Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Τό τέλος του Νικολάκη



— Αφέντη, σε γυρεύουν,

Σηκώθηκα και άνοιξα.

— Ποιος;

— Ένας κύριος και καλά θέλει να σε ιδή.

Άρχισα να ντύνομαι βιαστικά. Η υπηρέτρια που μ' άκουσε κάτι να μουρμουρίζω, κοντοστάθηκε και ξαναείπε δειλά:

 — Μη βιάζεσαι, αφέντη. Αυτός, που σε γυρεύει, δεν είνε και πολύ
κύριος…

Δε βρήκα ούτε τη δύναμι να γελάσω. Πέρασα βιαστικά τα ρούχα μου και βγήκα στο γραφείο.

Προτιμούσα να με είχε ξυπνήσει ο χαλασμός του κόσμου, απ' το υποκείμενο, που παρουσιάστηκε πρωί-πρωί, μπροστά στα μάτια μου.

— Εδώ είμαστε πάλι! Καλώς σας βρήκαμε…

— Να σε πάρη ο Διάβολος!

Δε βρήκα καλύτερη φιλοφρόνησι να δεχτώ το έκτακτο υποκείμενο, που με περίμενε στο γραφείο μου από τα ξημερώματα. Αυτό δεν είχε να κάμη τίποτε. Ο πρωινός μου μουσαφίρης, συνειθισμένος από παρόμοια δεξίματα, δέχτηκε τη φιλοφρόνησι μου με γέλια και χαρές.

Απαράλλακτος από τον καιρό που τον πρωτογνώρισα, κακογερασμένος, με το ίδιο ηλιοκαμένο πρόσωπο, τα λιγοστά ψαρά γένεια του, κουρεμμένος ως το πετσί πάντα, με τα μεγάλα κιτρινωπά και βρώμικα δόντια του, σα δόντια αλόγου, παρδαλοντυμένος, είχε όμως πάντα στο μέτωπο, και στα μικρά, ζωηρά του μάτια, έναν στοχαστικό και περιγελαστικό μαζί αέρα, πολύ παράξενο. Θάλεγες ένα κεφάλι σοφού! Όλ' αυτά όμως δε με συγκινούσαν καθόλου. Όπως δε με συγκινούσαν και οι χειρονομίες του, και τα λόγια του και οι ελληνικούρες του, η ομιλία του η παράξενη, ένα ανακάτωμα από εκκλησιαστικά ρητά και καραβίσια λόγια, που θύμιζαν τον παληό μούτσο και το παληό καλογεροπαίδι του Αγίου Όρους. Τίποτε δε με συγκινούσε.

— Ποιος Διάβολος σ' έφερε πάλι εδώ; Ποιος Πειρασμός σ' έσπρωξε πάλι; Μεγάλη Βδομάδα σηκώθηκες κ' έφυγες απ' την πατρίδα;

Τινάχτηκε από την καρέκλα του, σα δαιμονισμένος.

— Πατρίδα, λέει; Ποια πατρίδα; Πατρίδα είν' αυτή; Δε λες καλύτερα γουρουνοστάσι; Μπορεί άνθρωπος να ζήση εκεί κάτω; Μ' αυτούς τους κλέφτες, τους αγιογδύτες; Μαύρη πέτρα πίσω μου! Εκατό φορές το είπα, κι' ο Διάβολος μ' έσπρωξε, «Διαβόλου συνέργεια», πάλι να γυρίσω. Τις έμαθες αγκαλά τις κλεψιές του δημάρχου! Κ' η γυναίκα του τάψησε μ' ένα στρατιωτικό κ' έφυγε. «Απολωλώς πρόβατο». Κι' ο βουλευτής, πιο παστρικός κι' αυτός, πιάστηκε τις προάλλες με τον εργολάβο του μώλου και δαρθήκανε μέρα-μεσημέρι, γιατί δε συμφώνησαν στη μοιρασιά. Άκου τα του λόγου σου! Αμ' ο παπάς; Ο παπάς της Μεταμορφώσεως, ένας Άγιος Ονούφριος εκεί, τον πιάσανε που «κατέλυε» γάλα τη Μεγάλη Δευτέρα, γιατί του το είπαν, λέει, οι γιατροί. Μ' όλη την κοιλιά! Δε βάσταξα πια. Τον βρήκα παραόξω, κατά την «πρύμη της Εκκλησίας» και του λέω: «Παπά μου, κατάλυσα τράγο σήμερα κι' αύριο θαρθώ να κοινωνήσω». Με στραβοκύτταξε. Ήσαν κι' άλλοι μπροστά. Τραβάω λίγο «αρόδου» και του λέω κ' εγώ: Σαν καταλείς εσύ, παπά μου, γάλα τη Μεγάλη Δευτέρα, εγώ θα καταλύσω τράγο τη Μεγάλη Παρασκευή…» Σήκωσε το ραβδί του να με χτυπήση, παπάς άνθρωπος. Να σου και περνούσε κι' ο δήμαρχος. «Δεν ντρέπεσαι, μου λέει, Νικολάκη, να τα βάζης με τον παπά; Τράβα στη δουλειά σου!» Μου ανέβηκαν τα αίματα. «Αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Γυρίζω και τον κυττάζω: «Εγώ να ντραπώ; Να ντραπής του λόγου σου και με τις κλεψιές σου και με τα καμώματα της γυναίκας σου». Μην τα ρωτάς τι έγινε. Πέσανε να με σκοτώσουν. Μπήκα κ' εγώ στο βαπόρι κι' άφησα δέκα φάσκελα πίσω μου. Πατρίδα μου λες! Είνε να ζήση άνθρωπος εκεί κάτω; Εγώ γεννήθηκα σε ξέσκεπο καλύβι. Συνήθισα να λέω την αλήθεια. Δε με σηκώνει αυτός ο αέρας… «Επληθύνθησαν αι ανομίαι», παιδί μου.

Είχε σηκώσει τον κόσμο από τις φωνές. Οι ανθρώποι σταματούσαν και κύτταζαν στο χαμηλό παράθυρο.

Έλα, φτάνει πια, Νικολάκη. Μαζεύτηκε ο κόσμος με τις φωνές σου, του είπα θυμωμένα. Τάχω ακούσει εκατό φορές αυτά…

Έπεσε λίγο η φόρα του, αναστέναζε μ' ένα βαθύ νόημα και ξαναείπε σιγαλά τώρα:

— Και πώς τα καλοπερνάτε εδώ;

Τελείωσε από κει που έπρεπε ν' αρχίση. Είχε πάντα την πονηρία ν' αρχίζη με φούριες για να σκεπάζη την παρουσία του, που ήξερε και μόνος του πως δεν ήταν ευχάριστη, και να τελειώνη με γλύκα και ταπεινοσύνη.

— Αν ρωτάς και για μένα, τα ξέρεις τα χάλια μου. Δεν μπορώ να κρυφτώ. Τα παπούτσια τούτα, που βλέπεις, είνε του προκομμένου του δημάρχου, «τα ελέη των πονηρών». Το βρακί του αφωρεσμένου του παπά, η πατατούκα ενός λοστρόμου, που τα τίναξε τις προάλλες, ας μη τα λέμε από τι, και αυτό το ημίψηλο, που βλέπεις, του παστρικού μας του βουλευτή! Αυτοί κλέβουν και κάνουνε καινούργια. Εμείς παίρναμε ταποφόρια τους…

Τον κύτταξα χωρίς να πω λέξι, όπως βλέπει κανείς όλα τα παράξενα πράμματα στον κόσμο.

Η ευγνωμοσύνη ήταν ζωγραφισμένη ανάποδα στο μέτωπό του! Το ημίψηλο του βουλευτή με τη ναυτική πατατούκα, και το ιερατικό βρακί με τα δημαρχικά παπούτσια έκαναν μια παράξενη και αξιοθρήνητη αρμονία απάνω του. Και θυμήθηκα την υπηρέτριά μου:

— Μη βιάζεσαι, αφέντη· αυτός που σε περιμένει δεν είνε και τόσο κύριος…

Κύριος, ξεκύριος, ήταν ένας μεγάλος μπελάς και μια μεγάλη πληγή ο Νικολάκης ο Γλωσσώτης, ένας μπελάς κληρονομικός. Ο Μακαρίτης ο πατέρας μου, αφού τράβηξε για πολλά χρόνια το διάβολό του από τον καλό του πατριώτη, μου τον άφηκε κληρονομιά μαζί με μερικά χρέη και μερικές δίκες. Τα χρέη πληρώθηκαν, οι δίκες ξεμπέρδεψαν, μα ο Νικολάκης έμεινε και μένει. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου τον είχε τσιμπούρι. Όπου πήγαινε, από πίσω του. Στη Ρωσσία ο πατέρας μου, πίσω του κι' αυτός. Στην Περσία ο πατέρας μου, από κοντά κι' αυτός. Πίσω στην Ελλάδα εκείνος, πίσω πάλι κι' αυτός. Κι' από κάθε τόπο πούφευγε, μαύρη πέτρα πίσω του. Όλοι ήταν κλέφτες, άτιμοι, κάλπηδες. Άνθρωπος που ήταν συνειθισμένος να λέη την αλήθεια, σαν κι' αυτόν, δεν μπορούσε να ζήση.

Ο πατέρας μου δεν τον είχε σε πολλή υπόληψι. Συχνά μου έλεγε ο μακαρίτης πως ήταν τεμπέλης και γλωσσάς. Απ' αυτά τα δύο ελαττώματα δεν μπορούσε να προκόψη. Τώρα η «αλήθεια» μαζί με την τεμπελιά και τη γλωσσιά, τι χωριό έκαναν μέσα του, αυτός το ξέρει μονάχα. Φαίνεται όμως πως δεν ταίριαζαν πολύ καλά.

Θυμούμαι κάποτε, που ζητούσε από τον πατέρα μου να τον βάλη σε καμμιά επιστασία, ο πατέρας μου του είπε:

— Είχες τέχνη στα χέρια σου και την άφησες. Και τώρα ζητάς επιστασίες. Να κυττάξης να ξαναπιάσης την τέχνη σου.

— Αυτό θέλω κ' εγώ, είπε. Μα έχω ανάγκη από έξοδα κύριε Κωνσταντίνε. Να μου δώσης πενήντα δραχμές να πάρω λίγα δέρματα, κλωνές, βελόνες, να στήσω κ' ένα τραπεζάκι σ' ένα καντούνι, να κάνω τον τσαγκάρη, να βγάλω τον «επιούσιον».

— Πρώτα να περιορίσης τη γλώσσα σου, του είπε ο πατέρας μου, θυμούμαι. Αυτή σ' έφαγε…

Ύστερα μου διηγήθηκε ο πατέρας μου, πως στα νιάτα του, σαν άφησε το Άγιον Όρος και τα καράβια, έγινε τσαγκάρης, τωόντι. Και καλός τεχνίτης! Μα δεν εννοούσε να στρώση ποτέ τον πισινό του. Άφινε στη μέση πετσιά και σύνεργα, ανασήκωνε την ποδιά και δος του στον καφενέ. Να βάλη παντού το λόγο του· να διορθώνη την κοινωνία. Σα δεν πήγαινε στο καφενείο, κάθε λίγο και στο σπίτι του. Να ιδή τι γίνεται Φαίνεται πως ζήλευε λιγάκι και τη γυναίκα του. Πάντα η ίδια η ιστορία. Και όπου καυγάς, όπου λογομαχία, όπου πέντε άνθρωποι μαζεμμένοι, κι' αυτός στη μέση, να ιδή τι τρέχει, να βάλη το λόγο του, να πη τη γνώμη του. Κ' έτσι πάει το μαγαζί κ' οι συρμαγιές μαζί. Στη Ρωσσία τα ίδια, στην Περσία τα ίδια και χειρότερα. Από υπάλληλος ήθελε να γίνη αστυνόμος και ιεροκήρυκας. Ήθελε να διορθώση κ' εκεί τον κόσμο. Πέντε φορές επί τέλους αποφάσισε να ξαναπιάση την τέχνη του. Και πέντε φορές έφαγε από πενήντα δραχμές του πατέρα μου, για ν' αγοράση τα υλικά. Έτρωγε τα χρήματα και πάλι τα ίδια.

Έτσι μου τον άφησε κληρονομιά ο πατέρας μου. Τελείωσαν τα βάσανα του μακαρίτη κι' άρχισαν τα δικά μου.

— Καμμιά επιστασία, μάτια μου, να συχωρεθή ο γέρος, ο καλός άνθρωπος.

Αυτή ήταν η κουβέντα του σε κάθε του επίσκεψι.

Φρόντισα κάποτε και τον έβαλα σ' ένα εργοστάσιο. Θυρωρός! Δε μπορούσε να βρεθή καλύτερη θέση γι' αυτόν. Τεμπελιά και κουβέντα. Ένα πρωί πάλι τον βλέπω άξαφνα.

— Αι, πώς τα πάμε;

— Έφυγα. «Ου δύνασαι δυσί κυρίοις δουλεύειν». Με δυο καιρούς δεν μπορείς ν' αρμενίσης!

Το περίμενα. Δεν μπορούσα όμως ούτε να θυμώσω μαζί του. Το σακκάκι του λοστρόμου με τα παπούτσια του βουλευτή που κλαίγανε μισοτριμμένα και ξεθωριασμένα απάνω του, μου φαινότανε πως μου λέγαν: «Μην τον ξεσυνερίζεσαι τον άνθρωπο».

— Μα γιατί, χριστιανέ μου, αν αγαπάς το Χριστό, γιατί;

— Γιατί, λέει; φώναξε με μια ιερή αγανάκτησι. Αυτό δεν είνε εργοστάσιο, είνε, με συμπάθειο… (και είπε με όλη του τη δύναμι έναν άσχημο λόγο.) Άνδρες και γυναίκες ένα πράμμα· Εργολαβίες και ξεντροπιάσματα. Στέλνει ο κόσμος τα κορίτσια του να βγάλουν το ψωμί τους και βγάζουν… τα μάτια τους. Τι είδανε τα μάτια μου εγώ το ξέρω. Με ξέρεις εμένα. Την αλήθεια θα λέω κι' ας με κρεμάσουν. «Η αλήθεια σώσει υμάς». Το πρωί που ήρθε ο κύριος εργοστασιάρχης δε βάσταξα πια.

— «Τι νέα, κυρ Νικολάκη, μου λέει. Καλά είσαι;

— «Εγώ καλά είμαι, του λέω, μα το εργοστάσιό σου δεν είνε καλά. «Επληθύνθησαν αι ανομίαι». Δεν αρμενίζομε καλά.

— «Γιατί; μου κάνει πάλιν σαν απορημένος.

— «Γιατί αυτό δεν είνε εργοστάσιο, είνε… με συμπάθειο. »Αντί να μου πη και &σπολλάτη&, θύμωσε… «Μωραίνει Κύριος…», βλέπεις.

 — «Εσύ να κυττάξης τη δουλειά σου», μου λέει
»Με πήραν τα μπουρίνια.

 — «Η δουλειά μου δεν είνε να βαστάω το φανάρι, του λέω. Σα θέλης
να το βαστάς του λόγου σου, αλλάζει το πράμμα.

»Η αλήθεια είνε πικρή. Έφυγε μουρμουρίζοντας και μούστειλε την εξόφλησί μου να φύγω…

»Τι να του πω; Δεν του είπα τίποτα.

— Έννοια σου, μου κάνει σε λίγο, μη στενοχωριέσαι. Δε θα σε φορτωθώ πια. Δεν είνε τόπος για δουλειά εδώ. Σόδομα, και Γόμορρα. Περιμένω να μου στείλη κανένα λεφτό ο προκομμένος ο γυιός μου (ο προκομμένος ο γυιός του έμοιαζε σαν τον πρώτο αριθμό του λαχείου, που πάντα τον περιμένομε και ποτέ δεν έρχεται) να γυρίσω στην πατρίδα, να ησυχάσω πια με τη γερόντισσα… «Χριστιανά τα τέλη…»

— Αμήν, να δώση ο Θεός, του είπα.

Τα παπούτσια του βουλευτού γελούσαν μέσα από τα μεγάλα τους ανοίγματα. Εγέλασα κ' εγώ. Δέκα φορές είχε ξαναγύρισει στην πατρίδα να ησυχάση και δέκα φορές ξαναήρθε πάλι.

Κάμποσον καιρό δεν τον ξαναείδα. Ένα πρωί — πάντα πρωί, ξημερώματα — να σου τον πάλι.

— Δεν έφυγες, κυρ Νικολάκη;

— Πού να φύγω; Έστειλε τίποτα αυτός ο αφωρεσμένος; Πού έξοδα να φύγω; Να πάω και μ' αδειανά χέρια στην πατρίδα, θα με διώξη η γερόντισσα. Αν θέλης όμως του λόγου σου με σώνεις. Ένας γρουσούζης, φαρμακομύτης, που τον είχαν επιστάτη στην πηγάδα, ψόφησε και πάει στο διάβολο, χθες το βράδυ. Να μου δώσης ένα γράμμα στο δήμαρχο να με βάλη στη θέσι του. Να φουντάρω για καλά.

Τούδωκα με τα πολλά το γράμμα κ' έπιασε τόπο. Την άλλη μέρα διορίστηκε. Για λίγο καιρό βρήκα την ησυχία μου. Ένα πρωί, που τον συλλογιζόμουν μέσα μου, κ' έλεγα πως ερρίζωσε πια σ' αυτή τη θέσι, παίρνω την εφημερίδα να διαβάσω, στο κρεββάτι Τινάχτηκα απάνω. «Παρ' ολίγον πλημμύρα», διαβάζω με μεγάλα γράμματα. Και παρακάτω: «Εν μέσω μηνί Ιουνίω παρ' ολίγον να μεταβληθή χθες η πόλις εις Βενετίαν και να θρηνήσωμεν σοβαρά δυστυχήματα. Υπαίτιος του κακού δεν ήτο ούτε ο θερινός ανέφελος ουρανός, ούτε οι απεξηραμμένοι χείμαρροι της Αττικής, αλλ' απλώς ο επιστάτης της δεξαμενής Νικόλαος Γλωσσώτης, όστις, εγκαταλείψας την θέσιν του και παρακολουθών την χθεσινήν μικροδιαδήλωσιν κατά του Υπουργείου, ελησμόνησε να κλείση τας στρόφιγγας των μεγάλων τροφοδοτικών σωλήνων της δεξαμενής. Περί το μεσονύκτιον η δεξαμενή εξεχείλισε, χείμαρροι δε ύδατος κυλισθέντες από του λόφου της Καστέλλας εξύπνισαν εντρόμους τους κατοίκους, κατέκλυσαν χαμηλούς τινας οικίσκους και παρέσυραν κατοικίδια ζώα των περιοίκων. Ο περίφημος επιστάτης ζητηθείς ανευρέθη εις παρακείμενον οινοπολείον, αγορεύων κατά της Κυβερνήσεως. Ο κ. δήμαρχος απέλυσεν αμέσως σήμερον την πρωίαν τον ένοχον υπάλληλον…»

Η εφημερίδα δεν έλεγε άλλο τίποτε. Ξέχασε το σπουδαιότερο θύμα της πλημμύρας.

Το καλοκαίρι εκείνο αποφάσισα να πάω να περάσω κανένα μήνα στην πατρίδα. Από την εποχή της πλημμύρας δεν είχα ξαναϊδεί τον περίφημο πατριώτη μου. Ντρεπότανε, φαίνεται, κι' ο ίδιος να με ιδή. Σαν έμαθε πως είμαι για ταξίδι, ήλθε να μ' ανταμώση, ταπεινός αύτη τη φορά και συμμαζεμμένος.

— Είμαι άτυχος άνθρωπος, μου είπε. «Την ανομίαν μου γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί διά παντός». Αλλά δε φταίω κ' εγώ. Η τύχη με κατατρέχει Να με σώσης και τούτη τη φορά. Να με πάρης μαζί σου, να ησυχάσω, στάγια χώματα.

Τον πήρα. Δε γλύτωσα την πλημμύρα…

— Να κυττάξης να ησυχάσης τώρα, του είπα. Να μη σε μέλλη αν κλέβη ο δήμαρχος κι' αν μαλλώνη ο βουλευτής με τον εργολάβο. Κι' αν θέλη ο παπάς να φάη γάλα τη Μεγάλη Δευτέρα και το τι κάνει η γυναίκα του ενός και ταλλουνού, να μη σκοτίζεσαι. Κύτταζε τη δουλειά σου!

— Εγώ ν' ανακατευθώ πια; Κομμάτια να γίνουν όλοι τους! είπε κουνώντας το κεφάλι του. Το καταλαβαίνω και μόνος μου: Η αλήθεια είνε πικρή. Απ' το Θεό να τώβρουν. «Ουαί τω δι' ου το σκάνδαλον έρχεται».

Πέρασα ένα μήνα στο μοναστήρι. Πού και πού ερχότανε κι' ο Κυρ- Νικολάκης.

