Γιατί ὁ Θεὸς῎Εγινε῎Ανθρωπος;
ΑΝΑΦΕΡΑΜΕ ἤδη ὅτι γιὰ τοὺς Εἰρηναῖο, ᾿Ωριγένη, ᾿Αθανάσιο, Γρηγόριο Νύσσης καὶ ἄλλους πατέρες, στοὺς ὁποίους περιλαμβάνονται Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητὴς καὶ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ ᾿Αρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Χριστός.῞Ενα κείμενο τοῦ Νικολάου Καβάσιλα δὲν ἐπιτρέπει, σχετικά, καμμιὰ ἀμφιβολία. Μοιάζει χαρακτηριστικὰ πρὸς τὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ποὺ παραθέσαμε, καὶ ταυτόχρονα τὸ ἑρμηνεύει ἀποφασιστικά:≪Καὶ γὰρ διὰ τὸν καινὸν ἄνθρωπον ἀνθρώπου φύσις συνέστη τὸ ἐξ ἀρχῆς· καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκωμεν, ἐπιθυμίαν, ἵνα πρὸς ἐκεῖνον τρέχωμεν, μνήμην ἔσχομεν, ἵν᾿ ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργημένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν. Οὐ γὰρ ὁ παλαιὸς τοῦ καινοῦ, ἀλλ᾿ ὁ νέος ᾿Αδὰμ τοῦ παλαιοῦ παράδειγμα≫1.
Παναγιώτου Νέλλα
ΑΝΑΦΕΡΑΜΕ ἤδη ὅτι γιὰ τοὺς Εἰρηναῖο, ᾿Ωριγένη, ᾿Αθανάσιο, Γρηγόριο Νύσσης καὶ ἄλλους πατέρες, στοὺς ὁποίους περιλαμβάνονται Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητὴς καὶ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ ᾿Αρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Χριστός.῞Ενα κείμενο τοῦ Νικολάου Καβάσιλα δὲν ἐπιτρέπει, σχετικά, καμμιὰ ἀμφιβολία. Μοιάζει χαρακτηριστικὰ πρὸς τὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ποὺ παραθέσαμε, καὶ ταυτόχρονα τὸ ἑρμηνεύει ἀποφασιστικά:≪Καὶ γὰρ διὰ τὸν καινὸν ἄνθρωπον ἀνθρώπου φύσις συνέστη τὸ ἐξ ἀρχῆς· καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκωμεν, ἐπιθυμίαν, ἵνα πρὸς ἐκεῖνον τρέχωμεν, μνήμην ἔσχομεν, ἵν᾿ ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργημένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν. Οὐ γὰρ ὁ παλαιὸς τοῦ καινοῦ, ἀλλ᾿ ὁ νέος ᾿Αδὰμ τοῦ παλαιοῦ παράδειγμα≫1.
Τὸ ᾿Αρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι λοιπὸν ἁπλῶς ὁ Λόγος, ἀλλὰ ὁ σαρκωθεὶς Λόγος: ὁ ≪ἄνθρωπος πρὸς τὸν Χριστὸν ἵεται οὐ διὰ τὴν θεότητα μόνον, ἣ πάντων οὖσα τυγχάνει τέλος, ἀλλὰ καὶ τῆς φύσεως ἕνεκα τῆς ἑτέρας≫2.
Δὲν ἔχει σημασία τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν
ὑπῆρχε ὁ Χριστὸς ἱστορικὰ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ᾿Αδάμ.
᾿Αποτελεῖ θεμελιώδη βιβλικὴ διδασκαλία τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς στὴν ὑπέρχρονη
πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ≪πρωτότοκος πάσης κτίσεως≫ (Κολ. αʹ
15-17). ῍Αν ὁ ἄνθρωπος, γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκε ὅλη ἡ ὑλικὴ κτίση,
τελευταῖος ἀπὸ ὅλα τὰ δημιουργήματα ἀνέτειλε ἀπὸ τὴ γῆ, εἶναι ἀσφαλῶς
λογικὸ ὁ Χριστός, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ σκοπὸ ὁλόκληρης τῆς ὑλικῆς καὶ
πνευματικῆς δημιουργίας, νὰ εἶναι μεταγενέστερος τοῦ ᾿Αδάμ, ἀφοῦ ὅλα τὰ
πράγματα ἀπὸ ἀτελῆ ὁδηγοῦνται στὴν τελειότητα3.῾Ο Χριστός, ὡς
ἡ ὕψιστη πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι φυσικὸ νὰ ἀποτελῆ τὸ τέλος τῆς
ἀνοδικῆς πορείας τῆς ἀνθρωπότητας, τὴν ἀρχὴ ἀλλὰ καὶ τὸ τέρμα τῆς
ἱστορίας.
* * *
ΜΕΣΑ στὴν πρώτη αὐτὴ ἀλήθεια βρίσκεται μιὰ δεύτερη τὸ ἴδιο σημαντική. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ᾿Αδὰμ δημιουργήθηκε κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, σημαίνει πὼς ὤφειλε νὰ ὑψωθῆ ὡς τὸ ᾿Αρχέτυπο, ἤ, ἀκριβέστερα, νὰ καθαρισθῆ καὶ νὰ ἀγαπήση τὸ Θεὸ τόσο, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ ἔρθη νὰ σκηνώση μέσα του, νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν ἄνθρωπο ὑποστατικὰ ὁ Λόγος καὶ νὰ φανερωθῆ ἔτσι μέσα στὴν ἱστορία ὁ Χριστός, νὰ ἀναδειχθῆ ὁ Θεάνθρωπος. ῾Η ≪εἰσαγωγὴ τοῦ πρωτοτόκου εἰς τὴν οἰκουμένην≫ (῾Εβρ. αʹ 6) ἀποτελεῖ τὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ, τὸ ὕψιστο μυστήριο ≪τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν≫ (Κολ. αʹ 26). ῾Ο Χριστὸς ἦταν ≪ἡ βουλὴ καὶ ἡ θέλησις τοῦ Πατρός≫4.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>

















