Ὁ συγγραφεὺς περιγράφει τὴν ἐν Τήνῳ κατὰ τὴν 15ην Αὐγούστου λιτάνευσιν τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου, μετὰ τὴν ἐπίσημον λειτουργίαν.
Τόνοι μουσικῆς φθάνουν ἔξαφνα ἀπὸ τὸ προαύλιον τῆς Παναγίας καὶ τὰ πλήθη τῶν προσκυνητῶν ἀναταράσσονται, ὡσὰν κύματα θαλάσσης
εἰς τὴν βαρεῖαν πνοὴν τοῦ βοριᾶ.
Ὁ κόσμος πυκνὸς γεμίζει φράκτας, πεζοδρόμια, παράθυρα, πεζούλια, στρέφων μὲ άνυπομονησίαν τὰς κεφαλὰς καὶ ἀλληλοερωτώμενος.
Πρὸ πάντων ὅμως εἰς τὸν περίβολον τῆς ἐκκλησίας τὸ πλῆθος εἶναι μᾶζα ἀδιάσπαστος.
Ἀπὸ τὰ παράθυρα, τὰ κελλία, τοὺς ἐξώστας, ὁλόκληρα ἀνθρώπινα σταφύλια προβάλλουν καὶ κρέμανται πυκνὰ καὶ μυριόχρωμα, ὅπου τὰ τσεμπέρια ἀνακατεύονται μὲ τὰ φέσια, μὲ τὶς ἀνοικτὲς ὀμπρέλλες καῖ τὰ μαῦρα καπέλλα τῶν ἀνδρῶν.
Ἀπ’ ἐκεῖ ἕως τὴν ἄκρη τοῦ ἱεροῦ δρόμου, ὅπου φθάνει τὸ βλέμμα, δύο ἀτελείωτα μαῦρα φίδια ἁπλώνονται. Εἶναι αἱ δύο γραμμαὶ τοῦ κόσμου, ποὺ περιμένει.
Ἀλλὰ καὶ τὸ λιθόστρωτον εἰς τὸ μέσον δὲν μένει ἐλεύθερον. Θέαμα παράξενον καὶ πρωτοφανὲς ἁπλώνεται ἐκεῖ. Ὅλοι οἱ πάσχοντες, τυφλοί, κωφοί, ἀνάπηροι, ὅλη ἡ ἀνθρωπίνη δυστυχία ἔχει ἐξαπλωθῆ κατὰ γῆς κατὰ σειράν, σῶμα πρὸς σῶμα, πλευρὸν, πρὸς πλευρόν, εἰς σφικτὴν γραμμήν, καὶ γεμίζει τὸ μέσον τοῦ δρόμου, διὰ νὰ περάσῃ ἀπὸ πάνω τους ἡ θαυματουργὸς εἰκών, διὰ νὰ τοὺς λυπηθῇ καὶ τοὺς ἐλεήση ἡ Παναγία.
Τέλος πάντων ἡ λιτανεία προβάλλει.
Βοὴ συγκεχυμένη, μαζὶ μὲ ψαλμωδίας καὶ τόνους μουσικῆς, φθά- νει καθαρώτερα εἰς τὸ πλῆθος. Ἡ κεφαλὴ τῆς λιτανείας ἐφάνη εἰς τὴν θύραν τῆς αὐλῆς.
Προπορεύεται ἀργά, ἀργὰ ἡ μουσικὴ τοῦ ναυτικοῦ, ἡλιοψημένοι ναῦται. Φθάνει μὲ βῆμα βραδὺ καὶ κανονικόν, μὲ ζωηροὺς σελαγισμοὺς τοῦ ἡλιακοῦ φωτὸς εἰς τὸ μέταλλον τῶν σαλπίγγων των. Ἀκολουθοῦν κατόπιν τὰ ἱερὰ λάβαρα. Πολύχρωμος κυματισμὸς χρυσοῦ, κεντητῶν πολυτὶμων ὑφασμάτων, άνακινούμενος εἰς τὸν ἐλαφρὸν ἄνεμον, ἔπειτα φανάρια, σταυροί, ἑξαπτέρυγα, Χερουβεὶμ μἐ ἀνοικτὰς πτέρυγας εἰς τὸ ἔνδοξον πρωϊνὸν φῶς. Καὶ ὁ ἥλιος ἐξακολουθεῖ νὰ πλανᾷ σελαγισμοὺς εἰς τὰ χρυσοκέντητα ἄμφια, λαμπυρίζει εἰς τὰ μέταλλα τῶν ὲξαπτερύγων καὶ τῶν λαβάρων, αντανακλᾶται εἰς ἀστραπὰς ἐπὶ τῶν ξιφολογχῶν τῶν πεζοναυτῶν, ζωογονεῖ εἰς μυριόχρωμον πανόραμα τὴν ἀτελείωτον θάλασσαν τοῦ κόσμου.
Εἰς τὸ μέσον πλήθους ἱερέων ἔρχεται τώρα ὁ Δεσπότης, μεγα- λοπρεπὴς καὶ χρυσοκέντητος, μὲ μίτραν σπινθηρίζουσαν ἀπὸ λίθους, προχωρῶν ἀργά, αργά. Πλησίον του δὲ τέλος, φερομένη εἰς τὴν ἀγκάλην ἑνὸς ἱερέως ἡ θαυματουργὸς εἰκών, ἀστράπτουσα ὅλη ἀπὸ χρυσὸν καὶ
διαμάντια, ἀντανακλῶσα τὴν ἡλιακὴν λάμψιν, ὡς ἄλλος ἥλιος, ὡσὰν φωτοστέφανος καὶ αἴγλη*, κάτι ἔνδοξον καὶ φωτοβόλον, ποὺ περνᾷ ὡς ὀπτασία πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν πιστῶν.
Τὴν εἰκόνα ἀκολουθοῦν οἱ ἐπίσημοι. Ὁ Νομάρχης, ὁ Δήμαρχος, οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων, ἀγαπημέναι ναυτικαὶ στολαὶ μὲ πλατείας κροσσωτὰς ἐπωμίδας καὶ χρυσοστόλιστα τρικαντά*.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>


















