Οἱ ἱεροί κανόνες ἀποτελοῦν θεμελιώδεις πηγές τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, διότι παρέχουν τήν αὐθεντικώτερη μαρτυρία τόσο γιά τά κατά ἐποχές ἀναφυέντα ἐκκλησιαστικά ζητήματα, ὅσο καί γιά τόν τρόπο ἀντιμετωπίσεώς τους ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἡ ἀξιολόγηση ὅμως τῶν κανόνων ὡς πηγῶν τοῦ κανονικοῦ Δικαίου προϋποθέτει μία ἀντικειμενική τοποθέτηση ὡς πρός τή θεανθρώπινη φύση τῆς Ἐκκλησίας, τόν ἰδιαίτερο πνευματικό χαρακτήρα καί τόν συγκεκριμένο ἱστορικό σκοπό τους. Εἶναι δηλαδή ἀναγκαία ἡ διάκριση τῶν ἱστορικῶν προϋποθέσεων καί τοῦ καθ' ὕλην ἱστορικοῦ περιεχομένου τους ἀπό τήν ἐκφραζόμενη μέσα ἀπό αὐτούς συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν ἀντιμετώπιση τῶν ἑκάστοτε ἀνακυπτόντων ζητημάτων, ἕνεκα προφανοῦς παρανοήσεως τοῦ περιεχομένου τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαλύψεως. Ἡ διάκριση αὐτή εἶναι δυσχερέστατη, διότι στούς κανόνες ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται σέ μία ἱστορική καί μορφολογική συνάρτηση πρός τό ἀντιμετωπιζόμενο συγκεκριμένο ζήτημα καί πρός τίς κρατοῦσες σέ κάθε ἐποχή συνθῆκες. Εἶναι εὐνόητον ὅτι μόνο μέ τή βασιζόμενη στήν ἱστορικογενετική μέθοδο ἀντικειμενική ἱστορικοκανονική μελέτη εἶναι δυνατή ἡ διάκριση τοῦ ἱστορικοῦ περιεχομένου τῶν κανόνων ἀπό τήν ἐκφραζόμενη μέσα ἀπό αὐτούς συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τήν ἐπίτευξη ὅμως τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ πρέπει νά γίνη μία ἰδιάζουσα ἔναντι τῶν ἄλλων πηγῶν τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ἀξιολόγησή τους καί νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψει ὁρισμένες βασικές ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις, χωρίς τίς ὁποῖες εἶναι ἀδύνατη ἡ ὀρθή ἑρμηνεία τῶν κανόνων.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>


















