Τήν ἄπαρτη Πόλη μας ξένου πόδι τὴν πάτησε, ποδάρι Βενετσάνου. Κι ὸ Δάνδολος , γιὸς Κουρσάρων δὲ λησμονεῖ τήν τέχνη τῶν πατέρων του. Κουρσεύει καὶ θὲλει μὲ ξένα κι’ ἀταίριαστα στολίδια νά στολίση τή λιμνογέννητη πατρίδα του.
Γαλέρες φεύγουν καί γαλέρες ἔρχονται. Παίρνουν τόν πλοῦτο μας τὸν ἀδαπάνητο, τὴ δόξα μας τήν ἀβασίλευτη, τὴ λάμψη’ τή σοφία, τά ιερά μας.Η Βενετιὰ τὰ δέχεται περίχαρη, στολίζεται καί καμαρώνει σὰν ξιπασμένη κι ἄμυαλη τσιγγάνα.
Ζώνεται τό σπαθί τοῦ Κωνσταντίνου μας τὸ εὐλογημένο, ποὺ ἔχει στὸ θηκάρι του τὀν οὐρανό μέ τ’ ἄστρα τή θάλασσα μέ τά καράβια, τὴ γῆ μέ τά κάστρα της˙ ἱστορία χρυσόγλυπτη τοῦ ἀπέραντου Κράτους μας. Παίρνει τὴν κολυμπήθρα, ποὺ τὸσοι βαφτισθῆκαν πορφυρογέννητοι καί βαφτίζει μέσα τῶν ἐμπόρων τὰ παιδιά. Μὲ τίς χρυσόπορτες τοῦ Ναοῦ μας στολίζει τόν Ἅγιο Μάρκο της. Στήνει στοὺς πύργους της τὸ ρολὸγι, θαῦμα τοῦ κόσμου, μέ τοὺς Μάγους, ποὺ χαιρετοῦν ταπεινοὶ τοῦ Χριστοῦ μας τὴ Γέννηση.
Γαλέρες φεύγουν καὶ γαλέρες ἔρχονται. Παίρνουν τὰ πλούτη μας, τὴ δόξα, τὰ ἱερά μας. ᾽Αλλοῦ τά πᾶνε, στή Δύση τὴν τρισίβάρβαρη, γιά νὰ ἡμερἑψουν καί κείνης τούς λαούς, νὰ δοξάσουν καὶ κείνης τὰ χώματα.
῾Η ῞Αγια Τράπεζα ὅμως δέν ἀκολουθεῖ. ῾Η πλάκα ἡ πολύτιμη ποὺ τήν ἔστησε ὁ Ιουστινιανὸς στὴ μέση τοῦ Ναοῦ, λαμπρὸ ζαφείρι στὴ χρυσὴ σφεντόνα του, ἡ πλάκα, ποὺ ἄκουσε τόσα νικητήρια καὶ θυσίασε ἐπάνω της ὁ Φώτιος, δὲν πάει νὰ κλειστῆ σκλάβα στὰ δολερὰ τείχη!
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>


















