Ο Παπα-Παρθένης, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες, ήξερε περισσότερα πράματα για τη βασιλεία του κόσμου τούτου, παρά για τη βασιλεία των Ουρανών. Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελε και να πολυξετάζη τα μυστήρια του Θεού. «Τα κρίματα του Κυρίου άβυσσος», έλεγε συχνά, όταν τον ενοχλούσαν οι πιστοί. Έπειτα ήτανε και άνθρωπος ψυχοπονιάρης, ήξερε πως οι νόμοι της Χριστιανοσύνης ήτανε σκληροί και όταν διάβαζε το «Πηδάλιο», τον πονούσε η ψυχή του. «Βαρειά η καλογερική, έλεγε κάποτε στους δικούς του, μα κι' ο λαϊκός, βρε παιδιά, σα θέλη να ζήση με το Νόμο του Θεού, πρέπει να τυραννισθή σ' αυτόν τον κόσμο». Ποιος είν' αυτός που ζη σήμερα με το Νόμο του Θεού; Κανένας. Όλοι μας, για «το πυρ το εξώτερον» είμαστε παπάδες και λαϊκοί, όλοι πέρα-πέρα. Έτσι του είχε περάσει η ιδέα πως η σωτηρία του ανθρώπου ήτανε αδύνατη. Μα γι' αυτό ίσα-ίσα δεν του βαστούσε η καρδιά του να κακοκαρδίζη τους Χριστιανούς. Όταν έβλεπε τις γρηούλες και τους γέρους στην εκκλησιά, από τον όρθρο, να σέρνουν ταδύνατα κορμιά τους, να σπάζουν τα γέρικα γόνατά τους στις μετάνοιες, να λυώνουν στα πόδια για την αγάπη του Θεού και συλλογιζότανε, πως μ' όλες τις κακοπάθειες, μ' όλες τις νηστείες, μ' όλα τα βάσανα, πάλι δε φύλαγαν τον νόμο του Θεού, όπως θέλουν τα Βιβλία, πάλι δύσκολα θάβρισκαν έλεος στη φοβερή ημέρα της Κρίσεως [λείπει μια γραμμή]και οστά». Μπορεί άνθρωπος να ζήση και να μη καταλαλήση, να μη ζηλέψη, να μην αδικήση τον πλησίον του, χωρίς να το θέλη καμμιά φορά, να μη προδώση, να μη βαρυγκομήση για την τύχη του, να μην «επιθυμήση το πονηρόν» καμμιά φορά σαν άνθρωπος, και μ' όλα του τα γεράματα; Φοβερές αμαρτίες, συνέργειες του Σατανά, έργα του Πονηρού είνε όλη μας η ζωή. Τι να σου κάνουν οι νηστείες; «Ου τα εισερχόμενα, αλλά τα εξερχόμενα», λέει το χαρτί. Τι να σου κάνουν οι προσευχές; «Ουχί ο κράζων μοι: Κύριε! Κύριε! εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των Ουρανών», είπε ο Χριστός. Ο φτωχός ζηλοφθονεί το ξένο καλό. Πώς θέλεις να κρατήση τον Δεκάλογο; «Ουκ επιθυμήσεις…» Ο πλούσιος είνε πλούσιος. «Ευκολώτερον εστι κάμηλον διελθείν δια τριμαλιάς βελόνης ή πλούσιον εισελθείν εις την βασιλείαν των Ουρανών». Όσο για τους νέους, αλλοίμονο και τρις αλλοίμονο! Ο Σατανάς τους έχει δεμένους χειροπόδαρα. «Σκεύη του Σατανά». Ασωτείες, παραλυσίες, μοιχείες, όλα τα κάνουν. Ύστερα έρχονται κι' ανάβουν ένα κερί στην εκκλησιά. Καλύτερα να μην τάναβαν κι' αυτό. Κι' αυτός ακόμα — μήπως ήθελε να κρυφθή; — ήτανε άξιος να φέρνη το σχήμα;…
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>




















