επερωτών και φιλοσόφους, και ποιητάς, και ρήτορας, ίνα διακρίνη τίνες είναι οι αληθείς, και τίνες οι νομιζόμενοι, μη όντες δε σοφοί. Εάν δε και μεταξύ ημών επανήρχετο, βεβαίως θα επανελάμβανεν, ότι ο κατέχων πάσας τας επιστήμας και τέχνας άνευ της επιστήμης του καθήκοντος και του δικαίου, ουδέν γινώσκει, και, ως εν τω Κλειτοφώντι , θα έλεγε: Πού φέρεσθε, άνθρωποι, και αγνοείτε ουδέν των δεόντων πράττοντες, οίτινες χρημάτων μεν περί πάσαν την σπουδήν έχετε, όπως υμίν έσται, των δε υιέων οις ταύτα παραδώσετε, όπως επιστήσονται χρήσθαι δικαίως τούτοις, αμελείτε, και ούτε διδασκάλους αυτοίς ευρίσκετε της δικαιοσύνης . Εις δε τους σοφούς θα έλεγεν επίσης· τι ερευνάτε τα επί γης και τα εν ουρανώ, και αμελείτε το μόνον παρέχον αξίαν εις πάντα τα άλλα, την επιστήμην του καθήκοντος και του δικαίου, την μόνην αξίαν του ονόματος επιστήμην, την του αγαθού; Εις τους ρήτορας θα έλεγεν· η καθ' υμάς τέχνη του λόγου είναι ως επί το πλείστον σοφιστεία και απάτη, και λαλείτε, ως ο Αλκιβιάδης, περί ων ούτε ημείς ούτε οι ακούοντες ουδέν γινώσκετε· μόνη η αληθής ευγλωττία είναι η συγκεκινημένη έκφρασις της αληθείας. Εις τους πολιτικούς επίσης θα έλεγεν, ως εις τον Άνυτον· ω θείοι άνθρωποι, πού είναι τα έργα σας; δείξατε εάν οι λαοί είναι δι' υμών ισχυρώτεροι και ευδαιμονέστεροι, και νοήσατε επί τέλους, ότι μόνη σοφή και σωτήριος πολιτική είναι η στηριζομένη επί της δικαιοσύνης.

Καί τινες μεν θεωρίαι του Σωκράτους δυνατόν να παρέλθωσιν, η δε αδάμαστος πίστις αυτού εις την παντοδυναμίαν του αγαθού είναι αθάνατος, και εξ αυτής συμφέρει αείποτε να εμπνεώμεθα. Ουδείς μάλλον αυτού επίστευσεν εις τον τελικόν θρίαμβον της δικαιοσύνης και εις την εν τω καθολικώ αγαθώ οριστικήν συμφιλίωσιν των ανθρώπων. Όσω διστάζει και αμφιβάλλει ενίοτε περί ζητημάτων υπερβαινόντων, καθ' ά εδόξαζε, τα όρια της ημετέρας διανοίας, τόσω καταφατικός είναι και βέβαιος περί του νόμου της θελήσεως, περί της δικαιοσύνης. Υπό της πίστεως ταύτης, του αληθούς τούτου δαιμονίου, εμπνεόμενος και ενθουσιών, περιεφρόνει τους φαινομενικούς θριάμβους της βίας, και από τούδε ανυψούτο εις την ανωτάτην εκείνην σφαίραν ένθα μόνη δύναμις είναι η της αληθείας.

Ενόμιζον οι Αθηναίοι ότι καταδικάζοντες αυτόν εστερέουν το εθνικόν θρήσκευμα και την πολιτικήν των, και επί μικρόν εφάνη ότι επέτυχον, και τούτο επίστευσαν οι μυωπάζοντες των συγχρόνων πολιτικών, αλλά τούτο δεν ήθελεν η υπ' αυτού λατρευομένη δικαιοσύνη, η τα πάντα υποβάλλουσα εις τους απαρεγκλίτους νόμους της ιδίας διαλεκτικής, καθ' ούς θάττον ή βράδιον η αλήθεια και το αγαθόν θριαμβεύουν. Πάσαι αι μεγάλαι ιδέαι του Σωκράτους ανέζησαν μετ' αυτόν, και θέλουσι κυριεύσει τον κόσμον. Ο Σωκράτης το ήξευρε, και απέθανε με το μειδίαμα εις τα χείλη.
* * *

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 

FACEBOOK

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Histats

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΩΝ

extreme

eXTReMe Tracker

pateriki


web stats by Statsie

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΟ FACEBOOK

 PATERIKI


CoolSocial

CoolSocial.net paterikiorthodoxia.com CoolSocial.net Badge

Τελευταία Σχόλια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRANSLATE

+grab this

ON LINE

WEBTREND

Κατάλογος ελληνικών σελίδων
greek-sites.gr - Κατάλογος Ελληνικών Ιστοσελίδων

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

MYBLOGS

myblogs.gr

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ - JOIN US

Καταθέστε τα σχόλια σας με ευπρέπεια ,ανώνυμα, παραπλανητικά,σχόλια δεν γίνονται δεκτά:
Η συμμετοχή σας προυποθέτει τούς Όρους Χρήσης

Please place your comments with propriety, anonymous, misleading, derogatory comments are not acceptable:
Your participation implies in the Terms of Use


| ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ © 2012. All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Γιά Εμάς About | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |