Στα μέσα του 1ου μ.Χ. αιώνα με το περί Χριστού κήρυγμα του Απ. Παύλου αρχίζει να συντελείται μια σημαντική αλλαγή μέσα στον Ελληνορωμαϊκό κόσμο. Ιδιαίτερα ενοχλημένοι οι Ιουδαίοι της Θεσσαλονίκης από τη δράση του Απ. Παύλου και των συνεργατών του ξεσηκώνουν τον όχλο δημιουργώντας ταραχές στην κοινωνία της πόλης και στη συνέχεια βοούν προς τους πολιτάρχες: οι την οικουμένην αναστατώσαντες ούτοι και ενθάδε πάρεισιν, ...ούτοι πάντες απέναντι των δογμάτων Καίσαρος πράσσουσι, βασιλέα έτερον λέγοντες είναι Ιησούν (Πραξ. 17, 6). Χωρίς να το γνωρίζουν διαπιστώνουν με τη φράση αυτή την συντελούμενη και επερχόμενη σημαντική αλλαγή στην οικουμένη που καταλήγει στην εκ βάθρων μεταμόρφωσή της.
Αυτήν τη ριζική μεταμόρφωση ευαγγελίζεται ο Απ. Παύλος με όσα λέγει στο κήρυγμά του για την εν Χριστώ λύτρωση του ανθρώπου και για την ευθύνη του έναντι του συνανθρώπου μέσα στην κοινωνία. Με πολλή συντομία και σχεδόν επιγραμματικά σε τρία σημεία μπορούμε να συνοψίσουμε την επίδραση του Παύλειου μηνύματος στην κοινωνία της εποχής του.
1. Σε αντίθεση με τη θεωρητική και ανθρωποκεντρική ελευθερία των Στωϊκών φιλοσόφων που κυριαρχούν στην εποχή του ο Απ. Παύλος προβάλλει την εν Χριστώ ελευθερία, την ελευθερία που απορρέει από το ιστορικό γεγονός του σταυρού και της ανάστασης του Χριστού. Μια ελευθερία που δεν υπάρχει στην εσωτερική φύση του ανθρώπου, αλλά προσφέρεται ως δωρεά του Θεού. Η αστοχία του ανθρώπου να βρει λύσεις στα προβλήματά του στηριζόμενος μόνο στις δικές του εσωτερικές δυνάμεις, αυτό δηλ. που στη θεολογική γλώσσα ονομάζουμε αμαρτία , κατέστησε αναγκαία την ιστορική επέμβαση του Θεού μέσα στον κόσμο στο πρόσωπο του Χριστού. Η ελευθερία συνεπώς αποτελεί προσφορά του Θεού εν Χριστώ προς τον κόσμο. Η ελευθερία ωστόσο που διακηρύσσει ο Παύλος δεν είναι μόνο δώρο του Θεού αλλά συνεπάγεται και την ανταπόκριση του ανθρώπου, την ευθύνη του έναντι της κοινωνίας και έναντι της φύσης.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>



















