Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Ταπείνωση και ταπεινοφροσύνη




Πε­ρι­ε­χόμε­να

Πρόλογος
Η  ταπείνωση
Μορφές ταπείνωσης
Η ταπεινοφροσύνη
Δύσκολο ἔργο ἡ ταπεινοφροσύνη
Αξία της απεινοφροσύνης
Πως αποκτάται  η  ταπείνωση   και ταπεινοφροσύνη.
Παράδειγματα ταπείνωσης
Η ταπείνωση ωφελεί
Εμπόδια  στην  ταπεινοφροσύνη
Αναφορές αγίων ανδρών  για την  ταπείνωση – ταπεινοφροσύνη
Μερικές ερωτήσεις προς τον αναγνώστη  για την εφαρμογή της ταπείνωσης

1. Πρό­λο­γος

Ὅ­ταν ὁ Θε­ός δη­μι­ούρ­γη­σε τόν ἄν­θρω­πο, ἔ­βα­λε μέ­σα του  καί τά σπέρ­μα­τα ὅ­λων τῶν ἀ­ρε­τῶν, μέ τήν  προ­ϋ­πό­θε­ση νά τά καλ­λι­ερ­γή­σει καί νά φθά­σει στήν κα­τά χά­ρη θέ­ω­ση ὅ­πως ἤ­ταν τό σχέ­διο τοῦ Δη­μι­ουρ­γῦ..Ὅ­πως εἶ­ναι γνω­στό, οἱ πρω­τό­πλα­στοι ἀ­στό­χη­σαν μέ τήν πα­ρα­κο­ή τους στήν ἐν­το­λή τοῦ Δη­μι­ουρ­γοῦ, ἀ­μαυ­ρώ­νον­τας ἔ­τσι τό  «κα­λόν λί­αν» δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Πλά­στη μας, κλη­ρο­δο­τών­τας καί σ’ ὅ­λο τό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος τήν κυ­ρι­αρ­χί­αν τοῦ δι­α­βό­λου.
Ἀ­πό τό­τε μέ­χρι καί σή­με­ρα, κα­τα­βάλ­λει με­γά­λες προ­σπά­θει­ες ὁ πο­νη­ρός νά ἐ­ξα­λεί­ψει ἀ­πό τήν ψυ­χή τῶν ἀν­θρώ­πων τήν πα­ρου­σί­αν τοῦ Θε­οῦ καί βα­σι­λέ­ψει γι­ά πάν­τα στό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος, ὁ πλά­νος καί δι­ά­βο­λος.  Τυ­φλω­μέ­νος ἀ­πό τήν ὑ­πε­ρη­φά­νειά του δέ βλέ­πει τήν ἀ­δυ­να­μί­α του. Οἱ προ­σπά­θει­ες του πέ­τυ­χαν σέ με­γά­λο βαθ­μό, ἔ­στω καί προ­σω­ρι­νά, καί πα­ρα­σύ­ρει στήν πλά­νη του καί δι­α­στρέ­φει τά κα­λά σπέρ­μα­τα πού ὑ­πάρ­χουν στίς ψυ­χές τῶν ἀν­θρώ­πων καί τούς ὁ­δη­γεῖ στό σκο­τει­νό δρό­μο τῆς κό­λα­σής του.
Πα­ρ’ ὅ­λη τή φαι­νο­με­νι­κή κυ­ρι­αρ­χί­α του, δέν πέ­τυ­χε νά ἐ­ξα­λεί­ψει τόν πυ­ρῆ­να τοῦ « κα­τ’ εἰκόνα» καί νά ὑ­πο­τά­ξει τε­λε­σί­δι­κα τόν ἄν­θρω­πο. Ἔ­τσι ἀ­κό­μα δι­α­τη­ρεῖ­ται σ’ ὅ­λες τίς ψυ­χές τῶν ἀν­θρώ­πων, καί σ’ αὐ­τούς ἀ­κό­μα πού φαί­νε­ται νά ἔ­χει ἀ­πό­λυ­τη κυ­ρι­αρ­χί­α, ἡ θεί­κή κα­τα­βο­λή. Μι­ά σπί­θα σι­γο­καί­ει πάν­το­τε καί πε­ρι­μέ­νει νά φυ­σύ­ξει ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πού θά τήν φουν­τώ­σει γι­ά νά κά­ψει τά δε­σμᾶ, νά ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πό τήν κυ­ρι­αρ­χί­α τοῦ δι­α­βό­λου ὁ ἄν­θρω­πος καί νά ἐ­πα­νέλ­θει κον­τά στό Δη­μι­ουρ­γό του. Αὐ­τό τό δι­α­πι­στώ­νου­με κα­θη­με­ρι­νά ἀ­πό τή με­τα­στρο­φή καί τή με­τά­νοι­α τό­σων ἀν­θρώ­πων πού ἀ­παρ­νοῦν­ται τήν πλά­νη τοῦ σα­τα­νᾶ καί ἐ­πι­στρέ­φουν στό δρό­μο τοῦ Θε­οῦ καί  τῆς σω­φρο­σύ­νης.
Ὅ­σοι λοι­πόν ἀ­παρ­νοῦ­νται τήν τυ­ραν­νι­κή κυ­ρι­αρ­χί­α τοῦ σα­τα­νᾶ, ἀλ­λά καί ὅ­σοι ἀ­πό και­ρό βα­δί­ζουν τό δρό­μο τοῦ Κυ­ρί­ου, κιν­δυ­νεύ­ουν νά πα­ρα­συρ­θοῦν ἀ­πό τά δε­λε­ά­σμα­τα καί τίς ὕ­που­λες προ­τρο­πές τοῦ μι­σό­κα­λου δι­α­βό­λου καί χρει­ά­ζε­ται νά ἐ­φο­δι­α­σθοῦν μέ τά κα­τάλ­λη­λα μέ­σα γι­ά νά τόν ἀ­πο­φεύ­γουν καί νά μέ­νουν προ­ση­λω­μέ­νοι στόν ἀ­γώ­να τῆς σω­τη­ρί­ας.
Τἀ μέ­σα αὐ­τά εἶ­ναι σω­στή ἐρ­γα­σί­α τῶν ἐ­ντο­λῶν τοῦ Θε­οῦ πού ἔ­βα­λε μέ­σα μας καί πού πρέ­πει νά τίς ἐρ­γα­ζό­μα­στε σω­στά, γι­α­τί εἶ­ναι τά ὅ­πλα μας μέ τά ὁ­ποῖ­α θά πο­λε­μή­σου­με τόν ἄ­γρυ­πνο ἐ­χθρό μας.
Ὁ πι­στός πρέ­πει νά ἐρ­γά­ζε­ται καί νά κα­τορ­θώ­νει ὅ­λες τίς ἀ­ρε­τές μα­ζί. Ὑ­πάρ­χουν ἀ­ρε­τές ξε­χω­ρι­στές μέ πρω­ταρ­χι­κή ση­μα­σί­α. Ἀ­νά­με­σά τους πρώ­τη καί με­γά­λη εἶ­ναι ἡ ἀ­ρε­τή τῆς «τα­πει­νο­φρο­σύ­νης», ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι πο­λύ δυ­να­τό ὅ­πλο, καί κα­τα­στρέ­φει ρι­ζι­κά τό σα­τα­νι­κό ὀ­χύ­ρω­μα, τά σχέ­δια τοῦ δι­α­βό­λου.
Αὐ­τό τό με­γά­λο ὅ­πλο, ἡ με­γά­λη ἀ­ρε­τή, τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης πού κα­τα­στρέ­φει τά σχέ­δια τοῦ ἐ­χθροῦ μας, θά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει στίς σε­λί­δες πού ἀ­κο­λου­θοῦν, γι­ά νά δι­α­φω­τί­σου­με τόν ἀ­να­γνώ­στη καί νά τόν ὁ­δη­γή­σου­με στήν ἐ­φαρ­μο­γή της, Θά πε­ρι­ο­ρι­στοῦ­με σέ σύν­το­μες ἀ­να­φο­ρές για­τί δι­α­πι­στώ­νου­με πώς οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι χρι­στια­νοί μας ἀ­πο­φεύ­γουν τά με­γά­λα κεί­με­να γιά δι­ά­φο­ρους λό­γους..
Ἡ ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης εἶ­ναι με­γά­λη καί δύ­σκο­λη ἀ­ρε­τή. Γι­ά νά τήν κα­τορ­θώ­σει ὁ χρι­στια­νός, θά πρέ­πει νά τά βά­λει μέ τόν ἑ­αυ­τό του, μέ τήν ὑ­πε­ρη­φά­νειά του, μέ τή φι­λαυ­τί­α του καί μέ τά δι­ά­φο­ρα πά­θη του, κα­κά πού δη­μι­ούρ­γη­σεν ἡ ἁ­μαρ­τί­α καί ἀ­σκοῦν με­γά­λη ἐ­πιρ­ρο­ή στήν ψυ­χή του. Θά πρέ­πει δέ γι­’ αὐ­τό νά κα­τα­βά­λει πο­λύ με­γά­λη προ­σπά­θεια μέ συν­τρό­φους τήν προ­σευ­χή, τήν προ­σο­χή καί τήν ἐ­πι­μο­νή, ἀλ­λά καί τή σω­στή γνώ­ση γύ­ρω ἀ­πό τό θέ­μα. Εἶ­ναι πολ­λά τά ἐμ­πό­δια στήν ἐρ­γα­σί­α αὐ­τή, καί γι­ά τοῦ­το στίς σε­λί­δες πού ἀ­κο­λου­θοῦν, θά προ­σπα­θή­σου­με νά  βο­η­θή­σου­με, τό κα­τά δύ­να­μη, τούς ἀ­δελ­φούς μας, ὥ­στε νά  δο­κι­μά­σουν τήν ἐ­φαρ­μο­γή τῆς με­γά­λης αὐ­τῆς ἀ­ρε­τῆς καί νά ὠ­φε­λή­σουν τήν ψυ­χή τους.
Οἱ δι­κές μας δυ­νά­μεις καί ἐμ­πει­ρί­ες δέν εἶ­ναι βέ­βαι­α καί τό­σο ἱ­κα­νές, γι­ά ν’ ἀ­να­πτύ­ξουν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά τήν ἀ­ρε­τή αὐ­τή.  Γι­ά τό λό­γο αὐ­τό θά ἀ­να­τρέ­ξου­με στά κεί­με­να τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς καί στή σο­φί­α, τή γνώ­ση καί τήν ἐμ­πει­ρί­α τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, με­τα­φέ­ρον­τας ἐ­δῶ ὅ,τι χρή­σι­μο καί ὠ­φέ­λι­μο βροῦ­με. Κα­τα­βάλ­λου­με, πι­στεύ­ου­με, κι ἐ­μεῖς τό δί­λε­πτο τῆς χή­ρας στήν πνευ­μα­τι­κή δι­α­φώ­τι­ση τῶν χρι­στια­νῶν, γι­ά νά ἔ­χουν ὅ­πλα δυ­να­τά νά πο­λε­μοῦν στόν πνευ­μα­τι­κό τους ἀ­γώ­να ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἄ­σαρ­κων δαι­μό­νων καί νά ἐ­ξο­μα­λύ­νουν τό δρό­μο τους πρός τή βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ.
Εὐ­χό­μα­στε καί προ­σευ­χό­μα­στε ὅ­πως ὁ ἀ­γα­θός Θε­ός εὐ­λο­γή­σει τή  μι­κρή αὐ­τή προ­σπά­θειά μας, ὥ­στε νά φυ­τευ­θεῖ, νά αὐ­ξη­θεῖ καί νά καρ­πο­φο­ρή­σει στίς ψυ­χές τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας ἡ με­γά­λη ἀ­ρε­τή τῆς τα­πεί­νω­σης καί τα­πει­νο­φρο­σύ­νης καί νά φέ­ρει τά ἀ­γα­θά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα πού ὅ­λοι ἐ­πι­θυ­μοῦ­με, ἀλ­λά δύ­σκο­λα τά ἀ­πο­κτοῦ­με.
2. Η  ταπείνωση

Στή λέ­ξη «τα­πεί­νω­ση» τά δι­ά­φο­ρα λε­ξι­κά δί­νουν τήν ἔν­νοι­α τοῦ ἐ­ξευ­τε­λι­σμοῦ, τῆς μη­δα­μι­νό­τη­τας, τῆς κα­τα­στρο­φῆς, πού προ­κα­λοῦν ἄλ­λοι σέ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους ἠ­θε­λη­μέ­να, γι­ά νά τούς κα­τα­στρέ­ψουν ἠ­θι­κά, κοι­νω­νι­κά καί οἰ­κο­νο­μι­κά, ἐ­πει­δή τούς ἐ­χθρεύ­ον­ται ἀ­πό ζή­λεια ἤ μί­σος, θε­ω­ρών­τας τους ἐ­χθρούς τους.
Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α πού δί­νει καί ὁ κό­σμος στή λέ­ξη «τα­πεί­νω­ση». Μ’  αὐ­τή τήν ἔν­νοι­α τή γνω­ρί­σα­με πολ­λές φο­ρές στή ζω­ή μας, ἴ­σως ἀ­κό­μα νά εἴ­χα­με καί ἰ­δί­αν ἐμ­πει­ρί­α.
Ὑ­πάρ­χει ὅ­μως καί ἄλ­λη ἑρ­μη­νεί­α καί τρό­πος ἐ­φαρ­μο­γῆς τῆς τα­πεί­νω­σης, πού, ἀν­τί νά κα­τα­στρέ­ψει, ὑ­ψώ­νει τόν ἄν­θρω­πο, τόν κά­νει ἅ­γιο καί λέ­γε­ται ἁ­γί­α τα­πεί­νω­ση. Αὐ­τή εἶ­ναι πού μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει καί αὐ­τή θά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει.
Ἕ­νας με­γά­λος Ὅ­σιος ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ ἐ­πι­κα­λού­με­νος προ­φή­της, σέ ἐ­ρώ­τη­ση τί εἶ­ναι ἡ τα­πεί­νω­ση ἔ­δω­κε τόν ἑ­ξῆς ὁ­ρι­σμό: «Τα­πεί­νω­ση εἶ­ναι νά πι­στεύ­εις ὅ­τι δέν εἶ­σαι ἄ­ξιος νά σέ λο­γα­ριά­ζουν οἱ ἄλ­λοι, καί νά κό­ψεις τό δι­κό σου θέ­λη­μα καί νά ὑ­πο­μέ­νεις τά ἔ­ξω­θεν ἐ­περ­χό­με­να σέ σέ­να χω­ρίς τα­ρα­χή. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θι­νή τα­πεί­νω­ση στήν ὁ­ποί­α δέ βρί­σκει χῶ­ρον ἡ κε­νο­δο­ξί­α».
Ἡ τα­πεί­νω­ση εἶ­ναι ὅ­πως ἕ­να μα­χαί­ρι πού, ἄν τό χρη­σι­μο­ποι­εῖς γι­ά νά ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖς τή ζω­ή σου, εἶ­ναι ἐρ­γα­λεῖ­ο ὠ­φέ­λι­μο. Ἄν ὅ­μως τό χρη­σι­μο­ποι­εῖς γι­ά νά κά­νεις κα­κό, τό­τε γί­νε­ται φο­νι­κό ὅ­πλο. Ἀ­κό­μα μπο­ροῦ­με νά πα­ρο­μοι­ά­σου­με τήν τα­πεί­νω­ση μ’ ἕ­να συ­στα­τι­κό πού μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νά ­τό χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σάν φάρ­μα­κο καί ἄλ­λος νά τό χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σάν δη­λη­τή­ριο.
Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ κό­σμου χρη­σι­μο­ποι­οῦν τήν τα­πεί­νω­ση, γι­ά νά πλη­γώ­σουν τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους, ἐ­νῶ ὁ Θε­ός καί οἱ ἄν­θρω­ποί Του τήν χρη­σι­μο­ποι­οῦν σάν φάρ­μα­κο, γι­ά νά θε­ρα­πεύ­σουν τά ψυ­χο­φθό­ρα πά­θη τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νειας, τῆς φι­λαυ­τί­ας, καί τοῦ ἐ­γω­ϊ­σμοῦ.
Κι  ἄν ἀ­κό­μα οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ δι­α­βό­λου χρη­σι­μο­ποι­οῦν τήν τα­πεί­νω­ση γι­ά νά κα­τα­στρέ­ψουν κά­ποι­ον ἄν­θρω­πο πι­στό στό Θε­ό, αὐ­τός μπο­ρεῖ νά με­τα­τρέ­ψει τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα σέ εὐ­ερ­γε­τι­κό μέ­σο σω­τη­ρί­ας, μέ τήν ὑ­πο­μο­νή, τήν ἀ­γά­πη, τή σω­φρο­σύ­νη καί τήν κα­τα­φυ­γή του στόν Κύ­ριο.