— Αι! πώς τα πάμε, Κυρ-Νικολάκη, του λέω μια μέρα·

— Πώς να τα πάμε; Σαν τον κάβουρα. Κλεφτότοπος, παραλυσία. Χάλασαν κ' οι γυναίκες στον τόπο μας. Όλο εργολαβία και ξετσιπωσιά. «Η ανομία επληνθύνθη».

Τον αγριοκύτταξα. Δεν άργησε να με καταλάβη.

— Έννοια σου, παιδί μου. Δεν ανακατεύομαι πια. Εδώ που τα λέμε, ο Θεός μονάχα μας ακούει και τα ψηλά πλατάνια. Δεν ανακατεύομαι πια.

Δόξα σοι, ο Θεός, είπα μέσα μου. Καιρός ήτανε πια να ησυχάση κι' αυτός κ' εγώ.

Ήλθε η ώρα που τοιμάστηκα να φύγω. Κουβάλησα ένα μουλάρι, ένα πρωινό, φόρτωσα και τα πράμματά μου και κατέβηκα στη χώρα να πάρω το εισιτήριό μου. Τον περίμενα να φανή κάτω στο γιαλό, όπως μου είχε πει:

— Πρωί-πρωί την Πέμπτη, θα σε περιμένω στο γιαλό, να σου δώσω ένα χέρι στο μπαρκάρισμα.

Πουθενά δε φάνηκε.

— Μην είδατε πουθενά τον Κυρ-Νικολάκη; ρωτώ.

Οι βαρκάρηδες κ' οι αγωγιάτες σκάσανε στα γέλια.

— Τον Κυρ-Νικολάκη! Τώρα κι' άλλη μια φορά. Πάει δουλειά του…

— Πέθανε;

— Όχι ακόμα. Μα τον χάσαμε.

— Πού πάει;

— Λένε πως πάει στο Άγιο Όρος! μου λέει ένας βαρκάρης.

— Κατά διαβόλου, πες καλύτερα! πετάγεται και μου λέει ένας αγωγιάτης.

Δεν μπορούσα να καταλάβω τι τρέχει. Ανάμεσα Αγίου Όρους και Διαβόλου ήτανε δύσκολο να νοιώσω τι έτρεχε. Τους κύτταζα σα χαζός.

— Δεν τάμαθες, λοιπόν, αφεντικό;

Δεν είχα μάθει τίποτε. Ήτανε γραφτό να το μάθω κι' αυτό.

Δίπλα στο φτωχικό του καθότανε μια χήρα. Η χήρα ήτανε λιγάκι πεταχτή και γλυκομίλητη. Κάποτε-κάποτε λένε πως άνοιγε κ' η θύρα της σιγά-σιγά τα μεσάνυχτα. Όρκο δεν έπαιρνε όμως κανένας. Ο Κυρ — Νικολάκης δεν το χώνευε αυτό. Χήρα γυναίκα και ν' ανοίγη την πόρτα της τα μεσάνυχτα! Δεν το θέλει ο Θεός! Ένα πρωί που έβγαινε από το σπίτι, την απάντησε στο κατώφλι. Του ήρθε να τη βάλη σε θεογνωσία:

— Δεν κάνεις, καλά, κυρά γειτόνισσα. Ο κόσμος σου σέρνει πολλά. Χήρα γυναίκα με παιδιά, θα δώσης λόγο στο Θεό.

Η χήρα άναψε απ' το θυμό της.

— Και τι σ' έβαλα εγώ; του λέει. Αφέντη στο κεφάλι μου; Να τσακιστής γρήγορα να φύγης, μη σου τσακίσω το ξερό σου.

Ο Κυρ-Νικολάκης τα χρειάστηκε. Έκαμε να την καλοπιάση.

— Μη συχύζεσαι, γειτόνισσα. Καλέ, έτσι χωρατεύω εγώ, δε με ξέρεις; «Ον αγαπά Κύριος, παιδεύει..»

Και για να την καλοπιάση τη χάιδεψε στο μάγουλο.

Τότε ήταν που ήταν. Πονηρό θηλυκό κι' αυτή, μπήζει τις φωνές:

— Γέρο-κολασμένε, δεν ντρέπεσαι το χρόνια σου, που ήρθες να μου πιάσης το μάγουλο! Τι μ' επήρες εμένα; Σαν αυτές, που ξέρεις;

Έβγαλε το πασσούμι της και τον άρχισε στο ξύλο. Πετάχτηκε κ' η γυναίκα του που άκουσε τα λόγια της γειτόνισσας. Σαν την είδε η χήρα μπήζει πάλι τις φωνές:

— Δεν έρχεσαι να συμμαζέψης τον άντρα σου, Κυρα-Νικόλαινα! τι με πήρε εμένα και ήρθε να μου πιάση το μάγουλο! Ακούς εκεί να μου πη να του ανοίξω την πόρτα τη νύχτα! Θα τον σκοτώσω…

Έκανε να μιλήση ο Κυρ-Νικολάκης, μα πού να βρη αράδα. Άφριζε τώρα κ' η γυναίκα του, άφριζε κ' η ξένη.

— Είσαι και τέτοιος, παληόγερε; Δε βλέπεις τα χάλια σου που δεν έχομε ψωμί να φάμε!

— Σώσε με, γυναίκα, φώναξε ο Κυρ-Νικολάκης.

— Τώρα να σε σώσω!

Βγάζει κι' αυτή το πασσούμι της και τον αρχίζει στις κατακεφαλιές. Μια η χήρα, μια η γυναίκα του. Τέτοιο πράμμα δε μεταστάθηκε στον τόπο. Μαζεύτηκε όλη η γειτονιά. Λες και ήτανε θέατρο. Ένας γέρος να τον δέρνουν δυο γυναίκες. Είχανε ξεκαρδιστή όλοι από τα γέλια. Βαστούσαν τα σηκότια τους. Μονάχα ο Κυρ-Νικολάκης έκλαιγε, έκλαιγε πικρά. Πρώτη φορά τον είχανε ιδεί να κλαίη έτσι. Τον έπνιγε το άδικο. Έτσι από κλώτσου, κι' από μπάτσου, πήρε τον κατήφορο. Τα παιδιά τρέχανε από πίσω του με τα γιούχα και τον κυνηγούσαν. Τράβηξε κατά τα μάτια του, χάθηκε. Κανένας δεν τον είδε. Άλλοι είπανε πως έπεσε στη θάλασσα, άλλοι πως πήρε τα βουνά, άλλοι πως πήγε στο Άγιον Όρος να καλογερέψη.

Το πιστεύω. Δεν έμενε άλλος τόπος γι' αυτόν…

Ήλθε το βαπόρι και μπαρκάρησα. Μέσα στη βάρκα ένα παιδάκι μούφερε ένα γράμμα κ' έφυγε. Τώβαλα στην τσέπη μου χωρίς να προσέξω. Σαν ξεκίνησε το βαπόρι, θυμήθηκα το γράμμα κ' έβγαλα να το διαβάσω. Ήτανε του Κυρ-Νικολάκη.

«…Εγώ, παιδί μου, να το ξέρης, πηγαίνω, κατά τα μάτια μου. Ο κόσμος πολύ με κατάτρεξε. Κανένα δεν έβλαψα. Την αλήθεια του Θεού έλεγα. Γεννηθήτω το θέλημά του. «Αντί του μάννα χολήν». Αυτός είνε ο κόσμος! Και πάλι γεννηθήτω το θέλημά του. Δεν μπορώ πια να ζήσω στον κόσμο. Πηγαίνω στο Όρος να σώσω τις αμαρτίες μου. Ο Θεός μαζί σου. Εγώ δε θα σ' ενοχλήσω πια. Σε χαιρετώ και φεύγω. Περίλυπος εστιν η ψυχή μου μέχρι θανάτου — Νικόλαος».

Αισθάνθηκα κάτι να μου σφίγγη το στήθος. Πρώτη φορά ήταν που τον πονούσε η καρδιά μου. Ποτέ δεν τον είχα λυπηθή. Μα τώρα, δεν ξέρω, μου φαινότανε πως είχε πληρώσει ακριβά τις αμαρτίες του, και του τα συγχωρούσα όλα, ακόμα και τις ελληνικούρες του, έφτανε μόνον να μην έβλεπα εκείνο τον πικρό λόγο: «Εγώ δε θα σ' ενοχλήσω πια». Όλα του τα συγχωρώ. Και ο μακαρίτης ο πατέρας μου, είμαι βέβαιος, πως αυτή τη στιγμή τον συχωράει κι' αυτός και τον λυπάται..

Σα βγήκαμε από το λιμάνι, το Άγιον Όρος εφάνταξε μπροστά μου, βουρκωμένο, μέσα στην πρωινή καταχνιά. Ήτανε σύννεφο τάχα, για ήτανε ο δικός σου ο καϋμός, άμοιρε Νικολάκη;
ΣΑΝ ΤΑ ΤΡΥΓΟΝΙΑ

Πώς πνίγηκε ο Καπετάν-Πρέκας;

Καλά-καλά δεν τώμαθε ποτέ κανένας. Ένα πρωί μια ψαρόβαρκα τον είδε να ταξιδεύη κατά την μπούκα του λιμανιού, μπρούμυτα απάνω στη θάλασσα, με το πρόσωπο βουτηγμένο στο κύμα και τα μεγάλα του άσπρα μαλλιά ανακατωμένα με τους αφρούς. Το κυματάκι, ξεψυχισμένο, έσπρωχνε ολοένα πρίμα κι απαλά το ξυλιασμένο κορμί κατά το πέλαγο, σα μονόξυλο που ταξίδευε δίχως κουπιά και καπετάνιο, μα που είχε βαλμένη τη ρότα του και τραβούσε ήσυχα και στοχαστικά το δρόμο του. Απ' τη βάρκα δεν αργήσανε να τον απεικάσουν, με όλο που δεν είχε φέξει ακόμα καλά-καλά και μια πηχτή παταχνιά σκέπαζε ολόγυρα στερηές και θάλασσες.

— Για πού νάχη βάλει ρότα τούτο το πλεούμενο; είπε ο βαρκάρης στο μούτσο του, γυρίζοντας κατά το μπροστινό κουπί, που έλαμνε νυσταγμένα και ανόρεχτα το παιδί, και σιάρισε το δικό του, για να γυρίση τη βάρκα κατά το κουφάρι, που έπλεε τώρα τρεις-τέσσαρες οργυιές ζερβιά τους.

— Ποιο πλεούμενο; είπε το παιδί, που δεν έβλεπε τίποτε μπροστά του.

Και κράτησε το κουπί για να κυττάξη καλύτερα.

— Τράβα το κουπί σου! του είπε ξερά ο καπετάνιος.

Αυτός σιάριζε ολοένα, ως που βάλανε πλώρη κατά το «πλεούμενο». Με δυο κουπιές, το διπλαρώσανε.

— Παναγιά μου! Τι είναι τούτο; Άνθρωπος;… φώναξε το παιδί.

— Αμ' τι ήθελες νάναι; Σκυλόψαρο;.. έκανε ο καπετάνιος. Από τέτοια η θάλασσα, άλλο τίποτα, παιδί μου.

Άρπαξε ένα σκοινί απ' την πρύμη, τώκανε θηλειά κ' έσκυψε στην κουπαστή να το περάση στο κουφάρι. Καθώς έσκυβε, ένα κύμα ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι απ' το νερό, που έμοιαζε σαν να είχε γυρίσει να ιδή ποιος σκύβει από πάνω του.

— Μπα! έκανε ο βαρκάρης, περνώντας του τη θηλειά στη μέση. Ο Καπετάν-Πρέκας!… Αυτός δεν είναι;

Το παιδί έσκυψε απάνω στο κουφάρι και τρέμανε τα κατασάγονά του.

— Ο Καπετάν-Πρέκας! Δεν τονέ βλέπεις;

Ο βαρκάρης σέρνοντας το σκοινί, να το δέση στην πρύμη, σήκωσε μια στιγμή το δεξί του χέρι κ' έκανε, το σταυρό του.

— Κύριε ελέησον! Τούτο πάλι ήτανε απ' τάγραφα…

Δεν είπε άλλο λόγο. Σιγουράρησε το σκοινί πίσω στην πρύμη και ξανακάθησε στο κουπί.

— Έλα! Τράβα να γυρίσωμε! είπε στο παιδί. Τη δουλειά μας την κάναμε σήμερα! Πιάσαμε μεγάλο ψάρι..

Έβαλε πλώρη κατά το λιμάνι Η καταχνιά είχε αρχίσει να σκορπίζεται ολόγυρα, ο ήλιος ροδοχρύσωνε τα κύματα, πνοή δε φύσαγε από πουθενά κ' η ψαρόβαρκα έσχιζε ράθυμα τα κοιμισμένα νερά, σέρνοντας πίσω της το ασπρειδερό κουφάρι, με τα σκόρπια κάτασπρα μαλλιά, που φαντάζανε σαν ανάλαφρος αφρός απάνω στην καταγάλανη πλατωσιά, καθώς τα χάιδευε και τα γαργαλούσε η συρμή του νερού. Άλλες βάρκες, μέσα στην αυγινή κάλμα, με τα πανιά κρεμασμένα, μάταια πασχίζανε να βρούνε τον καιρό, αργοσαλεύοντας εδώ κ' εκεί στη θανατερή γαλήνη, μακραίνοντας με ράθυμα κουπιά κατά τανοιχτά και καρτερώντας με λαχτάρα ένα καλόβολο σαγανάκι, μέσα στο πηγμένο πέλαγο.

Η βάρκα, με το ανεπάντεχο ρυμούλκιο, πόδιζε ολοένα κατά το λιμάνι, δίχως κανένας θαλασσομάχος να βάζη με το νου του, μέσα στην πλατειά τη θάλασσα, από μακρυά κι' από σιμά, πως ένα ξόδι τούτη τη στιγμή έσχιζε, χωρίς παπάδες και ξεφτέρια, τα κύματα. Μόνο, καθώς περνούσε η βάρκα δίπλα από ένα καΐκι, φορτωμένο με κερεστέ, που μια φελούκα πάσχιζε σέρνοντας το να το βγάλη απ' τη μπούκα του λιμανιού, δυο ναύτες σκύψανε απ' το παραπέτο, κάτι ρωτήσανε, κουνήσανε τα κεφάλια, και γυρίσανε στη δουλειά τους. Και απάνω στον κερεστέ, ένας μούτσος σκαρφαλωμένος, που έσερν' ένα σανίδι με κόπο, να το σιγουράρη στο σωρό, άφησε το σανίδι να πέση απ' το χέρι του, έβγαλε τη σκούφια του κ' έκανε το σταυρό του. Η βάρκα, με το ανεπάντεχο ρυμούλκιο, έσχιζε σιγά και λυπητερά τα νερά του λιμανιού, λάμνοντας ολοένα κατά το μώλο…

Η αστυνομία, που καταπιάσθηκε ανακρίσεις, άμα βγάλανε τον πνιγμένο στη στερηά, δεν ξεκαθάρισε και πολλά πράμματα. Οι γιατροί, που τον σχίσανε στο νεκροταφείο, δεν βρήκανε καμμία αιτία απάνω του, ούτε λαβωματιά, ούτε χτύπημα, ούτε άλλο σημάδι κανένα. Είπανε πως πνίγηκε, καθαρά και ξάστερα. Απ' τις μαρτυρίες των ανθρώπων, που δώκανε ανάκριση, δε βγήκε τίποτε παραπάνω. Ο Καπετάν-Πρέκας, βράδυ-βράδυ, έφυγε απ' το σπίτι του — όπως είπε μια ψυχοπαίδα, που είχανε στο σπίτι — παίρνοντας μαζί του το αρμίδι του και τα δολώματά του να πάη να ψαρέψη κάτω στο μώλο, καθώς έκανε χρόνια τώρα.

— Απ' τη μέρα, που συχωρέθηκε η ψυχομάννα, πάνε τρεις μέρες τώρα — είπε η κοπέλλα — δεν είχε βγη από το σπίτι. Εχθές είπε πως στενοχωρήθηκε μέσα στο σπίτι κ' έφυγε. Μου είπε μάλιστα να φάω και να πέσω, γιατί θ' αργήση σαν πάντα…

— Έβαλες κακό στο νου σου, κορίτσι μου; ρώτησε ο αστυνόμος.

— Γιατί να βάλω; είπε η κοπέλλα. Ο μακαρίτης, και ζώντας η ψυχομάννα μου, έτσι το συνήθιζε πάντα. Έφευγε αποβραδύς για το ψάρεμα και γύριζε τα ξημερώματα. Ένας και δυο τάχα τον είχανε ιδεί, σταυροπόδι στο μώλο, ως τα ξημερώματα του Θεού; Του είχε κολλήσει μανία. Αυτό δα ήτανε και το παράπονο της μακαρίτισσας…

— Καλά, παιδί μου, — της έκοψε την κουβέντα ο αστυνόμος — αυτά δεν μας ενδιαφέρουνε. Για πες μου τώρα! Απ' τον καιρό, που πέθανε η μακαρίτισσα, είχε δείξει καμμιά διαφορά ο αφέντης σου; Θέλω να πω, φαινότανε λυπημένος έκλαιγε, είπε τίποτα σημαδιακά λόγια;

Η κοπέλλα αναστέναξε, χαμογελώντας μαζί.

— Θεός σχωρέσ' τονε! Έδειχνε ποτέ τίποτες ο χριστιανός; Αμ' αυτός καλά-καλά, ούτε την έκλαψε, που λέει ο λόγος, τέτοιαν άγια γυναίκα. Το μάτι του δε δάκρυσε ποτές Σκουντουφλιασμένος, τρεις μέρες τώρα στην αγκωνή, με το τσιμπούκι στο στόμα, μήπως άνοιξε καθόλου ταχείλι του να βγάλη λόγο; Αγκαλά, και ζώντας η μακαρίτισσα, μήπως της είπε ποτέ μια γλυκειά κουβέντα; Αυτό ήτανε το παράπονο της μακαρίτισσας. «Καλημέρα, καλησπέρα» κι' όξω, στον καφενέ ή στο ψάρεμα, αυτή ήτανε η ζωή του, κυρ-αστυνόμε μου…

Ο αστυνόμος άκουγε βαρετά κι' ανόρεχτα, με συχνά χασμουρητά. Καταλάβαινε πως η ανάκριση ήτανε για τον τύπο. Για έγκλημα ούτε ιδέα! Νταραβέρια ο Καπετάν-Πρέκας δεν είχε με κανένα, κακό άνθρωπου δεν είχε κάνει ποτές του και λίγοι μέσα στο νησί ήτανε τόσο αγαπημένοι και καλοδεχούμενοι παντού σαν κι' αυτόν. Τι ήθελες να γίνη λοιπόν; Καθώς ήτανε σκυφτός στο μώλο, απάνω στο αρμίδι του, θα τον πήρε ο ύπνος, θάγυρε το κορμί του μπροστά και θάπεσε στη θάλασσα. Ψυχή στο μώλο δεν ήτανε τέτοια ώρα. Κάτι άλλα γεροντάκια που ψαρεύανε πάντα μαζί τον, του κάνανε παρέα κάμποση ώρα κ' ύστερα φεύγανε. Αυτός πάντα έμενε τελευταίος, Αυτά τα ήξερε όλο το νησί κι' απ' την ανάκριση, που έγινε, βεβαιωθήκατε. Έπεσε λοιπόν στη θάλασσα. Ο μώλος ψηλός, ο Καπετάν-Πρέκας γέρος πια κι' αδύναμος, πάλαιψε, μα δεν μπόρεσε να γλυτώση. Μπορεί να του ήρθε και συγκοπή, όπως είπε ο γιατρός. Πήγε στον πάτο, ήπιε νερό, φούσκωσε, ύστερα η θάλασσα τον πέταξε απάνω και το απόγειο της νύχτας τον έσπρωξε κατά τη μπούκα του λιμανιού, που τον ψάρεψε η βάρκα.

— Αυτά λοιπόν, παιδί μου… ξαναείπε ο αστυνόμος στην ψυχοπαίδα, που την είχανε πάρει τώρα τα κλάματα και σκούπιζε τα μάτια της με την ποδιά της.

— Αυτά, κυρ-αστυνόμε! Κακός άνθρωπος δεν μπορώ να το πω πως ήτανε ο αφέντης. Θα με κολάση ο Θεός! Κι' απ' τον καιρό που ταξίδευε, όλα τα καλά του κόσμου τάφερνε στην ψυχομάννα μου. Και στολίδια και διαμαντικά και τζοβαΐρια! Γεμάτο το σπίτι απ' τα καλά του Θεού. Και τώρα τίποτε δεν μας απόλειψε. Πάντα τα χέρια του γεμάτα. Τον ψυχρό το λόγο δεν τον ακούσαμε ποτές απ' το στόμα του. Έτσι μοναχά, που έπεφτε βαρύς, πώς να το πω; αμίλητος… Αυτό ήτανε και το παράπονο της μακαρίτισσας. Βαρυγκομούσε, βλέπεις, η γυναίκα, κυρ-αστυνόμε. Έλεγε πως δεν την αγαπάει, πως δεν την πονεί, μαθές, όπως αγαπάνε και πονούνε οι άλλοι άντροι τις γυναίκες τους. Θεός σχωρές' τον, μα…

Η γλώσσα του θηλυκού είχε πάρει δρόμο κ' έκοβε κ' έρραβε. Ο αστυνόμος την αντίσκοψε.

— Καλά, παιδί μου! Αυτά δεν μας ενδιαφέρουνε. Φτάνει Σύρε στο καλό…

Και γυρίζοντας κατά τον γραμματικό, πούγραφε, του είπε:

— Περί αυτοκτονίας, ούτε ιδέα! Τι λες κ' εσύ;

— Σύμφωνος! είπε ο γραμματικός.

Και οι ανθρώποι της Εξουσίας, ευχαριστημένοι απ' τη δουλειά τους και ήσυχοι, πως οι σκοτούρες τους τελείωναν ως εδώ, κλείσανε τα χαρτιά τους, με χασμουρητά, και σηκώθηκαν να κατεβούνε στον καφενέ.

Μα και κανένας δεν πολυσκοτίσθηκε να μάθη το πώς και το γιατί πνίγηκε ο Καπετάν-Πρέκας. Λεφτά δεν είχε, ούτε κληρονόμους για να σκαλίσουν τη δουλειά, να βάλουν υποψίες με το νου τους και να μαλλιοτραβηχθούν γύρω απ' τον ξαφνικό θάνατό του. Και μια φορά που η Αστυνομία, που τα ξεψαχνίζει όλα και βγάζει την αλήθεια μέσ' απ' το πηγάδι, είπε καθαρά και ξάστερα, πως ό,τι γίνηκε, γίνηκε από κακή ώρα, έλειψε και η περιέργεια του κόσμου και μαζί με τον τάφο του Καπετάν-Πρέκα κλείσανε και τα στόματα των γυναικών στις γειτονιές και τους αυλόγυρους.

Αν ήτανε νέος, παλληκάρι, ο Καπετάν-Πρέκας, θα μπορούσε να πη κανένας πως ο ξαφνικός του θάνατος, τρεις μέρες ύστερ' απ' το θάνατο της γυναίκας του, δεν ήτανε, που λέει ο λόγος, από Θεού. Ποιος ξέρει! Είνε κι' αντρόγυνα που μοιάζουνε σαν τα τρυγόνια…

— Όμως στον καιρό μας, — όπως έλεγε κ' η Σουρούταινα ο Φιλόσοφος, η γρηά η κλησάρισσα του Άη-Παντελεήμονα, φιλόσοφος παρανόμι και πράμμα, — στον καιρό μας, παιδί μου, τέτοια πράμματα δεν γίνονται πια. Οι χηρευάμενοι, παιδί μου, τώρα πούγινε άσπρος ο Χάρος, παχαίνουν και φουσκώνουν, σαν τα καπόνια, κ' οι χήρες, όταν έρχωνται στην εκκλησιά για τα σαράντα, έχουνε διπλά προγούλια. Στα κόλυβα του χρόνου πια, μην τα ρωτάς, παιδί μου! Τύφλα νάχουνε όλα τα μαντζούνια κι' όλα τα κουκουνάρια του κόσμου, μπροστά στη θλίψι της χηρείας. Μονάχα οι μαννάδες απομείνανε, συφορά τους! να κλαίνε τα πεθαμμένα τους παιδιά…

Όσο για τον Καπετάν-Πρέκα ούτε λόγος να γίνεται. Γέρος άνθρωπος, ένα σάψαλο εκεί, σαράντα χρόνια παντρεμμένος, αυτό τούλειπε. Να πάη ν' ανταμώση την τρυγόνα του!

— Άλλα δέκα, άλλα είκοσι χρόνια θα ζούσε ο μακαρίτης, έλεγε η Σουρούταινα ο Φιλόσοφος, αν δεν τουρχότανε το ξαφνικό. Ακούστε, που σας λέω! Απ' όσα του ήτανε γραφτό να ζήση, άλλα τόσα! Μα ο Χάρος που του μαγείρεψε το μαντζούνι, του το πήρε, βλέπεις, απ' το στόμα του. Δεν αξιώθηκε να χαρή το μαύρο πουκάμισο ο παληόγερος. Θεέ μου, συχώρεσέ μου…

Ωστόσο ο Καπετάν-Πρέκας θάφτηκε δίπλα στη γρηά του, κι' αν δεν μοιράστηκε μαζί της το υστερνό κρεββάτι, μοιράστηκε τον ήσκιο ενός γέρικου πεύκου.

— Κρίμα! είχε πει η γρηά Σουρούταινα ο Φιλόσοφος, που δεν ήτανε βολετό ν' ανοίξουνε το λάκκο της γρηάς του και να της τον βάλουνε στην αγκαλιά της. Να κοιμηθούνε σαν τα τρυγονάκια, τα πουλάκια μου!…

— Λοιπόν! νακούσης αυτό που σου λέω εγώ. Ο Καπετάν Πρέκας δεν πήγε από το θέλημα του Θεού. Σκοτώθηκε μοναχός του!

Και κτυπούσε τη γροθιά του απάνω στο τραπέζι του μαγαζιού ο Γιάννης ο Μακαρίτης. Το «Μακαρίτης» ήτανε παρατσούκλι, που τούχε κολλήσει από χρόνια του Γιάννη του Σκαρπαλέντζου. Κανένας δεν τον γνώριζε πια με ταληθινό του τόνομα. Ο Γιάννης ο Καλαφάτης κι' ο Γιάννης ο Μακαρίτης! Έτσι τον ξέρανε. Μα καλαφάτηδες με το ίδιο τόνομα ήτανε κι' άλλοι. Για να τον βρης έπρεπε να γυρέψης τον Γιάννη τον Μακαρίτη. Να πούμε την αλήθεια, δεν τούμοιαζε καθόλου για μακαρίτης. Ολοστρόγγυλος, καλοθρεμμένος, ροδοκόκκινος, με κάτι μάτια γεμάτα φωτιά και πονηρία ήτανε ζωντανός απ' τους πιο ζωντανούς. Μα είχε ένα παράξενο κουσούρι Δεν έδινε μια πεντάρα για τον άλλον άνθρωπο, ούτε τον έπαιρνε ποτέ στο στόμα του, όσο ήτανε ζωντανός. Ούτε καλό, ούτε κακό είπε ποτέ του για κανέναν. Ό,τι και να γινότανε στο νησί, ότι και νάκανε άντρας ή γυναίκα, ήτανε καλά καμωμένο. «Τι να σου κάνη ο άνθρωπος; Έτσι ήτανε…» κ' έκοβε την κουβέντα. Απ' τη στιγμή όμως πούκλεινε κανένας τα μάτια του, γινότανε δικός του· Έλεγες πως βαστούσε ανοιχτά δεφτέρια για κάθε μακαρίτη, κι' άμα τον έβλεπες σε παρέα, ήτανε σίγουρο πως μοίραζε κόλυβα. Εκεί που καθότανε ο Γιάννης ο Μακαρίτης, για ζωντανό κουβέντα δε στηνότανε ποτές κι' όποιος ήθελε να μάθη για τα πεθαμμένα του, ας έπαιρνε σκαμνί να κάτση.

Λοιπόν! αυτό που σου λέω εγώ…

Και ξαναχτύπησε τη γροθιά του, κάνοντας να ξεχειλίση μια κανάτα, γεμάτη μπρούσκο κρασί, απιθωμένη καταμεσής του τραπεζιού.

 — Εβίβα! του είπε ο Ρήγας του Μαθιού, ένας βαρελτζής απ' την
Κούμη, που τον συντρόφευε. Και σήκωσε το ποτήρι του.

 — Γιατί τάχα; είπε ο Γιάννης ο Μακαρίτης. Σου φαίνεται παράξενο
τάχα;

 — Βρε βάλε να πιούμε, ξαναείπε ο Ρήγας του Μαθιού. Λόγια σαπέρα
θα λέμε τώρα;

Και χτύπησε το αδειανό του ποτήρι στο τραπέζι, σκουπίζοντας με το ζερβί του τα δασά του μουστάκια.

— Καλά, Μαστρο-Ρήγα! έκανε πειραγμένος ο Γιάννης. Με συμπαθάς… Σα με πήρες για παλαβό, που δεν ξέρω τι λέω…

Ο Ρήγας του Μαθιού χαμογέλασε πρόσχαρα.

— Σαν το θέλης, μωρέ μάτια μου, έτσι είναι. Μήπως είπα το ενάντιο; Θα κακοκαρδίσωμε τώρα για το μακαρίτη τον Πρέκα; Σα βαρέθηκε τη ζωή του και πήρε βουτιά στο μώλο, λογαριασμός δικός του! Ας δώση λόγο εκεί που βρίσκεται. Μετρημένα μονάχα τα λόγια σου, να μην πάνε σταυτιά της Εξουσίας και σε σέρνουνε στην Ανάκρισι…

— Την Εξουσία να την απαυτώσω, μουρμούρισε ο Γιάννης, με συμπάθειο! Η Εξουσία δε βλέπει παραπέρα απ' τη μύτη της…Αν έβλεπε, θα καταλάβαινε πως ο Καπετάν-Πρέκας πνίγηκε από αγάπη. Μάλιστα! Λοιπόν σου λέω εγώ και να μ' ακούσης, πως ο Καπετάν- Πρέκας δεν μπορούσε να βαστάξη τον καϋμό της γρηάς του. Από αγάπη πνίγηκε ο Καπετάν-Πρέκας!

Ο Ρήγας του Μαθιού έμπηξε τα γέλια.

— Σου το μήνυσε; είπε.

Ο Γιάννης ο Μακαρίτης πετάχθηκε απάνω θυμωμένος, έβαλε το χέρι του στην τσέπη του και τράβηξε ένα μικρό πραμματάκι από μέσα.

— Το βλέπεις αυτό;

— Ένα δαχτυλίδι.

— Το δαχτυλίδι του Καπετάν-Πρέκα. Τι λες τώρα;

— Πώς βρέθηκε στα χέρια σου;

— Δική μου δουλειά. Το βρήκα στο μώλο…

— Γιατί δεν τώδωκες στην Εξουσία;

— Την Εξουσία σου είπα την έχω απαυτώσει. Το δαχτυλίδι θα πάη στην εικόνα, που μου παράγγειλε.

Ο Ρήγας του Μαθιού τον κύτταξε τώρα στα μάτια σα χαζός.

— Τώξερες λοιπόν, θεοσκοτωμένε;

— Δεν ήξερα τίποτε, που να ξεραθώ! Εκείνο το βράδυ τον αντάμωσα που τραβούσε κατά το μώλο. «Άκου, συμπέθερε! μου λέει Πάρε τούτο το δαχτυλίδι. Εμένα τα δάχτυλά μου φυράνανε κ' εκεί που ψαρεύω με παίρνει καμμιά φορά ο ύπνος και θα μου πέση στο γιαλό. Φύλαξε το και μου το δίνεις ταχειά». Μούδωκε το δαχτυλίδι και με καλονύχτησε. Σε λίγο κοντοστάθηκε: «Άκου, συμπέθερε! Τι να το κάνω τώρα το δαχτυλίδι, σαν έχασα τον άνθρωπό μου; Αν περάσης από καμμιά εκκλησία, κρέμασε το της Παναγιάς, για το συχώριο της Μαριγώς…» Και ως που να καταλάβω, κατηφόρισε βιαστικά. Έκανα να του μιλήσω, μα δε στάθηκε ν' ακούση… είχε σκυμμένο το κεφάλι του και κατηφόριζε σαν να τον κυνηγούσαν.

— Τι λες, βρε παιδί; έκανε ο Ρήγας του Μαθιού, σκυμμένος απάνω στο δαχτυλίδι, τριμμένο απ' την πολυκαιρία και φτενό-φτενό σα χαλκαδάκι.

— Πιστεύεις τώρα; είπε ο Γιάννης ο Μακαρίτης.

Ο Ρήγας του Μαθιού έκανε το σταυρό του.

— Όλα γίνονται στον κόσμο, Γιάννη παιδί μου. Τι να πω κ' εγώ;… Θα πιούμε άλλο;

Ο Γιάννης ο Μακαρίτης έσπρωξε το ποτήρι από μπροστά του.

— Δε θέλω πια. Πάω να κοιμηθώ. Θαρθής μαζί; Πήρε το δαχτυλίδι, το τύλιξε σ' ένα παληόχαρτο και τώχωσε στην τσέπη του. Σηκωθήκανε κ' οι δυο μαζί και πήραν τον ανήφορο, τρεκλίζοντας μέσα στα σκοτάδια.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ
ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΠΑΡΘΕΝΗ ΚΙ' ΑΛΛΕΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

 ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΚΗ






Κείμενα

Hellenica World

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 

FACEBOOK

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Histats

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΩΝ

extreme

eXTReMe Tracker

pateriki


web stats by Statsie

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΟ FACEBOOK

 PATERIKI


CoolSocial

CoolSocial.net paterikiorthodoxia.com CoolSocial.net Badge

Τελευταία Σχόλια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRANSLATE

+grab this

ON LINE

WEBTREND

Κατάλογος ελληνικών σελίδων
greek-sites.gr - Κατάλογος Ελληνικών Ιστοσελίδων

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

MYBLOGS

myblogs.gr

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ - JOIN US

Καταθέστε τα σχόλια σας με ευπρέπεια ,ανώνυμα, παραπλανητικά,σχόλια δεν γίνονται δεκτά:
Η συμμετοχή σας προυποθέτει τούς Όρους Χρήσης

Please place your comments with propriety, anonymous, misleading, derogatory comments are not acceptable:
Your participation implies in the Terms of Use


| ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ © 2012. All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Γιά Εμάς About | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |