Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Λόγος είς τήν μεταμόρφωσιν τού Κυρίου



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

V. ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡΙΟΥ ΦΩΤΟΣ

«Ιδού νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς,

και ιδού φωνή εκ της νεφέλης λέγουσα·

Ούτος εστιν ο Υιός Μου ο αγαπητός,

εν Ώ ευδόκησα· Αυτού ακούετε»

(Ματθ. ιζ’ 5, Μάρκ. θ’ 7, Λουκ. θ’ 35).

Σήμερον, επί τη ευκαιρία της μεγάλης της Εκκλησίας πανηγύρεως, πανηγύρεως ήτις κατά το μέτρον της προσεγγίσεως ημών προς το τέλος της επιγείου ζωής ουχί μόνον δεν ελαττούται, αλλ’ ακαταπαύστως αυξάνει εν τη δυνάμει και τη σπουδαιότητα αυτής εν ημίν, επιλανθανόμενοι τρόπον τινα της ημετέρας ασθενείας, τολμώμεν να ομιλήσωμεν περί του εκλάμψαντος επί του Θαβώρ απροσίτου και ανεσπέρου Φωτός. Παρακαλώ υμάς, παραβλέψατε κατά την ώραν ταύτην την μηδαμινότητα μου· κλείσατε τους οφθαλμούς υμών εις την αμάθειαν και εις το άκομψον του λόγου μου, μάλλον δε, εάν είναι δυνατόν, θεωρήσατε εμέ ως ένα εκ των φυλάκων του όρους Εφραίμ, των αναβοώντων: «Εγέρθητε, και αναβώμεν εις την Σιών προς Κύριον τον Θεόν ημών». Ο Θεός, «ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην», είναι ο Θεός ημών εκ κοιλίας μητρός ημών. Μετά την κατά  σάρκα γέννησιν, πριν ή μάθωμεν να διακρίνωμεν την δεξιάν χείρα από της αριστεράς, ελάβομεν ήδη δευτέραν γέννησιν, άνωθεν, εν τη κολυμβήθρα του Βαπτίσματος, και ελέχθη εφ’ ημάς το μέγα και φοβερόν και εις αυτάς τας επουρανίους δυνάμεις Όνομα, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εν συνεχεία, ελάβομεν άλλην ανεκτίμητον δωρεάν, περί της οποίας η ψυχή ημών δεν δύναται να είπη ούτε να αναλογισθή άνευ τρόμου, ήτοι το χρίσμα του Πνεύματος του Αγίου, την σφραγίδα του αγιασμού, ήτις ετέθη εφ’ όλων των μελών του σώματος ημών δια των λόγων του Μυστηρίου: «Σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου». Και ούτω κατέστημεν σκήνωμα του Θεού του Υψίστου, τα δε σώματα ημών ναός του Αγίου Πνεύματος.

Εκ βρεφικής ηλικίας τρεφόμεθα εν τη Εκκλησία δια του Θείου Σώματος και Αίματος του Χριστού. Είμεθα τέκνα Αυτού· σαρξ εκ της Σαρκός και αίμα εκ του Αίματος Αυτού. Εκ νεότητος ημών ζώμεν εντός της ατμοσφαίρας του Θείου Λόγου. Όστις αποκαλύπτει εις ημάς τας απεράντους διαστάσεις της γνώσεως του ανάρχου Θεού, του Πατρός ημών, του παρέχοντος ήδη εντεύθεν την πρόγευσιν της μακαριότητος της αιωνίου διαμονής μετ’ Αυτού και εν Αυτώ. Εν τη Εκκλησία ημών καθ’ εκάστην ημέραν ζώμεν εντός αφάτου υπερπλεονασμού παντός πλούτου πνευματικού, και η ευγνώμων ψυχή ορμά και αναφωνεί: «Όντως πλούσιος ο Θεός ημών, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών απαύστως εναγκαλίζεται ημάς, πάντας και έκαστον ιδιαιτέρως».

Και ιδού, παρά ταύτα, είμεθα πτωχοί των πνεύματι. Εντός των ορίων της γης υπάρχει ακόρεστος πείνα και άσβεστος δίψα Θεογνωσίας, διότι ο αγών ημών είναι να φθάσωμεν τον Άφθαστον, να ίδωμεν τον Αόρατον, να [//173] γνωρίσωμεν τον επέκεινα πάσης γνώσεως. Η ορμή αύτη αυξάνει ακαταπαύστως εις έκαστον άνθρωπον, όταν το Φως της Θεότητος ευδοκήση να καταυγάση αυτόν, έστω και δια τινος αμυδράς προσεγγίσεως Αυτού, διότι τότε εις τους νοερούς ημών οφθαλμούς αποκαλύπτεται εν ποία αβύσσω διαμένομεν. Η όρασις αύτη καταπλήττει όλον τον άνθρωπον, και τότε η ψυχή αυτού δεν γνωρίζει ανάπαυσιν και δεν δύναται να εύρη αυτήν, μέχρις ότου ελευθερωθή πλήρως από του περικρατούντος αυτήν σκότους, μέχρις ότου το Φως τούτο πληθυνθή εν τη ψυχή και ενωθή μετ’ αυτής τοσούτον ώστε Φως και ψυχή να γίνουν έν, προκαταγγέλον την θέωσιν ημών εν τη Θεία δόξη.

Η Μεταμόρφωσις του Κυρίου αποτελεί στερεόν θεμέλιον της ελπίδος δια την μεταμόρφωσιν της ζωής ημών όλης –ήτις νυν είναι πλήρης κόπου, ασθενείας, φόβου– εις ζωήν άφθαρτον και θεοειδή. Εν τούτοις, η ανάβασις αύτη εις το υψηλόν όρος της Μεταμορφώσεως συνδέεται μετά μεγάλου αγώνος. Ουχί σπανίως ημείς εξασθενούμεν εξ αρχής εν τω αγώνι τούτω και απελπισία φαίνεται να κυριεύη της ψυχής. Εις τοιαύτας ώρας μαρτυρικής παραμονής εν τοις ορίοις μεταξύ του έλκοντος προς εαυτό Απροσίτου Φωτός της Θεότητος και της απειλητικής αβύσσου του σκότους, μνησθώμεν των διδαγμάτων των Πατέρων ημών, οίτινες διήνυσαν την οδόν ταύτην ακολουθούντες τον Χριστόν, και εζωσμένοι τας οσφύας ημών ενδυναμωθώμεν δια της κραταιάς ελπίδος εις Εκείνον, Όστις δια της παλάμης Αυτού βαστάζει ακόπως πάσαν την κτίσιν. Ενθυμηθώμεν ότι εν τη ζωή ημών πρέπει να επαναληφθή ομοιοτρόπως παν ό,τι ετελέσθη εν τη ζωή του Υιού του Ανθρώπου, δια [//174] να ελευθερωθώμεν από παντός φόβου και ολιγοψυχίας. Η οδός είναι κοινή εις πάντας ημάς κατά τον λόγον Αυτού του Χριστού: «Εγώ ειμι η οδός»· ως εκ τούτου δεν είναι και μοναδική, διότι «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ει μη δι’ Εμού».

Εάν ο Κύριος «επειράσθη», και ημείς πρέπει να διέλθωμεν δια του πυρός των πειρασμών. Εάν ο Κύριος κατεδιώχθη, και ημείς ωσαύτως θα διωχθώμεν υπό των ιδίων εκείνων δυνάμεων, αι οποίαι εδίωκον τον Χριστόν. Εάν ο Κύριος έπαθε και εσταυρώθη, και ημείς αναποφεύκτως οφείλομεν να πάσχωμεν και να σταυρούμεθα έστω, ίσως, και επί αοράτων σταυρών, εφ’ όσον πράγματι ακολουθούμεν Αυτόν εις τας οδούς της καρδίας ημών. Εάν ο Κύριος μετεμορφώθη, και ημείς θα μεταμορφωθώμεν και ενταύθα έτι επί της γης, εάν ομοιωθώμεν προς Αυτόν εις τας εσωτερικάς επιθυμίας ημών. Εάν ο Κύριος απέθανε και ανέστη, τότε και πάντες οι πιστεύοντες εις Αυτόν θα διέλθουν δια του θανάτου, θα κατατεθούν εις μνημεία και έπειτα θα αναστηθούν ομοίως προς Αυτόν, εφ’ όσον ομοίως προς Αυτόν απέθανον. Θα αναστηθούν εν πρώτοις αι ψυχαί των πιστών, έπειτα δε, κατά την ημέραν της Κοινής Αναστάσεως, και τα σώματα. Εάν ο Κύριος μετά την ανάστασιν Αυτού εν δεδοξασμένη σαρκί ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εις τα δεξιά του Θεού, ούτω και ημείς μετά δεδοξασμένων σωμάτων, δια της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος, θα αναληφθώμεν εις τους ουρανούς και θα καταστώμεν «συγκληρονόμοι Χριστού» και «κοινωνοί της Θεότητος» (Α’ Πέτρ. δ’ 13, Β’ Πέτρ. α’ 4, Ρωμ. ζ’ 17, Β’ Τιμ. β’ 11-12 κ.α.).

Πάντα, όσα ανωτέρω απηριθμήσαμεν, επραγματοποιήθησαν υπό του Κυρίου ουχί κατά την Θεότητα, αλλά [//175] κατά την ανθρωπότητα Αυτού, ήτοι επί εκείνου του επιπέδου, όπου ο Κύριος είναι ομοούσιος ημίν «Υιός Ανθρώπου». Ο Κύριος, ο Πατρί και Πνεύματι συνάναρχος Λόγος, εν τω έργω της ενσαρκώσεως προσέλαβεν εν τη Θεία Αυτού Υποστάσει την ανθρωπίνην φύσιν ημών. Ουχί φαινομενικώς, αλλ’ εν αληθεία κατέστη όμοιος προς ημάς άνθρωπος και εν τη σαρκί ημών εφανερώσε την Θείαν τελειότητα, υπολιμπάνων Εαυτόν υπογραμμόν δι’ ημάς, τον οποίον πολλοί προφήται και δίκαιοι «επεθύμησαν ιδείν» (Ματθ. ιγ’ 17). Τούτο δε οφείλομεν νυν να πραγματοποιήσωμεν ημείς, έκαστος εν τη ζωή αυτού, ώστε δια της ομοιώσεως προς τον Χριστόν, κατά την εικόνα της επιγείου ζωής Αυτού, να καταστώμεν όμοιοι Αυτώ και κατά την εικόνα της Θείας υπάρξεως.

Παρακαλώ υμάς, όπως μη ολιγοψυχήσωμεν ακούοντες τους λόγους της διδαχής ταύτης, αλλά να αναλάβωμεν θάρρος και να ανοίξωμεν τας καρδίας ημών δια να δεχθώμεν μεθ’ απλότητος το Ευαγγέλιον του Χριστού. Ο Κύριος δια του στόματος Αυτού είπε: «Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. ιστ’ 33). Και ημείς, δια της δυνάμεως του Χριστού, αναμφιβόλως θα κατορθώσωμεν την νίκην ταύτην επί του κόσμου, ώστε μετ’ Αυτού να μετάσχωμεν της αιωνίου Βασιλείας των ουρανών.

