Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλέξανδρος παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλέξανδρος παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Αλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Άψαλτος

0 σχόλια


Αλέξανδρος Παπαδιαµάντης

Άψαλτος
Βαθείαν  θυελλώδη  νύκτα,  προς  όρθρον  βαθύν,  ο  όµβρος εκόπασεν  αίφνης,  και δαιµονιώδης τυφών, κραταιός άνεµος εφύσησε, κ' έπαυσεν ο κατακλυσµός του νερού, αφού επί τρεις ώρας είχε κάµη να πλεύση όλον το χωρίον εις την κοιλάδα την παράλιον. Ο µέγας χείµαρρος εις το µέσον τής ωραίας λεκάνης, εξεχείλισε, παρέσυρε δύο γέφυρας, επληµµύρησεν εις όλα τα χαµόγεια και τα σπιτάκια τών πτωχών, κ' έκαµε να κολυµβούν γυναίκες και παιδία, και κτήνη εις τον καταρράκτην τον βαθύν. Το  νερόν  υψώθη  έως  τα  πατώµατα των  πτωχικών  οικιών,  οι  περισσότεροι  τών κατοίκων επρόφθασαν να φύγουν εις τα υψηλά και τα µετέωρα. Ό,τι ηδύνατο να διακρίνη τις εις το στίλβον εκείνο σκότος, ήτο µόνον εν χάος πλωτόν. ∆εν εφαίνετο πλέον   άστρον  ούτε   πούλια,   ούτε   πετεινός   ελάλει,   ούτε   ωρολόγι   εσήµαινεν. Εφαντάζετο τις ότι η νύκτα εκείνη του φθίνοντος Νοεµβρίου δεν έµελλε ποτέ να τελειώση. Αίφνης, περί τα µεσάνυχτα, ηκούσθη µεγάλη, εξωτική κραυγή: – Πι πι πι! πι πι! πι! πι!

Η φωνή εκείνη ήτο ανεξήγητος. Καµµία πτωχή γραία δεν θα ήτο ικανή να φωνάξη, τέτοιαν ώραν, τις πάπιες της, αίτινες, άλλως, θα είχον ευρεί την χαράν των, και, καθώς  εβεβαίωνεν  εις  χωρικός,  όστις  έλεγεν  ότι  ηξεύρει  απ'  αυτά,  βεβαίως
«εκοιµώντο πλέουσαι εις το νερόν». Η φωνή, εκτάκτως οξεία, ήτο ίση µε τον ήχον δέκα συρίγγων, και δεν ηδύνατο να είνε ανθρωπίνη. Κατά την λογικωτέραν φανείσαν τότε εξήγησιν, αυτός ο άρχων του σκότους είχε τολµήσει να προβάλη το άσχηµον ρύγχος του από καµµίαν θυρίδα τού ζοφερού αγνώστου, µέσα εις το υγρόν εκείνο έρεβος, και µη δυνάµενος να κρύψη την µαύρην χαιρεκακίαν του, διότι έβλεπε τους ανθρώπους να πλέουν, ως να είχον µεταµορφωθεί εις το γένος τών νήσσων, έρρηξε την κραυγήν εκείνην του πικρού σαρκασµού προς την ταλαίπωρον ανθρωπότητα.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Όνειρο στό κύμα - Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

0 σχόλια


Αλέξανδρου Παπαδιαµάντη

ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Ήµην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. ∆εκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόµη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήµην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήµην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίµως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον µου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ' εγύµναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστηµα µου ανά τους βράχους και τα βουνά.
Τον χειµώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν µ' επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόµαζον οι χωρικοί µας, και µ' έµαθε γράµµατα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και µέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν “δάσκαλε”. Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον µοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε µίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέµι της Σµύρνης, την εβάπτισε και την ενυµφεύθη.

Ευθύς µετά την αποκατάστασιν των πραγµάτων, επί Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν ου µικράν φήµην, υπό το όνοµα “ο Σωτηράκης ο δάσκαλος”. Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυµήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς µοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόµενος να ιερατεύη κ' εγκατεβίωσεν εν µετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισµού. Εκεί έκλαυσε το αµάρτηµά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη.

Αφού έµαθα τα πρώτα γράµµατα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αµέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς µου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήµιον• εξήλθα δικηγόρος µε δίπλωµα προλύτου...
Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαµα. Σήµερον εξακολουθώ να εργάζωµαι ως βοηθός ακόµη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον µισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορµής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είµαι περιωρισµένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναµαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου µου, θέσιν οιονεί αυλικού.

Καθώς ο σκύλος, ο δεµένος µε πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ηµπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω
από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόνσχοινίον, παροµοίως κ' εγώ δεν δύναµαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον µου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταµένου µου.

Η τελευταία χρονιά που ήµην ακόµη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήµην ωραίος έφηβος, καστανόµαλλος βοσκός, κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισµού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ' ανερχόµενα αποτόµως δια κρηµνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάµερον εκείνο, το καλούµενον Ξάρµενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρµενα ή ξυλάρµενα, εξωθούµενα από τας τρικυµίας, ήτον ιδικόν µου.

Η πετρώδης, απότοµος ακτή µου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός,το Κλήµα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταµένη προς τον Βορράν. Εφαινόµην κ' εγώ ως να είχα µεγάλην συγγένειαν µε τους δύο τούτους ανέµους, οι οποίοι ανέµιζαν τα µαλλιά µου, και τα έκαµναν να είναι σγουρά όπως οι θάµνοι κ'αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν µε το ακούραστον φύσηµα των, µε το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.

Όλα εκείνα ήσαν ιδικά µου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες,
όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού
µόνον εις τας ηµέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ'
έκαµνε τρις το σηµείον του σταυρού, κ' έλεγεν: “Εις το όνοµα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύµατος, σπέρνωαυτό το χωράφι, για να φάνε όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τ' ουρανού, και να πάρω κ εγώ τον κόπο µου!”

Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν µέρει. Εµιµούµην τους πεινασµένους µαθητάς του Σωτήρος, κ' έβαλλα εις εφαρµογήν τας διατάξεις του ∆ευτερονοµίου χωρίς να τας γνωρίζω.

Της πτωχής χήρας ήτον η άµπελος µόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γέµιση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρύγηση αν έµενε τίποτε διά τρύγηµα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήµα ιδικόν µου.

Μόνους αντιζήλους εις την νοµήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους µισθωτούς της δηµαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποιοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσµου,
εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγµατι δεν µου ήθελαν το καλόν µου. Ήσαν τροµεροι ανταγωνισταί δι' εµέ.



Το κυρίως κατάµερόν µου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αµπέλων, εγώ όµως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπαίω, ανάµεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάµνων, χόρτου και χαµοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήµην “παραγυιός”, αντί
µισθού πέντε δραχµών τον µήνα, τας οποίας ακολούθως µου ηύξησαν εις εξ. Σιµά εις τον µισθόν τούτον, το Μοναστήρι µου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα µαύρα ψωµία ή πίττες, καθώς τα ωνόµαζαν οι καλόγηροι.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Η Φόνισσα - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

0 σχόλια

  

Α´

Μισοπλαγιασμένη κοντὰ εἰς τὴν ἑστίαν, μὲ σφαλιστὰ τὰ ὄμματα, τὴν κεφαλὴν ἀκουμβῶσα εἰς τὸ κράσπεδον τῆς ἑστίας, τὸ λεγόμενον «φουγοπόδαρο»*, ἡ θεια-Χαδούλα, ἡ κοινῶς καλουμένη Γιαννοὺ ἡ Φράγκισσα, δὲν ἐκοιμᾶτο, ἀλλ᾽ ἐθυσίαζε τὸν ὕπνον πλησίον εἰς τὸ λίκνον τῆς ἀσθενούσης μικρᾶς ἐγγονῆς της. Ὅσον διὰ τὴν λεχώ, τὴν μητέρα τοῦ πάσχοντος βρέφους, αὕτη πρὸ ὀλίγου εἶχεν ἀποκοιμηθῆ ἐπὶ τῆς χθαμαλῆς, πενιχρᾶς κλίνης της.

Ὁ μικρὸς λύχνος, κρεμαστός, ἐτρεμόσβηνε κάτω τοῦ φατνώματος τῆς ἑστίας. Ἔρριπτε σκιὰν ἀντὶ φωτὸς εἰς τὰ ὀλίγα πενιχρὰ ἔπιπλα, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο καθαριώτερα καὶ κοσμιώτερα τὴν νύκτα. Οἱ τρεῖς μισοκαυμένοι δαυλοί, καὶ τὸ μέγα ὀρθὸν κούτσουρον τῆς ἑστίας, ἔρριπτον πολλὴν στάκτην, ὀλίγην ἀνθρακιὰν καὶ σπανίως βρέμουσαν φλόγα, κάμνουσαν τὴν γραῖαν νὰ ἐνθυμῆται μέσα εἰς τὴν νύσταν της τὴν ἀποῦσαν μικροτέραν κόρην της, τὴν Κρινιώ, ἥτις ἂν εὑρίσκετο τώρα ἐντὸς τοῦ δωματίου, θὰ ὑπεψιθύριζε μὲ τόνον λογαοιδικόν: «Ἂν εἶναι φίλος, νὰ χαρῇ, ἂν εἶν᾽ ἐχθρός, νὰ σκάσῃ…»

Ἡ Χαδούλα, ἡ λεγομένη Φράγκισσα, ἢ ἄλλως Φραγκογιαννού, ἦτο γυνὴ σχεδὸν ἑξηκοντοῦτις, καλοκαμωμένη, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας, μὲ ἦθος ἀνδρικόν, καὶ μὲ δύο μικρὰς ἄκρας μύστακος ἄνω τῶν χειλέων της. Εἰς τοὺς λογισμούς της, συγκεφαλαιοῦσα ὅλην τὴν ζωήν της, ἔβλεπεν ὅτι ποτὲ δὲν εἶχε κάμει ἄλλο τίποτε εἰμὴ νὰ ὑπηρετῇ τοὺς ἄλλους. Ὅταν ἦτο παιδίσκη, ὑπηρέτει τοὺς γονεῖς της. Ὅταν ὑπανδρεύθη, ἔγινε σκλάβα τοῦ συζύγου της ― καὶ ὅμως, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρός της καὶ τῆς ἀδυναμίας ἐκείνου, ἦτο συγχρόνως καὶ κηδεμὼν αὐτοῦ· ὅταν ἀπέκτησε τέκνα, ἔγινε δούλα τῶν τέκνων της· ὅταν τὰ τέκνα της ἀπέκτησαν τέκνα, ἔγινε πάλιν δουλεύτρια τῶν ἐγγόνων της.

Τὸ νεογνὸν εἶχε γεννηθῆ πρὸ δύο ἑβδομάδων. Ἡ μητέρα του εἶχε κάμει βαριὰ λεχωσιά. Ἦτο αὕτη ἡ κοιμωμένη ἐπὶ τῆς κλίνης, ἡ πρωτότοκος κόρη τῆς Φραγκογιαννοῦς, ἡ Δελχαρὼ ἡ Τραχήλαινα. Εἶχαν βιασθῆ νὰ τὸ βαπτίσουν τὴν δεκάτην ἡμέραν ἐπειδὴ ἔπασχε δεινῶς· εἶχε κακὸν βῆχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον μὲ σπασμωδικὰ σχεδὸν συμπτώματα. Καθὼς ἐβαπτίσθη, τὸ νήπιον ἐφάνη νὰ καλυτερεύῃ ὀλίγον, τὴν πρώτην βραδιάν, καὶ ὁ βήχας ἐκόπασεν ἐπ᾽ ὀλίγον. Ἐπὶ πολλὰς νύκτας, ἡ Φραγκογιαννοὺ δὲν εἶχε δώσει ὕπνον εἰς τοὺς ὀφθαλμούς της, οὐδὲ εἰς τὰ βλέφαρά της νυσταγμόν, ἀγρυπνοῦσα πλησίον τοῦ μικροῦ πλάσματος, τὸ ὁποῖον οὐδ᾽ ἐφαντάζετο ποίους κόπους ἐπροξένει εἰς τοὺς ἄλλους, οὐδὲ πόσα βάσανα ἔμελλε νὰ ὑποφέρῃ, ἐὰν ἐπέζη, καὶ αὐτό. Καὶ δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ αἰσθανθῇ κἂν τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν μόνη ἡ μάμμη, διετύπωνε κρυφίως μέσα της: «Θέ μου, γιατί νὰ ἔλθῃ στὸν κόσμον κι αὐτό;»

Ἡ γραῖα τὸ ἐνανούριζε, καὶ θὰ ἦτον ἱκανὴ νὰ εἴπῃ «τὰ πάθη της τραγούδια» ἀποπάνω ἀπὸ τὴν κούνιαν τοῦ μικροῦ. Κατὰ τὰς προλαβούσας νύκτας, πράγματι, εἶχε «παραλογίσει»* ἀναπολοῦσα ὅλ᾽ αὐτὰ τὰ πάθη της εἰς τὸ πεζόν. Εἰς εἰκόνας, εἰς σκηνὰς καὶ εἰς ὁράματα, τῆς εἶχεν ἐπανέλθει εἰς τὸν νοῦν ὅλος ὁ βίος της, ὁ ἀνωφελὴς καὶ μάταιος καὶ βαρύς.

Ὁ πατήρ της ἦτον οἰκονόμος καὶ ἐργατικὸς καὶ φρόνιμος. Ἡ μάννα της ἦτον κακή, βλάσφημος καὶ φθονερά. Ἦτον μία ἀπὸ τὰς στρίγλας τῆς ἐποχῆς της. Ἤξευρε μάγια. Τὴν εἶχαν κυνηγήσει δύο-τρεῖς φορὰς οἱ κλέφτες, τὰ παλληκάρια τοῦ Καρατάσου καὶ τοῦ Γάτσου καὶ τῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν τῆς Μακεδονίας. Ἔπραξαν τοῦτο διὰ νὰ τὴν ἐκδικηθοῦν, ἐπειδὴ τοὺς εἶχε κάμει μάγια, καὶ δὲν ἐπήγαιναν καλὰ οἱ δουλειές των. Ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἐσχόλαζον ἐν ἀργίᾳ, καὶ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ κάμουν τίποτε πλιάτσικο, οὔτε ἀπὸ Τούρκους, οὔτε ἀπὸ χριστιανούς. Οὔτε ἡ Κυβέρνησις τῆς Κορίνθου τοὺς εἶχε στείλει κανὲν βοήθημα.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>
 

FACEBOOK

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Histats

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΩΝ

extreme

eXTReMe Tracker

pateriki


web stats by Statsie

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΟ FACEBOOK

 PATERIKI


CoolSocial

CoolSocial.net paterikiorthodoxia.com CoolSocial.net Badge

Τελευταία Σχόλια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRANSLATE

+grab this

ON LINE

WEBTREND

Κατάλογος ελληνικών σελίδων
greek-sites.gr - Κατάλογος Ελληνικών Ιστοσελίδων

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

MYBLOGS

myblogs.gr

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ - JOIN US

Καταθέστε τα σχόλια σας με ευπρέπεια ,ανώνυμα, παραπλανητικά,σχόλια δεν γίνονται δεκτά:
Η συμμετοχή σας προυποθέτει τούς Όρους Χρήσης

Please place your comments with propriety, anonymous, misleading, derogatory comments are not acceptable:
Your participation implies in the Terms of Use


| ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ © 2012. All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Γιά Εμάς About | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |