Κάποιος από τους Φαρισαίους, που λεγόταν Νικόδημος, άρχοντας των Ιουδαίων (αφού ήταν μέλος του Συνεδρίου που δίκαζε τα θρησκευτικοπολιτικά ζητήματα και Νομοδιδάσκαλος), ήρθε στον Ιησού νύχτα –είτε λόγω ημερήσιου φόρτου εργασίας, είτε από δειλία, διότι φοβόταν μήπως γίνει αντιληπτός από τους Ιουδαίους- και του είπε: «Διδάσκαλε, γνωρίζουμε πως ο Θεός σε έστειλε να διδάξεις. Γιατί κανείς δεν μπορεί να κάνει αυτά τα θαύματα που κάνεις εσύ, αν ο Θεός δεν είναι μαζί του». Ο Νικόδημος, βλέποντας τα μοναδικά θαύματα του Ιησού, φαντάστηκε δηλαδή ότι πρόκειται για μεγάλο προφήτη του Θεού και μόνο. Ο Ιησούς, πιστεύοντας ακράδαντα στην ελευθερία του ανθρώπου, δεν ενοχλήθηκε από αυτό, αλλά του είπε: «Σε βεβαιώνω, πως αν δεν γεννηθεί κανείς ‘από ψηλά’ δεν μπορεί να δει τη βασιλεία του Θεού». Δηλαδή αν δεν λάβει κάποιος τη χάρη του Θεού μέσω της πίστεως, του βαπτίσματος και της αγιοπνευματικής στη συνέχεια ζωής του δεν μπορεί να σωθεί.
Λέγει προς αυτόν ο Νικόδημος (που δεν κατάλαβε τι σημαίνει “πνευματική αναγέννηση”): «Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος, γέροντας πια, να γεννηθεί ξανά; Μήπως μπορεί για δεύτερη φορά να μπει στην κοιλιά της μητέρας του και να γεννηθεί;» Ο Ιησούς τού απάντησε: «Σε βεβαιώνω, πως αν κανείς δεν γεννηθεί από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού». Και του εξηγεί έτσι ότι το μυστήριο του βαπτίσματος είναι αυτό που του προσφέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, για να συνεχίσει την εν Χριστώ ζωή του. «Εκείνο που έχει γεννηθεί από τη σάρκα είναι σάρκα και εκείνο που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα είναι πνεύμα», του λέγει. Ήτοι, όπως αυτό που γεννιέται δια του αίματος και της βιολογικής σχέσης είναι φυσικό και σωματικό, έτσι και εκείνοι που ανα-γεννώνται δια του βαπτίσματος και δια της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος είναι πλέον υιοθετημένα παιδιά του Θεού και ζούνε, από εδώ και τώρα, πνευματικά και ως νέες κτίσεις.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>


