Προς εκπλήρωσιν της εντολής, «πορεύεσθε, και σταθέντες λαλείτε εν τω ιερώ τω λαώ πάντα τα ρήματα της ζωής ταύτης» (Πράξ. ε’ 20), λέγω προς υμάς: Ταύτα είναι τα ρήματα της αιωνίου ζωής, τα δοθέντα υπό του Κυρίου «εις κληρονομίαν αναφαίρετον τοις πιστοίς»· τούτο σημαίνει «των Αποστόλων το κήρυγμα» και των «Πατέρων τα δόγματα»· αύτη είναι η ορθόδοξος πίστις [//176] και η ασάλευτος ελπίς, η οποία δεν θα καταισχυνθή, διότι θεμέλιον αυτής είναι η αψευδής μαρτυρία του Κυρίου. Και εάν νόθος ταπείνωσις θελήση να ονομάση τούτο υπέρμετρον παρρησίαν ή εισέτι και μωρίαν, τότε μνησθώμεν του Αποστόλου Παύλου, όστις αποκόπτων αφ’ ενός μεν την ολιγοψυχίαν, αφ’ ετέρου δε την παράλογον υπερηφανίαν του σαρκικού φρονήματος, λέγει ότι «ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας», απορρίπτων την σύνεσιν των συνετών, και μεταβάλλων εις μωρίαν την σοφίαν του κόσμου τούτου (βλ. Α’ Κορ. α’ 18-21). Καθ’ εκάστην ημέραν η πείρα της ανθρωπότητος δεικνύει σταθερώς εις ημάς ότι οι «σοφοί και συνετοί» του αιώνος τούτου δεν δύνανται να ακολουθήσουν τον Χριστόν ούτε εις το Θαβώρ, ούτε εις τον Γολγοθάν, ούτε εις το όρος των Ελαιών. Ούτως, αγαπητοί, δεύτε, και δια της δυνάμεως της πίστεως αναβώμεν εις το «όρος Κυρίου» (Ησ. β’ 3), σταθώμεν αοράτως εν τη πόλει του Ζώντος Θεού, και μετάρσιοι τω πνεύματι ίδωμεν την άυλον Θεότητα του Πατρός και του Πνεύματος εν τω Μονογενεί Υιώ απαστράπτουσαν. Αναβώμεν ουχί μετά υπερηφάνου παρρησίας, αλλά μετά φόβου και τρόμου, ως ανάξιοι της αναβάσεως και οράσεως ταύτης, εν τούτοις όμως, μετ’ ελπίδος ότι και «ημίν τοις αμαρτωλοίς», κατά την άμετρον αγαθότητα του Ουρανίου Πατρός, «θα λάμψη το αΐδιον Φως» της Θεότητος, η άστεκτος λάμψις του οποίου έρριψε πρηνείς επί του Θαβώρ τους εκλεκτούς Αποστόλους.

Ανυψώσαντες επ’ ολίγον τον νουν ημών εις την θεωρίαν των θεμελιωδών της πίστεως ημών αρχών, αι οποίαι δέον όπως αποτελούν το μόνιμον πολίτευμα της ζωής του πνεύματος ημών, επιτρέψωμεν ήδη εις εαυτούς [//177] να μεταβώμεν εις το επιλεγέν υφ’ ημών θέμα.

Η Μεταμόρφωσις του Κυρίου είναι γεγονός μέγα, έχον σημασίαν αιώνιον ουχί μόνον δι’ έκαστον εξ ημών, αλλά και δι’ όλην την ιστορίαν του κόσμου. Εις τα έργα των Πατέρων ημών θα εύρωμεν προσεκτικήν διερεύνησιν αυτού εκ πασών των πλευρών· προσέτι θα εύρωμεν ό,τι προηγήθη του γεγονότος αυτού ως προετοιμασία των μαθητών υπό του Κυρίου· εν συνεχεία, ό,τι συνώδευσε τούτο και ό,τι ετελέσθη κατά την ώραν αυτής ταύτης της Θαβωρίου Θεοφανείας· και προς τούτοις, ό,τι ηκολούθησεν τούτο εις τας πράξεις του Κυρίου Ιησού και εις την συνείδησιν των Αποστόλων, των μαρτύρων της Μεταμορφώσεως. Η γνώσις περί πάντων τούτων θα βοηθήση και ημάς τους ιδίους να διέλθωμεν συνετώς την ιδίαν πορείαν ακολουθούντες «τοις ίχνεσι του Χριστού». Αλλά κατά την παρούσαν στιγμήν ας συγκεντρώσωμεν την προσοχήν του πνεύματος ημών εις εκείνο το οποίον, συμφώνως προς την ευαγγελικήν διήγησιν, αποτελεί την αποκλειστικήν ιδιομορφίαν του γεγονότος της παρούσης ημέρας.

«Ιδού νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς, και ιδού φωνή εκ της νεφέλης λέγουσα: Ούτος εστιν ο Υιός Μου ο αγαπητός, εν Ώ ευδόκησα· Αυτού ακούετε».

Εις τί έγκειται η φωτεινή αύτη νεφέλη, ήτις περιέλαμψε κατ’ εκείνην την νύκτα το Άγιον Θαβώρ;

Προ ετών, κατά την ημέραν της Μεταμορφώσεως, ηρώτησα ασκητήν τινα ο οποίος, ως αναμφιβόλως πιστεύω, πολλάκις ηξιώθη της οράσεως του Φωτός τούτου. Εις την αδιάκριτον παράκλησιν μου να είπη τι εις εμέ περί του μυστηρίου του Θαβωρίου Φωτός, ήτοι πώς [//178] τούτο οράται και πώς είναι δυνατόν να αποκτήση τις την δωρεάν ταύτην, ούτος κατ’ άκραν συγκατάβασιν προς την αμάθειαν μου, μετά μεγάλης υπομονής, διηυκρίνησεν εις εμέ το θέμα τούτο, εγώ δε σήμερον θα μεταδώσω εις υμάς περί του ακουσθέντος υπ’ εμού από του αψευδούς αυτού στόματος μόνον το πλέον ουσιώδες, και ει δυνατόν συντόμως.

Διηγήθη εις εμέ ο ανήρ ούτος ότι κατ’ αρχήν, ότε ήτο έτι νέος, το φως τούτο ενεφανίζετο εις αυτόν ασαφώς, εις βραχείας στιγμάς, άλλοτε ως ακατάληπτος πυρίνη φλοξ, η οποία έκαιε την καρδίαν αυτού δια της αγάπης, άλλοτε ως απαύγασμα τι το οποίον διεισέδυε δια της λάμψεως εις τον νουν αυτού κατά τον καιρόν της προσευχής, κατ’ εξοχήν εν τω ναώ. Αλλ’ ημέραν τινά, κατόπιν εκτενούς, κατά την διάρκειαν πολλών μηνών, διαπύρου προσευχής συνοδευομένης υπό βαθείας λύπης δια την αθλιότητα αυτού, το φως τούτο κατέβη ιλαρώς επ’ αυτόν και παρέμεινε μετ’ αυτού τρεις ημέρας. Κατ’ αυτάς τας ημέρας ησθάνετο εαυτόν εναργώς εκτός θανάτου. Η χαρά της εκ νεκρών αναστάσεως επλήρου τότε την ψυχήν αυτού. Εσωτερικώς ωνόμαζε το φως εκείνο «πρωΐαν αναστάσεως», διότι ήτο τούτο ιλαρόν, ως εαρινή πρωΐα. Κατ’ εκείνον τον καιρόν έζη ούτος μεταξύ ανθρώπων, οι οποίοι διήγον τον συνήθη εις πάντας κοπιώδη βίον. Μετά πάροδον ετών εκ του γεγονότος τούτου, ότε ούτος ήτο ήδη μοναχός, και αργότερον λειτουργός, πολλάκις συνέβαινεν η προσευχή αυτού να μεταβάλληται εις θεωρίαν φωτός, ούτως ώστε να μη αισθάνηται τότε ούτε το σώμα αυτού, ούτε τον περιβάλλοντα αυτόν υλικόν κόσμον.

Το φως τούτο φανερούται ως καθαρά άνωθεν ευδοκία. Έρχεται κατ’ αρχήν απροσδοκήτως, ήτοι όταν η [//179] ψυχή ουδόλως λογίζηται περί αυτού ότι θα έλθη, ή εισέτι ότι υπάρχει. Άγνωστον έως τότε, φέρει δια της ελεύσεως αυτού, εις την ψυχήν γλυκείαν απορίαν, και κατάπληκτος αύτη αγνοεί εισέτι περί του τίς ή τί εφανερώθη εις αυτήν, αλλ’ αισθάνεται εαυτήν κατ’ εκείνην την ώραν ως δέσμιον, όστις εξάγεται εκ του ζοφερού σκότους της φυλακής προς τας απεράντους εκτάσεις, τας φωτιζομένας υπό του ηλίου.

Έλεγεν ωσαύτως ο ανήρ ούτος: «Καίτοι το Θείον Φως μένει πάντοτε κατά την φύσιν αυτού αναλλοίωτον, όμως αι ενέργειαι αυτού, τουτέστιν εκείνο το οποίον γεννά εν τω ανθρώπω, ποικίλλουν. Ενίοτε προσλαμβάνεται ως αίσθησις ιλαράς αγάπης Χριστού· ενίοτε ως συμπαράστασις Θείας Δυνάμεως· άλλοτε ως ανεκλάλητός τις κίνησις της αιωνίου ζωής εντός του ανθρώπου· και άλλοτε πάλιν ως φως συνέσεως ή υπερνοητή νοερά όρασις του Θεού. Άμετρος όμως είναι η αγαθότης του Κυρίου και συμβαίνει ώστε η αγάπη Αυτού να εκχέηται έτι αφθονώτερον. Τότε το Θείον Φως πληροί όλον τον άνθρωπον, ούτως ώστε και αυτός γίνεται όμοιος προς το φως· και τότε εκείνο το οποίον βλέπει, είναι αδύνατον να κληθή άλλως πως, ει μη φως – καίτοι το Φως τούτο κατά την φύσιν αυτού είναι εντελώς διάφορον του φωτός του ορατού ηλίου».

Εις απάντησιν της αρχικής μου ερωτήσεως περί της Θαβωρίου Θεοφανείας, ο ανήρ εκείνος παρέτεινε τον λόγον επιδιώκων προφανώς να εύρη εννοίας, αι οποίαι θα ήσαν προσιταί εις εμέ, έστω και εις μικρόν τι μέτρον.

Έλεγε: «Πρέπει πάντοτε να έχωμεν κατά νουν την ανεπάρκειαν ημών· εάν δε επιτρέψω εις εαυτόν να θίξη το μέγα τούτο θέμα, θα πράξω τούτο ακροθιγώς, όπως ολίγον τι κατανοήσωμεν αυτό άνευ τολμηρών αξιώσεων [//180] να αποσαφηνήσωμεν ή και κατανοήσωμεν τούτο πλήρως. Και ούτως, εάν εξέλθωμεν εκ των περιγραφεισών ήδη ενεργειών του Θείου Φωτός εις εκείνην την απλήν, μέχρι φαινομενικής αφελείας διήγησιν των Ευαγγελιστών, δυνάμεθα ολίγον να συμπληρώσωμεν αυτήν ως εξής:

»Ευθύς ως οι Απόστολοι ήρχισαν να κατανοούν την υπεράνθρωπον τελειότητα του Διδασκάλου αυτών και δια του στόματος του Πέτρου ωμολόγησαν Αυτόν ως Χριστόν, Υιόν του Θεού του Ζώντος, ο Κύριος επόθησε περισσότερον να στερεώση αυτούς εν τη γνώσει ταύτη δια της μαρτυρίας του Πατρός. Τούτο ήτο όλως απαραίτητον, εφ’ όσον Ούτος ητοιμάζετο ήδη προς “την έξοδον, ήν έμελλε πληρούν εις Ιερουσαλήμ”, ήτοι προς την τέλεσιν της θυσίας επί του Γολγοθά. Όπισθεν των λόγων του Πέτρου: “Συ εί ο Χριστός” (Μάρκ. η’ 29), κατ’ εκείνην την στιγμήν εκρύπτετο η ατελής γνώσις περί του ποίος πράγματι ήτο αυτός ο Χριστός. Εν τούτοις, παρά την έλλειψιν τελειότητος και πληρότητος της ομολογίας ταύτης, εξεδηλώθη εν αυτή ήδη η αυξηθείσα αγάπη και αφοσίωσις των Αποστόλων, ήτις κατέστησε τούτους ικανούς να “χωρήσουν” μεγαλύτερον φως Θείας αποκαλύψεως, και ως εκ τούτου ο Κύριος είπεν: “Εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι τον Υιόν του Ανθρώπου ερχόμενον εν τη Βασιλεία Αυτού” (Μάρκ. θ’ 1). Μετά τους λόγους τούτους ο Κύριος μετά των μαθητών τελεί εν σιωπή[75] την πορείαν εκ των ορίων της Καισαρείας της Φιλίππου έως του Ιερού Θαβώρ, και εκεί, εκλέξας τους [//181] προκρίτους, Πέτρον, Ιάκωβον και Ιωάννην, ωδήγησεν αυτούς εις “το όρος το υψηλόν” της θεωρίας της Θείας Αυτού ”Δόξης, ήν είχεν Αυτός παρά τω Πατρί προ του τον κόσμον είναι”.

»Αυτός ο Κύριος πάντοτε και αναλλοιώτως έφερεν εν Εαυτώ το Φως –ών κατά την Θεότητα Αυτού άναρχον Φως–, αλλά διέμενεν εν Αυτώ κατά τρόπον αόρατον εις εκείνους, οι οποίοι δεν εδέχθησαν εισέτι εν εαυτοίς το Φως. Επί του Θαβώρ ο Κύριος προσηύχετο. Ουδέν κωλύει ημάς να υποθέσωμεν ότι κατά το περιεχόμενον αυτής η προσευχή αύτη ήτο ομοία εκείνης της εν Γεθσημανή (βλ. Ιωάν. ιζ’ κ.α.), διότι “ελήλυθεν Αυτού η ώρα”. Περιπτυσσόμενος εν τη προσευχή το παν, “από καταβολής κόσμου” έως της συντελείας του αιώνος τούτου, προσηύχετο ο Κύριος και δια τους Αποστόλους, όπως φανερωθή εις αυτούς το Όνομα του Πατρός, και όπως η αγάπη, δια της οποίας ο Πατήρ ηγάπησε τον Υιόν, μένη εν αυτοίς (βλ. Ιωάν. ιζ’ 26).

»Οι εκλεγέντες ούτοι τρεις μάρτυρες και συμμέτοχοι της υπερφυούς ταύτης προσευχής του Χριστού εξηντλήθησαν εν αυτή. Πολεμούντες ασκητικώς κατά της ασθενείας της σαρκός αυτών, επί ολίγον τινά χρόνον εβαρύνθησαν υπό του ύπνου· εν τούτοις, δια της δυνάμεως της εντός αυτών ενεργούσης εσωτερικής προσευχής, έρχονται εκ νέου εις νηφάλιον κατάστασιν, και τότε οι σθεναροί τω πνεύματι ούτοι νικηταί της ασθενείας της σαρκός είδον τον Χριστόν εν τω φωτί και τους μετ’ Αυτού συνομιλούντας Ηλίαν και Μωϋσήν. Ηδυνήθησαν δε να ίδουν, επειδή και οι ίδιοι κατ’ εκείνην την ώραν επλήσθησαν φωτός.

»Το ασύνηθες και μεγαλειώδες της οράσεως εβύθισε τους Αποστόλους εις ανέκφραστον έκπληξιν και μακαρίαν [//182] απορίαν. Γνωρίζομεν τούτο εκ των λόγων του Ευαγγελίου περί του Πέτρου: “μη ειδώς τί λαλήση”, και εκ των λόγων του ιδίου του Πέτρου: “Επιστάτα, καλόν εστιν ημάς ώδε είναι”.

»Κατ’ εκείνην την στιγμήν η υπό των Αποστόλων όρασις του πνευματικού κόσμου και του Θείου Φωτός συνεδυάζετο εισέτι μετά των παραστάσεων του περιβάλλοντος αυτούς αισθητού κόσμου. Αλλ’ εν συνεχεία το αυξηθέν φως ανύψωσεν αυτούς πέραν παντός ορατού και προσκαίρου εις τα αόρατα και αιώνια (βλ. Β’ Κορ. δ’ 18) … Απλαί μέχρις ακρότητος αι ευαγγελικαί διηγήσεις: “Ιδού, νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς …”. Όπως ο άνθρωπος, ο ανερχόμενος εις τι όρος, όταν εισέλθη εις πυκνήν νεφέλην, χωρίζεται από της οράσεως παντός του λοιπού κόσμου, ούτω και η φωτεινή αύτη νεφέλη, η γενομένη ουχί άλλως, ει μη ως φως και πνοή του Αγίου Πνεύματος, το Οποίον δια της αφορήτου Αυτού Θείας ελεύσεως εισήγαγε τους Αποστόλους εις τον κόσμον του Φωτός του ακτίστου, του ατρέπτου, του ανεσπέρου, του αναλλοιώτου, του απεράντου, του υπερουρανίου, τοσούτον εξηφάνισε τας παραστάσεις αυτών εκ των παρερχομένων μορφών του κόσμου τούτου, ώστε ούτοι και Αυτόν τον Χριστόν δεν έβλεπον πλέον κατά σάρκα. Εισαχθέντες δια του Αγίου Πνεύματος εις την θεωρίαν της απεριγράπτου Θεότητος του Ιησού Χριστού, ήκουσαν ούτοι κατ’ εκείνην την ώραν της αΰλου και απροσίτου φωνής του Πατρός: “Ούτος εστιν ο Υιός Μου ο αγαπητός”.

»Τούτο υπήρξεν η υπερτάτη στιγμή ολοκλήρου του Θαβωρίου γεγονότος.

»Εάν νυν αναφερθώμεν εκ νέου εις την ασθένειαν της ανθρωπίνης φύσεως, φορείς της οποίας ήσαν οι Απόστολοι, [//183] συνέχισεν ο ανήρ εκείνος, τότε, μένοντες πιστοί εις την Ευαγγελικήν διήγησιν και την πείραν των Πατέρων της Εκκλησίας, δυνάμεθα να είπωμεν τα εξής:

»Μεγίστη και υψηλή υπήρξεν η όρασις των Αποστόλων επί του όρους της Μεταμορφώσεως, εν τούτοις, ουχί εισέτι τελεία, διότι τότε δεν ήσαν έτι ικανοί να δεχθούν άπαν το πλήρωμα και την τελειότητα του εμφανισθέντος εις αυτούς Φωτός, και δια τούτο η Εκκλησία ψάλλει: “Δείξας τοις μαθηταίς Σου την δόξαν Σου, καθώς ηδύναντο” ή εις άλλον ύμνον: “καθώς εχώρουν”.

»Μεγίστη και υψηλή υπήρξεν η όρασις των Αποστόλων, αλλά τότε εισέτι ατελώς αφωμοιώθη υπ’ αυτών και δια τούτο παρέμειναν δυναταί εκείναι αι ταλαντεύσεις, τας οποίας υπέστησαν ούτοι κατά τας ημέρας του Γολγοθά· και μόνον βραδύτερον ο Πέτρος αναφέρεται εις αυτήν ως εις μαρτυρίαν της αληθείας (βλ. Β’ Πέτρ. α’ 17-18).

»Ατελής ήτο εισέτι η όρασις των Αποστόλων επί του Θαβώρ, και εν τούτοις ήτο τοσούτον μεγάλη και γνησία η θεωρία της «υπερουσίου ευπρεπείας» και του «προαιωνίου κεκρυμμένου μυστηρίου», ώστε ούτε η όρασις του Μωϋσέως επί του Σινά (βλ. Έξ. Ιθ’-κ’ και κγ’-λδ’), ούτε η ομοία αυτής του Ηλία επί Χωρήβ (βλ. Γ’ Βασ. ιθ’), έφθασαν το ύψος και την τελειότητα αυτής, την οποίαν παρατηρούμεν εις τους λόγους της εκκλησιαστικής ωδής: “καθωράθης τω Μωϋσή, εν γνόφω το πάλαι, εν φωτί δε, νυν απροσίτω της Θεότητος” (α’ ωδή, β’ κανών· βλ. Εβρ. ιβ’ 18-24)».

Έλκων υμάς εις το βάθος των αφάτων μυστηρίων της θεολογίας, ουδόλως θα αποκρύψω ότι και εγώ ο ίδιος έρχομαι εις φόβον. Και ουχί μόνον φόβον, αλλά και συστολήν δοκιμάζω κατ’ αυτήν την ώραν: Ο Σοφός [//184] Παροιμιαστής είπε: «πίνε ύδατα από σων αγγείων και από σων φρεάτων πηγής» (Παροιμ. ε’ 15), εγώ δε προσφέρω εις υμάς το αντληθέν υπ’ εμού εκ της εμπειρίας και της κληρονομίας άλλων. Βλέπων όμως μετά ποίας προθυμίας προσέχετε εις τον λόγον, ως να μη εκορέσθητε έτι υπ’ αυτού, θα μεταδώσω εις υμάς και τον επίλογον της αλήστου δι’ εμέ συνομιλίας μετά του σπουδαίου εκείνου ανδρός. Ελκυσθείς υπό του εμπνευσμένου λόγου αυτού, επλήσθην θλίψεως κατ’ εκείνην την ώραν εκ της συνειδήσεως του εμού σκότους και εσιώπων, διαλογιζόμενος εν εαυτώ: «Δεν έχω αυτήν την τύχην». Δια να παρηγορήση εμέ ο συνομιλητής μου συνέχισεν ως εξής:

«Όσω ημείς δεν αξιούμεθα της οράσεως της μεγαλοπρεπούς δόξης της Θεότητος, επί τοσούτον δια της πλέον πιστής εσωτερικής κινήσεως του πνεύματος ημών θα υπάρχη έλεγχος ημών αυτών. Και εάν η ψυχή ημών είναι ανδρεία, τότε θα είπωμεν: Δια τας αδικίας μου εστερήθην του δώρου τούτου, διότι “ο πορευόμενος εν δικαιοσύνη και λαλών ευθείαν οδόν … ούτος οικήσει εν υψηλώ … και τον Βασιλέα μετά δόξης όψεται” (Ησ. λγ’ 15-18). Παρά ταύτα μή δότε τόπον εις την απόγνωσιν· αντιθέτως ενθαρρύνθητε και εν μετανοία πενθήσατε περί εαυτών. Απορρίψατε τον άδικον λογισμόν, ότι τούτο είναι των εκλεκτών μόνον κλήρος, ο οποίος δύναται να φονεύση εντός ημών την αγίαν ελπίδα. Η αλήθεια, εις την οποίαν είναι αναγκαίον να στερεωθή η καρδία ημών, είναι ότι ο Κύριος ουδένα “ερχόμενον προς Αυτόν εκβάλλει έξω” και απορρίπτει (Ιωάν. στ΄ 37). Πάντες ημείς, άνευ εξαιρέσεως, μεγάλοι και μικροί, σημαίνοντες και μηδαμινοί, εκλήθημεν εις την ιδίαν τελειότητα, εις [//185] την οποίαν εκάλεσεν ο Κύριος τους οδηγηθέντας υπ’ Αυτού επί του όρους του Θαβώρ Αποστόλους Πέτρον, Ιάκωβον και Ιωάννην, διότι και ημείς, ομοίως προς αυτούς, ελάβομεν τας ιδίας εντολάς και ουχί άλλας, και, επομένως, την ιδίαν, ίσην προς αυτούς, τιμήν κλήσεως και ουχί άλλην κατωτέραν. Ερευνήσατε μετά προσοχής όλην την ακολουθίαν της Εορτής και θα ίδητε μετά ποίας δυνάμεως η Εκκλησία προσκαλεί και πείθει πάντας προς ανάβασιν εις το αψηλάφητον Όρος της νοεράς Θεοπτίας, δεικνύουσα ούτω σαφώς ότι ουχί μόνον κατά την αρχαιότητα, ουχί μόνον εις τους Αποστόλους ηυδόκησεν ο Κύριος να φανερώση την “αυγήν” της Θεότητος Αυτού, αλλά και κατά την διάρκειαν πάντων των αιώνων, έως έτι και των ημερών ημών, δεν έπαυσε και ουδέποτε θα παύση κατά την επαγγελίαν Αυτού, να εκχέη την ιδίαν εκείνην δωρεάν επί τους ακολουθήσαντας Αυτόν εξ όλης καρδίας.

»Εκτός της νόθου ταπεινώσεως –“τούτο δεν είναι δι’ εμέ”–, εκτός της αδικαιολογήτου απογνώσεως, ήτις γεννάται εκ της ακηδίας και της ηδυπαθείας, φραγμός προς την θεωρίαν του Ακτίστου Φωτός αποβαίνει εισέτι και η τολμηρά έφεσις “όπως ίδωμεν τον Θεόν”, και περιπτυχθώμεν Αυτόν δια της σκέψεως ημών, ως να ηθέλομεν να διεισδύσωμεν μετά δυνάμεως εις τα μυστήρια και εις τα έγκατα του Θείου Είναι και να δεσπόσωμεν Αυτού δια του νοός, ως να επρόκειτο περί αντικειμένου της γνώσεως ημών. Είναι δύσκολον να εύρωμεν λέξεις προς χαρακτηρισμόν της πνευματικής ουσίας αυτής της υπερηφάνου αξιώσεως του νοός ημών, αλλ’ είναι σπουδαίον δι’ ημάς να γνωρίσωμεν ότι εις παρομοίας περιπτώσεις συναντώμεν ουχί “φωτεινήν νεφέλην”, αλλά γνόφον και σκότος, αποκρύπτοντα τον Θεόν.

[//186] »Όταν προσηλούμεν τους οφθαλμούς του νοός ημών απ’ ευθείας εις τον Ήλιον του Προαιωνίου Είναι, όπως ίδωμεν Αυτόν καθώς εστι, τότε οι οφθαλμοί ημών καταφλέγονται και αποτυφλούνται υπό του απροσίτου και εκτυφλωτικού Φωτός της Θεότητος, καθ’ όν τρόπον αποτυφλούνται και καταφλέγονται οι φυσικοί ημών οφθαλμοί, όταν γυμνοί, υπό ουδενός προστατευόμενοι, στρέφωνται κατ’ ευθείαν προς τον ήλιον. Εν τη Γραφή υπάρχει θαυμαστή εικών, διδάσκουσα ημάς την εγκράτειαν εκ της παρρησίας ενώπιον του Θεού: “Ιστάμενα κύκλω του Θρόνου του Υψίστου τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, δυσί πτέρυξι κατακαλύπτοντα τα πρόσωπα αυτών” (Ησ. στ’ 2).

»Και γνωριζόμενος και ορώμενος ο Θεός αναλλοιώτως διαμένει υπέρ πάσαν γνώσιν και όρασιν. Η απεριόριστος αύτη υπερβατικότης του Θεού εν τη “μυστική” γλώσση της θεολογίας καλείται “γνόφος”. Η Καινή Διαθήκη ουδαμού χρησιμοποιεί δια τον Θεόν την λέξιν “γνόφος”. Λέγει εις ημάς ότι “Ο Θεός Φως εστι και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστι ουδεμία” (Α’ Ιωάν. α’ 5). Περί της υπερβατικότητος Αυτού και συνεπώς της τελείας “αορασίας”, της τελείας “αγνωσίας” Αυτού η Καινή Διαθήκη λέγει τα εξής: “Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε” (Ιωάν. α’ 18)· και αλλαχού: “Ο Θεός, … φως οικών απρόσιτον, όν είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται” (Α’ Τιμ. στ’ 16). Ότε ανεφάνησαν οι φιλόσοφοι και οι αιρετικοί, οι υποστηρίζοντες την δυνατότητα πλήρους γνώσεως του Θεού, τότε οι Άγιοι Πατέρες, δια να εκριζώσουν την ασύνετον ταύτην ιδέαν, επέστρεψαν εις Παλαιοδιαθηκικάς εικόνας και γλώσσαν: “Και είπεν ο Θεός προς Μωϋσήν· ‘καταβάς διαμάρτυραι τω λαώ, μήποτε εγγίσωσι προς τον Θεόν κατανοήσαι’ Αυτόν … [//187] Ειστήκει δε ο λαός μακρόθεν, Μωϋσής δε εισήλθεν εις τον γνόφον, ού ήν ο Θεός” (Έξ. ιθ’ 21, κ’ 21). Ούτω, δια να πλήξουν ισχυρότερον την συνείδησιν των ασόφων σοφών, οι Πατέρες προσέφυγον εις την έννοιαν του “γνόφου”, δια του οποίου ο Σοφός Νομοθέτης Μωϋσής συνεκράτει τον λαόν αυτού, εισέτι άπειρον της Θεογνωσίας, από της ασυνέτου εξάρσεως της ιδέας του “κατανοήσαι” τον Θεόν· και δια να μη παρεκκλίνουν από της Καινοδιαθηκικής Αποκαλύψεως, οι Πατέρες ωνόμασαν τον γνόφον τούτον “υπέρφωτον”.

»Η αληθής οδός προς θεωρίαν του Θείου Φωτός διέρχεται δια μέσου του έσω ανθρώπου. Όλη η σκέψις ημών, όλη η δύναμις της επιθυμίας ημών, οφείλουν να κατευθύνωνται μόνον προς το “τηρήσαι την εντολήν του Θεού άσπιλον και ανεπίληπτον” (Α’ Τιμ. στ΄ 14). Τότε το Θείον Φως, καθώς έδειξεν η πείρα των αιώνων, “πολυμερώς και πολυτρόπως” επισκέπτεται τον άνθρωπον. Και ουδείς δύναται να είπη ποτέ περί των ορίων της ευδοκίας του Θεού προς ημάς, διότι αύτη κείται εν αληθεία πέραν παντός ορίου. Οσονδήποτε και εάν τείνει ο άνθρωπος προς τον Θεόν, οσονδήποτε και εάν φλέγηται υπό της αγάπης προς Αυτόν, και πάλιν αι εκχύσεις του Φωτός θα παραμείνουν πέραν παντός ορίου και αριθμού, διότι δεν υπάρχει τέλος εις αυτάς, και όταν εισέτι το φως υπερβαίνη τας δυνάμεις της φύσεως ημών να υπομείνη την λάμψιν αυτού. Και ο μοναδικός δυνατός λόγος, η μοναδική επικύρωσις, ως προς πάντα ταύτα είναι ότι “ο Θεός Φως εστι, και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστι ουδεμία”, και ότι “Αυτός οικεί εν απροσίτω Φωτί” και εμφανίζεται πάντοτε εν τω φωτί και ως φως».

Αλλά και παρά τους λόγους τούτους δεν διελύθη η απορία εις την δειλήν μου ψυχήν. Δεν έβλεπον ενώπιον [//188] μου την οδόν· δεν εγνώριζον πώς να εισέλθω εις αυτήν την ζωήν, πόθεν να αρχίσω· ησθανόμην εαυτόν εν γνόφω και «ηρώτησα»:

«Τι ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω»;

Και εδόθη εις εμέ η απάντησις:

«Προσεύχου, ως ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, όστις επί έτη εβόα, “Κύριε, φώτισόν μου το σκότος”, και εισηκούσθη.

»Προσεύχου δια των λόγων της εκκλησιαστικής ωδής, “Λαμψάτω, ώ Φωτοδότα, και εμοί τω αμαρτωλώ το φως Σου το απρόσιτον”, και ενδυναμού εν τη πίστει, ενθυμούμενος ότι η Εκκλησία δεν προσεύχεται περί αδυνάτων πραγμάτων».

Εν συνεχεία ο ανήρ εκείνος, ως να απέκλειε την δυνατότητα ότι τοιαύτη προσευχή θα παραμείνη άνευ της άνωθεν απαντήσεως, κατέκλεισε τον λόγον αυτού ως εξής:

«Όταν γνωρίση η ψυχή σου τούτο το φως, τότε, όταν συμβή να στερήται τούτου, θα φλέγηται δι’ αυτό και μιμούμενος τον Άγιον Συμεών τον Νέον Θεολόγον θα ζητής αυτό και θα κράζης προς αυτό:

Ελθέ, το φως το αληθινόν.

Ελθέ, η Ζωή η αιώνιος.

Ελθέ, των πεπτωκότων η έγερσις.

Ελθέ, των κειμένων η ανόρθωσις.

Ελθέ, των νεκρών η ανάστασις.

Ελθέ, Πανάγια Βασιλεύ.

Ελθέ, και σκήνωσον εν ημίν,

και μείνον αδιαστάτως εν ημίν,

και αδιαιρέτως Συ μόνος βασίλευε εν ημίν

εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 

FACEBOOK

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Histats

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΩΝ

extreme

eXTReMe Tracker

pateriki


web stats by Statsie

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΟ FACEBOOK

 PATERIKI


CoolSocial

CoolSocial.net paterikiorthodoxia.com CoolSocial.net Badge

Τελευταία Σχόλια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRANSLATE

+grab this

ON LINE

WEBTREND

Κατάλογος ελληνικών σελίδων
greek-sites.gr - Κατάλογος Ελληνικών Ιστοσελίδων

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

MYBLOGS

myblogs.gr

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ - JOIN US

Καταθέστε τα σχόλια σας με ευπρέπεια ,ανώνυμα, παραπλανητικά,σχόλια δεν γίνονται δεκτά:
Η συμμετοχή σας προυποθέτει τούς Όρους Χρήσης

Please place your comments with propriety, anonymous, misleading, derogatory comments are not acceptable:
Your participation implies in the Terms of Use


| ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ © 2012. All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Γιά Εμάς About | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |