Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Πράξις και θεωρία στον Χριστιανισμό



Σωτηρίου Ν. Κόλλια
Οι ό­ροι πρά­ξις και θε­ω­ρί­α, α­νή­κουν στον θη­σαυ­ρό της αρ­χαί­ας ελ­λη­νι­κής γλώσσας. Ο πρώ­τος προ­έρ­χε­ται α­πό το ρή­μα πράτ­τω που ση­μαί­νει κά­νω, ενερ­γώ, ενώ ο δεύ­τε­ρος α­πό τις λέ­ξεις θέ­α και ο­ρώ. Με το χρι­στι­α­νι­σμό όμως, α­πέ­κτη­σαν άλλες δια­στά­σεις, κα­θώς η πρά­ξη α­να­φέ­ρε­ται στην άσκηση σώ­μα­τος και ψυ­χής ε­νώ η θεωρί­α α­φο­ρά στη θέ­α του ί­διου του Θεού.

Προ­κει­μέ­νου να βι­ώ­σει κα­νείς τη θε­ω­ρί­α, προ­ϋ­πό­θε­ση εί­ναι να πε­ρά­σει πρώ­τα α­πό την πρά­ξη. Πρώ­τα εί­ναι η ά­σκη­ση και η κα­θα­ρό­τη­τα τής καρ­δί­ας και έ­πει­τα η θεοπτία. Η ά­σκη­ση, ως δια­ρκής και α­κα­τά­παυ­στη προ­σπά­θεια καθάρ­σε­ως του ανθρώπου, α­πο­τε­λεί τη βα­σι­κό­τε­ρη προ­ϋ­πό­θε­ση της θεί­ας θε­ω­ρί­ας. Πρώ­τα πρέ­πει να εξοβελίσου­με κά­θε σπί­λο α­πό μέ­σα μας και με­τά να κα­τα­στού­με ά­ξιοι λει­τουρ­γοί του α­γνού και α­μί­αν­του πνεύ­μα­τος της Εκκλη­σί­ας. 

Θε­ω­ρί­α εί­ναι η α­νύ­ψω­ση του αν­θρώ­που προς τον Θε­ό και η εμ­πει­ρί­α της δό­ξης του προ­σώ­που Αυ­τού. Η θε­ω­ρί­α α­πο­τε­λεί την υ­ψη­λο­τέ­ρα φά­ση της πνευ­μα­τι­κής ζωής του αν­θρώ­που, κα­τά την ο­ποί­αν ού­τος κα­τα­ξι­ώ­νε­ται να δει τον Θε­ο. Για να φτά­σει ο άν­θρω­πος εις την θε­ω­ρί­α του Θε­ού α­παι­τεί­ται μό­χθος, ά­σκη­ση και νή­ψη. 

Μο­νο η κα­θα­ρή καρ­διά, που έ­χει α­πο­βά­λει α­πό μέ­σα της τα πο­νη­ρά, μπο­ρεί να ορθωθεί και να δε­χθεί τις θεί­ες ε­νέρ­γει­ες του Θε­ού. «Μα­κά­ριοι οι κα­θα­ροί τη καρ­δί­α, ό­τι αυ­τοί τον Θε­όν ό­ψον­ται», (Ματθ. 5, 8) μας λέ­γει ο ευ­αγ­γε­λι­στής. 

Μο­νο τότε θα δουν το Θε­ο, ό­ταν κα­θα­ρί­σουν τους ε­αυ­τούς τους με την α­γά­πη και την εγ­κρά­τεια, και ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο αυξά­νουν την κά­θαρ­ση, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο θα τον δουν, υπογραμ­μί­ζει ο ι­ε­ρός Ο­μο­λο­γη­τής Μα­ξι­μος (PG 90, 1065). 

Για να δυ­νη­θεί ο άν­θρω­πος να "θε­ω­ρή­σει" το Θε­ο, α­παι­τεί­ται να α­να­κα­λύ­ψει προ­η­γου­μέ­νως τον ε­αυ­τό του δια της αυ­το­συγ­κεν­τρώ­σε­ως, να προσανατολίσει την ύ­παρ­ξή του προς τον Θε­ό και να με­τα­βά­λει την προς τον κό­σμο εμπαθή ρο­πή του εις «θεί­ον έρω­τα». Στην θε­ω­ρί­α ο­δη­γεί ο «έ­ρως του κα­λού, της η­συ­χί­ας και α­να­χω­ρή­σε­ως» (PG 35, 413).

Κα­τά τον Γρη­γό­ριο τον Θε­ο­λό­γο η α­νά­βα­ση του αν­θρώ­που προς τον Θε­ό έχει τέρμα. «Εί­ναι η ά­φι­ξις εις το α­κρό­τα­τον των νο­ου­μέ­νων, τον Θε­όν, εις τον ο­ποί­ον σταματά πά­σα έ­φε­σις και α­να­παύ­ε­ται πά­σα θε­ω­ρί­α» (PG 35, 1084). Η θε­ω­ρί­α του Θεού απο­τε­λεί ως εκ τού­του την α­πο­κο­ρύ­φω­ση και την ε­πι-βε­βαί­ω­ση της επιδιωκόμε­νης συ­ναν­τή­σε­ως Δη­μι­ουρ­γού και δημιουργήματος. Α­πα­ραίτη­τη και απαρά­βα­τη προ­ϋ­πό­θε­ση εί­ναι η προ­σευ­χή, η ο­ποί­α ανυ­ψώ­νει τον άν­θρω­πο στο ύ­ψος της δι­ά­νοι­ας του Θε­ού, έ­χον­τας ως αποτέλεσμα την έ­νω­ση αυ­τού με­τά του Θε­ού. Χωρίς προ­ε­τοι­μα­σί­α και χω­ρίς ε­σω­τερι­κή κά­θαρ­ση δεν δύ­να­ται ν' α­νέ­βει ο άν­θρω­πος στο ύ­ψος του Θε­ού. 

Για να αν­τι­κρί­σει κα­νείς την πε­ρί­λαμ­πρη θε­ό­τη­τα, πρέ­πει να έ­χει κα­θα­ρί­σει κα­λά τους πνευ­μα­τι­κούς ο­φθαλ­μούς του. Δι­ό­τι ό­πως ο α­σθε­νής ο­φθαλ­μός δεν μπο­ρεί να αντι­κρί­σει τον ή­λιο, έ­τσι και ο άν­θρω­πος που δεν έ­χει λά­βει πνευ­μα­τι­κούς ο­φθαλ­μούς α­π' το πα­νά­γιο Πνεύ­μα τυ­φλώ­νε­ται. 

Σ' αυ­τό το ανώτατο επίπεδο φτάνουν μόνο «οι καθαροί τη καρδία», ε­κεί­νοι που αγωνίζονται και έ­χουν δι­α­λέ­ξει τον δύσβατο δρόμο της πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Αλλά και πά­λι δεν τα κα­τα­φέρ­νουν μό­νοι τους, πα­ρά ό­ταν ικανω­θούν υ­πό της χά­ρι­τος του αγίου Πνεύματος. Μόνο έτσι μπορεί ο πιστός να απολαύσει τη θεία μα­κα­ρι­ό­τη­τα.

Οι ό­ροι πρά­ξις και θε­ω­ρί­α ε­πε­κρά­τη­σαν για να δη­λώ­σουν το εί­δος του βί­ου των μο­να­χών. Η θεωρία είναι για τους λίγους και εκλεκτούς, ενώ η πράξις για τους πολλούς. 

Ο Γρη­γό­ριος ο Θε­ο­λό­γος συγ­κρί­νον­τας τη θε­ω­ρί­α και την πρά­ξη λέ­γει τα ε­ξής: «Πρά­ξιν προ­τι­μή­σειας η θε­ω­ρί­αν; Ό­ψις τε­λεί­ων έρ­γον, η δε πλει­ό­νων. Άμ­φω μεν ει­σι δε­ξιαί τε και φί­λαι, συ δε προς ην πέφυ­κας ε­κτεί­νου πλέ­ον» (PG 37, 928).

Για να προ­σεγ­γί­σει ο άνθρωπος τον Θε­ό χρει­ά­ζε­ται η κά­θαρ­σις, «καθαρτέον εαυτόν πρώτον, εί­τα τω καθαρώ προ­σο­μι­λη­τέ­ον» (PG 35, 1069). Μόνο με τον εξαγνισμό μπορεί να αποκτήσει η ψυχή του ανθρώπου αυ­το­γνω­σί­α δια της οποίας θα κατανοήσει την εγ­γύ­τη­τά της με­τά του Θε­ού. Ε­κεί­νο το ο­ποί­ο βοηθά­ει στη γνώ­ση του Θε­ού εί­ναι η εκ­δί­ω­ξη των πα­θών α­πό την ψυ­χή και τον νου κα­θώς και η συμ­πό­ρευ­ση του βί­ου με τις α­ρε­τές. Ο Θε­ός εί­ναι το απρόσιτο και α­κρό­τα­το φως. Ό­σο ο άνθρωπος προ­ο­δεύ­ει στον κα­θα­ρι­σμό της ψυ­χής του τό­σο πιο φαν­τα­στό κα­θί­στα­ται αυ­τό το φως και ό­σο το φαντά­ζε­ται τό­σο α­γα­πά­ει το φως δια του θεί­ου έ­ρω­τος και τό­σο το κατανοεί.

Ο Χρι­στός χά­ρα­ξε τον δρό­μο προς τη θέ­ω­ση, τον ο­ποί­ο ε­άν α­κο­λου­θή­σουν οι πι­στοί, τό­τε θα φω­τι­στούν δια της θεί­ας ελ­λάμ­ψε­ως και θα κα­τα­στούν κοινω­νοί των θεί­ων ε­νερ­γει­ών. Ο πι­στός χρι­στια­νός προ­σπα­θεί να ακολουθήσει την α­μό­λυν­τη και α­γνή πο­ρεί­α του Κυ­ρί­ου στον ε­πί­γει­ο βί­ο Του. Για να το ε­πι­τύ­χει αυ­τό πρέ­πει να σπά­σει τις α­λυ­σί­δες που τον κρα­τούν δέσμιο στο χώρο και στο χρό­νο της α­δέ­ψη­της φύ­σε­ως. Δια του πνευ­μα­τι­κού αγώ­νος ελευ­θε­ρώ­νε­ται ο άν­θρω­πος α­πό το χω­ρο­χρο­νι­κό πλέγ­μα του υ­λι­κού και του φθαρ­τού στοι­χεί­ου. 

Ο άν­θρω­πος που, α­κο­λου­θών­τας το θεί­ο παράδειγ­μα του Ι­η­σού, α­σχο­λεί­ται α­δι­ά­κο­πα με την ε­σω­τε­ρι­κή ά­σκη­ση, αυτός δείχνει σω­φρο­σύ­νη, μα­κρο­θυ­μί­α, κα­λω­σύ­νη και τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Ο Χριστός έ­νω­σε γη και ου­ρα­νό καταργώντας τη δι­α­φο­ρά α­νά­με­σα στον αισθητό πα­ρά­δει­σο και την οικουμένη, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να έ­δε­σε με αδιάσπαστους δε­σμούς την κτι­στή και ά­κτι­στη φύ­ση εισά­γον­τας το αι­ώ­νιο και το αΐδιο στην ο­ρα­τή σφαί­ρα του κτιστού κό­σμου. Η α­παλ­λα­γή α­πό τα υλι­κά και ε­φή­με­ρα εί­ναι ένα α­πό τα σημαν­τι­κό­τε­ρα με­γέ­θη του πνευ­μα­τι­κού βί­ου. 

Η θε­ο­πτί­α εί­ναι η προ­σω­πι­κή εμ­πει­ρί­α της α­λή­θειας. "Βού­λει θε­ο­λό­γος γενέσθαι πο­τέ και της θε­ό­τη­τος ά­ξιος; τας εν­το­λάς φύ­λασ­σε, δια των προσταγμά­των ό­δευ­σον, πρά­ξις γαρ ε­πί­βα­σις θε­ω­ρί­ας" (PG 35, 1080), λέ­γει ο Ά­γιος Γρη­γό­ριος ο Θε­ο­λό­γος.

Η θε­ο­πτί­α εί­ναι ο πρω­ταρ­χι­κός τρό­πος γνώ­σε­ως της α­λή­θειας, η ο­ποί­α απο­κτά­ται μό­νο μέ­σα στους κόλ­πους της Εκ­κλη­σί­ας και μό­νο με τη δια­ρκή και α­πε­ρί­σπα­στη ά­σκη­ση, νή­ψη και προ­σευ­χή και πάν­το­τε δια του φω­τι­σμού του α­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Αυ­ξα­νό­με­νος ο άν­θρω­πος στην πί­στη, την ελ­πί­δα και την α­γά­πη προς το Θε­ό και κα­θο­ρών­τας τρα­νώς την προ­κο­πή με αύ­ξη­ση της γνώ­σε­ως και α­να­βά­σε­ως πα­ρα­μέ­νει ά­τρω­τος και α­νε­πη­ρέ­α­στος α­πό ό­λα τα ε­πί­γεια και ε­φή­με­ρα προσ­δο­κών­τας μό­νο προς την ου­ρά­νια βα­σι­λεί­α και τη θεί­α μα­κα­ρι­ό­τη­τα. Η α­σκη­τι­κή ζω­ή πο­λύ πα­ρα­στα­τι­κά θε­ω­ρεί­ται σαν παλαίστρα μέ­σα στην ο­ποί­α δί­δε­ται η πά­λη της α­ρε­τής α­γω­νι­ζό­με­νη μέ­σα σε κόπους, ε­νώ το έ­πα­θλο της νί­κης για ό­σους υ­πο­μέ­νουν εί­ναι η α­πά­θεια της ψυ­χής (Μα­ξί­μου Ο­μο­μο­λη­τού, PG 90, 1188).

Οι εμ­πει­ρί­ες των θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων δεν εί­χαν σχέ­ση με τον υ­λι­κό αλ­λά με τον ά­κτι­στο κό­σμο της θεί­ας α­λή­θειας. Το πρό­σω­πό τους γι­νό­ταν απαύγα­σμα ι­ε­ρού φω­τός. Η ε­πι­θυ­μί­α τους ή­ταν να γί­νουν οι πεν­τα­κά­θα­ροι καθρέ­πτες για να κα­θρε­πτι­στεί μέ­σα τους ο Θε­ός, η α­λή­θεια, η ζω­ή. Ή­σαν τα όρ­γα­να του α­γί­ου Πνεύ­μα­τος ε­πί της γης.

Με το φλο­γε­ρό και η­χη­ρό κή­ρυγ­μά τους και τη δυ­να­μι­κό­τη­τα του λό­γου και της καρ­διάς τους συν­δαυ­λί­ζουν τη φω­τιά που υ­πάρ­χει στις καρ­δι­ές των χριστια­νών φω­τίζον­τας το νου και τις ψυ­χές τους προ­σπα­θών­τας να τους μυήσουν στον πνευ­μα­τι­κό και θε­ϊ­κό κό­σμο της ου­ρά­νιας βα­σι­λεί­ας της Τρισυπόστα­της θε­ό­τη­τας. Με τη δύ­να­μη των λό­γων τους έ­κα­ναν τα αποκαλυπτή­ρια μιας κε­κρυμ­μέ­νης στα γλωσ­σι­κά σύμ­βο­λα α­λή­θειας και κατέ­δει­ξαν με έ­ξο­χο τρό­πο πως η ζω­ή του αν­θρώ­που εί­ναι μια συ­νε­χής πο­ρεί­α ο­λο­κλή­ρω­σης που έ­χει ως α­φε­τη­ρί­α την πρά­ξη και τε­λι­κό προ­ο­ρι­σμό, ό­που ο­φεί­λει ο χρι­στια­νός να τεί­νει το βλέμ­μα του, τη θε­ω­ρί­α. 



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

1 σχόλια :

Δημήτρης Ρόδης on 3 Ιουλίου 2013 στις 8:37 μ.μ. είπε...

Κα­τά τον Γρη­γό­ριο τον Θε­ο­λό­γο η α­νά­βα­ση του αν­θρώ­που προς τον Θε­ό έχει τέρ­μα. "Εί­ναι η ά­φι­ξις εις το α­κρό­τα­τον των νο­ου­μέ­νων, τον Θε­όν, εις τον ο­ποί­ον στα­μα­τά πά­σα έ­φε­σις και α­να­παύ­ε­ται πά­σα θε­ω­ρί­α" (PG 35, 1084). Η θε­ω­ρί­α του Θε­ού α­πο­τε­λεί ως εκ τού­του την α­πο­κο­ρύ­φω­ση και την ε­πι-βε­βαί­ω­ση της ε­πι­δι­ω­κό­με­νης συ­ναν­τή­σε­ως Δη­μι­ουρ­γού και δημιουργήματος. Α­πα­ραί-τη­τη και α­πα­ρά­βα­τη προ­ϋ­πό­θε­ση εί­ναι η προ­σευ­χή, η ο­ποί­α ανυ­ψώ­νει τον άν­θρω­πο στο ύ­ψος της δι­ά­νοι­ας του Θε­ού, έ­χον­τας ως αποτέλεσμα την έ­νω­ση αυ­τού με­τά του Θε­ού. Χω­ρίς προ­ε­τοι­μα­σί­α και χω­ρίς ε­σω­τερι­κή κά­θαρ­ση δεν δύ­να­ται ν' α­νέ­βει ο άν­θρω­πος στο ύ­ψος του Θε­ού.

Εξαιρετικο...!!

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 

FACEBOOK

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Histats

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΩΝ

extreme

eXTReMe Tracker

pateriki


web stats by Statsie

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΟ FACEBOOK

 PATERIKI


CoolSocial

CoolSocial.net paterikiorthodoxia.com CoolSocial.net Badge

Τελευταία Σχόλια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRANSLATE

+grab this

ON LINE

WEBTREND

Κατάλογος ελληνικών σελίδων
greek-sites.gr - Κατάλογος Ελληνικών Ιστοσελίδων

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

MYBLOGS

myblogs.gr

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ - JOIN US

Καταθέστε τα σχόλια σας με ευπρέπεια ,ανώνυμα, παραπλανητικά,σχόλια δεν γίνονται δεκτά:
Η συμμετοχή σας προυποθέτει τούς Όρους Χρήσης

Please place your comments with propriety, anonymous, misleading, derogatory comments are not acceptable:
Your participation implies in the Terms of Use


| ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ © 2012. All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Γιά Εμάς About | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |