ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 14
Μαρκ. 14,1 Ἦν δὲ τὸ πάσχα καὶ τὰ ἄζυμα
μετὰ δύο ἡμέρας. καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς πῶς αὐτὸν ἐν δόλῳ
κρατήσαντες ἀποκτείνωσιν.
Μαρκ. 14,1 Επειτα από δύο ημέρας, ήτο Πασχα και τα άζυμα. Και
εζητούσαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς, πως με απάτην και χωρίς θόρυβον να
τον πιάσουν και να τον θανατώσουν.
Μαρκ. 14,2 ἔλεγον δὲ μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ,
μήποτε θόρυβος ἔσται τοῦ λαοῦ.
Μαρκ. 14,2 Ελεγαν δε να μη τον συλλάβουν κατά την εορτήν,
μήπως και γίνη θόρυβος και ταραχή του λαού (δεδομένου, ότι πολλοί ήσαν εκείνοι,
που εθαύμαζαν και εσέβοντο και περιεστοίχιζαν τον Χριστόν).
Μαρκ. 14,3 Καὶ ὄντος αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν
τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, κατακειμένου αὐτοῦ ἦλθε γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον
μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς, καὶ συντρίψασα τὸ ἀλάβαστρον κατέχεεν αὐτοῦ
κατὰ τῆς κεφαλῆς.
Μαρκ. 14,3 Και όταν αυτός ευρίσκετο εις την Βηθανίαν, στο
σπίτι Σιμωνος του λεπρού, την ώραν που είχε γείρει και έτρωγε στο ταπέζι ήλθε
μια γυναίκα, που εκρατούσε ένα αλαβάστρινον δοχείον γεμάτο μύρον
κατασκευασμένον από γνησίαν και πολύτιμον νάρδον. Και αφού έσπασε το
αλαβάστρινο δοχείον έχυνε πλούσια όλο το μύρο επάνω εις την κεφαλήν του.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>


















