Η χριστιανική Εκκλησία εμφανίστηκε ιστορικά ως βίωση μιας νέας, καινούργιας ζωής, ως μια «οδός» , ως ένας καινός τρόπος του βίου των μελών μιας κοινότητας που πίστεψαν μέσω προσωπικής επαφής ή μέσω του κηρύγματος των Αποστόλων στο πρόσωπο, τη ζωή και την αποστολή του Ιησού από τη Ναζαρέτ.
Είναι ιδιαίτερης σημασίας, όμως, το γεγονός ότι ο χριστιανισμός δεν εμφανίστηκε ως μια νέα πολιτική ή θρησκευτική ιδεολογία, ως ένα φιλοσοφικό ή ηθικό δόγμα ή ακόμη και ως μια νέα θρησκεία. Μάλιστα, σύγχρονοι θεολόγοι ομιλούν για το «τέλος της θρησκείας» με τον Χριστιανισμό. Αν οι ιδεολογίες, φιλοσοφίες και θρησκείες αναζητούν την αλήθεια, η κάθε μια με τον τρόπο της, η Εκκλησία είναι το Σώμα της ενυπόστατης Αλήθειας, του Χριστού, ο οποίος είναι η Κεφαλή της: «εγώ ειμί η οδός η αλήθεια και η ζωή» .
Η οδός, η αλήθεια και η ζωή της Εκκλησίας δεν βιώνονται ως κάτι θεωρητικό, διανοητικό απλώς και αφηρημένο γεγονός, αλλά με πολύ συγκεκριμένο τρόπο ως μια «πράξη τροφής» . Η Εκκλησία είναι «βρώσις» και «πόσις». Η Αλήθεια της Εκκλησίας, ο Χριστός, «τρώγεται» και «πίνεται». «Η Εκκλησία σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις» μας λέει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, όπου ο πληθυντικός «τοις μυστηρίοις» αναφέρεται στην ενική και ενοποιό πραγματικότητα της Θείας Ευχαριστίας.
Η Εκκλησία, λοιπόν, είναι μια ευχαριστιακή σύναξη και μια τράπεζα-δείπνος των πιστευόντων στον Χριστό. Πλην όμως, δεν είναι κάτι το στατικό, κλειστή στον εαυτό της και προσανατολισμένη στο παρελθόν πραγματικότητα. Είναι και «κοινωνία εσχάτων» . Είναι δηλαδή μια κοινότητα που προγεύεται, αλλά και προσδοκά τη μελλοντική Βασιλεία του τριαδικού Θεού, στο όνομα του οποίου άλλωστε βαπτίστηκαν τα μέλη της.
Όσα εισαγωγικά αναφέρθηκαν παραπάνω για την Εκκλησία είναι θεμελιακής σημασίας για την προσέγγιση οποιουδήποτε θέματος την αφορά και σαφώς και του θέματος των σχέσεων εξουσίας – διακονίας.
Η κεφαλή της Εκκλησίας, ο Χριστός, έχει αποκαλύψει στην «οικογένειά» του, στα μέλη του Σώματός Του, τον Θεό Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Το πρότυπο των σχέσεων της θεϊκής καταγωγής του, της ζωής της Αγίας Τριάδας, ο Χριστός έδωσε ως κληρονομιά στα υιοθετημένα παιδιά του. Την Αγία Τριάδα χαρακτηρίζει ιεραρχική τάξις, η οποία όμως έχει λειτουργικό και όχι εξουσιαστικό και καταπιεστικό περιεχόμενο. Η Εκκλησία με τους Πατέρες της και με τις Οικουμενικές Συνόδους αγωνίστηκε για να διακηρύξει την ομοτιμία και όχι την «υποταγή» (Subordinatio) του ενός προσώπου στο άλλο. Για τους Πατέρες, άλλωστε, δεν υπάρχει «υπαρίθμησις» στην Τριάδα, το ένα δηλαδή είναι ανώτερο του δύο και του τρία, αλλά και «προαρίθμησις», για να δηλωθεί ακριβώς το «ομοφυές» και «ομόδοξον» . Τα τρία πρόσωπα αλληλοπεριχωρούνται, έχουν ομογνωμία και ομοτροπία, υπάρχει κοινότητα φυσικών γνωρισμάτων (ομοούσιον), αλλά και διάκριση προσωπικών ετεροτήτων (τριαδικόν). Τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχουν για τον εαυτό τους, αλλά υπάρχουν ως αντιμετάδοση ελεύθερης αγάπης του ενός προς τα άλλα. Την τριαδική ζωή τη χαρακτηρίζει αγαπητική κοινωνικότητα, εκστατική κινητικότητα και ερωτικός δυναμισμός.
Καμιά εξουσία, όπως τη γνωρίζουμε από τις ανθρώπινες κοινωνίες ή από άλλες θρησκείες, όπου οι θεοί κατοχυρώνουν την κυριαρχία τους μέσα από πάλη, αντιπαλότητες και διαμάχες (βλ. τις αρχαιοελληνικές και μεσανατολικές θεογονίες), δεν χαρακτηρίζει τη ζωή της Αγίας Τριάδας.
Ο τριαδικός Θεός αποδεικνύει την κοινωνικότητά του με το γεγονός της Δημιουργίας. Στο βιβλίο της Γενέσεως περιγράφεται η έναρξη αυτού που ονομάζουμε στην Εκκλησία «Οικονομία του Θεού», η ίδρυση εκ μέρους του Θεού μιας σχέσης με τον κόσμο και ιδιαίτερα με τον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργηθέντα άνθρωπο. Η σχέση αυτή, όπως περιγράφεται στις απαρχές της, στον Παράδεισο, δεν είναι μια σχέση υποτέλειας αλλά μια σχέση κοινωνίας και αγάπης. Ο Θεός «περπατά» μαζί με τους πρωτοπλάστους, συνομιλεί μαζί τους και αυτοί έχουν παρρησία στην επαφή τους με το Θεό.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>


















