Αποστολή στρατού στή Μεγάλη Φρυγία για καταστολή επανάστασης. Ό Αγιος θέτει τέρμα σέ λεηλασία
ΙΖ. Στή Μεγάλη Φρυγία[19], λοιπόν, εκδηλώθηκε μιά έπανάσταση. Όταν τό πληροφορήθηκε ό βασιλιάς Κωνσταντίνος, άφού έκαμε άπό κοινού σύσκεψη μέ τούς συμβούλους του γιά τό γεγονός αυτό, έστειλε στή Φρυγία τρεις στρατηγούς μαζί μέ τούς στρατιώτες πού είχαν ύπό τήν έζουσία τους (τά ονόματα τών στρατηγών ήταν Νεπωτιανός, θύρσος και Έρπυλίων) νά καταστείλουν τήν έπανάσταση και νά έπαναφέρουν τήν τάζη και τή γαλήνη στήν περιοχή αύτή. Οι στρατηγοί μέ τούς στρατιώτες άπέπλευσαν άμέσως άπό τήν Κωνσταντινούπολη και μέ πολλή ταχύτητα έφτασαν σέ ένα λιμάνι τής έπαρχίας τών Λυκίων. Τό επίνειο ονομαζόταν Άνδριάκης. Επειδή όμως δέν μπορούσαν νά άποπλεύσουν έζαιτίας τής κακοκαιρίας πού επικρατούσε, παρέμεναν γιά λίγο χρονικό διάστημα στο λιμάνι.
Έντωμεταζύ μερικοί στρατιώτες βγήκαν άπό τό πλοίο νά άγοράσουν διάφορα πράγματα πού τούς χρειάζονταν. Όμως, αύτά πού άρέσκονται συνήθως νά κάνουν οι στρατιώτες (πραγματικά, αισθάνονται πολλή ευχαρίστηση μέ ζένα πράγματα πού άποκτούν, χρησιμοποιώντας τήν άρπαγή και τή βία) τά έκαναν και εδώ. Δηλαδή άρπαζαν μέ τή βία τά άγαθά τών κατοίκων. Στή συνέχεια τό γεγονός αύτό εξελισσόταν σε ανταρσία και κάποια ταραχή δημιουργήθηκε στην περιοχή πού ονομαζόταν Πλάκωμα.
Μόλις, λοιπόν, έγιναν γνωστά στο θαυμαστό Νικόλαο ή κατάσταση πού επικρατούσε και ποιος ήταν εκείνος πού τήν είχε δημιουργήσει, έφτασε άμέσως στο έπίνειο μέ τήν ίδια πνευματική του όρμητικότητα. Και όταν κάποιοι τον άντιλήφτηκαν, πέρασε αστραπιαία σέ όλους, λόγω τής φήμης του, ή είδηση γιά τήν εκεί παρουσία του. Άμέσως τότε όλοι οι κάτοικοι τής πόλης μαζί μέ τούς απεσταλμένους άπό τό βασιλιά στρατηγούς έσπευοαν νά τον συναντήσουν, γιά νά τον προσκυνήσουν, όπως ήταν συνήθεια. Όταν, λοιπόν, ρώτησε τούς στρατηγούς γιά ποιο σκοπό καί άπό πού ήλθαν, έκέΐνοι τού άπάντησαν ότι είχαν άποσταλεί άπό τό βασιλιά, μέ σκοπό νά διευθετήσουν, μέ καλό τρόπο γιά τούς κατοίκους τής Φρυγίας, επαναστατικές κινητοποιήσεις. Τότε αύτός τούς πήρε στήν πόλη καί τούς φιλοξενούσε μέ έγκαρδιότητα. Έπειτα οι στρατηγοί καθησύχασαν έτσι μέ ήπιότητα τό θόρυβο των στρατιωτών καί είχαν τήν καλή τύχη νά λάβουν, όπως έπρεπε, τις ευλογίες τού Άγιου.
Ό Αγιος σπεύδει νά διασώσει άπό τήν εκτέλεση τρεις άδικουμένους
ΙΗ-ΙΘ. Μόλις έπρόκειτο οι στρατηγοί μέ τά στρατεύματά τους νά πάρουν τό δρόμο γιά τή Φρυγία, προσήλθαν στον Άγιο μερικοί κάτοικοι τής πόλεως καί μέ πολύ ψυχικό πόνο τού υπέβαλαν μιά θερμότατη παράκληση τού ζήτησαν δηλαδή νά υπερασπίσει κάποιους άδικουμένους. Καί πραγματικά, πολύ σύντομα αύτοί θά έκτελούνταν άδικα. Συγκεκριμένα, έλεγαν στον Άγιο ότι ό Εύστάθιος, ό διοικητής τής πόλεως, άφού δωροδοκήθηκε μέ πολλά χρήματα άπό φθονερούς καί φοβερά κακούς ανθρώπους, καταδίκασε σέ θάνατο τρεις κατοίκους τής πόλεως, χωρίς νά έχουν κάμει καί τήν παραμικρή παράβαση, καί δέν τούς έπέβαλε κάποια μικρή τιμωρία, πού καί αυτό βέβαια θά ήταν δυσάρεστο γιά άθώους, αλλά ύποφερτό. Τού έλεγαν άκόμη ότι και ολόκληρη ή πόλη πενθεί πολύ και οδύρεται για την άδικη καταδίκη των αθώων σε θάνατο και επικαλείται με φωνές απελπισίας την παρουσία του’ καί, αν πάει εκεί, ό ήλιος δεν πρόκειται να δεί τέτοιο μίασμα σ’ αύτή.
Όταν τούς άκουσε ό άνθρωπος τού Θεού καί ακριβέστατος μιμητής τής φιλευσπλαχνίας τού ’Ιησού, δέ θεώρησε άδικαιολόγητη την ανάγκη για βοήθεια, ούτε καθυστέρησε καθόλου, άπό τη στιγμή πού άκουσε τό αίτημα, να σπεύσει να βοηθήσει. Έτσι, αφού ντύθηκε τό ζήλο για τό καλό, σαν κάποια λεοντή, αμέσως τινάχτηκε όρθιος καί γέμισε ή ψυχή του μέ άκατάβλητο θάρρος. Χωρίς καθυστέρηση συμπαρέλαβε τούς τρεις στρατηγούς, για τούς όποιους έγινε λόγος παραπάνω, καί πήρε τό δρόμο να προλάβει να σώσει τούς άδικουμένους άπό την εκτέλεση.
Όταν, λοιπόν, έφτασε σέ κάποιον τόπο, πού ονομαζόταν Λέων, ζητούσε να μάθει άπό τούς έκεί παρευρισκόμε- νους άν γνωρίζουν κάτι γιά τούς καταδίκους καί πού τούς έχουν άφήσει. Εκείνοι τού είπαν ότι τούς έχουν στην τοποθεσία πού ονομάζεται Διόσκουροι, στην πλατεία. Τότε ό "Αγιος προχώρησε κατευθείαν προς τον τόπο τού μαρτυρίου των άγιων Κρίσκεντος καί Διοσκουρίδου. Προχωρώντας έμαθε ότι οί κατάδικοι λίγο πριν πέρασαν την πύλη καί οδηγούνταν κοντά στο Βηρά. Στον τόπο αύτό θά γινόταν ή έκτέλεσή τους. ’Αμέσως έπιτάχυνε τό βήμα καί, άναπληρώνοντας την άδυναμία των γηρατειών του μέ τη φλόγα τής καρδιάς του, έφτασε σέ σύντομο χρόνο στον καθορισμένο γιά την εκτέλεση τόπο. Έκεί είδε πολύν όχλο γύρω γύρω συγκεντρωμένον καί τούς καταδίκους — άλίμονο! — μέ τα χέρια δεμένα πίσω καί τα μάτια τους καλυμμένα να περιμένουν μέ γυμνό τον τράχηλο τό χτύπημα τού δημίου. Ό δήμιος είχε ήδη βγάλει τό ξίφος άπό τή θήκη του καί έβλεπε μέ φονική καί μανιακή διάθεση τούς καταδίκους, υποδηλώνοντας μέ τήν έκφραση τού προσώπου του τήν ορμή του προς τή σφαγή. Τό θέαμα ήταν φρικτό καί δέν ήταν δυνατόν νά τό άντικρίσει συνετός οφθαλμός.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

















