Αλέξανδρου Παπαδιαµάντη
ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Ήµην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. ∆εκαοκτώ ετών,
και δεν ήξευρα ακόµη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήµην ευτυχής. Την τελευταίαν
φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήµην
ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίµως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον µου να
γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ' εγύµναζα το ευλύγιστον, υψηλόν
ανάστηµα µου ανά τους βράχους και τα βουνά.
Τον χειµώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν µ' επήρε
πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόµαζον οι χωρικοί
µας, και µ' έµαθε γράµµατα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και µέχρι τέλους τον
προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν “δάσκαλε”. Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως
ήτον µοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε µίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την
έκλεψεν, από ένα χαρέµι της Σµύρνης, την εβάπτισε και την ενυµφεύθη.
Ευθύς µετά την αποκατάστασιν των πραγµάτων, επί
Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν
ου µικράν φήµην, υπό το όνοµα “ο Σωτηράκης ο δάσκαλος”. Αργότερα αφού
εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυµήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε
και πάλιν τα ράσα, ως απλούς µοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόµενος να ιερατεύη
κ' εγκατεβίωσεν εν µετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισµού. Εκεί έκλαυσε το
αµάρτηµά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν,
και λέγουν ότι εσώθη.
Αφού έµαθα τα πρώτα γράµµατα πλησίον του γηραιού
Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν,
όπου κατετάχθην αµέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις
Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς µου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα
τριακοντούτης από το Πανεπιστήµιον• εξήλθα δικηγόρος µε δίπλωµα προλύτου...
Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαµα. Σήµερον
εξακολουθώ να εργάζωµαι ως βοηθός ακόµη εις το γραφείον επιφανούς τινος
δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον µισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής
αφορµής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είµαι
περιωρισµένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναµαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν
κατέχω πλησίον του δικηγόρου µου, θέσιν οιονεί αυλικού.
Καθώς ο σκύλος, ο δεµένος µε πολύ σχοινίον εις την
αυλήν του αυθέντου του, δεν ηµπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω
από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το
κοντόνσχοινίον, παροµοίως κ' εγώ δεν δύναµαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε
περισσότερον παρ όσον µου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το
γραφείον του προϊσταµένου µου.
Η τελευταία χρονιά που ήµην ακόµη φυσικός άνθρωπος
ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήµην ωραίος έφηβος, καστανόµαλλος βοσκός,
κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισµού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ'
ανερχόµενα αποτόµως δια κρηµνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του
πελάγους. Όλον το κατάµερον εκείνο, το καλούµενον Ξάρµενο, από τα πλοία τα
οποία κατέπλεον ξάρµενα ή ξυλάρµενα, εξωθούµενα από τας τρικυµίας, ήτον ιδικόν
µου.
Η πετρώδης, απότοµος ακτή µου, η Πλατάνα, ο Μέγας
Γιαλός,το Κλήµα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταµένη προς τον
Βορράν. Εφαινόµην κ' εγώ ως να είχα µεγάλην συγγένειαν µε τους δύο τούτους
ανέµους, οι οποίοι ανέµιζαν τα µαλλιά µου, και τα έκαµναν να είναι σγουρά όπως
οι θάµνοι κ'αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν µε το ακούραστον φύσηµα των, µε
το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.
Όλα εκείνα ήσαν ιδικά µου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι
κοιλάδες,
όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του
γεωργού
µόνον εις τας ηµέρας που ήρχετο να οργώση ή να
σπείρη, κ'
έκαµνε τρις το σηµείον του σταυρού, κ' έλεγεν: “Εις
το όνοµα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύµατος, σπέρνωαυτό το χωράφι,
για να φάνε όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τ' ουρανού, και να πάρω
κ εγώ τον κόπο µου!”
Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν
µέρει. Εµιµούµην τους πεινασµένους µαθητάς του Σωτήρος, κ' έβαλλα εις εφαρµογήν
τας διατάξεις του ∆ευτερονοµίου χωρίς να τας γνωρίζω.
Της πτωχής χήρας ήτον η άµπελος µόνον εις τας ώρας
που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γέµιση ένα καλάθι
σταφύλια, ή να τρύγηση αν έµενε τίποτε διά τρύγηµα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον
κτήµα ιδικόν µου.
Μόνους αντιζήλους εις την νοµήν και την κάρπωσιν
ταύτην είχα τους µισθωτούς της δηµαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποιοι επί τη
προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσµου,
εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας.
Αυτοί πράγµατι δεν µου ήθελαν το καλόν µου. Ήσαν τροµεροι ανταγωνισταί δι' εµέ.
Το κυρίως κατάµερόν µου ήτον υψηλότερα, έξω της
ακτίνος των ελαιώνων και αµπέλων, εγώ όµως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί
παραπαίω, ανάµεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάµνων,
χόρτου και χαµοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήµην “παραγυιός”, αντί
µισθού πέντε δραχµών τον µήνα, τας οποίας ακολούθως
µου ηύξησαν εις εξ. Σιµά εις τον µισθόν τούτον, το Μοναστήρι µου έδιδε και
φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα µαύρα ψωµία ή πίττες, καθώς τα ωνόµαζαν οι
καλόγηροι.