Ο άλλος κι εντελώς αλλιώτικος τρόπος υπέρβασης της φθίσης της φύσης είναι ο εξωφυσικός ή υπερφυσικός, υπερβατικός, υπερεμπειρικός, που μπορεί να αποκληθεί προσωπικός, υπαρξιακός ή προσωποκεντρκός, περσοναλιστικός, προσωποκρατικός. Κεντρική ιδέα της εξωφυσικότητας είναι ότι η λύση του δράματος της φθίσης της φύσης εντοπίζεται κάπου εκτός της φύσεως, έξω από αυτήν, πριν από αυτήν, άνω, επάνω, υπεράνω του φυσικού, σε ένα υποστασιασμένο επέκεινα, σε κάποιο προσωπικό υπερπέραν, σε Ένα και Μοναδικό Ον, στον όντως Όντα, που λέγεται Θεός, πιστεύεται δημιουργός, προνοητής και κριτής του φυσικού σύμπαντος και του ανθρώπινου όντος.
Θρησκειολογική έκφανση της εξωφυσικότητας είναι ο μονοθεϊσμός (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ) που εμφανίζεται στην Μέση Ανατολή, στον τεράστιο γεωφυσικό χώρο ο οποίος οριοθετείται δυτικά από την Μεσόγειο και ανατολικά από την Μεσοποταμία, ανάμεσα σε Νείλο και σε Ιορδάνη, κι εμφανίζεται ως αυτοκριτική οριοθέτηση απέναντι στον περιβάλλοντα πολυθεϊσμό. Ας σημειωθεί ότι ιστορικά-χρονολογικά και χωρικά-γεωγραφικά ο μονοθεϊσμός επακολουθεί τον πολυθεϊσμό, ανακύπτει μέσα στους κόλπους του, αλλά τάχιστα αναδεικνύεται σε απηνή πολέμιο της πολυθεϊστικής θρησκευτικότητας. Η βασική διαφορά πολυθεϊσμού-μονοθεϊσμού δεν είναι ποσοτική-αριθμητική, σαν δήθεν πίστη σε μία ή πολλές θεότητες, αλλά πρόκειται για ουσιαστική-ποιοτική διαφορά.
Ο πολυθεϊσμός εδράζεται στην φύση, ενώ ο μονοθεϊσμός υπερβαίνει την φύση. Η πολυθεϊστική θρησκευτικότητα καταφάσκει την φύση και την αποδέχεται, ενώ η μονοθεϊστική θρησκευτικότητα αρνείται την φύση, την αποφάσκει και την υπερβαίνει, στην καλύτερη περίπτωση, όταν βεβαίως -στην χειρότερη περίπτωση- δεν την καταπολεμά ούτε την καταργεί! Ο πολυθεϊσμός είναι ενδοφυσικός, φυσιοκρατικός και φυσιολατρικός, κοσμολογικός και νατουραλιστικός, ουσιοκρατικός και απρόσωπος, ενώ ο μονοθεϊσμός παραμένει εξωφυσικός, υπερφυσικός, υπερβατικός, προσωπικός, προσωποκρατικός, περσοναλιστικός και υπαρξιακός.
Αφετηριακή πίστη του μονοθεϊσμού είναι η ύπαρξη ενός όντος, προσωπικού, που είναι ο Ένας και Μοναδικός Θεός, υπέρτατος δημιουργός, ύψιστος προνοητής και ύπατος κριτής του σύμπαντος, τόσο του άψυχου, άβιου, ανόργανου, άλογου κόσμου (φύση) όσο και του έμψυχου, έμβιου, ενόργανου, έλλογου όντος (άνθρωπος). Η αρχή του σύμπαντος είναι προσωπική, υποστατική, υπαρξιακή. Όχι πλέον η απρόσωπη, άμορφη (αΐδια), άχρονη (αιώνια) ουσία της φύσης, αλλά ένα ον, μια ύπαρξη, ένα πρόσωπο, που αποκαλείται Θεός («εγώ ειμί ο ων») υπέρκειται παντός απρόσωπου και πολυπρόσωπου όντος, επιγείου ή επουρανίου.
Το θείο εκλαμβάνεται ως ον προσωπικό, το όντως ον ή καλύτερα ο όντως Ων, που δίνει την ουσία σε κάθε ον ως δύναμη ουσιοποιός και ουσιαρχική. Δεν είναι πλέον η απρόσωπη, άχρονη και άμορφη ουσία το ύπατο θεμέλιο του σύμπαντος, αλλά ένα πρόσωπο, μια ύπαρξη, το όντως ον: «ου γαρ εκ της ουσίας ο ων, αλλ' εκ του όντος η ουσία» (Γρηγόριος Παλαμάς). Η προτεραιότητα του προσώπου, του όντος και της ύπαρξης αποκαλείται στην φιλοσοφική ορολογία προσωποκρατία (personalismus), προσωποκεντρισμός (περσοναλισμός), και αποτελεί την μεταφυσική προϋπόθεση του μονοθεϊσμού.
Αξίζει τον κόπο να μελετήσουμε τον μονοθεϊσμό αντιστικτικά ως προς τον πολυθεϊσμό. Το ομόλογο μέγεθος του μονοθεϊσμού στα δύο φύλα είναι το αρσενικό, ανδρικό, ανδροκρατικό, φαλλικό και πατριαρχικό στοιχείο. Ο Θεός είναι Ένας και Μοναδικός με μορφή ανδρική και πατρική (Θεός Πατήρ), η τριαδικότητα αναπτύσσεται αρρενωπά (Πατήρ-Υιός), οι κυρίαρχες φυσιογνωμίες του ιερατείου είναι ανδρικές (ιερέας, προφήτης, πατριάρχης, νομοθέτης) και ονοματοδοτούνται αρσενικά (πατήρ, αββάς, γέροντας).
Ο κυρίαρχος συμβολισμός είναι ο ουρανός κι όχι πλέον η γη του πολυθεϊσμού με το γήινο, γεώδες, γυναικείο, θηλυκό, μητρικό και μητριαρχικό στοιχείο. Αντί για την μήτρα του πολυθεϊσμού συνδηλώνεται ο φαλλός του μονοθεϊσμού: η ευθεία γραμμή με την σαφήνεια και την ακαμψία, τον κανόνα που τέμνει κι ανατέμνει, ορίζει και χωρίζει.
Το ουράνιο σύμβολο του μονοθεϊσμού δεν είναι η σελήνη του πολυθεϊσμού, αλλά ο ήλιος με την απαρέγκλιτη σταθερότητα κι ακαμψία του, όσο βεβαίως και την εκτυφλωτική λάμψη του που θερμαίνει και πυρώνει, λάμπει και τυφλώνει, δίνει φως σε όλους και παίρνει το φως όσων τολμούν να τον κοιτάζουν κατάματα, κατά πρόσωπο, φωτίζει και πυρπολεί, ως φως και φωτιά, πυρ και πυρά. Αντί για τον κύκλο επικρατεί η γραμμή, που με φαλλικό συμβολικό τρόπο χαράσσει όρια, διχοτομεί και διαιρεί, ορίζει και χωρίζει, καθορίζει και περιορίζει συνάμα. Το γεωμετρικό σώμα του μονοθεϊσμού δεν είναι πλέον η σφαίρα, αλλά το ημισφαίριο (τρούλος) και το παραλληλεπίπεδο (κύβος) που γεωμετρεί το σύμπαν με την ευθεία γραμμή, η οποία ελάχιστα συνάδει με την φύση που μαρτυρεί κυκλικότητα και κυματισμό μάλλον παρά γραμμικότητα και παραλληλότητα.
Ο πολυθεϊσμός υπερβαίνει τον θάνατο με την πεποίθηση της αθανασίας της ψυχής, ενώ ο μονοθεϊσμός αντιμετωπίζει τον θάνατο με την πίστη στην ανάσταση των νεκρών. Η εμπειρία της αναγέννησης κατανοείται εντελώς διαφορετικά στις δυο ποικιλίες της ανθρώπινης θρησκευτικότητας.
Ο πολυθεϊσμός κατανοεί την αναγέννηση ενδοφυσικά, φυσιοκρατικά, φυσιολατρικά, νατουραλιστικά και ουσιοκρατικά ως αθανασία της ψυχής σαν ανακύκλωση της γέννησης με πρότυπο την γυναικεία μήτρα της Μεγάλης Μητέρας-Μήτρας θεάς φύσης. Ο μονοθεϊσμός αντιλαμβάνεται την αναγέννηση υπαρξιακά, προσωπικά, προσωποκεντρικά, ως ανάσταση του νεκρού ανθρώπου με πρότυπο την εκ νεκρών ανάσταση του Θεανθρώπου στον Χριστιανισμό ή την έλευση του Μεσσία στον Ιουδαϊσμό ή την παραδείσια δικαίωση των πιστών του Προφήτη Μωάμεθ στο Ισλάμ. Σε κάθε περίπτωση ο θάνατος υπερβαίνεται χωρίς να καταργείται είτε με την πεποίθηση στο παρελθόν μιας μήτρας στην φύση, στην μητέρα, στην γη, στην σελήνη, που αδειάζει και γεμίζει, χάνεται και ξαναβρίσκεται, όπως στον πολυθεϊσμό, είτε με την πίστη στο μέλλον μιας ευθείας γραμμής που αρχίζει με την εκ του μηδενός δημιουργία (creatio ex nihilo), επικεντρώνεται στην Παρουσία ενός Μεσσία-Θεανθρώπου (Χριστού, Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός) με την Ενσάρκωση-Ενανθρώπιση του Θεού (Πρώτη Παρουσία) και αποκορυφώνεται με την Δευτέρα Παρουσία, την Τελική Κρίση και την έλευση της Βασιλείας του Θεού.
* * *
Μπορούμε να επισκοπήσουμε την θρησκειο-φιλοσοφική εποποιία του πολιτισμού της ανθρωπότητας από την σκοπιά της συγκλονιστικής εμπειρίας του θανάτου. Η θρησκεία είναι μια απάντηση στην απορία του θανάτου. Η φιλοσοφία αποτελεί «μελέτη θανάτου», διότι αρθρώνει λόγο για το νόημα της ζωής υπό την σκιά του θανάτου. Οι δυο κυρίαρχες μορφές θρησκείας, που είναι ο πολυθεϊσμός και ο μονοθεϊσμός, εμφανίζονται ως οι δυο ενδεχόμενες απαντήσεις της ανθρωπότητας στο πρόβλημα του θανάτου, θρησκεύουμε, επειδή θνήσκουμε: κάνουμε λόγο περί θρησκείας για να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο.
Οι δυο εφικτές υπερβάσεις του θανάτου μέσω της ενδοφυσικότητας του πολυθεϊσμού και της εξωφυσικότητας του μονοθεϊσμού παραμένουν μοναδικές και ανυπέρβλητες μέχρι σήμερα, όπως επίσης μένουν εκκρεμείς και ανεπιβεβαίωτες. Καμιά δεν μπορεί να διεκδικήσει για τον εαυτό της την αποκλειστικότητα της μίας, ορθής, «ορθόδοξης» και οριστικής λύσης του δράματος της ανθρώπινης ζωής στην οποία έλαχε ο σκληρός κλήρος να τελευτά την βιοτή της και να βιώνει την τελευτή της. Ίσως μια κάποια ενδεχόμενη απόκριση σε αυτήν την ακροτελεύτια όσο και αφετηριακή απορία μας να είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει τελική λύση, τελειωτική επίλυση, τελεσίδικη απάντηση, αφού εμείς οι ίδιοι που ερωτάμε είμαστε μέρος του προβλήματος στην επίλυση του οποίου έχουμε επιδοθεί.
Ο θάνατος μοιάζει με το όνειρο: είναι συμβάντα ετεροχρονισμένα. Σε άλλο χρόνο βιώνουμε το όνειρο στον ύπνο μας και σε άλλο χρόνο το ερμηνεύουμε αφυπνισμένοι. Ποτέ δεν συγχρονίζονται η βίωση και η ερμηνεία του ονείρου: η πρώτη ανήκει στο σκοτάδι της νύκτας κι η άλλη αρμόζει στο φως της ημέρας. Η μια προϋποθέτει την υπτία στάση του κοιμωμένου, ενώ η άλλη συμβαίνει συνήθως σε κάθε άλλη στάση (ορθία, καθιστή, επικλίνη). Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τον θάνατο. Η μελέτη του θανάτου στην ζωή μας και η εμπειρία του στην τελευτή μας είναι απολύτως ετεροχρονισμένα συμβάντα.
Σώμα και πτώμα διαφέρουν: το πρώτο έχει τον θάνατο μπροστά του, ενώπιον του, ενώ το δεύτερο έχει τον θάνατο όπισθέν του. Ο θάνατος είναι συμβάν εκ των προτέρων για το πτώμα και εκ των υστέρων για το σώμα. Άλλωστε θα μπορούσε να ορισθεί το πτώμα ως σώμα θανάτου. Αυτό που μετατρέπει ένα σώμα σε πτώμα (σορό) είναι ο θάνατος, ο οποίος σωριάζει κυριολεκτικά τον άνθρωπο κάνοντας το σώμα του μια σορό και την ψυχοσωματική του ενότητα έναν σωρό από οστά.
Δεν στερείται σημασίας το ότι η ελληνική αρχαιότητα παρομοίαζε τον θάνατο με τον ύπνο: ο θάνατος εκλαμβάνεται ως «μέγας ύπνος» και ο ύπνος θεωρείται ως «μικρός θάνατος». Ο ετεροχρονισμός ονείρου και θανάτου είναι μια ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη παραλληλία που έτυχε επαρκούς επισήμανσης από την αρχαιοελληνική σκέψη. Ας προστεθεί στον ετεροχρονισμό και κάτι άλλο ακόμα: η μη αντιστρεψιμότητα του θανάτου. Ό,τι ζει θα πεθάνει, αλλά ό,τι πεθαίνει δεν ζει ποτέ πάλι εκ νέου, κι οπωσδήποτε όχι με τον ίδιο τρόπο που έζησε την μέχρι θανάτου ζωή του. Η μετεμψύχωση και η μετενσάρκωση δηλώνουν την μη αντιστρεψιμότητα του θανάτου, αφού, παρά την επανάληψη της βιοτής και την συνέχεια της ζωής, δεν παρατηρείται ομοιότητα των ζωτικών καταστάσεων, αλλά ανομοιότητα των έμβιων μορφών (μετατροπή του ανθρώπου σε ζώο και αντίστροφα).
Όποιος βιώνει τον θάνατο δεν ζει πλέον για να τον μελετήσει, να στοχασθεί, να φιλοσοφήσει και να θεολογήσει περί θανάτου. Όποιος ζει την ζωή έχει κάθε άνεση χρόνου να μελετήσει τον θάνατο φιλοσοφικά ή και θεολογικά, αλλά απέχει παρασάγγας από την βίωση του κι επομένως από την άμεση, εμπειρική, βιωματική, προσωπική και υπαρξιακή πιστοποίηση της καλύτερης επιλογής ανάμεσα σε πολυθεϊσμό και μονοθεϊσμό, φυσιοκρατία και προσωποκρατία, αθανασία ψυχών και ανάσταση νεκρών.
Μέχρι το τέλος της ζωής μας εκεί όπου κρύβεται η μοναδική έγκυρη απάντηση στο αίνιγμα του θανάτου απομένει μόνο η πίστη, δηλαδή η εμπιστοσύνη, η πίστωση και η επένδυση σε μια από τις δυο θρησκειοφιλοσοφικές αποκρίσεις στο ερώτημα του θανάτου που ενσαρκώνει την φθίση της φύσης. Μέχρι τότε βεβαίως δεν τίθεται κανένα δίλημμα του τύπου τι προτιμάμε: να ζήσουμε την ζωή ή να μελετήσουμε τον θάνατο; Ισχύει η πασίγνωστη θέση «primum vivere deinde philosophare», δηλαδή προηγείται η ζωή και έπεται η φιλοσοφία.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>


