3. Μορ­φές τα­πεί­νω­σης

            Στή πο­ρεί­α τῆς ζω­ῆς του ὁ ἄν­θρω­πος θά συ­ναν­τή­σει τρεῖς μορ­φές τα­πεί­νω­σης. Ἡ μι­ά προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν κα­κί­α τῶν ἀν­θρώ­πων, ἡ δέ ἄλ­λη ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καί ἡ Τρί­τη εἶ­ναι ἡ ἑ­κού­σι­α τα­πεί­νω­ση, ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη πού ὁ ἴ­δι­ος θά θε­λή­σει νά ἐ­πι­βά­λει στόν ἑ­αυ­τό του.
            α) Συμ­βαί­νει πολ­λές φο­ρές ἄν­θρω­ποι, κυ­ρι­ευ­μέ­νοι ἀ­πό ζή­λει­α καί φθό­νο γι­ά τήν πρό­ο­δο τῶν συ­ναν­θρώ­πων τους, νά  θέ­λουν νά τα­πει­νώ­σουν, νά ἐ­ξευ­τε­λί­σουν κά­ποι­ο, γι­ά νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σουν τά ζη­λό­φθο­νά τους αἰ­σθή­μα­τα. Χρη­σι­μο­ποι­οῦν γι­’ αὐ­τό τή συ­κο­φα­ντί­α καί τό δι­α­συρ­μό, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά βρί­σκε­ται ὁ ἄν­θρω­πος σέ πο­λύ δύ­σκο­λη θέ­ση, γι­α­τί στά μά­τι­α τῶν ἄλ­λων εἶ­ναι ἐ­κτε­θει­μέ­νος στά ψεύ­δη καί στίς συ­κο­φα­ντί­ες. Αὐ­τή εἶ­ναι μι­ά μορ­φή τα­πεί­νω­σης πού συ­χνά συ­να­ντοῦ­με στό σύγ­χρο­νο κό­σμο μας, ἐ­πει­δή ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­γι­νε ὑ­λό­φρο­νας, ὑ­πε­ρή­φα­νος ἀ­το­μι­στής, τόν ἐν­δι­α­φέ­ρει μό­νο ὁ στε­νός του κύ­κλος καί ἡ κα­λο­πέ­ρα­ση. Ἡ συ­ντρι­πτι­κή πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἀν­θρώ­πων, δυ­στυ­χῶς βρί­σκε­ται σ’ αὐ­τή τήν κα­τα­στρε­πτι­κή ὁ­δό πού ὁ­δη­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν ὁ­δό τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.
            β) Ἄλ­λη μορ­φή τα­πεί­νω­σης εἶ­ναι αὐ­τή πού ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ χρη­σι­μο­ποι­εῖ σάν φάρ­μα­κο σω­τή­ρι­ο γι­ά θε­ρα­πεί­α τῶν πα­θῶν καί σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς καί συ­νί­στα­ται στό ἑ­ξῆς: Ὅ­ταν ὁ πα­ντο­γνώ­στης Κύ­ρι­ος βλέ­πει τόν πι­στό του ἄν­θρω­πο νά πα­ρα­σύ­ρε­ται ἀ­πό τίς ἀ­δυ­να­μί­ες του καί νά κιν­δυ­νεύ­ει νά χά­σει τόν Πα­ρά­δει­σο, τό­τε ἐ­πεμ­βαί­νει μέ ἀ­γά­πη καί ἐ­πι­τρέ­πει στόν πει­ρα­στή δι­ά­βο­λο νά τόν δο­κι­μά­σει μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους καί πει­ρα­σμούς, πά­ντο­τε μέ­χρι κά­ποι­ου βα­θμοῦ, γι­ά νά ἀ­νοί­ξουν τά μά­τι­α τῆς ψυ­χῆς του καί νά ξα­να­βρεῖ τό δρό­μο τῶ­ν ἐ­ντο­λῶν τοῦ Θε­οῦ καί τῆς βα­σι­λεί­ας Του. Ἐ­δῶ ὅ­μως ὑ­πάρ­χει μι­ά με­γά­λη δι­α­φο­ρά. Ἐ­νῶ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη δο­κι­μα­σί­α φτά­νει μέ­χρι κα­τα­στρο­φῆς , ἡ δο­κι­μα­σί­α τοῦ Θε­οῦ ἔ­χει ὅ­ρι­α μέ­χρι ἐ­κεῖ πού  ἀ­ντέ­χει ὁ ἄν­θρω­πος καί ὄ­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Δέν ἀ­φή­νει ὁ Θε­ός, τόν ἄν­θρω­πο νά λυ­γί­σει κά­τω ἀ­πό τό βά­ρος τῶν δο­κι­μα­σι­ῶν, ἀλ­λά ἐ­πεμ­βαί­νει, τόν στη­ρί­ζει καί τόν σώ­ζει. Ἡ δο­κι­μα­σί­α πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τό Θε­ό εἶ­ναι φι­λάν­θρω­πη.
 Πα­ρα­δείγ­μα­τα ὑ­πάρ­χουν πολ­λά ἀ­πό τούς χρό­νους τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, τό­σο ἀ­πό ἄ­το­μα ὅ­σο καί ἀ­πό ἔ­θνη. Ὁ βα­σι­λέ­ας Δαυ­ΐδ, γι­ά πα­ρά­δειγ­μα, ξέ­φευ­γε ἀ­πό τό δρό­μο τοῦ Θε­οῦ. Τό­τε ὁ Κύ­ριος τόν τα­πεί­νω­νε μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους καί ξα­νά­βρι­σκε τό δρό­μο του.Ὁ ἴ­διος ὁ­μο­λο­γοῦ­σε: «πρίν μέ τα­πει­νώ­σεις , Θε­έ μου, ἐ­γώ εἶ­χα ἁ­μαρ­τή­σει ἐ­νώ­πιόν σου». Ἀ­κό­μα πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι ὠ­φε­λή­θη­κε ἀ­πό τήν τα­πεί­νω­ση τοῦ Κυ­ρί­ου. «Εὐ­ερ­γε­τι­κό καί σω­τή­ριο ὑ­πῆρ­ξε τό γε­γο­νός, ὅ­τι μέ τήν πα­τρι­κή σου παι­δα­γω­γί­α δι­ά τῶν θλί­ψε­ων μέ ἐ­τα­πεί­νω­σες, γι­ά νά μά­θω κα­λύ­τε­ρα τίς ἐν­το­λές σου»(ψαλ­μ.118.68-71).
            Καί τό ἰ­ου­δαϊ­κό ἔ­θνος, ὁ λα­ός τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­ταν υἱ­ο­θε­τοῦ­σε τά ἔ­θι­μα τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν γει­τό­νων του, ἐ­πέ­τρε­πεν ὁ Θε­ός νά πο­λε­μη­θοῦν ἀ­πό ἄλ­λα ἔ­θνη καί νά τα­πει­νω­θοῦν, πρά­γμα πού τούς ἄ­νοι­γε τά μά­τι­α καί με­τα­νο­οῦ­σαν καί σώ­ζο­νταν.     
            Αὐ­τά τά πα­ρα­δεί­γμα­τα συ­νε­χί­ζο­νται καί στήν ἐ­πο­χή τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης. Ἕ­νας Παῦ­λος δο­κι­μά­ζε­ται κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση Θε­οῦ καί τα­πει­νώ­νε­ται, γι­α­τί αὐ­τό ἀ­παι­τοῦ­σε τό συμ­φέ­ρο του κα­τά τήν πα­ντο­γνω­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου. Εἶ­ναι καί πολ­λά ἄλ­λα τέ­τοι­α πού πα­ρου­σι­ά­ζει ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου καί θά ἀ­να­φέ­ρου­με ἀρ­γό­τε­ρα.
            γ) Ὑ­πάρ­χει καί μι­ά τρί­τη μορ­φή τα­πεί­νω­σης πού συ­να­ντοῦ­με στή ζω­ή τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας, σέ Μο­να­χούς καί λαϊ­κούς ἀν­θρώ­πους. Εἶ­ναι ἡ ἑ­κού­σι­α τα­πεί­νω­ση, δη­λα­δή τό τα­πει­νό φρό­νη­μα σ’ ὅ­λη τή ζω­ή τοῦ πι­στοῦ. Ὁ χρι­στι­α­νός πού ἔ­χει ἐ­ρω­τι­κή δι­ά­θε­ση γι­ά τή βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ἐ­φαρ­μό­ζει σ’ ὅ­λες τίς ἐκ­φάν­σεις τῆς ζω­ῆς του τό τα­πει­νό φρό­νη­μα. Αὐ­τός πού ἀ­πε­φά­σι­σε νά φο­ρέ­σει τό ἔν­δυ­μα τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, προ­σπα­θεῖ νά ἐ­ξα­φα­νί­σει ἀ­πό τή ζω­ή του τήν ὑ­ψη­λο­φρο­σύ­νη, τήν ὑ­πε­ρη­φά­νει­α, τή φι­λαυ­τί­α καί ὅ­λα τά ἑ­ω­σφο­ρι­κά πά­θη. Ἀ­πό τή στι­γμή πού πῆ­ρε αὐ­τή τή  γεν­ναί­α ἀ­πό­φα­ση, θε­ω­ρεῖ τόν ἑ­αυ­τό του κα­τώ­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄν­θρω­πο. Στή­ρι­γμα τοῦ πι­στοῦ, στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή, εἶ­ναι ὁ Κύ­ρι­ος, στή βο­ή­θει­α τοῦ Ὁ­ποί­ου ἐλ­πί­ζει.
            Εἶ­ναι ἄλ­λω­στε γνω­στή ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη με­ρι­κῶν Ἁ­γί­ων τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας πού ὀ­νο­μά­σθη­σαν «δι­ά Χρι­στόν σα­λοί»  Αὐ­τοί γι­ά τόν κό­σμο ἦ­σαν τρελ­λοί, γι­α­τί δέ­χο­νταν τίς ὕ­βρεις, τήν κα­κο­με­τα­χεί­ρι­ση, τή λοι­δο­ρί­α ἀ­τά­ρα­χα, χω­ρίς νά ἀ­ντι­δροῦν, ἐ­νῶ ἦ­σαν σώ­φρο­νες καί σο­φοί. Ἡ σο­φί­α καί  ἁ­γι­ό­τη­τά τους­ γι­νό­ταν γνω­στή στό τέ­λος τῆς ζω­ῆς τους  καί με­τά θά­να­τον, ὅταν ­γι­νό­ταν γνω­στόν τί οὐ­σι­α­στι­κά ἦ­σαν.
            Ἐ­πει­δή εἶ­ναι σπου­δαί­α καί ἀ­να­γκαί­α ἡ μορ­φή αὐ­τή τῆς τα­πεί­νω­σης, τῆς ἐ­φαρ­μο­γῆς, δη­λα­δή, τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, τοῦ τα­πει­νοῦ φρο­νή­μα­τος, θά προ­χω­ρή­σου­με νά τήν ἐ­ξε­τά­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο στή συ­νέ­χει­α.

4. Η ταπεινοφροσύνη
(Ἡ ἔννοια τῆς ταπεινοφροσύνης)

            Ὁ Ἅ­γι­ος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής δί­νει τόν ἑ­ξῆς ὁ­ρι­σμό γι­ά τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη: «Τα­πει­νο­φρο­σύ­νη εἶ­ναι μι­ά συ­νε­χής προ­σευ­χή μέ δά­κρυ­α καί πό­νο.  Δι­ό­τι αὐ­τή ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τή βο­ή­θει­α τοῦ Θε­οῦ καί δέν ἀ­φή­νει τόν ἄν­θρω­πο οὔ­τε νά στη­ρί­ζε­ται ἀ­πε­ρί­σκε­πτα στή δύ­να­μή του καί στή σο­φί­α του, οὔ­τε νά ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ε­ται ἐ­να­ντί­ον ἄλ­λου, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι φο­βε­ρά νο­σή­μα­τα, ὀ­φει­λό­με­να στό πά­θος τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νει­ας».
            Ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη εἶ­ναι  τό ἐρ­γα­στή­ρι πού δι­α­λύ­ει τά ἀρ­νη­τι­κά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς τα­πεί­νω­σης στήν ὁ­ποί­αν ὑ­πο­βάλ­λει στόν ἄν­θρω­πο ἡ κα­κί­α τῶν δαι­μό­νων καί τῶν ἀν­θρώ­πων. Δη­λα­δή τήν προ­σβο­λή, τόν ἐ­ξευ­τε­λι­σμό, τήν ἀ­δι­κί­α, τή συ­κο­φαν­τί­α πού θά ὑ­πο­στεῖ ὁ  τα­πει­νός ἄν­θρω­πος, ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη πού σάν ἄλ­λο ἐρ­γα­λεῖ­ο με­τα­τρέ­πει τήν ὀρ­γή τήν ἐκ­δί­κη­ση σέ συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα καί ἀ­γά­πη, ἀ­πο­φεύ­γον­τας ἔ­τσι τήν ἁ­μαρ­τί­α καί πλή­γώ­νει τό δι­ά­βο­λο στό κέν­τρο τῆς καρ­δί­ας του.

Ποι­ός εἶ­ναι ὅμως ὁ πρα­γμα­τι­κά τα­πει­νό­φρο­νας;
            Ἀ­πό τήν ἀρ­χή θά πρέ­πει νά δι­ευ­κρι­νή­σου­με ποι­ός εἶ­ναι ὁ τα­πει­νό­φρο­νας, γι­α­τί ὑ­πάρ­χουν ­καί με­ρι­κοί ἄν­θρω­ποι πού ἀ­πό τή φύ­ση τους εἶ­ναι πρᾶ­οι καί  ἥ­συ­χοι καί φαί­νο­νται ὅ­τι εἶ­ναι τα­πει­νοί, ὄ­ταν ὅ­μως ἔλ­θει ἡ στι­γμή τῆς δο­κι­μα­σί­ας, δέν ἐ­φαρ­μό­ζουν τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη καί δι­α­μαρ­τύ­ρο­νται. Αὐ­τοί οἱ  φαι­νο­με­νι­κά τα­πει­νοί, μό­λις τούς «πα­τή­σεις τόν κάλ­λο», δι­α­μαρ­τύ­ρον­ται ἐν­το­νό­τα­τα καί φω­νά­ζουν καί ἀ­πει­λοῦν. Ποῦ εἶ­ναι λοι­πόν ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη τους;
            Ὁ πραγ­μα­τι­κά τα­πει­νός ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού ἐ­νῶ εἶ­ναι με­γά­λος σέ πλού­τη,  ἀ­ξι­ώ­μα­τα, καί χα­ρί­σμα­τα, θε­ω­ρεῖ τόν ἑ­αυ­τό του κα­τώ­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄν­θρω­πο. Τα­πει­νό­φρο­νας ἐ­πί­σης εἶ­ναι αὐ­τός πού ἐ­νῶ τὀν συ­κο­φαν­τοῦν, δέν τα­ρά­ζε­ται, ἐ­νῶ τόν κα­τη­γο­ροῦν γι­ά πράγ­μα­τα πού δέν ἔ­κα­με, δέν φο­βᾶ­ται, ἐ­νῶ τόν προ­σβάλ­λουν, μέ­νει ἀ­τά­ρα­χος ἀ­φή­νο­ντας τήν κρί­ση του καί τήν ἀ­πο­λο­γί­α του στόν Κύ­ρι­ο πού εἶ­πε «ἐ­μοί ἐκ­δί­κη­σις ἐ­γώ ἀν­τα­πο­δώ­σω»·  αὐ­τός εἶ­ναι βέ­βαι­ος ὅ­τι ὁ Κύ­ριος θά δι­κά­σει δί­και­α καί θά  κα­τα­δι­κά­σει δί­και­α τό συ­κο­φάν­τη, ἐ­νῶ τόν τα­πει­νό θά τόν δι­και­ώ­σει μέ τόν τρό­πο πού ὁ Ἴ­διος γνω­ρί­ζει« ἵ­να (αὐ­τόν) ὑ­ψώ­σει ἐν και­ρῷ»­.(1.Πέ­τρ. 5. 6).

5. Δύ­σκο­λο Ερ­γο Η τα­πει­νο­φρο­σύ­νη

            Εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο ὅ­μως αὐ­τό τό ἔρ­γο χω­ρίς θε­ϊ­κή βο­ή­θεια καί συν­δρο­μή, για­τί ὁ κό­σμος τόν τα­πει­νό τό θε­ω­ρεῖ βλά­κα καί χα­ζό καί ἐκ­με­τα­λεύ­σι­μο. Ἐ­νώ­πιον ὅ­μως τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι δι­α­μάν­τι πα­νά­κρι­βο. Ὁ Μάρ­κος ὁ Ἀ­σκη­τής ὑ­πε­ρα­μύ­νε­ται τοῦ τα­πει­νό­φρο­να λέ­γον­τας: « Ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη δέν εἶ­ναι κα­τα­δί­κη συ­νει­δή­σε­ως, ἀλ­λά χά­ρις Θε­οῦ καί ἀ­κρι­βής πλη­ρο­φο­ρί­α τῆς συμ­πά­θειάς Του».
            Καί ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­σα­άκ ὁ Σύ­ρος λέ­γει, ὅ­τι ἡ ἑ­κού­σι­α τα­πει­νο­φρο­σύ­νη εἶ­ναι δό­ξα τοῦ Θε­οῦ· γρά­φει:« Σμί­κρυ­νε τόν ἑ­αυ­τό σου εἰς ὅ­λα ἐ­νώ­πι­ον τῶν ἀν­θρώ­πων καί θά ὑ­ψω­θεῖς ἐ­πά­νω ἀ­πό τούς ἄρ­χο­ντας τοῦ αἰ­ώ­να τού­του. Τα­πεί­νω­σε τόν ἑ­αυ­τό σου καί θά δεῖς τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ ἐ­ντός σου. Δι­ό­τι ὅ­που βλα­στά­νει ἡ τα­πεί­νω­ση, ἐ­κεῖ ἀ­να­βλύ­ζει ἡ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ . Ἄν ἀ­γω­νί­ζε­σαι φα­νε­ρά νά τα­πει­νω­θεῖς, ὁ Θε­ός θά σέ κά­νει νά δο­ξα­σθεῖς ἀ­πό ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους· ἄν ἔ­χεις τήν τα­πεί­νω­ση στήν καρ­δι­ά σου ἐ­κεῖ στήν­ καρ­δι­ά σου θά σοῦ φα­νε­ρώ­σει ὁ Θε­ός τή δό­ξα Του. Ὅ­ταν ἐρ­γά­ζε­σαι τήν ἀ­ρε­τή, νά φρο­ντί­ζεις νά σέ κα­τα­φρο­νοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι καί τό­τε θά τι­μη­θεῖς ἀ­πό τό Θε­ό. Μί­ση­σε τήν τι­μή, γι­ά νά τι­μη­θεῖς. Ἐ­κεῖ­νος πού ἀ­πο­φεύ­γει τήν τι­μή, τόν κα­τα­δι­ώ­κει ἡ τι­μή καί γί­νε­ται κή­ρυ­κας τῆς τα­πει­νώ­σε­ώς του». Ὁ ἴ­διος λέ­γει ἀλ­λοῦ γι­ά τήν τέ­λεια τα­πει­νο­φρο­σύ­νη τά ἀ­κό­λου­θα:  « Ὁ ἄν­θρω­πος πού κα­τόρ­θω­σε νά ἐν­νο­ή­σει πό­σο ἀ­σθε­νής εἶ­ναι στά πνευ­μα­τι­κά, αὐ­τός ἔ­φθα­σε στήν τέ­λεια τα­πει­νο­φρο­σύ­νη καί τήν ἐ­πί­γνω­ση τοῦ Θε­οῦ. Γι­’ αὐ­τό καί πα­ρα­κι­νεῖ­ται συ­νε­χῶς νά εὐ­χα­ρι­στεῖ τό Θε­ό καί γί­νε­ται πλου­σι­ώ­τε­ρος στήν ἀ­πό­κτη­ση θεί­ων χα­ρι­σμά­των. Στό­μα πού εὐ­χα­ρι­στεῖ πάν­το­τε τό Θε­ό, δέ­χε­ται ἀ­πό τό Θε­ό εὐ­λο­γί­α. Καί στήν καρ­διά πού δι­α­μέ­νει στή συ­νε­χή πρός τό Θε­ό εὐ­χα­ρι­στί­α, αὐ­ξά­νει δια­ρκῶς ἐν­τός αὐ­τῆς ἡ θεί­α Χά­ρη. Ἀ­πό τή Χά­ρη προ­η­γεῖ­ται ἡ τα­πεί­νω­ση, ὅ­πως ἐμ­πρός ἀ­πό τόν πει­ρα­σμόν τρέ­χει ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια.»
            Ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη καί τό φό­βο τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πό ἀ­έ­ρα γι­ά τήν ἀ­να­πνο­ή του. Ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη εἶ­ναι τό δέν­δρο τῆς ζω­ῆς πού συ­νε­χῶς ὑ­ψώ­νε­ται πρός τόν οὐ­ρα­νό, ἀλ­λά καί κά­τω ἀ­πό τή δρο­σε­ρή του σκιά, ὁ τα­πει­νός ἄν­θρω­πος βρί­σκει τή γα­λή­νη τήν ἡ­ρε­μί­α καί προ­φυ­λάσ­σε­ται ἀ­πό τά στρέ­ς’­καί τά ἀγ­χώ­δη δηλ­λή­μα­τα καί μέ­ρι­μνες τοῦ κό­σμου τού­του.

6. ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗΣ

            Ἀ­φοῦ εἴ­δα­με τήν οὐ­σί­α τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, στή συ­νέ­χει­α θά δοῦ­με καί τήν ἀ­ξί­α της, δη­λα­δή τήν ὠ­φε­λι­μό­τη­τά της καί τήν ἀ­γα­θή ἐ­πί­δρα­ση πού ἔ­χει στήν ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που. Θά ἀρ­χί­σου­με ἀ­πό τό λό­γο τοῦ Θε­οῦ, τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, γι­ά νά δοῦ­με ποι­ά χω­ρί­α τή συ­στή­νουν καί πῶς τήν ἀ­ξι­ο­λο­γοῦν.
            Στίς Πα­ροι­μί­ες γρά­φει: «στό­μα δέ τα­πει­νοῦ με­λε­τᾶ σο­φί­αν»(κεφ. 11. 2). Δη­λα­δή ὁ τα­πει­νός ἄν­θρω­πος βλέ­πει τή μη­δα­μι­νό­τη­τά του καί δι­α­κρί­νει τήν ἀ­ξί­α τοῦ κά­θε πρά­γμα­τος. Προ­τι­μᾶ ἀ­ντί νά ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ τή σο­φί­α τοῦ κό­σμου, νά με­λε­τᾶ τή σο­φί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἔ­τσι γί­νε­ται κα­τά Θε­όν σο­φός, πρά­γμα πού τόν βο­η­θᾶ νά βα­δί­ζει πι­ό εὔ­κο­λα τό δρό­μο τοῦ Θε­οῦ μέ τή δι­ά­κρι­ση πού ἀ­πο­κτᾶ.
            Δι­α­βά­ζου­με, πά­λιν στό πι­ό πά­νω βι­βλί­ο:« Εἰ­σίν οἱ πλου­τοῦ­ντες ἑ­αυ­τούς μη­δέν ἔ­χο­ντες καί εἰ­σίν οἱ τα­πει­νοῦ­ντες ἑ­αυ­τούς ἐν πολ­λῷ πλού­τῳ» (13. 17).Θέ­λει νά πεῖ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι πού  καυ­χοῦ­νται γι­ά τόν πρό­σκαι­ρο πλοῦ­το τους, ἀλ­λά οὐ­σι­α­στι­κά εἶ­ναι φτω­χοί, γι­α­τί δέν ἔ­χουν τόν αἰ­ώ­νι­ο πνευ­μα­τι­κό πλοῦ­το. Καί ὑ­πάρ­χουν οἱ τα­πει­νοί οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι φτω­χοί καί ὅ­μως, ἡ τα­πεί­νω­σή τους τούς ἐ­ξα­σφα­λί­ζει πο­λύ πνευ­μα­τι­κό καί αἰ­ώ­νι­ο πλοῦ­το.
            Στό βι­βλί­ο­τοῦ Σο­φοῦ Σει­ράχ, γρά­φει: «Προ­σευ­χή τα­πει­νοῦ νε­φέ­λαις δι­ῆλ­θεν» (Σ. Σει­ράχ,35. 17). Ἐ­δῶ πα­ρου­σι­ά­ζει τή δύ­να­μη πού ἔ­χει ἡ προ­σευ­χή τοῦ τα­πει­νοῦ ἀν­θρώ­που καί τήν παρ­ρη­σί­α ὥ­στε νά δι­α­σχί­ζει τούς νε­φε­λώ­δης οὐ­ρα­νούς καί νά φθά­νει στό Θεό.
            Ὁ βα­σι­λι­άς Δαυ­ΐδ προ­τεί­νει τήν τα­πεί­νω­σή του στό Θε­ό καί ζη­τᾶ νά τοῦ συγ­χω­ρε­θοῦν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του.« Δές τήν τα­πεί­νω­σή μου καί τόν κό­πο μου καί συγ­χώ­ρε­σε ὅ­λες τίς ἁ­μαρ­τί­ες μου».
            Ἐ­κεῖ πού φα­νε­ρώ­νε­ται ὅ­λο τό με­γα­λεῖ­ο τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης καί οἱ εὐ­λο­γη­μέ­νοι καρ­ποί της εἶ­ναι στήν Και­νή Δι­α­θή­κη. Σάν δέν­δρο ἀ­γλα­ό­καρ­πο εἶ­ναι φυ­τευ­μέ­νο ἀ­πό τόν ἴ­δι­ο τό Θε­ό στή γῆ μας, ἀ­φοῦ Ὁ Θε­ός Λό­γος, τό δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς πα­να­γί­ας Τρι­ά­δας, τα­πει­νώ­θη­κε λαμ­βά­νο­ντας δού­λου μορ­φή, μό­νο καί μό­νο γι­ά νά ἐ­λευ­θε­ρώ­σει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τή δου­λεί­α τοῦ σα­τα­νᾶ, κά­νο­ντας ἔ­τσι τήν τα­πεί­νω­ση θεϊ­κην ἀ­ρε­τή. Ἄς δοῦ­με πῶς ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος πε­ρι­γρά­φει αὐ­τή τήν τα­πεί­νω­ση τοῦ Κυ­ρί­ου:«Ἐ­κεῖ­νος (ὁ Θε­ός Λό­γος) ἄν καί ἦ­ταν στή μορ­φή τοῦ Θε­οῦ, δέν ἐ­θε­ώ­ρη­σεν εὐ­και­ρί­α γι­ά ἀ­πό­λαυ­σι τό ὅ­τι ἦ­ταν ἴ­σος μέ τό Θε­ό, ἀλ­λ’ ἐ­ξου­δέ­νω­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ τό νά λά­βει τή μορ­φή δού­λου, μέ τό νά ἔλ­θῃ στή μορ­φή τῶν ἀν­θρώ­πων, καί ἀ­φοῦ κα­τά τή μορ­φή βρέ­θη­κε ἄν­θρω­πος (ἀ­φοῦ πρα­γμα­τι­κῶς ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος), ἐ­τα­πεί­νω­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ τό νά γί­νει ὑ­πή­κο­ος μέ­χρι θα­νά­του...»( Φι­λιπ.2. 6). Ὁ Θε­άν­θρω­πος Σω­τή­ρας μας φό­ρε­σε, σάν ἄλ­λο ἔν­δυ­μα, τήν τα­πεί­νω­ση καί τή πτω­χεί­α, βι­ώ­νο­ντάς την ὁ ἴ­δι­ος καί δι­δά­σκο­ντάς την καί προ­τρέ­πει κι  ἐ­μᾶς νά Τόν μι­μη­θοῦ­με. «...μά­θε­τε ἀ­π’ ἑ­μοῦ ὅ­τι πρᾶ­ος εἰ­μι καί τα­πει­νός τῇ καρ­δί­α» (Ματ­θ.11.29).
            Στήν ἐ­πί τοῦ ὄ­ρους ὁ­μι­λί­α Του ὕ­ψω­σε τούς τα­πει­νό­φρο­νες μέ­χρι τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, μό­λις ἄ­νοι­ξε τό στό­μα Του, ὁ Κύριος,γι­ά νά μι­λή­σει, εἶπε στόν πρῶ­το «Μα­κα­ρι­σμό»: «Μα­κά­ρι­οι οἱ πτω­χοί τῷ πνεύ­μα­τι ὅ­τι αὐ­τῶν ἐ­στιν ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν»(Ματ­θ. 5.2). Πτω­χοί τῷ πνεύ­μα­τι, ἐ­δῶ, δέν εἶναι οἱ τρελλοί, ἀλλά εἶ­ναι οἱ τα­πει­νό­φρο­νες, οἱ ὁ­ποῖ­οι συ­ναι­σθα­νό­με­νοι τήν  πνευ­μα­τι­κή τους φτώ­χει­α κα­τα­φεύ­γουν στό Θε­ό γι­ά νά πλου­τί­σουν καί γι­ά τοῦ­το εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ἐ­πει­δή γι­’ αὐ­τούς εἶ­ναι ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν.
            Καί οἱ Ἀ­πό­στο­λοι μι­μού­με­νοι τόν Ἀρ­χη­γό τους, στή δι­ά­δο­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ἐρ­γά­ζο­νταν «με­τά πά­σης τα­πει­νο­φρο­σύ­νης», ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Λουκᾶς. (Πρά­ξεις, 20.19).
            Ἐ­πει­δή ἔ­χει με­γά­λο κέρ­δος ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, δέν τή ζοῦ­σαν μό­νον οἱ ἴ­δι­οι, ἀλ­λά ζη­τοῦ­σαν καί ἀ­πό τούς χρι­στι­α­νούς νά τήν  ἐ­φαρ­μό­ζουν στή ζω­ή τους. «Τῇ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη ἀλ­λή­λους ἡ­γού­με­νοι» συμ­βου­λεύ­ει ὁ Παῦ­λος τούς Χρι­στι­α­νούς. Δη­λα­δή μέ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη νά θε­ω­ρεῖ­τε τούς ἄλ­λους πι­ό με­γά­λους ἀ­πό σᾶς καί νά τούς δί­νε­τε τό προ­βά­δι­σμα.
            Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Ἰ­ά­κω­βος συμ­βου­λεύ­ει τούς πι­στούς: «τα­πει­νώ­θη­τε οὖν ἐ­νώ­πι­ον τοῦ Κυ­ρί­ου καί ὑ­ψώ­σει ὑ­μᾶς» (Ἰ­ακ. 4.10). Καί εἶ­ναι σύμ­φω­νο αὐ­τό μέ τά λό­γι­α τοῦ Κυ­ρί­ου «Ὁ τα­πει­νῶν ἑ­αυ­τόν ὑ­ψω­θή­σε­ται». Τό βρα­βεῖ­ο πού λαμ­βά­νει ὁ τα­πει­νός, τό­σο στή ζω­ή αὐ­τή ὅ­σο καί στήν αἰ­ώ­νι­α εἶ­ναι ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ πού τόν ὑ­ψώ­νει ἐ­νώ­πι­ον ἀν­θρώ­πων καί ἀγ­γέ­λων.
            Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νο­ντες λέ­με ὅ­τι εἶ­ναι με­γά­λη ἀ­ρε­τή ἡ τα­πεί­νω­ση, γι­α­τί ὁ τα­πει­νός ἄν­θρω­πος μι­μεῖ­ται τό Θε­ό ἔ­μπρα­κτα, γί­νε­ται πο­λύ ἀ­γα­πη­τός καί ἔ­χει πλού­σι­α τή Χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρο κέρ­δος ἀ­πό αὐ­τό; Εἶ­ναι πά­ρα πολ­λά τά πα­ρα­δεί­γμα­τα ἀ­πό τήν Και­νή Δι­α­θή­κη πού μι­λοῦν γι­ά τήν τα­πεί­νω­ση, ἀλ­λά,γι­ά νά μή μα­κρυ­γο­ρή­σου­με ἀ­να­φέ­ρα­με αὐ­τά τά λί­γα.
            Τή με­γά­λη ἀ­ξί­α καί ὠ­φέ­λει­α πού ἔ­χει ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη γνώ­ρι­ζαν ἐκ πεί­ρας οἱ Πα­τέ­ρες καί οἱ Ὅ­σι­οι τῆς ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας καί ἔ­χουν ἀ­σχο­λη­θεῖ πο­λύ μέ τήν ἀ­ρε­τήν αὐ­τή.
            Ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­σα­άκ ὁ Σύ­ρος ἀρ­χί­ζει τόν ιθ΄ Λό­γο του ὡς ἑ­ξῆς: « ἄν­θρω­πε τα­πει­νέ, θέ­λεις νά εὕ­ρεις τήν αἰ­ώ­νι­ον ζω­ήν; Κρά­τη­σον τήν πί­στην καί τήν τα­πεί­νω­σιν εἰς ἑ­αυ­τόν· δι­ό­τι δι­ά τού­των εὑ­ρί­σκεις τήν βο­ή­θει­αν τοῦ Θε­οῦ...» Καί στόν κ΄Λό­γον του λέ­γει: « Τόν τα­πει­νό­φρο­να οὐ­δείς μι­σεῖ πο­τέ, οὐ­δέ ἐ­πι­πλήτ­τει, οὐ­δέ κα­τα­φρο­νεῖ·  ἐ­πει­δή ἀ­γα­πᾶ αὐ­τόν ὁ δε­σπό­της αὐ­τοῦ καί δι­ά τοῦ­το ἀ­γα­πᾶ­ται πα­ρά πά­ντων... Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος τα­πει­νω­θεῖ κυ­κλώ­νει αὐ­τόν τό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ, καί τό­τε ἡ καρ­δί­α αἰ­σθά­νε­ται τή θεί­α βο­ή­θει­α... πλη­ροῦ­ται χα­ρᾶς καί ὁ­δη­γεῖ­ται πρός τήν προ­σευ­χή.» Δη­λα­δή ἡ ὠ­φέ­λει­α εἶ­ναι δι­πλή εἶ­ναι ὅ­μως καί πολ­λα­πλή, ἐ­πει­δή ἡ μι­ά ἀ­ρε­τή ἀ­κο­λου­θεῖ τήν ἄλ­λη. Ὁ τα­πει­νός γί­νε­ται κά­το­χος πολ­λῶν ἀ­ρε­τῶν. Εὐ­λο­γί­α Θε­οῦ!  Ὁ Θε­ός δο­ξά­ζει τόν τα­πει­νό, γι­α­τί ὅ­που τα­πεί­νω­ση ἐ­κεῖ καί τοῦ Θε­οῦ ἡ δό­ξα φαί­νε­ται νά τρέ­χει σάν ἄλ­λη πη­γή.
            Ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος σέ ὁ­μι­λί­α του, ἔ­λε­γε: « Δέν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε ὅ­μοι­ο μέ τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, Γι­’ αὐ­τό καί ὁ Χρι­στός ἄρ­χι­σε τούς Μα­κα­ρι­σμούς μέ τήν ἀ­ρε­τή αὐ­τή...Εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το χω­ρίς αὐ­τή νά σω­θοῦ­με» Καί ἀλ­λοῦ προ­τρέ­πει: «Ἄν θέ­λεις νά ἀ­πο­λαύ­σεις πα­ρη­γο­ρι­ά ἀ­πό τό Θε­ό, τα­πει­νώ­σου, σύ­ντρι­ψε τό­ν ἑ­αυ­τό σου».
            Καί ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σι­ος συμ­βου­λεύ­ει: « Στή χρι­στι­α­νι­κή ζω­ή πρέ­πει νά προ­σερ­χό­μα­στε μέ πολ­λή προ­σο­χή καί τα­πει­νο­φρο­σύ­νη γι­ά νά λά­βου­με τόν πλοῦ­το τοῦ Χρι­στοῦ. Σέ κά­θε ἐκ­δή­λω­ση τῆς ζω­ῆς μας νά θυ­μό­μα­στε νά ἐ­φαρ­μό­ζου­με τήν τα­πεί­νω­ση τοῦ Κυ­ρί­ου. Μό­νον ἔ­τσι θά κα­τα­στρέ­ψου­με τίς πα­γί­δες τοῦ δι­α­βό­λου».
Πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­να­φο­ρές θά δοῦ­με ἀρ­γό­τε­ρα.

7. ΠΩΣ ΑΠΟΚΤΑΤΑΙ  Η  ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ   ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

            Με­τά ἀ­πό ὅ­σα εἴ­πα­με γι­ά τήν ἀ­ξί­α τῆς τα­πεί­νω­σης-τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, ἔρ­χε­ται φυ­σι­κά τό ἐ­ρώ­τη­μα: Πῶς ἀ­πο­κτᾶ­ται ἡ με­γά­λη αὐ­τή ἀ­ρε­τή; Μέ ποι­ό τρό­πο θά τήν  κά­νου­με κτῆ­μα μας;
            Τήν ἀ­πάν­τη­ση θά τή βροῦ­με σί­γου­ρα στήν  ἐμ­πει­ρι­κή σο­φί­α τῶν Πα­τέ­ρων τῆς ὀρ­θό­δο­ξης μας  Ἐκ­κλη­σί­ας. Τά  με­γά­λα πράγ­μα­τα σί­γου­ρα χρει­ά­ζον­ται κό­πο καί με­γά­λη προ­σπά­θεια, γι­ά νά ἀ­πο­κτη­θοῦν. Αὐ­τό βέ­βαι­α ἰ­σχύ­ει καί γι­ά τήν  ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης.
            Στήν ἐ­πο­χή μας εἶ­ναι σπά­νιο πράγ­μα ἡ τα­πεί­νω­ση. Μπο­ρεῖ σ’ ἕ­να ἄν­θρω­πο νά βρεῖς ἐρ­γα­σί­α με­ρι­κῶν ἀ­ρε­τῶν, ἀλ­λά τα­πεί­νω­σης μό­λις κά­ποι­α μυ­ρω­δι­ά θά δι­α­κρί­νεις.
            Μι­ά πρώ­τη ἀ­πά­ντη­ση γι­ά τό πῶς ἀ­πο­κτᾶ­ται ἡ τα­πεί­νω­ση μᾶς δί­νει ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­σα­άκ ὁ Σύ­ρος: « Πρός τοῦ­το τον ἐ­ρω­τῶ­ντα θέ­λει ἀ­πο­κρι­θεῖ αὐ­τή ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη οὕ­τως· εἶ­ναι ἀρ­κε­τόν εἰς τόν μα­θη­τήν νά γί­νη κα­τά τήν μά­θη­σιν ὅ­μοι­ος μέ τό δι­δά­σκα­λό του, καί εἰς τόν  δοῦ­λον νά γί­νη ὅ­μοι­ος μέ τόν  Κύ­ρι­όν του. Βλέ­πε ἐ­κεῖ­νον ὅ­στις ὥ­ρι­σεν αὐ­τήν, καί δω­ρεῖ­ται αὐ­τό τό χά­ρι­σμα, δι­ά τί­νος τρό­που ἀ­πέ­κτη­σεν αὐ­τήν· γί­νου λοι­πόν καί σύ ὅ­μοι­ος μέ αὐ­τόν, καί θέ­λεις εὕ­ρει αὐ­τήν...δι­ά τῆς τε­λει­ό­τη­τος πα­σῶν τῶν ἀ­ρε­τῶν δυ­να­τόν νά ἀ­πο­κτή­ση τις τήν τα­πεί­νω­σιν» (Λόγ. Κ΄). Δη­λα­δή νά μι­μη­θεῖ κά­ποι­ος τήν ζω­ήν τοῦ Κυ­ρί­ου πού εἶ­ναι ὁ δά­σκα­λος τῆς τα­πεί­νω­σης, με­λε­τώ­ντας συ­χνά τή ζω­ή Του μέ­σα ἀ­πό τά Εὐ­αγ­γέ­λι­α,  καί νά προ­σπα­θεῖ νά μι­μεῖ­ται τή συ­μπε­ρι­φο­ρά Του.
            Ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σι­ος, στό βί­ο τῆς Συ­γκλη­τι­κῆς, γρά­φει:«Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά ἀ­πο­κτη­θεῖ ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, χρει­ά­ζε­ται με­γά­λο ἀ­γώ­να. Ἄν δέν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ κά­ποι­ος ἀ­πό κά­θε εἴ­δους δό­ξαν, δέ θά δυ­νη­θεῖ νά ἀ­πο­κτή­σει τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, τό με­γά­λο αὐ­τό θη­σαυ­ρό».
            Ὁ Ἀβ­βᾶς Σι­σώ­ης, λέ­γει:« Ὁ δρό­μος πού ὁ­δη­γεῖ στήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη εἶ­ναι ἡ ἐ­γκρά­τει­α, ἡ συ­νε­χής καί ἀ­δι­ά­λει­πτη πρός τό Θε­ό προ­σευ­χή καί τό νά ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε νά εἴ­μα­στε κα­τώ­τε­ροι ἀ­πό κά­θε ἄν­θρω­πο».
            Καί ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­ωάν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος:« Γι­ά νά γί­νει κά­ποι­ος ἀ­λη­θι­νά τα­πει­νός, πρέ­πει νά θε­ω­ρεῖ τόν ἑ­αυ­τό του φτω­χό καί τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­π’ ὅ­λους. Νά ἀ­γω­νί­ζε­ται νά μή θυ­μώ­νει, νά μήν ἀ­γα­να­κτεῖ, νά μή φω­νά­ζει καί νά νοι­ώ­θει πι­κρί­α, θυ­μό καί ὀρ­γή ἐ­να­ντί­ον κα­νε­νός, νά μήν εἶ­ναι ἀ­λα­ζό­νας, φα­ντα­σμέ­νος καί ὑ­πε­ρή­φα­νος. Νά μι­μη­θεῖ τόν Κύ­ρι­ο στήν ἁ­πλό­τη­τα καί τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη».
            Ἀ­π’ ὅ,τι ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει, δι­α­βά­ζο­ντας γι­ά τήν τα­πεί­νω­ση, ἡ ἀρ­χή τῆς κα­τά­κτη­σης τῆς ἀ­ρε­τῆς ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τή συ­νε­χή ἕ­ρευ­να καί τήν πα­ρα­γμα­τι­κή γνώ­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας. Μέ τήν αὐ­το­γνω­σί­α θά δι­α­πι­στώ­σου­με τήν μη­δα­μη­νό­τη­τά μας  καί τήν ἀ­δυ­να­μί­α μας. Θά γνω­ρί­σου­με τίς ἀ­τέ­λει­ες καί τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας. Καί τό ἑ­πό­με­νο βῆ­μα πού πρέ­πει νά κά­νου­με εἶ­ναι νά συ­γκρί­νου­με τίς  δι­κές μας πα­ρα­βά­σεις τοῦ νό­μου τοῦ Θε­οῦ καί τήν ἐ­νο­χή μας ἐ­νώ­πι­όν Του, μέ τίς εὐ­ερ­γε­σί­ες πού μᾶς πα­ρέ­χει κα­θη­με­ρι­νά. Καί τό­τε θά δοῦ­με τήν ἀ­χρει­ό­τη­τά μας, τήν ἀ­χα­ρι­στί­α μας καί τήν ἐ­νο­χή μας καί, ἄν ἔ­χου­με μέ­σα μας κά­ποι­α λο­γι­κή καί  γνώ­ση, θά ἀρ­χί­σει μέ­σα μας νά ρι­ζο­βο­λᾶ ἡ ἁ­γί­α τα­πεί­νω­ση.
            Ζων­τα­νό πα­ρά­δειγ­μα ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος. Ἐν­θυ­μού­με­νος τήν προ­η­γού­με­νη του δι­α­γω­γή ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Ἰ­η­σοῦ καί τῶν μα­θη­τῶν του, ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τήν ἀ­δι­κί­α πού δι­έ­πρατ­τε καί τα­πει­νώ­νε­ται καί ὁ­μο­λο­γεῖ ὅ­τι ἐ­δί­ω­ξε τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ καί ὀ­νο­μά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του«ἔ­κτρω­μα» καί «ἐ­λα­χι­στό­τε­ρο τῶν Ἀ­πο­στό­λων», τή στιγ­μή πού   ἔ­κα­νε τε­ρά­στιον ἔρ­γο καί πολ­λούς κό­πους ἔ­πα­θε καί στε­ρή­σεις ὑ­πέ­μει­νε γι­ά τό Χρι­στό, τα­πει­νού­με­νος ἔ­γι­νε ὑ­πη­ρέ­της πάν­των.
Καί τό νά θυ­μᾶ­ται ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­τι τόν πε­ρι­μέ­νει θά­να­τος καί σί­γου­ρα θά φύ­γει ἀ­πό τή ζω­ή αὐ­τή, βο­η­θᾶ στήν  τα­πεί­νω­σή του. Ἀλ­λά καί ἡ νο­σταλ­γί­α τοῦ Πα­ρα­δεί­σου βο­η­θᾶ στό νά θυ­σι­ά­σει ὁ ἄν­θρω­πος τόν ἐ­γω­ϊ­σμό του καί  νά γί­νει τα­πει­νός. Καί τό σκό­τος τῆς κό­λα­σης ἐν­θυ­μού­με­νος ὁ ἄν­θρω­πος συ­νέρ­χε­ται. Ὅ­λα αὐ­τά τα­πει­νώ­νουν τό φρό­νη­μα καί συ­ντρί­βουν τήν ψυ­χή, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά δέ­χε­ται τά σπέρ­μα­τα τῆς τα­πεί­νω­σης καί τα­πει­νο­φρο­σύ­νης.

8. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ

            Πα­ρα­δεί­γμα­τα τα­πεί­νω­σης βρί­σκου­με πολ­λά στήν Ἁ­γί­α Γρα­φή καί στή ζω­ή τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας. Θά προ­βά­λου­με με­ρι­κά, τά πι­ό γνω­στά ὑ­πεν­θυ­μί­ζο­ντάς τα στόν ἀ­να­γνώ­στη μας.
            α) Τό με­γα­λύ­τε­ρο καί θαυ­μα­στώ­τε­ρο πα­ρά­δει­γμα τα­πεί­νω­σης κά­τω ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό εἶ­ναι ἡ τα­πεί­νω­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου, γι­ά τήν ἀ­να­γέν­νη­ση καί ἐ­πα­να­φο­ρά τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους στόν Πα­ρά­δει­σο, τό­ν ὁ­ποῖ­ον εἶ­χε χά­σει μέ τήν πα­ρα­κο­ή του. Αὐ­τήν τήν τα­πεί­νω­ση δέν μπο­ρεῖ νά χω­ρέ­σει ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς, οὔ­τε καί τῶν  Ἀγ­γέ­λων ἀ­κό­μα. Ἕ­νας Θε­ός τα­πει­νώ­νε­ται, σμι­κρύ­νει τή δό­ξα Του, πε­ρι­στέλ­λει τή λα­μπρό­τη­τά Του, ἐν­δύ­ε­ται σάν ἄλ­λο ἔν­δυ­μα, τό εὐ­τε­λές καί τα­πει­νό ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα καί γί­νε­ται ὅ­μοι­ος μέ τούς ἁ­μαρ­τω­λούς, χω­ρίς ὅ­μως ὁ Ἴ­δι­ος νά νά με­τέ­χει κα­μι­ᾶς ἁ­μαρ­τί­ας. Ὅ­λη Του ἡ ζω­ή, ἀ­πό τή γέν­νη­ση μέ­χρι καί τό δι­ά σταυ­ροῦ θά­να­τό Του, εἶ­ναι μι­ά τα­πεί­νω­ση. Τα­πεί­νω­ση πού ὁ­δή­γη­σε στή δό­ξα τῆς Ἀ­νά­στα­σής Του.
Ἀ­φή­νου­με κα­τά μέ­ρος τό εὐ­τε­λές σπή­λαι­ο πού γεν­νή­θη­κε, τήν πε­ρι­φρό­νη­ση πού ἔ­δει­χναν οἱ ἄρ­χο­ντες τῶν Ἰ­ου­δαί­ων στό πρό­σω­πό Του καί στε­κό­μα­στε σ’ ἕ­να γε­γο­νός πού μᾶς δι­έ­σω­σε ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ωάν­νης, πού μᾶς δι­δά­σκει πῶς πρέ­πει νά  ἐ­φαρ­μό­σου­με κι ἐ­μεῖς τήν ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης.
 Ἐ­νῶ ἔ­τρω­γαν τό τε­λευ­ταῖ­ο δεῖ­πνο, πρίν ἀ­πό τό ἑ­βραϊ­κό πά­σχα, « ... ση­κώ­νε­ται ἀ­πό τό δεῖ­πνο καί βγά­ζει τά ἐ­ξω­τε­ρι­κά ’εν­δύ­μα­τα, καί, ἀ­φοῦ πῆ­ρε μι­ά πο­δι­ά, ζώ­σθη­κε, ἔ­πει­τα ρί­χνει νε­ρό στή λε­κά­νη καί ἄρ­χι­σε νά πλύ­νῃ τά πό­δι­α τῶν μα­θη­τῶν καί νά τά σκου­πί­ζει μέ τήν πο­δι­ά, μέ τήν ὁ­ποί­α ἦ­ταν ζω­σμέ­νος.» Βέ­βαι­α δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­καν οἱ μα­θη­τές, ἀλ­λά Αὐ­τός μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τούς ἔ­πει­σε καί τούς προ­έ­τρε­ψε μά­λι­στα νά Τόν μι­μη­θοῦν στή ζω­ή τους, λέ­γο­ντας· « πα­ρά­δει­γμα (δη­λα­δή) σᾶς ἔ­δω­σα, γι­ά νά κά­νε­τε καί ἐ­σεῖς, ὅ­πως ἔ­κα­να ἐ­γώ». (Ἰ­ωάν.13 κεφ.)
Αὐ­τό τό πα­ρά­δει­γμα τοῦ Ἰ­η­σοῦ εἶ­ναι γι­ά μᾶς ὁ ὁ­δη­γός πού πρέ­πει νά  μᾶς κα­θο­δη­γεῖ γι­ά τήν ἀ­πό­κτη­ση τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, ἄν πρα­γμα­τι­κά τό ἐ­πι­θυ­μοῦ­με. Ἐ­κτός αὐ­τοῦ εἶ­ναι σ’ ὅ­λους γνω­στά αὐ­τά πού ἀ­κου­λού­θη­σαν, οἱ ἐ­μπαι­γμοί, οἱ ἐ­μπτυ­σμοί, τά ρα­πί­σμα­τα καί τά ἄλ­λα πού συ­νέ­βη­σαν μέ­χρι καί τό σταυ­ρό καί τήν τα­φή Του, πού μαρ­τυ­ροῦν τήν ἄ­κρα τα­πεί­νω­ση πού δέ­χθη­κε γι­ά μᾶς.
            Ἄλ­λο σπου­δαῖ­ο πα­ρά­δει­γμα πού λά­μπει σάν ἄ­στρο φω­τει­νό στό στε­ρέ­ω­μα τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας καί δεί­χνει τό δρό­μο σ’ ὅ­σους θέ­λουν νά  κά­νουν κτῆ­μα τους τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, εἶ­ναι τό πα­ρά­δει­γμα τῆς Πα­να­γί­ας μας. Με­λε­τώ­ντας τή ζω­ή της βλέ­που­με ὅ­τι ἀ­πό τήν παι­δι­κή ἡ­λι­κί­α μέ­χρι καί τήν κοί­μη­σή της, ἦ­ταν ἕ­να ζω­ντα­νό πα­ρά­δει­γμα τα­πει­νο­φρο­σύ­νης καί ὑ­πο­τα­γῆς στό θεῖ­ο θέ­λη­μα. Ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης τῆς Παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας ἦ­ταν ἡ στιγ­μή πού ὁ Ἄγ­γε­λος τῆς ἐ­φα­νέ­ρω­σε τό σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ, ὅ­τι θά γεν­νοῦ­σε τό Σω­τῆ­ρα τοῦ κό­σμου. Ἡ ἀ­πάν­τη­σή της ἦ­ταν:«Ἰ­δού ἡ δού­λη Κυ­ρί­ου· γέ­νοι­τό μοι κα­τά τό ρῆ­μα σου» .(Λουκ.1.38).Ἰ­δού ἡ πραγ­μα­τι­κή τα­πεί­νω­ση. Ἐ­ξα­φά­νι­σε τό θέ­λη­μά της, ἀ­γνό­η­σε τό δι­κό της συμ­φέ­ρον, ὑ­πο­τά­χθη­κε στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, χω­ρίς νά ὑ­πο­λο­γί­σει τήν ἀ­δυ­να­μί­αν τῆς  φύ­σε­ώς της καί ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τήν Ἐ­λι­σά­βετ, ὁ­μο­λό­γη­σε τήν τα­πεί­νω­σή της  λέ­γον­τας: «ὅ­τι ἐ­πέ­βλε­ψεν ἐ­πί τήν τα­πεί­νω­σιν τῆς δού­λης αὐ­τοῦ (ὁ Κύ­ριος)» (συ­νέ­χεια τῶν ἁ­νω­τέ­ρω). Ὅ­μως αὐ­τή της ἡ τα­πεί­νω­ση τήν ὕ­ψω­σε καί τήν το­πο­θέ­τη­σε δί­πλα στό θρόνο τοῦ Υἱοῦ της, ἀπ’ ὅπου βοηθᾶ  ὅλους τούς ταπεινούς πού ζητοῦν τή βοήθειά της.
            Ἄλ­λο πα­ρά­δει­γμα με­γά­λης τα­πει­νο­φρο­σύ­νης εἶ­ναι ὁ  μέ­γας Παῦ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­κο­πί­α­σε γι­ά τή τή δι­ά­δο­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λο Ἀ­πό­στο­λο, κι  ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Λου­κᾶς« Με­τά πά­σης τα­πει­νο­φρο­σύ­νης καί πολ­λῶν δα­κρύ­ων καί πει­ρα­σμῶν...» (Πράξ. 20.19) ἐ­κή­ρυτ­τε τό λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου, κι  ὅ­μως ἔ­λε­γε: «...ἐ­γώ γάρ εἰ­μι ὁ ἐ­λά­χι­στος τῶν Ἀ­πο­στό­λων ὅς οὔκ εἰ­μι ἱ­κα­νός κα­λεῖ­σθαι Ἀ­πό­στο­λος, δι­ό­τι ἐ­δί­ω­ξα τήν Ἐκ­κ­λη­σί­αν τοῦ Θε­οῦ.»(Πράξ. 15. 9). Καί σέ ἄλ­λο χω­ρί­ο ὀ­νο­μά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του « ἔ­κτρω­μα». Καί τοῦ­το, γι­α­τί ἐν­θυ­μού­με­νος τά προ­η­γού­με­να ἁ­μαρ­τή­μα­τά του λυ­πᾶ­ται καί τα­πει­νο­φρο­νεῖ. Αὐ­τή του ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη ὅ­μως εἶ­ναι ἐ­κεί­νη πού τόν ἀ­νέ­βα­σε μέ­χρι «τρί­του οὐ­ρα­νοῦ.» Ἔ­ζη­σε τή ζω­ή του μέ­σα σέ δο­κι­μα­σί­ες καί θλί­ψεις καί δι­ω­γμούς γι­ά τό Χρι­στό καί τώ­ρα χαί­ρε­ται καί ἀ­γάλ­λε­ται στόν  Πα­ρά­δει­σο τοῦ Θε­οῦ.
            Καί στή  ζω­ή τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας ἔ­χου­με πολ­λά πα­ρα­δεί­γμα­τα τῆς ἁ­γί­ας τα­πεί­νω­σης, τά ὁ­ποῖ­α βρί­σκου­με στούς δι­ά­φο­ρους βί­ους τῶν Ἀ­γί­ων, μέ ἀ­πό­κο­ρύ­φω­μα «τούς δι­ά Χρι­στόν σα­λούς», πού δέ­χο­νταν τίς ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ες καί τά πε­ρί­γε­λα τῶν ἀλ­λων χω­ρίς κα­θό­λου νά προ­σβάλ­λο­νται,  νά στε­νο­χω­ροῦ­νται ἤ νά μεμ­ψι­μοι­ροῦν καί στό τέ­λος τους εἶ­χαν τήν κα­λήν μαρ­τυ­ρί­α ἀ­πό τό Θε­ό.
            Ἕ­να γνω­στό πα­ρά­δει­γμα εἶ­ναι ὁ Ἅ­γι­ος Νε­κτά­ρι­ος πού κοι­μή­θη­κε τό 1920. Ὅ­σοι δι­ά­βα­σαν τό βί­ο του, θά δι­α­πί­στω­σαν τή με­γά­λη του τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Συ­κο­φα­ντη­μέ­νος, δι­ω­γμέ­νος ἀ­πό τό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων πη­γαί­νει στήν Ἀ­θή­να, ἀλ­λά, πρίν  φθά­σει ἐ­κεῖ, ἔ­φθα­σεν πρίν ἀ­πό αὐ­τόν ἡ συ­κο­φα­ντί­α καί ἡ δι­α­βο­λή, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά ὑ­πο­φέ­ρει πο­λύ χω­ρίς ὅ­μως νά δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται. Αὐ­τή του ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη καί ὑ­πο­μο­νή, ἔλ­κυ­σε τή Χα­ρη τοῦ Θε­οῦ πού τόν κα­τα­ξί­ω­σε νά κά­νει θαύ­μα­τα τό­σο στό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του ὅ­σο καί με­τά τό θά­να­τό του.
Νο­μί­ζω, ἀ­γα­πη­τέ ἀ­να­γνώ­στη, ὅ­τι τά λί­γα αὐ­τά πα­ρα­δεί­γμα­τα χω­ρίς νά χρει­ά­ζο­νται σχό­λι­α ἤ  φι­λο­λο­γί­α ὁ­δη­γοῦν στόν προ­βλη­μα­τι­σμό. Θά μπο­ρού­σα­με βέ­βαι­α νά  φέ­ρου­με σω­ρεί­αν πα­ρα­δει­γμά­των, ἀλ­λά νο­μί­ζω ὅ­τι τά πολ­λά πα­ρα­δεί­γμα­τα δέ θά βο­η­θοῦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἁ­πλῶς θά μα­κρυ­γο­ρού­σα­με πρά­γμα πού προ­σπα­θοῦ­με νά ἀ­πο­φύ­γου­με. Ἄν θέ­λα­με αὐ­τά τά πα­ρα­δεί­γμα­τα μπο­ροῦ­με νά τά ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σου­με μέ τόν προ­βλη­μα­τι­σμό μας: Ἄν ἕ­νας Παῦ­λος, πού ἔ­φτα­σε «μέ­χρι τρί­του οὐ­ρα­νοῦ», θυ­μό­ταν τά ἁ­μαρ­τή­μα­τά του καί τα­πει­νο­φρο­νοῦ­σε καί θε­ω­ροῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του «ἔ­κτρω­μα», τί θά ποῦ­με ἐ­μεῖς; Ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα στόν ἑ­αυ­τό μας πού πρέ­πει νά μᾶς συ­ντα­ράσ­σει.
            Στά πα­ρα­δεί­γμα­τα πού ἀ­να­φέ­ρα­με βλέ­που­με ὅ­τι αὐ­τοί πού τα­πεί­νω­σαν θε­λη­μα­τι­κά τόν ἑ­αυ­τό τους, ὑ­πέ­στη­σαν, βέ­βαι­α, πολ­λούς κό­πους, θλί­ψεις καί τα­πει­νώ­σεις, ἀλ­λά τό τέ­λος φα­νε­ρώ­νει τό με­γά­λο τους κέρ­δος πού εἶ­ναι ἡ τι­μή καί ἡ δό­ξα πού  ἔ­λα­βαν ἀ­πό τό Θε­ό, μέ τά δι­ά­φο­ρα χα­ρί­σμα­τα πού τούς  ἔ­δω­κε. Συ­μπε­ραί­νου­με λοι­πόν ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ ὠ­φέ­λι­μη ἡ τα­πεί­νω­ση καί θά τό δοῦ­με πι­ό κά­τω.

9. Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΩΦΕΛΕΙ

            Ἡ τα­πεί­νω­ση μπο­ρεῖ νά  λο­γα­ρι­ά­ζε­ται ἀ­πό τούς ὑ­ψη­λό­φρο­νες καί ὑ­λό­φρο­νες χα­ζο­μά­ρα, βλα­κεί­α, ἐ­ξευ­τε­λι­σμός, κλπ., ἀλ­λά στήν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα ὠ­φε­λεῖ πο­λύ τόν ἄν­θρω­πο, τό­σο στή ζω­ή αὐ­τή ὅ­σο καί στήν αἰ­ώ­νι­α. Αὐ­τό φά­νη­κε μέ τά λί­γα πα­ρα­δεί­γμα­τα πού εἴ­δα­με πρίν, ἀλ­λά καί θά φανεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο στή συ­νέ­χει­α.
            Ὁ χρι­στι­α­νός ἄν­θρω­πος μέ τήν ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, σι­γά σι­γά κα­θα­ρί­ζε­ται ἀ­πό τά ψυ­χο­φθό­ρα πά­θη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Τόν τα­πει­νό ἄν­θρω­πο ἀ­γα­πᾶ καί ἐ­κτι­μᾶ τό­σο ὁ κό­σμος ὅ­σο καί ὁ Θε­ός πού ἀ­να­παύ­ε­ται στήν ψυ­χήν τοῦ τα­πει­νοῦ. Ἡ εὐ­λο­γη­μέ­νη αὐ­τή ἀ­ρε­τή, πού χρει­ά­ζε­ται κό­πο καί προ­σπά­θει­α γι­ά νά ἀ­πο­κτη­θεῖ, χα­ρί­ζει στόν ἄν­θρω­πο τήν ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του καί  ἑ­πο­μέ­νως τή χα­ρά, τήν εὶ­ρή­νη καί τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Γι’ αὐτό καί ὁ Δαυΐδ λέγει: « ὁ Κύ­ρι­ος ἐ­πέ­βλε­ψεν ἐ­πί τήν προ­σευ­χήν τῶν τα­πει­νῶν». Πά­ντο­τε δί­νει πολ­λήν προ­σο­χή ὁ Κύ­ρι­ος στίς προ­σευ­χές τῶν τα­πει­νῶν ἀν­θρώ­πων.
            Ὁ τα­πει­νός ἄν­θρω­πος μέ τήν τα­πει­νή του συ­μπε­ρι­φο­ρά ἀ­φο­πλί­ζει τό δι­ά­βο­λο καί δι­α­λύ­ει ὅ­λες του τίς πα­γί­δες. Καί τοῦ­το γι­α­τί, ἄν κα­τη­γο­ρη­θεῖ καί συ­κο­φα­ντη­θεῖ, δέν ἀ­ντι­δρᾶ καί πε­ρι­ο­ρί­ζει τό κα­κό στήν ἀρ­χή του. Ἄν ζη­μι­ω­θεῖ, δέν ἀ­ντα­πο­δί­δει, δέν δί­νει συ­νέ­χει­α ἤ ἀ­ντεκ­δί­κη­ση καί τό κα­κό στα­μα­τᾶ καί πλη­γώ­νει τό δι­ά­βο­λο στήν καρ­δι­ά του. Ὁ τα­πει­νός ἄν­θρω­πος ἀ­γα­πᾶ, συγ­χω­ρεῖ, ἐ­λε­εῖ καί συ­μπα­θεῖ, γι­α­τί μοι­ά­ζει μέ τόν Κύ­ρι­ό του, ὁ Ὁ­ποῖ­ος «λοι­δο­ρού­με­νος οὐκ ἀ­ντε­λοι­δό­ρει καί πά­σχων οὐκ ἠ­πεί­λει». Καί τέ­λος εἶ­ναι μι­ά ψυ­χή πού  ἰ­δι­αί­τε­ρα θά ἐ­πι­βλέ­ψει σ’ αὐ­τήν ὁ βα­σι­λέ­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν καί θά τήν το­πο­θε­τή­σει στή βα­σι­λεί­α Του μα­ζί μέ ὅ­λους τούς δι­καί­ους καί ἁ­γί­ους.
            Ἀλ­λά ἡ τα­πεί­νω­ση βο­η­θᾶ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά τήν κοι­νω­νί­α μας ἄν ὅ­λοι τήν ἐ­γκολ­πο­θοῦ­με. Ἡ ση­με­ρι­νή μας κοι­νω­νί­α μα­στί­ζε­ται ἀ­πό πολ­λά καί δι­ά­φο­ρα κα­κά, πού ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με καί γι­ά τά ὁ­ποῖ­α ἀ­γα­να­κτοῦ­με πολ­λές φο­ρές.  Μέ λύ­πη βλέ­που­με νά ὑ­πάρ­χει κοι­νω­νι­κή ἀ­κα­τα­στα­σί­α καί ἔ­ντα­ση στίς δι­α­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων, νά γί­νο­νται ἐ­γκλή­μα­τα καί ἀ­δι­κί­ες, ἐ­πει­δή κυ­ρι­αρ­χεῖ ὁ ἐ­γω­ϊ­σμός, ὁ ἀ­το­μι­κι­σμός,  ἡ φι­λαυ­τί­α. Αἰ­τί­α ἡ ἀ­που­σί­α τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης ἡ ὁ­ποί­α ἐ­ξα­φα­νί­ζει ὅ­λα τά πά­θη. Μέ τήν ἔλ­λει­ψη τῆς ἀ­ρε­τῆς τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, ἀ­που­σι­ά­ζει ἡ αὐ­το­γνω­σί­α, ἡ δι­και­ο­σύ­νη, ἡ εὐ­τα­ξί­α καί ἡ ἀ­γά­πη με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τά δυ­σά­ρε­στα πού βλέ­που­με καί  ἀ­κοῦ­με κα­θη­με­ρι­νά.
            Ἄν οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πο­φά­σι­ζαν νά γί­νουν τα­πει­νό­φρο­νες, ἄν ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη γι­νό­ταν ἀ­ρε­τή ὅ­λων τῶν χρι­στι­α­νῶν σί­γου­ρα θά ἐ­ξα­λεί­φο­νταν ἤ καί θά πε­ρι­ο­ρί­ζο­νταν στό ἐ­λά­χι­στο τά  τό­σα κα­κά πού μᾶς βα­σα­νί­ζουν σή­με­ρα. Θά ξε­ρι­ζω­νό­ταν ἡ ἀν­θρώ­πι­νη μα­ται­ο­δο­ξί­α, ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νει­α, ἡ φι­λαυ­τί­α, ὁ θυ­μός, ἡ ὀρ­γή καί κά­θε ἀ­δι­κί­α καί θά βα­σί­λευ­ε ἡ εὐ­τα­ξί­α, ὁ σε­βα­σμός καί ἡ ἀ­γά­πη με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων καί  σί­γου­ρα θά εἴ­χα­με μι­ά ἰ­δα­νι­κή κοι­νω­νί­α πρός ὄ­φε­λος ὅ­λων.

10. ΕΜΠΟΔΙΑ  ΣΤΗΝ  ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

            Στή συ­νέ­χει­α θά ἐ­πι­ση­μά­νου­με δύ­ο με­γά­λα ἐ­μπό­δι­α πού δέν ἀ­φή­νουν τήν ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης νά ρι­ζώ­σει στήν ψυ­χή τοῦ χρι­στι­α­νοῦ. Ἡ ἀ­να­φο­ρά αὐ­τή εἶ­ναι ἀ­να­γκαί­α ἐ­νη­μέ­ρω­ση, γι­ά νά προ­φυ­λά­ξει ὅ­λους μας, γι­α­τί τά ἐ­μπό­δι­α αὐ­τά εἶ­ναι πά­θη τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας καί δέν πρέ­πει νά τά ἀ­φή­σου­με νά ρι­ζώ­σουν στήν ψυ­χή, ἐ­πει­δή ἐ­ξα­φα­νί­ζουν κά­θε ἴ­χνος τα­πεί­νω­σης καί ἐ­γκα­θι­στοῦν στήν ψυ­χή τήν ὑ­ψη­λο­φρο­σύ­νη,  τή φι­λαυ­τί­α καί τόν ἐ­γω­ϊ­σμό.
            Σοβαρά ἐμπόδια γιά τήν ταπείνωση ὑπάρχουν πολλά, ἀλλά νομίζω ξεκινοῦν ὅλα  ἀπό  τό δίδυμο,  φιλαυτία καί μα­ται­ο­δο­ξία.
Ἡ φιλαυτία, ἡ ὑπερβολική ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας τυφλώνει τά μάτια τῆς ψυχῆς καί ὁδηγεῖ στή ματαιοδοξία
            Μα­ται­ο­δο­ξί­α εἶ­ναι τό νά κυ­νη­γᾶ­με τή δό­ξα σέ πράγ­μα­τα πού στε­ροῦν­ται τῆς αἰ­ώ­νιας ἀ­ξί­ας ἤ πού ἡ ἀ­ξί­α τους εἶ­ναι μά­ται­α, προ­σω­ρι­νή καί ἐ­φή­με­ρη. Νά με­τα­χει­ρι­ζό­μα­στε κά­θε μέ­σο γιά νά  πά­ρου­με ἕ­να ἀ­ξί­ω­μα, νά κερ­δί­σου­με μιά θέ­ση παραγκωνίζοντας ἄλλους καλλίτερους μας.

Δυ­στυ­χῶς ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α δη­μι­ουρ­γεῖ στόν ἄν­θρω­πο  καί ἕ­να προ­σω­πεῖ­ο, ὄ­χι αὐ­τό πού πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος, ἀλ­λά ἕ­να προ­σω­πεῖ­ο φτι­αγ­μέ­νο ὅ­πως θά τό ἤ­θε­λαν οἱ ἄλ­λοι πού δέν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στόν πραγ­μα­τι­κό μας ἑ­αυ­τό. Αὐ­τό τό ψεύ­τι­κο προ­σω­πεῖ­ο δέν ἀ­φή­νει τόν ἄν­θρω­πο νά δεῖ τά ἐ­λατ­τώ­μα­τά του καί τίς ἐλ­λεί­ψεις του, γι­ά νά τίς δι­ορ­θώ­σει καί ὁ­δη­γεῖ­ται ἀ­πό τό πά­θος νά ἀ­ρέ­σει σέ ἄλ­λους, στό δρό­μο τῆς ὑ­πο­κρι­σί­ας, τῆς προ­σποί­η­σης καί τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, γι­ά νά ἀ­πο­λαύ­σει τή μά­ται­η δό­ξα. Καί τό χει­ρό­τε­ρο, τό προ­σω­πεῖ­ο πού κα­τα­σκευά­ζει ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α μπαί­νει σάν τεῖ­χος με­τα­ξύ μας καί τοῦ Θε­οῦ καί μᾶς χω­ρί­ζει ἀ­πό Αὐ­τόν μέ τρα­γι­κά γι­ά μᾶς ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα.
Πα­ρά­δει­γμα συ­γκε­κρι­μέ­νο: νά ἐ­ξαρ­τοῦ­με τήν ὑ­πό­στα­σή μας, τή κρί­ση μας, γι­ά τόν ἑ­αυ­τό μας καί τή συμ­πε­ρι­φο­ρά μας σ’ ὅ­λη μας τή ζω­ή, ἀ­πό τίς κρί­σεις τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων, πράγ­μα πού ἔ­πρε­πε νά μήν ἔ­χει κα­θό­λου ση­μα­σί­α γι­ά μᾶς. Αὐ­τή μας ἡ τά­ση μᾶς ὑ­πο­χρε­ώ­νει νά συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε ὄ­χι ὅ­πως ἐ­μεῖς θέ­λου­με, ἀλ­λά σύμ­φω­να μέ τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες τῶν ἄλ­λων, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἄν εἶ­ναι σω­στό ἤ ὄ­χι.
            Ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α φο­ρεῖ σ’ ὅ­λους μας καί κά­ποι­ο προ­σω­πεῖ­ο καί μᾶς πα­ρα­σύ­ρει ἐ­κεῖ πού δέν πρέ­πει.  Ἕ­να ἁ­πλό πα­ρά­δει­γμα θά τό βε­βαι­ώ­σει .Ξε­κι­νᾶ κά­ποι­α κυ­ρί­α γι­ά νά πά­ει νά ἐκ­κ­λη­σι­α­στεῖ, νά πα­ρα­κο­λου­θή­σει τή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α καί τή βλέ­πεις νά φτι­ά­χνε­ται σάν ψεύ­τι­κη κού­κλα. Γι­α­τί τό κά­νει αὐ­τό, ἀ­φοῦ πά­ει νά συ­να­ντή­σει τό Θε­ό καί νά προ­σευ­χη­θεῖ; Μή­πως τό ζη­τᾶ αὐ­τό ὁ Κύ­ρι­ος; Ἀ­σφα­λῶς ὄ­χι, ἀλ­λά φτι­ά­χνε­ται ἔ­τσι γι­ά τά μά­τι­α καί τήν κρί­ση τῶν ἄλ­λων. Κα­τα­σκευ­ά­ζει ἕ­να προ­σω­πεῖ­ο ξέ­νο πρός τόν ἑ­αυ­τό της πού τή χω­ρί­ζει ἀ­πό τό Θε­ό της. Τό ἴ­δι­ο ἰ­σχύ­ει καί γι­ά τούς ἄν­δρες. Βλέ­που­με συ­χνά με­ρι­κούς νά προ­σποι­οῦ­νται στή συ­μπε­ρι­φο­ρά τους, γιά νά τύ­χουν ἐ­παί­νου ἀ­πό τούς ἄλ­λους, ἐ­νῶ δέν εἶ­ναι αὐ­τοί πού φαί­νο­νται στήν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα. Αὐ­τό ἰ­σχύ­ει καί στίς ἄλ­λες ἐκ­φάν­σεις τῆς ζω­ῆς μας. Ντρε­πό­μα­στε νά κά­νου­με κά­τι πού πρέ­πει, γι­α­τί φο­βό­μα­στε τήν κρί­ση τῶν ἄλ­λων καί φο­ρά­με τό προ­σω­πεῖ­ο καί κα­λύ­πτου­με τόν πρα­γμα­τι­κό μας ἑ­αυ­τό. Τρῶ­με στό Ἑ­στι­α­τό­ρι­ο καί ση­κω­νό­μα­στε χω­ρίς ἕ­να σταυ­ρό, γι­α­τί φο­βό­μα­στε ὅ­τι θά μᾶς πε­ρι­γε­λά­σουν οἱ ἄλ­λοι. Ἄν ἐ­ρευ­νή­σου­με τή ζω­ή μας, θά βροῦ­με πολ­λά καί δι­ά­φο­ρα προ­σω­πεῖ­α πού με­τα­μορ­φώ­νουν τόν πρα­γμα­τι­κό μας ἑ­αυ­τό. Μα­ται­ο­δο­ξοῦ­με χω­ρίς κα­νέ­να κέρ­δος, μάλ­λον κα­τα­στρο­φή κερ­δί­ζου­με.
            Ἐ­πι­βάλ­λε­ται, νο­μί­ζω, νά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει σο­βα­ρά τό κα­κό αὐ­τό· ἄν θέ­λου­με νά  εὐ­α­ρε­στή­σου­με στόν Κύ­ριο, πρέ­πει νά φαι­νό­μα­στε αὐ­τοί πού πραγ­μα­τι­κά εἴ­μα­στε προ­σπα­θών­τας νά βελ­τι­ώ­σου­με τόν κα­κό μας ἑ­αυ­τό καί νά δι­ώ­ξου­με ἀ­πό τή ζω­ή μας τή κα­κή μα­ται­ο­δο­ξί­α.
            Καί σί­γου­ρα μπο­ροῦ­με νά δι­ώ­ξου­με ἀ­πό τή ζω­ή μας τό με­γά­λο αὐ­τό κα­κό. Ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα παίρ­νου­με ἀ­πό τόν τε­λώ­νη Ζακ­χαῖ­ο, στό Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Λου­κᾶ ( κεφ.19. 1 καί ἑ­ξῆς). Στήν ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που αὐ­τοῦ, εἶ­χε ἀ­νά­ψει ἡ φλό­γα γι­ά νά δεῖ τόν Κύ­ριον Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν. Καί τί σο­φί­στη­κε; Νά ἀ­νε­βεῖ σ’ ἕ­να δέν­δρο, γι­ά νά δεῖ τόν Κύ­ριο πού θά περ­νοῦ­σε ἀ­π’ ἐ­κεῖ. Αὐ­τός ἕ­νας Ρω­μαῖ­ος πο­λί­της, ἕ­νας ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χος τῆς πο­λι­τεί­ας μέ τό­σο ὐ­ψη­λή θέ­ση, νά σκαρ­φα­λώ­νει στό δέν­δρο καί νά τόν βλέ­πει ὁ κό­σμος! Πό­σοι δέ θά γε­λοῦ­σαν βλέ­πον­τάς τον ! Κι­’ ὅ­μως. Δέ σκέ­φτη­κε κα­θό­λου «τί θά πεῖ ὁ κό­σμος», για­τί ἄν ἄ­φη­νε τή μα­ται­ο­δο­ξί­α νά κυ­ρι­αρ­χή­σει, δέ θά ἀ­νέ­βαι­νε στή συ­κο­μο­ρέ­α καί δέ θά ἔ­βλε­πε τό Χρι­στό. Πέ­τα­ξε λοι­πόν τό προ­σω­πεῖ­ο καί ἐκ­δη­λώ­θη­κε ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­νοι­ω­θε. Καί ἀ­φοῦ κρή­μνη­σε τό χω­ρι­στι­κό τεῖ­χος, τό προ­σω­πεῖ­ο, συ­να­ντή­θη­κε μέ τόν Κύ­ρι­ο. Καί αὐ­τή ἡ συ­νά­ντη­ση ἦ­ταν κα­θο­ρι­στι­κή γι­ά τή σω­τη­ρί­α του. Ἄχ,  αὐ­τό τό προ­σω­πεῖ­ο ! Πό­σο κα­κό μᾶς προ­ξε­νεῖ!  Μᾶς κρα­τᾶ μα­κρυ­ά ἀ­πό τή σω­τη­ρί­α.
            Πρέ­πει, νο­μί­ζω,  νά ψά­ξου­με νά βροῦ­με ἀ­πό ποῦ  ἄ­ντλη­σε τή δύ­να­μη ὁ Ζακ­χαῖ­ος νά  ἀ­γνο­ή­σει,  νά χα­λά­σει τό  προ­σω­πεῖ­ο, τή μά­σκα καί νά δεί­ξει τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α του.
            Μέ  βε­βαι­ό­τη­τα λέ­με ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο πού βο­η­θη­σε τό Zακ­χαῖ­ο νά ἀ­γνο­ή­σει τήν κρί­ση τῶν ἄλ­λων, ἦ­ταν ὁ σφο­δρός πό­θος του νά γνω­ρί­σει τό Χρι­στό. Ἰ­δού τό ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό φάρ­μα­κο ἐ­να­ντί­ον τῆς μα­ται­ο­δο­ξί­ας μας. Ὁ σφο­δρός δι­κός μας πό­θος νά  εὐ­α­ρε­στή­σου­με στόν Κύ­ρι­ο καί νά συ­να­ντη­θοῦ­με μα­ζί Του, θά μᾶς δί­νει τή δύ­να­μη νά  ἀ­δι­α­φο­ροῦ­με γι­ά τίς κρί­σεις τῶν ἄλ­λων καί νά μήν ἐ­ξαρ­τοῦ­με τίς ἀ­γα­θές μας πρά­ξεις καί ἐ­νέρ­γει­ες ἀ­πό αὐ­τές .
            Ἄν τα­πει­νο­φρο­νοῦ­μεν ἔ­τσι, σί­γου­ρα θά μᾶς ποῦν καί χα­ζούς καί βλά­κες καί ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κούς καί ἄλ­λα. Ἄν πε­ρι­φρο­νή­σου­με ὅ­πως ὁ Ζακ­χαῖ­ος τίς κρί­σεις τῶν ἄλ­λων καί προ­χω­ρή­σου­με στό σκο­πό μας πε­τώ­ντας τό προ­σω­πεῖ­ο, θά συ­να­ντή­σου­με τόν Κύ­ρι­ο, ὅ­πως καί ὁ Ζακ­χαῖ­ος.
            Ἕ­να δεύ­τε­ρο φάρ­μα­κο ἐ­να­ντί­ον τῆς μα­ται­ο­δο­ξί­ας, βρῆ­κα στά κεί­με­να πού ἔ­χω με­λε­τή­σει. Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ κα­λή ὑ­πε­ρη­φά­νει­α. Ἴ­σως ξα­φνι­ά­ζει λί­γο ἡ λέ­ξη, ἀλ­λά, ὅ­ταν δι­α­βά­σε­τε τό πε­ρι­στα­τι­κό, τό­τε θά  κα­τα­λά­βε­τε πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται.
 Ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὁ Ἅ­γι­ος Μα­κά­ρι­ος μι­ά μέ­ρα εἶ­δε με­ρι­κούς μο­να­χούς νά κο­ροϊ­δεύ­ουν ἕ­να νε­ώ­τε­ρό τους μο­να­χό,  ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρ’ ὅ­λα τά πει­ρά­γμα­τα τῶν  ἄλ­λων μο­να­χῶν, δέν ἔ­δει­χνε κα­νέ­να ἴ­χνος τα­ρα­χῆς, δέν ἔ­δι­νε κα­μι­ά ση­μα­σί­α. Τό­τε ὁ Ἅ­γι­ος Μα­κά­ρι­ος ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος ἀ­πό τή γα­λή­νη πού εἶ­χε ὁ νέ­ος αὐ­τός μο­να­χός. Πῆ­γε κο­ντά του καί τόν ρώ­τη­σε, πῶς συμ­βαί­νει ἕ­νας τό­σο νέ­ος μο­να­χός νά ἀ­πο­κτή­σει τό­ση ἀ­πά­θει­α. Ἡ ἀ­πά­ντη­ση τοῦ νέ­ου μο­να­χοῦ ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς: « Γι­α­τί νά δί­νω ση­μα­σί­α στά γαυ­γί­σμα­τα τῶν σκύλ­λων; Δέν προ­σέ­χω σ’ αὐ­τούς, γι­α­τί ὁ Θε­ός εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κός πού ἀ­πο­δέ­χο­μαι σάν κρι­τή μου». Βλέ­που­με ἐ­δῶ ὅ­τι ὁ νέ­ος αὐ­τός μο­να­χός στη­ρι­ζό­ταν στό Θε­ό, Αὐ­τόν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε γι­ά πρα­γμα­τι­κό κρι­τή του καί γι­’ αὐ­τό τὄ­χε καύ­χη­μα καί ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σε γι­ά τίς κρί­σεις τῶν ἄλ­λων..
Κι  ἐ­μεῖς, ὅ­ταν δο­θοῦ­με ὁ­λό­ψυ­χα στόν Κύ­ρι­ο, μπο­ροῦ­με νά  καυ­χό­μα­στε γι­ά τό στή­ρι­γμα μας καί νά ἀ­δι­α­φο­ροῦ­με γι­ά τίς  ἁ­μαρ­τω­λές κρί­σεις τῶν ἄλ­λων, πού εἶ­ναι σάν τά γαυ­γί­σμα­τα τῶν σκύλ­λων πού σβύ­νουν καί χά­νο­νται στόν ἀ­έ­ρα.  Βλέ­πε­τε ὑ­πάρ­χει καί κα­λή ὑ­πε­ρη­φά­νει­α πού  ἐ­φαρ­μό­ζε­ται μέ τή δι­ά­κρι­ση πού χρει­ά­ζε­ται, προ­πά­ντων ὅ­ταν πρό­κει­ται νά ἀ­ντι­στα­θοῦ­με στήν ἁ­μαρ­τί­α. Ἄς ποῦ­με ὅ­τι ἀ­φοῦ ἐ­γώ ἔ­χω τέ­τοι­ο στή­ρι­γμα καί κρι­τή τό Θε­ό μου, γι­α­τί νά προ­σέ­χω τό δι­ά­βο­λο καί πει­ρα­στή καί νά προ­σαρ­μό­ζο­μαι μέ τίς ἁ­μαρ­τω­λές καί πρό­σκαι­ρες κρί­σεις ἀν­θρώ­πων; Ἤ νά ἀντιδρῶ ὅταν μέ κρίνουν ἀρνητικά ἄλλοι ἐνῶ ἔχω τή βεβαιότητα τῆς συνείδησης μου ὅτι πολιτεύοομαι κατά Θεό; Μό­νο τό Θε­ό ἀ­να­γνω­ρί­ζω κρι­τή μου καί  τό θέ­λη­μα Αὐ­τοῦ πρέ­πει νά κά­μνω.
            Και ἕ­να ἄλλο θλιβερό ἐ­μπό­δι­ο καί πο­λύ ἐ­πι­κίν­δυ­νο ἐ­πι­ση­μά­νου­με. Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ τα­πει­νο­λο­γί­α. Τί ση­μαί­νει αὐ­τό;
            Ὅ­πως σέ κά­θε γνή­σι­ο νό­μι­σμα, οἱ πα­ρά­χα­ρά­κτες δη­μι­ουρ­γοῦν κι  ἕ­να κί­βδη­λο, ψεύ­τι­κο πού ὅ­μως μοι­ά­ζει μέ τό γνή­σι­ο, ἔ­τσι συμ­βαί­νει καί  στίς ἀ­ρε­τές. Ἀ­πέ­να­ντι ἀ­πό κά­θε ἀ­λη­θι­νή ἀ­ρε­τή ὁ δι­ά­βο­λος δη­μι­ουρ­γεῖ καί μι­ά πα­ρό­μοι­α, ἀλ­λά ψεύ­τι­κη, προ­σποι­η­μέ­νη ἀ­ρε­τή καί προ­σπα­θεῖ μέ τό προ­σω­πεῖ­ο αὐ­τό νά πα­ρα­πλα­νή­σει τόν ἄν­θρω­πο. Αὐ­τό συμ­βαί­νει καί μέ τήν ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης πού γί­νε­ται τα­πει­νο­λο­γί­α
Τί εἶ­ναι ὅ­μως ἡ τα­πει­νο­λο­γί­α θά πρέ­πει νά τό δι­ευ­κρι­νή­σου­με καί νά δι­α­φω­τί­σου­με τόν ἀ­να­γνώ­στη.         Τα­πει­νο­λο­γί­α εἶ­ναι ἡ προ­σποι­η­μέ­νη τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Εἶ­ναι μι­ά κα­τά­στα­ση πού πε­ρι­έ­χει φι­λαυ­τί­α καί ὑ­πε­ρη­φά­νει­α καί δέν ἔ­χει κα­θό­λου σχέ­ση μέ τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Ἀ­πέ­χει ὅ­σο ὁ ου­ρα­νός ἀ­πό τή γῆ μέ τήν ἁ­γί­α τα­πει­νο­φρο­σύ­νη.
            Συ­νή­θως ὁ τα­πει­νο­λό­γος προ­σποι­εῖ­ται τόν τα­πει­νό, γι­ά νά εἶ­ναι ψη­λά στά μά­τια τῶν ἄλ­λων, ὅ­πως ὁ Φα­ρισ­σαῖ­ος τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ἐ­πει­δή θέ­λει νά αὐ­το­προ­βάλ­λε­ται, προ­σποι­εῖ­ται τόν τα­πει­νό, γι­ά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τό ἀρ­ρω­στη­μέ­νο ἐ­γώ του. Ὁ τα­πει­νο­λό­γος μέ ἐ­ξω­τε­ρι­κές ἐκ­δη­λώ­σεις ὑ­πο­κρί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι τα­πει­νός, μέ σκο­πό νά τόν ἐ­παι­νέ­σουν, ἀλ­λά κά­πο­τε ξε­σκε­πά­ζε­ται καί φέρ­νει τό ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα, για­τί δέν ἔ­χει τή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ στίς ἐ­νέρ­γει­ές του. Φαί­νε­ται τα­πει­νός μέ­χρι πού νά τοῦ θί­ξουν καί στό ἐ­λά­χι­στο τό συμ­φέ­ρον του. Τό­τε δέν τό ἀ­νέ­χε­ται καί σάν φαρ­μα­κε­ρό φί­δι ξερ­νᾶ τό δη­λη­τή­ρι­ό τῆς συ­γκε­κα­λυμ­μέ­νης κα­κί­ας του.
            Αὐ­τοί οἱ τύ­ποι δυ­στυ­χῶς εἶ­ναι γε­μά­τοι μα­ται­ο­δο­ξί­α, ἡ ὁ­ποί­α δη­μι­ουρ­γεῖ προ­σω­πεῖ­ο καί δέν ἀ­φή­νει τόν ἄν­θρω­πο νά δεῖ τόν πρα­γμα­τι­κό ἑ­αυ­τό του. Εἶ­ναι μι­ά με­γά­λη πλά­νη τοῦ δι­α­βό­λου, πού ἔ­χει σάν σκο­πό νά κρα­τή­σει τόν ἄν­θρω­πο μα­κρυ­ά ἀ­πό τή σω­τη­ρί­α.
            Ἡ τα­πει­νο­λο­γί­α εἶ­ναι ἡ χει­ρό­τε­ρη μορ­φή ὑ­πο­κρι­σί­ας καί φα­ρισ­σαϊ­σμοῦ, ἁ­μαρ­τί­ες πο­λύ ἐ­πι­κίν­δυ­νες καί δυ­σκο­λο­θε­ρά­πευ­τες. Τόν τα­πει­νο­λό­γο σί­γου­ρα τόν ἀ­πο­στρέ­φε­ται ὁ Θε­ός, γι­α­τί ἔ­γι­νε αἰ­χμά­λω­τος καί παί­γνι­ο τῶν δαι­μό­νων καί δύ­σκο­λα μπο­ρεῖ νά θε­ρα­πευ­τεῖ ἄν τό θε­λή­σει ἀ­κό­μα.
            Μπο­ρεῖ ὁ τα­πει­νο­λό­γος νά ξε­γε­λά­σει τούς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λά τό Θε­ό ὄ­χι καί  ἄν δέ με­τα­νο­ή­σει, θά ρε­ζη­λευ­τεῖ τήν ἡ­μέ­ρα τῆς  κρί­σε­ως ἐ­νώ­πι­ον Ἀγ­γέ­λων καί ἀν­θρώ­πων.
            Δέν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­νας σο­βα­ρός λό­γος νά γί­νε­ται ὁ ἄν­θρω­πος τα­πει­νο­λό­γος, γι­α­τί δέν ἔ­χει νά κερ­δί­σει τί­πο­τε μἄλ­λον ἔ­χει νά χά­σει τή σω­τη­ρί­α του. Ἑ­πο­μέ­νως ἄς φαι­νό­μα­στε αὐ­τοί πού πρα­γμα­τι­κά εἴ­μα­στε ἐ­νώ­πι­ον Θε­οῦ καί ἀν­θρώ­πων, χω­ρίς τό προ­σω­πεῖ­ο τῆς με­τα­μόρ­φω­σης. Μό­νον ἔ­τσι θά  ἀ­να­πτυ­χθοῦ­με πνευ­μα­τι­κά καί θά βο­η­θη­θοῦ­με ἀ­πό τόν Κύ­ρι­ο νά ἀ­πο­κτή­σου­με καί τήν ἀ­λη­θι­νή τα­πεί­νω­ση. Τό­τε θά μᾶς  ἀ­γα­πᾶ ὁ Θε­ός καί θά μᾶς σέ­βο­νται καί οἱ ἄν­θρω­ποι.
            Ὁ σε­βα­στός λευ­ί­της Ἰ­ωάν­νης τῆς Κρον­στάν­δης συμ­βου­λεύ­ει γι­ά τό θέ­μα αὐ­τό τά πι­ό κά­τω: « Νά εἶ­σαι ὅ­σο πι­ό πρᾶ­ος, τα­πει­νός καί πι­ό ἁ­πλός κα­τά τή συ­μπε­ρι­φο­ρά σου καί τίς σχέ­σεις σου πρός τούς ἄλ­λους. Πρό­σε­χε ὅ­μως ἀ­πό τήν ὑ­πο­κρι­σί­α τῆς κού­φι­ας τα­πει­νο­λο­γί­ας. Πρό­κει­ται γι­ά ἕ­να ἀ­πό τά  με­γα­λύ­τε­ρα ἁ­μαρ­τή­μα­τα. Νά πα­ρα­δέ­χε­σαι μέ βα­θι­ά συ­ναί­σθη­ση, κι  ὄ­χι ἁ­πλῶς νά λές, ὅ­τι εἶ­σαι ὁ πρῶ­τος τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν καί ἄ­ρα ὁ ἔ­σχα­τος τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀ­πό τήν ὑ­πε­ρη­φά­νει­α προ­έρ­χε­ται ἡ αὐ­τοϊ­κα­νο­ποί­η­ση, ἡ ψυ­χρό­τη­τα καί ἡ ἀ­νει­λι­κρί­νει­α στή συ­μπε­ρι­φο­ρά μας πρός ὅ­σους δέν εἶ­ναι σέ θέ­ση νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σουν τή δι­κή μας ἀ­νά­γκη».
            Ὁ τα­πει­νο­λό­γος κά­πο­τε ξε­σκε­πά­ζε­ται καί γί­νε­ται πε­ρί­γε­λως ἀν­θρώ­πων καί δαι­μό­νων. Μπο­ρεῖ ὀ τα­πει­νο­λό­γος, ἄν τό θέ­λει, νά ἀ­φή­σει τόν ἑ­αυ­τό του στά χέ­ρι­α καί στήν κρί­ση τοῦ Θε­οῦ καί μέ πολ­λήν προ­σευ­χή καί ἐ­γκρά­τει­α νά ἀ­κο­λου­θή­σει τόν πρα­γμα­τι­κό δρό­μο τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, ση­κώ­νο­ντας καί τό σταυ­ρό πού συ­νε­πά­γε­ται ἡ ἄ­σκη­ση τῆς ἀ­ρε­τῆς αὐ­τῆς.

11. ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΔΡΩΝ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ –ΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

Ὁ μα­κα­ρι­στός Σέρ­βος Ἀρ­χιμ. Ὶ­ου­στί­νος Πό­πο­βιτ­ς,  σέ μελέτη του, (ἡ  τα­πεί­νω­ση κα­τά τόν Ἰ­σα­άκ τό Σύ­ρο μέ­σα ἀ­πό τούς δι­ά­φο­ρου λό­γους του)., γράφει: «Ἡ πί­στη ἔ­χει δι­κό της τρό­πο σκέ­ψε­ως, δι­ό­τι ἔ­χει δι­κό της τρό­πο ζω­ῆς. Ὁ χρι­στι­α­νός ὄ­χι μό­νο ζεῖ μέ τήν πί­στη, ἀλ­λά καί σκέ­φτε­ται μέ τήν πί­στη. Ἡ πί­στη δί­νει τή νέ­α κα­τη­γο­ρί­α τῆς σκέ­ψε­ως μέ τήν ὁ­ποί­αν πρα­γμα­τώ­νε­ται ὅ­λο τό γνω­σι­ο­λο­γι­κό ἔρ­γο τοῦ ἀν­θρώ­που πού πι­στεύ­ει. Ἡ νέ­α αὐ­τή κα­τη­γο­ρί­α τῆς σκέ­ψε­ως εἶ­ναι ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Στήν ἀ­πέ­ρα­ντη πρα­γμα­τι­κό­τη­τα τῆς πί­στε­ως ὁ νοῦς τα­πει­νώ­νε­ται μπρός στά ἀ­πόρ­ρη­τα μυ­στή­ρι­α τῆς ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ ζω­ῆς. Τήν ὑ­πε­ρη­φά­νει­αν τοῦ νοῦ ἀ­ντι­κα­θι­στᾶ ἡ τα­πεί­νω­ση·τήν ἀ­λα­ζο­νεί­α ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη.Ὁ ἀ­σκη­τής τῆς πί­στε­ως πε­ρι­φρου­ρεῖ κά­θε σκέ­ψη του μέ τήν τα­πεί­νω­ση καί ἔ­τσι ἐ­ξα­σφα­λί­ζει γι­ά τόν ἑ­αυ­τό του τή γνώ­ση τῆς Αἰ­ώ­νι­ας ἀ­λή­θει­ας.
            Ἀ­ντλώ­ντας τή δύ­να­μή της ἀ­πό τήν προ­σευ­χή ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη προ­χω­ρεῖ ἀ­πό αὔ­ξη­ση σέ αὔ­ξη­ση, ἡ ὁ­ποί­α δέν ἔ­χει τέ­λος. Ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­σα­άκ δι­δά­σκει, ὅ­τι ἡ προ­σευ­χή καί ἡ  τα­πει­νο­φρο­σύ­νη βρί­σκο­νται πά­ντο­τε σέ ἀ­νά­λο­γη συμ­με­τρί­α: μέ τήν αὔ­ξη­ση τῆς προ­σευ­χῆς αὐ­ξά­νει καί ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη καί τό ἀ­ντί­στρο­φο Ἡ τα­πεί­νω­ση εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη ἡ ὁ­ποί­α«συ­νά­γει τήν καρ­δί­αν» καί δέν τήν ἀ­φή­νει νά δι­α­σκορ­πί­ζε­ται στίς ὑ­πε­ρή­φα­νες σκέ­ψεις καί ἐ­μπα­θεῖς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Τήν τα­πεί­νω­ση ὑ­πο­στη­ρί­ζει καί προ­φυ­λάσ­σει τό Ἅ­γι­ον Πνεῦ­μα καί αὐ­τή πλη­σι­ά­ζει ὄ­χι μο­νά­χα τόν ἄν­θρω­πο στό Θε­ό, ἀλ­λά καί τό Θε­ό στόν ἄν­θρω­πο. Ἀ­κό­μα ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη εἶ­ναι ἡ αἰ­τί­α τῆς σαρ­κώ­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, αὐ­τῆς τῆς βα­θυ­τά­της ἑ­νώ­σε­ως τοῦ Θε­οῦ μέ τόν ἄν­θρω­πο. Ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη «Θε­όν ποι­εῖ τόν ἄν­θρω­πον ἐ­πί τῆς γῆς». Ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη «στο­λή θε­ό­τη­τος ἐ­στιν». « Ὁ γάρ Λό­γος ὁ ἐ­ναν­θρω­πί­σας αὐ­τήν ἐ­νε­δύ­σα­το, καί ὡ­μί­λη­σε ὑ­μῖν δι­’ αὐ­τῆς ἐν τῷ σώ­μα­τι ἡ­μῶν».
            Ἡ τα­πεί­νω­ση εἶ­ναι μυ­στι­κή θεί­α δύ­να­μη, ἡ ὁ­ποί­α δί­νε­ται μό­νο στούς ἁ­γί­ους, μό­νο στούς  τέ­λει­ους στήν ἀ­ρε­τή, καί δί­νε­ται δι­ά τῆς χά­ρι­τος. Ἡ τα­πεί­νω­ση« συ­γκλεί­ει ἐν ἐν ἑ­αυ­τῇ τά πά­ντα». Μέ τή χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος «τά μυ­στή­ρι­α τοῖς τα­πει­νό­φρο­σι ἀ­πο­κα­λύ­πτο­νται». Γι­’ αὐ­τό καί αὐ­τοί εἶ­ναι τέ­λει­οι «ἐν τῇ σο­φί­α». «Ὁ τα­πει­νό­φρων πη­γή ἐ­στι τῶν μυ­στη­ρί­ων τοῦ και­νοῦ αἰ­ῶ­νος». ( «Ὁ­δός Θε­ο­γνω­σί­ας» σελ. 198.)

            Ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη εἶ­ναι ἡ σω­φρο­σύ­νη· « τά δύ­ο (ταῦ­τα) ἐ­νέ­χυ­ρον ἐκ τῆς Τρι­ά­δος ἑ­τοι­μά­ζου­σιν ἐν τῇ ψυ­χῇ». Ἡ σω­φρο­σύ­νη εἶ­ναι τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης· μέ τή σω­φρο­σύ­νη θε­ρα­πεύ­ε­ται ὁ νοῦς καί γί­νε­ται σώ­φρων. « Ἀ­κο­λου­θεῖ δέ τῇ τα­πει­νο­φρο­σύ­νῃ ἡ ἐ­πι­εί­κει­α, καί τό συ­νᾶ­ξαι ἑ­αυ­τόν, ὅ­περ ἐ­στί σω­φρο­σύ­νη τῶν αἰ­σθή­σε­ων». Ἠ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη στο­λί­ζει τήν ψυ­χή μέ σω­φρο­σύ­νη.
            Κα­θώς στρέ­φε­ται πρός τόν κό­σμον ὁ τα­πει­νό­φρων ἄν­θρω­πος, ἐκ­φρά­ζει ὅ­λην τήν προ­σω­πι­κό­τη­τά του μέ τήν τα­πεί­νω­ση. Μι­μεῖ­ται αὐ­τόν τόν σαρ­κω­θέ­ντα Θε­ό.«Κα­θά­περ ψυ­χή οὐκ ἔ­στι γνω­στή, οὐ­δέ τοῖς σω­μα­τι­κοῖς ὀ­φθαλ­μοῖς ὁ­ρα­τή, οὕ­τως ὁ τα­πει­νό­φρων οὐ γι­νώ­σκε­ται με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων.
            Ὁ τα­πει­νό­φρων «σμι­κρύ­νει ἑ­αυ­τόν πρός πά­ντας ἀν­θρώ­πους», ἀλ­λ’ ὁ Θε­ός γι­’ αὐ­τό τόν δο­ξά­ζει, δι­ό­τι « ὅ­που βλα­στά­νει ἡ τα­πεί­νω­ση, ἐ­κεῖ ἡ τοῦ Θε­οῦ δό­ξα βρύ­ει» ἐ­κεῖ ὁ ὀ­φθαλ­μός τοῦ φυ­τοῦ τῆς ψυ­χῆς ἀν­θί­ζει σέ ἄν­θος ἀ­μά­ρα­ντο».

Στίς ἑ­πό­με­νες σε­λί­δες θά με­τα­φέ­ρου­με με­ρι­κές ἀ­να­φο­ρές ἀ­πό τήν ἐ­μπει­ρί­α τῶν Ἅ­γί­ων τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­μα­θαν ἀ­π’ αὐ­τά πού ἔ­πα­θαν στή ζω­ή τους καί σί­γου­ρα ὠ­φε­λοῦν ὅ­λους ἐ­μᾶς τούς ἐ­μπε­ρί­στα­τους χρι­στι­α­νούς πού ζοῦ­με σ’ ἕ­να κό­σμο με­γά­λων πει­ρα­σμῶν καί προ­κλή­σε­ων καί πα­ρα­πλά­νη­σης.

Κι  ἄλλες ἀναφορές Πατέρων

Ἀντώνιος ὁ Μέγας:
            « Εἶ­δα ὅ­λες τίς πα­γί­δες τοῦ ἐ­χθροῦ ἁ­πλω­μέ­νες σ’ ὅ­λη τή γῆ·  καί στε­νά­ξας εἶ­πα· ποι­ός ἄ­ρα­γε μπο­ρεῖ νά τίς ξε­πε­ρά­σει χω­ρίς νά πά­θει τί­πο­τε; Καί τό­τε μι­ά φω­νή μοῦ ἀ­­πά­ντη­σε· ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη.


Ἀθανάσιος  ὁ Μέγας:
            «Ἡ  τα­πεί­νω­ση ἀ­πό τή φύ­ση της ὑ­ψώ­νει τόν ἄν­θρω­πο καί ἔ­χει τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ.­.. Ἐ­πει­δή εἶ­ναι ἀ­γα­θή καί σω­τή­ρια τήν ἐ­φό­ρε­σε ὁ Κύ­ριος, ὅ­ταν ἐκ­πλή­ρω­σε τό σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ γιά τή σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων»

Αβ­βᾶ Δω­ρό­θε­ος:
            «Ἡ τα­πεί­νω­ση εἶ­ναι με­γά­λη ἀ­ρε­τή καί ἔ­χει τή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ στίς ψυ­χές τῶν τα­πει­νῶν ἀν­θρώ­πων. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λο χρει­α­ζό­μα­στε τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη.­.. για­τί μέ τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη κα­τα­στρέ­φον­ται οἱ πα­γί­δες τοῦ ἐ­χθροῦ.»

Βα­σί­λει­ος ὁ Μέ­γας:
            « Προ­κο­πή τῆς ψυ­χῆς εἶ­ναι ἡ προ­κο­πή στήν τα­πεί­νω­ση. Γνώ­ση θε­ο­σε­βεί­ας, ση­μαί­νει γνώ­ση τα­πεί­νω­σης καί πρα­ό­τη­τας. Ἡ τα­πεί­νω­ση εἶ­ναι μί­μη­ση Χρι­στοῦ, ἡ δέ ἔ­παρ­ση καί θρα­σύ­τη­τα καί ἀ­ναί­δεια, εἶ­ναι μί­μη­ση δι­α­βό­λου».

Ὁ Ἀββᾶ Ἠσαΐας:
            « Ἐ­κεῖ­νος πού ἔ­χει τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, δέν ἔ­χει γλῶσ­σα νά ἐ­λέγ­ξει τόν ἀ­με­λῇ ἤ αὐ­τόν πού κα­τα­φρο­νεῖ Οὔ­τε καί μά­τι­α ἔ­χει, γι­ά νά προ­σέ­χει τά ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῶν ἄλ­λων. Δέν ἔ­χει αὐ­τι­ά, γι­ά νά ἀ­κού­σει ὅ­σα δέν ὠ­φε­λοῦν τήν ψυ­χήν του. Ἀ­γά­πη­σε τήν τα­πεί­νω­ση καί αὐ­τή θά σέ σκε­πά­σει ἀ­πό τίς ἁ­μαρ­τί­ες σου. Νά μή βα­ρε­θεῖς γι­ά κά­ποι­ο κό­πο, γι­α­τί ὁ κό­πος καί ἡ κα­κο­πά­θει­α γεν­νοῦν τήν τα­πεί­νω­ση. Ἡ δέ τα­πεί­νω­ση συγ­χω­ρεῖ ὅ­λες τίς ἁ­μαρ­τί­ες».
Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:
            «Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ πι­ό με­γά­λη ἀ­π’ ὅ­λες τίς ἀ­ρε­τές, τό νά κα­τορ­θώ­νει κα­νείς νά τα­πει­νο­φρο­νεῖ. Μέ τήν τα­πεί­νω­ση καί πρα­ό­τη­τα ἔρ­χε­ται ἡ θεί­α βο­ή­θει­α. Ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη κά­νει δι­καί­ους τούς ἁ­μαρ­τω­λούς. Ἀ­πό τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη κα­τορ­θώ­νε­ται ἡ ὁ­μό­νοι­α. Χω­ρίς αὐ­τήν εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά σω­θοῦ­με. Ὅ­σοι ἐ­πι­θυ­μοῦν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη νά μήν στα­μα­τοῦν νά ἐ­ξε­τά­ζουν καί νά ἀ­να­κρί­νουν κα­θη­με­ρι­νά τόν ἑ­αυ­τό τους».
Ἰσαάκ ὁ Σύρος:
            «Ὁ τα­πει­νός ἄν­θρω­πος τι­μᾶ­ται ἀ­π’ ὅ­λους. Οἱ ἐ­χθροί τῆς ἀ­λή­θει­ας δέν μπο­ροῦν νά κα­τα­φρο­νή­σουν τήν τα­πεί­νω­ση. Ἄν καί εἶ­ναι φτω­χός ἐ­κεῖ­νος πού ἀ­πέ­κτη­σε τήν τα­πεί­νω­ση, τι­μᾶ­ται γι­’ αὐ­τήν σάν νά φο­ρεῖ πορ­φύ­ραν καί στε­φά­νι... Νά ὑ­πο­μέ­νεις τόν ἐ­ξευ­τε­λι­σμό καί τήν τα­πεί­νω­ση μέ κα­λή θέ­λη­ση, γι­ά νά ἀ­πο­κτή­σεις τό θάρ­ρος τῆς ἀ­νε­μπο­δί­στου ἀ­να­φο­ρᾶς πρός τό Θε­ό. Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ὑ­πο­μέ­νει θε­λη­μα­τι­κά κά­θε σκλη­ρό λό­γο, χω­ρίς ὅ­μως νά ἔ­χει ἁ­μαρ­τή­σει πρός ἐ­κεῖ­νον ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ τόν εἶ­πε, φο­ρεῖ μέν στήν κε­φα­λή ἀ­κάν­θι­νο στέ­φα­νον, γί­νε­ται ὅ­μως μα­κά­ρι­ος, γι­α­τί σέ και­ρόν τόν ὁ­ποῖ­ο δέ γνω­ρί­ζει,  στε­φα­νώ­νε­ται ἄ­φθαρ­τα. Ἡ τε­λει­ό­τη­τα τῆς τα­πει­νώ­σε­ως εἶ­ναι τό νά μπο­ρεῖς νά δε­χθεῖς μέ χα­ράν ἐ­ξευ­τε­λι­σμό καί κά­θε ψεύ­τι­κη κα­τη­γο­ρί­α. Για­τί ἐ­κεῖ­νος πού εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά τα­πει­νό­φρο­νας, ὅ­ταν ἀ­δι­κεῖ­ται, δέν τα­ράσ­σε­ται οὔ­τε ἀ­πο­λο­γεῖ­ται γι­ά τήν ὑ­πό­θε­ση πού ἀ­δι­κή­θη­κε, ἀλ­λά δέ­χε­ται σάν ἀ­λή­θεια τή συ­κο­φαν­τί­α καί δέ φρον­τί­ζει νά πεί­σει τούς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι ἀ­δι­κή­θη­κε ἀλ­λά ζη­τᾶ συγ­χώ­ρη­ση.­».
Μα­κά­ριος ὁ Αἰ­γύ­πτιος:
            «Αὐ­τό εἶ­ναι τό θε­μέ­λιο τοῦ δρό­μου πού ὁ­δη­γεῖ στό Θε­ό, τό νά βα­δί­ζεις τό δρό­μο τῆς ζω­ῆς μέ ὑ­πο­μο­νή με­γά­λη, μέ ἐλ­πί­δα καί τα­πει­νο­φρο­σύ­νη χω­ρίς ἐ­γω­ϊ­σμό.
            Ἅν, λοι­πόν κα­νείς δέν ἔ­χει πολ­λήν τα­πεί­νω­ση, αὐ­τός πα­ρα­δί­νε­ται στό σα­τα­νᾶ, ἀ­πο­γυ­μνώ­νε­ται ἀ­πό τή θεί­α Χά­ρη πού τοῦ δό­θη­κε, καί δο­κι­μά­ζε­ται ἀ­πό πολ­λές θλί­ψεις καί τό­τε ἐκ­δη­λώ­νε­ται ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νειά του, για­τί εἶ­ναι γυ­μνός καί τα­λαί­πω­ρος. Πρέ­πει αὐ­τός πού δέ­χε­ται τόν πλοῦ­το τοῦ Θε­οῦ νά ζεῖ μέ πολ­λή τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, μέ συν­τρι­βή καρ­διᾶς καί νά θε­ω­ρεῖ τόν ἑ­αυ­τό του ὅ­τι εἶ­ναι φτω­χός καί δέν ἔ­χει τί­πο­τα δι­κό του. Αὐ­τός πού τα­πει­νώ­νει ἔ­τσι τόν ἑ­αυ­τό του μπο­ρεῖ νά δι­α­τη­ρεῖ τή Χά­ρη»

Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής:
            «Ἡ τα­πεί­νω­ση καί  ἡ κα­κο­πά­θεια ἐ­λευ­θε­ρώ­νουν τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό κά­θε ἁ­μαρ­τί­α, κα­θώς κό­βει ἡ μι­ά τά πά­θη τῆς ψυ­χῆς καί ἡ ἄλ­λη τά πά­θη τοῦ σώ­μα­τος».

Ἁ­γί­α Συγ­κλι­τι­κή, γι­ά τά νεῦ­ρα τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης :
            «Ὅ­πως τό κε­ρί λει­ώ­νει κον­τά στή φω­τιά, ἔ­τσι καί ἡ ψυ­χή πα­ρα­λύ­ει ἀ­πό τούς ἐ­παί­νους καί χά­νει τή δύ­να­μή της. Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­πως ἡ ψύ­ξη, τό κε­ρί πού δι­α­λύ­θη­κε ἀ­πό τή θερ­μό­τη­τα τό πή­ζει καί τό κά­νει στε­ρε­ό, ἔ­τσι καί ἡ ὕ­βρη καί ἡ κα­τα­φρό­νη­ση συ­σφίγ­γουν τήν ψυ­χή καί τήν στε­ρε­ώ­νουν. Δι­ό­τι ὅ­πως λέ­γει καί ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή:« Νά χαί­ρε­στε καί νά εὐ­χα­ρι­στῆ­σθε, ὅ­ταν σᾶς ὀ­νει­δί­ζουν καί σᾶς κα­τα­δι­ώ­κουν» καί τά ὑ­πό­λοι­πα. Καί σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ον πά­λιν« μέ τή θλί­ψη μ’ ἔ­κα­νες με­γά­λο»(ψαλ­μ. 4. 1). Ὄ­χι δέ μό­νον αὐ­τό, ἀλ­λά καί τήν σπου­δαι­ο­τέ­ραν τῶν ἀ­ρε­τῶν, τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη δη­λα­δή, ἡ ἐ­ξου­δέ­νω­ση εἶ­ναι ἐ­κεί­νη πού τήν ἐμ­φυ­τεύ­ει, ἐκ φύ­σε­ως, μέ­σα στήν ψυ­χή. Δι­ό­τι πραγ­μα­τι­κά νεῦ­ρα τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης εἶ­ναι οἱ χλευα­σμοί, οἱ ὕ­βρεις καί τά κτυ­πή­μα­τα, ἡ πε­ρι­φρό­νη­ση πού μᾶς κά­νουν.­.. Εἶ­ναι τό­σο με­γά­λη ἀ­ρε­τή ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, ὥ­στε ὁ δι­ά­βο­λος πού μπο­ρεῖ νά μι­μεῖ­ται ὅ­λες σχε­δόν τίς ἀ­ρε­τές, αὐ­τήν οὔ­τε κἄν γνω­ρί­ζει τί εἶ­ναι. Γι­’ αὐ­τό καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος, ἐ­πει­δή γνω­ρί­ζει τήν ἀ­σφά­λει­α καί τή στα­θε­ρό­τη­τα τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, μᾶς προ­στά­ζει νά τήν στε­ρε­ώ­σου­με ἐ­πά­νω μας, ὥ­στε νά εἶ­ναι ἀ­να­πό­σπα­στη ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό μας καί αὐ­τή νά συ­γκρα­τεῖ καί νά συ­σφίγ­γει ὅ­λες τίς ἀ­ρε­τές. Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά κα­τα­σκευ­α­στεῖ πλοῖ­ο χω­ρίς καρ­φι­ά, ἔ­τσι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά σω­θεῖ ὁ ἄν­θρω­πος χω­ρίς τα­πει­νο­φρο­σύ­νη... Ἀρ­χή λοι­πόν καί σκο­πός καί σέ σέ­να ἄς εἶ­ναι ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη».
Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης:
            «Ἔ­χου­μεν ἀ­νά­γκη ἀ­πό πολ­λήν τα­πεί­νω­ση, ἐ­φ’ ὅ­σον μέ τή Χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου φρο­ντί­ζου­με γι­ά τή φύ­λα­ξη τοῦ νοῦ. Τα­πεί­νω­ση πρῶ­τον ἀ­πέ­να­ντι στό Θε­ό καί ἔ­πει­τα ἀ­πέ­να­ντι στούς ἀν­θρώ­πους. Μέ κά­θε τρό­πο καί ἀ­πό πα­ντοῦ, ὀ­φεί­λου­με νά συ­ντρί­βου­με τήν καρ­δι­ά μας, με­τα­χει­ρι­ζό­με­νοι κά­θε τί πού τα­πει­νώ­νει. Συ­ντρί­βει καί τα­πει­νώ­νει τήν καρ­δι­ά ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῆς πα­λι­ᾶς μας ζω­ῆς, ἄν τή θυ­μού­μα­στε λε­πτο­με­ρῶς.Ὅ­πως καί ἡ  συ­νε­χής μνή­μη τοῦ θα­νά­του... Ἀ­κό­μα τα­πει­νώ­νουν τήν ψυ­χή καί οἱ πολ­λές εὐ­ερ­γε­σί­ες τοῦ Θε­οῦ σέ μᾶς ὅ­ταν τίς με­τροῦ­με μι­ά μι­ά καί τίς φέρ­νου­με στό νοῦ μας». 
12. Αντί  επιλόγου
ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΦΗ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ

            Στήν ἰ­δι­ο­τρο­πί­α τοῦ ἤ τῆς συ­ζύ­γου σου, ἀ­πά­ντη­σες μέ κα­λω­σύ­νη χω­ρίς καί χω­ρίς νεῦ­ρα;
            Στήν ἀ­τα­ξί­α ἤ τήν πα­ρα­κο­ή τοῦ παι­δι­οῦ σου φέρ­θη­κες μέ ἀ­γά­πη καί ὑπο­μο­νή καί στίς σο­βα­ρές ἀ­παι­τή­σεις του προ­σπά­θη­σες μέ λο­γι­κά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καί μέ ἀ­γά­πη νά τόν πεί­σεις;
            Στό δρό­μο, ἀ­ντι­με­τώ­πι­σες μέ ὑ­πο­μο­νή καί πρα­ό­τη­τα τήν κα­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά ἤ τό λά­θος τοῦ συ­ναν­θρώ­που σου;
Στήν ἐρ­γα­σί­α σου, ἀ­νέ­χθη­κες μά ὑ­πο­μο­νή καί χω­ρίς μορ­φα­σμούς τήν ἰ­δι­ο­τρο­πί­α τοῦ συ­να­δέλ­φου σου ἤ τοῦ προϊ­στα­μέ­νου σου;
            Στή διάρκεια τῆς ἡμέρας σκέ­πα­σες τά λά­θη τῶν ἄλ­λων, χω­ρίς νά τούς ἐκ­θέ­σεις;                  
Τίς κα­τη­γο­ρί­ες ἤ  συ­κο­φαν­τί­ες πού προ­ῆλ­θαν ἀ­πό φθό­νο καί κα­κί­α ἄλ­λων τίς ἀ­γνό­η­σες μέ  σι­ω­πή καί γα­λή­νη;                   
            Σέ ἐ­κεί­νους πού σοῦ προ­ξέ­νη­σαν ζη­μιά ἀ­πό λά­θος ἤ ἠ­θε­λη­μέ­να ἔ­δει­ξες μα­κρο­θυ­μί­α καί  συγ­χώ­ρε­ση;
            Τίς προ­κλη­τι­κές συμ­πε­ρι­φο­ρές ἤ φρά­σεις πού ἄ­φη­ναν ὑ­πο­νο­ού­με­να γι­ά σέ­να καί τήν ὑ­πό­λη­ψή σου τίς ἀ­γνό­η­σες χω­ρίς κα­κί­α;
            Ἔ­χεις προ­σευ­χη­θεῖ γι­’ αὐ­τούς πού σέ πί­κρα­ναν ἤ σέ ζή­μι­ω­σαν ἤ σέ ἐ­χθρεύ­ον­ται;
            Ἄν ἀ­παν­τή­σεις θε­τι­κά ἤ ἄν προ­σπα­θεῖς νά συ­πε­ρι­φέ­σαι θε­τι­κά στίς πι­ό πά­νω ἐ­ρω­τή­σεις, σί­γου­ρα βρί­σκε­σαι σέ κα­λό δρό­μο, στό δρό­μο τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης. Σοῦ εὔ­χο­μαι νά τόν κρα­τή­σει στε­ρε­ά καί νά τόν  πλα­τύ­νεις μέ­χρι τό τέ­λος, μέ τή βο­ή­θεια πάν­το­τε τοῦ Κυ­ρί­ου πού θά λαμ­βά­νεις ἄν θέ­λεις καί δι­ά τῆς συ­νε­χούς προ­σευ­χῆς σου.

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ

Χα­ρα­λά­μπους Νε­ο­φύ­του
Πρε­σβυ­τέ­ρου
                      

ΤΑ­ΠΕΙ­ΝΩ­ΣΗ   ΚΑΙ  ΤΑ­ΠΕΙ­ΝΟ­ΦΡΟ­ΣΥ­ΝΗ

ΕΚΔΟΣΗ  ΤΡΙΤΗ
‘’Ορθόδοξος Ὁδοδείχτης













Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 

FACEBOOK

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Histats

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΩΝ

extreme

eXTReMe Tracker

pateriki


web stats by Statsie

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΟ FACEBOOK

 PATERIKI


CoolSocial

CoolSocial.net paterikiorthodoxia.com CoolSocial.net Badge

Τελευταία Σχόλια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRANSLATE

+grab this

ON LINE

WEBTREND

Κατάλογος ελληνικών σελίδων
greek-sites.gr - Κατάλογος Ελληνικών Ιστοσελίδων

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

MYBLOGS

myblogs.gr

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ - JOIN US

Καταθέστε τα σχόλια σας με ευπρέπεια ,ανώνυμα, παραπλανητικά,σχόλια δεν γίνονται δεκτά:
Η συμμετοχή σας προυποθέτει τούς Όρους Χρήσης

Please place your comments with propriety, anonymous, misleading, derogatory comments are not acceptable:
Your participation implies in the Terms of Use


| ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ © 2012. All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Γιά Εμάς About | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |