Εἶναι εὐλογία, Σεβασμιώτατε, σεβαστοὶ πατέρες, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, νὰ ἔχουμε ἐδῶ διδάσκαλο τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Αὐτὴν τὴν προχωρημένη ὥρα ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς θὰ ἔλεγε: «Τώρα τί κἀνουμε, Χριστιανοί μου; Φθάνουν αὐτὰ ποὺ σᾶς εἶπα;». Φθάνουν αὐτὰ ποὺ ἀκούσαμε τόσες ὧρες τώρα, καὶ κοντεύει ἡ ἀντοχή μας νὰ ἔρθει στὸ τέλος της; «Ἔχω, λοιπὸν τώρα, λέει, δύο λογισμούς. ὁ ἕνας μοῦ λέγει. φθάνουν αὐτὰ ὁποὺ εἶπες εἰς τοὺς Χριστιανοὺς καὶ σήκω κομμάτι αὐγή, πήγαινε σὲ ἄλλο μέρος ν' ἀκούσουν κι ἄλλοι Χριστιανοί, ὁποὺ δὲν ἤκουσαν καμμίαν φορὰν λόγον Θεοῦ. Ὁ ἄλλος λογισμὸς μοῦ λέγει. ὄχι μὴν πηγαίνης. Κάθισε καὶ αὔριον τὴν αὐγὴν νὰ τοὺς εἰπῆς καὶ τὰ ἐπίλοιπα. Εὔχεσαι τοὺς Χριστιανούς, σοῦ εὔχονται καὶ ‘κεῖνοι καὶ τότε πηγαίνεις. -Τώρα τί λέγετε, χριστιανοί μου. νὰ πηγαίνω ἢ νὰ καθήσω; -Νὰ καθήσης, ἅγιε τοῦ Θεοῦ».
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἦταν μιὰ ἐκπληκτικὴ μορφὴ διδασκάλου. Αὐτὲς τὶς ἡμέρες ποὺ ξαναδιάβασα τὰ ἔργα του τὸν ἐζήλεψα καὶ τὸν ἐφθόνησα μὲ τὴν καλὴ ἔννοια τῆς ζήλειας καὶ τοῦ φθόνου. Τὸν ἐφθόνησα ἐν πρῶτοις, ἀγαπητοί μου, διότι σ' ἕνα ὀλιγοσέλιδο βιβλίο, σὲ πέντε μόνον διδαχές, περιέλαβε τὰ ἀναγκαιότερα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. «Ἔχω πολλὰ, λέει, νὰ σᾶς πῶ ἀλλὰ δὲν μὲ παίρνει ὁ χρόνος. Θὰ σᾶς πῶ τὰ ἀναγκαιότερα». Καὶ ἐμεῖς οἱ δάσκαλοι, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ἱερεῖς, οἱ θεολόγοι, οἱ κληρικοὶ ὅλοι πελαγοδρομοῦμε καὶ ναυαγοῦμε μέσα σ' ἕνα πέλαγος ρητορειῶν καὶ ἀσχέτων λόγων, ποὺ πολλὲς φορὲς δὲν ἀγγίζουν τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν μας. Ἀκούσαμε προηγουμένως καὶ ἄλλον ὀμιλητὴ νὰ λέει ὅτι ἦταν τόσος ὁ συνωστισμὸς τῶν ἀνθρώπων ποὺ πήγαιναν νὰ τὸν ἀκούσουν, ὥστε ἐφοβεῖτο πώς, ἂν ἐπέτρεπε νὰ τοῦ φιλήσουν ὅλοι τὸ χέρι, θὰ ἀπέθνησκε. Εἶναι ἄξιος ὄντως τέτοιας ζήλειας καὶ φθόνου ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>


















