Δ’ ΘΕΩΣΙΣ
Η κτιστή ανθρωπίνη φύσις έχει θεωρή εν τω Χριστώ έως άκρας τελειότητος, έως ταυτίσεως μετά της Καθαράς Ενεργείας, διότι «εν Αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολ. β’ 9). Αι δύο φύσεις παραμένουν εν Αυτώ εις ένωσιν τοσούτον τελείαν, ώστε αύτη αποκλείει πάσαν διαίρεσιν. Ο Χριστός είναι Είς, είς μόνος Θεάνθρωπος. Ό,τι εν Αυτώ εκτίσθη κατ’ εικόνα και εν όψει της ομοιώσεως του Θεού, έφθασεν εις την τελείαν ταύτην ομοίωσιν εν τη αιωνιότητι της Θείας Ζωής, εις τρόπον ώστε εν τω αναστάντι Χριστώ ουδεμία υπάρχει πλέον μετά την Ανάληψιν «δυαδικότης», «ίχνη» της οποίας παρατηρούμεν εις τον επίγειον βίον Αυτού, και τούτο έως τέλους. Έχομεν υπ’ όψιν κυρίως την προσευχήν εν τη Γεθσημανή: «Πάτερ Μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ Εμού το Ποτήριον τούτο· πλην ουχ ως Εγώ θέλω, αλλ’ ως Συ», και την επί του Σταυρού αναφώνησιν: «Θεέ Μου, Θεέ Μου, ινατί Με εγκατέλειπες;» (Ματθ. κστ’ 39, κζ’ 46).
Εντός των ορίων της επιγείου ζωής η ανθρωπίνη φύσις του Χριστού, καίτοι ήτο υποστατικώς ηνωμένη μετά του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, εμφανίζεται εισέτι ως «τελειοποιήσιμος». Πριν εκπληρωθή το παν (βλ. Ιωάν. ιθ’ 30), η ανθρωπίνη φύσις Αυτού ευρίσκετο εις την κατάστασιν της «προκοπής» (Λουκ. β’ 52), υφίστατο πειρασμούς (βλ. Λουκ. δ’ 1-13, Εβρ. β’ 18) και έφθανε μέχρις αγωνίας (βλ. Λουκ. κβ’ 44). «Διαίρεσίς τις» ήτο, λοιπόν, παρούσα εν Αυτώ, οφειλομένη εις το ασύμμετρον των δύο φύσεων. Μετά την Ανάληψιν εξαφανίζεται το ασύμμετρον τούτο και ο Χριστός-Άνθρωπος καθίσταται ίσος προς τον Θεόν, «καθεσθείς εν δεξιά του Πατρός», ουχί βεβαίως κατά την Ουσίαν, αλλά κατά την Ενέργειαν. Σιωπώμεν σκοπίμως περί της υποστατικής «απόψεως», διότι ο αΐδιος και άκτιστος Λόγος είχε παραμείνει τοιούτος και μετά την Ενανθρώπησιν.
Ο Χριστός είναι ο ακλόνητος θεμέλιος και το έσχατον κριτήριον της ανθρωπολογικής διδασκαλίας της Εκκλησίας. Ό,τι ομολογούμεν περί της ανθρωπότητος του Χριστού είναι η ένδειξις της αιωνίου Θείας προνοίας δια τον άνθρωπον εν γένει. Το γεγονός ότι εν τω Χριστώ-Ανθρώπω η Υπόστασις ήτο Θεός, ουδόλως μειοί την δυνατότητα να ακολουθώμεν το παράδειγμα Αυτού (βλ. Ιωάν. ιγ’ 15) ημείς οι άνθρωποι, προς τους οποίους «ώφειλε κατά πάντα ομοιωθήναι» (Εβρ. β’ 17).
Εάν είναι αληθές ότι ο Χριστός είναι ο «Υιός του ανθρώπου», ομοούσιος μεθ’ ημών, έπεται ότι παν ό,τι εξεπλήρωσεν εν τη επιγείω ζωή Αυτού πρέπει να είναι ωσαύτως εφικτόν εις τους λοιπούς «υιούς των ανθρώπων». Εάν παραδεχώμεθα Αυτόν ως μέτρον πάντων των πραγμάτων, πρέπει ωσαύτως να παραδεχθώμεν ότι αυτό το οποίον βεβαιούμεν περί της ανθρωπότητος του Χριστού-Ανθρώπου, εκπροσωπεί το πλήρωμα των δυνατοτήτων της ανθρωπίνης φύσεως εν γένει. Εάν ομολογώμεν την πλήρη και τελείαν θέωσιν Αυτού, οφείλομεν να ελπίζωμεν τον αυτόν βαθμόν θεώσεως δια τους Αγίους εις τον μέλλοντα αιώνα. Εάν δεν είχον ούτω [//140] τα πράγματα, δεν θα έδιδεν ο Χριστός εις ημάς την εντολήν να είμεθα τέλειοι, «ώσπερ ο Πατήρ ημών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστιν» (πρβλ. Ματθ. ε’ 48).
Και εάν τις αμφέβαλλε περί τούτου, θα ηρωτώμεν αυτόν: «Ποίος γνωρίζει καλύτερον το πρωταρχικόν Σχέδιον του Κτίστου και τας πραγματικάς δυνατότητας τςη ανθρωπίνης φύσεως, ο Κτίσας αυτήν ή ημείς οι ίδιοι;».
Δια τούτο ο Λόγος, ο Οποίος προσέλαβε την ημετέραν φύσιν και εφανέρωσεν εν αυτή την τελειότητα, είπε:
«Θαρσείτε, Εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. ιστ’ 33).
«Ο νικών, δώσω αυτώ καθίσαι μετ’ Εμού εν τω θρόνω Μου, ως καγώ ενίκησα και εκάθισα μετά του Πατρός Μου εν τω θρόνω Αυτού» (Αποκ. γ’ 21).
Κατά τας μαρτυρίας των Πατέρων της Εκκλησίας, οι κληρονόμοι της Βασιλείας εισέρχονται εις την Θείαν Ζωήν, αύτη δε ούτε αρχήν ούτε τέλος έχει, ούσα εκτός χρόνου. Μη αρνούμενοι το ακατάληπτον του Θεού, ομιλούν περί συμμετοχής εις την Θεότητα εν τω μέλλοντι αιώνι, οπότε «το εκ μέρους καταργηθήσεται» (Α’ Κορ. ιγ’ 10), και βεβαιούν ότι είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον να φθάση εις την πληρότητα της τελειότητος. Τούτο σημαίνει ότι οι μετέχοντες εις την αιώνιον Ζωήν καθίστανται ωσαύτως αιώνιοι, ουχί μόνον υπό την έννοιαν της απεριορίστου παρατάσεως της ζωής αυτών, αλλά και υπό την έννοιαν ότι γίνονται άναρχοι[56]. Εν τούτοις, δεν πρέπει να εκλάβωμεν την άναρχον [//141] ταύτην ζωήν ως μεταμόρφωσιν της κτιστής φύσεως εις Θείαν Ουσίαν, αλλ’ ως κοινωνίαν μετά της αϊδίου Ενεργείας του Θεού, κοινωνίαν μη αίρουσαν το αδιάβατον σύνορον μεταξύ της Ουσίας του Κτίστου και της ουσίας του κτίσματος.
Ενώ οι Πατέρες ομολογούν το ακατάληπτον και το υπερβατικόν της Ουσίας, ο τρόπος δια του οποίου αντιλαμβάνονται την αιώνιον ζωήν των λογικών κτισμάτων και τον βαθμόν της θεώσεως αυτών δεν είναι πάντοτε ο αυτός. Τινές εξ αυτών αντιλαμβάνονται την μετοχήν εις την Βασιλείαν ως άπειρον άνοδον προς την απόλυτον Τελειότητα, άλλοι, αντιθέτως, περιγράφουν αυτήν ως «αιώνιον κατάπαυσιν». Οι τελευταίοι θεωρούν ότι πάσα ύπαρξις, η οποία έχει την ιδιότητα ενός «γίγνεσθαι», δεν είναι εισέτι η αυθεντική τελειότης.
Ο μέγας ασκητής και θεολόγος, Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ομιλεί ωσαύτως περί της υπερτάτης κλήσεως ημών: να φθάσωμεν το πλήρωμα της ηλικίας του Χριστού.
«Όσον ο άνθρωπος μένει εν τω παρόντι βίω, μόνον εν μέρει κατέχει την γνώσιν, την προφητείαν και τον αρραβώνα του Πνεύματος και ουχί εν πάση τη πληρότητι αυτών, έστω και αν έφθασεν εις την μεγαλυτέραν δυνατήν τελειότητα επί της γης και εν τη πράξει και εν τη θεωρία αυτού. Διότι απαιτείται εις αυτόν εισέτι, πέραν πάντων των αιώνων, να φθάση εις τον υπέρτατον σκοπόν, την παράστασιν ενώπιος Ενωπίω, όπου φανερούται, εις όσους είναι άξιοι, η Αλήθεια οποία είναι καθ’ εαυτήν. Ούτω δε, θα φέρη εν εαυτώ δια κοινωνίας, ουχί μέρος, αλλά το πλήρωμα της χάριτος. Διό και ο Απόστολος λέγει ότι πάντες οι σεσωσμένοι θα φθάσουν “εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού … [//142] εν Ώ εισι κεκρυμμένοι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως” και, δια της φανερώσεως ταύτης, “το εκ μέρους καταργηθήσεται” (Εφεσ. γ’ 13, Κολ. β’ 3 και Α’ Κορ. ιγ’ 10)»[57].
Εκ των Αγίων Πατέρων άλλοι μεν ομιλούν αρκούντως περί της δυνατότητος του ανθρώπου και της ανάγκης όπως επιτύχη την τελείαν γνώσιν του Θεού –και εις τούτο είναι πλήρως ενηρμονησμένοι προς το πνεύμα της Καινής Διαθήκης–, άλλοι δε υπογραμμίζουν μάλλον το ακατάληπτον και το απρόσιτον του Θεού. Εκ τούτου αι αντιλήψεις των τελευταίων περί «μυστικής θεολογίας» και «οράσεως του Θεού εν τω γνόφω». Εν τη Καινή Διαθήκη δεν απαντώμεν την έννοιαν του «γνόφου» εν σχέσει προς την Θεοφάνειαν και την γνώσιν του Θεού. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει εις ημάς: «Ο Θεός φως εστι και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστιν ουδεμία» (Α’ Ιωάν. α’ 5). Το σκότος επανεμφανίζεται εις την χριστιανικήν ορολογίαν κατά τον Δ’ αιώνα. Οι [//143] μεγάλοι Καππαδόκαι είχον καταφύγει εις τούτο, δια να αναιρέσουν τους παρανενοημένους ισχυρισμούς ενίων αιρετικών, οίτινες διεκήρυττον ότι εγνώριζον αυτήν ταύτην την Ουσίαν του Θεού. Εν τω αγώνι αυτών μετά των αιρετικών οι Πατέρες ούτοι, μεριμνώντες ίνα διασώσουν την λογικήν ενότητα των σχετικών προς το ακατάληπτον της Ουσίας επιχειρημάτων αυτών, ωνόμαζον αυτήν «θείον Γνόφον».
Ως ο Απόστολος Παύλος, θέλομεν να παραθέσωμεν «στερεάν τροφήν», αρμόζουσαν εις τους τελείους[58].
Ας ενθυμηθώμεν ότι ο Θεός, θέλων να καταδείξη εις τους κληρονόμους της επαγγελίας Αυτού το αναλλοίωτον του Σχεδίου Αυτού, εδεσμεύθη δι’ όρκου, ίνα ενθαρρυνθώμεν να αρπάσωμεν μετά δυνάμεως την ελπίδα η οποία προσεφέρθη εις ημάς. Εν αυτή έχομεν οιονεί μίαν άγκυραν της ψυχής ημών, βεβαίαν όσον και στερεάν, διεισδύοντες δια του καταπετάσματος εκεί όπου εισήλθε δι’ ημάς ως πρόδρομος ο Ιησούς, γενόμενος εις τον αιώνα Αρχιερεύς κατά την τάξιν Μελχισεδέκ.
Ο Αβραάμ επειδή δεν αμφέβαλλεν, ήτο μέγας κατά την δοθείσαν εις αυτόν υπό του Θεού επαγγελίαν, αλλ’ ο Μελχισεδέκ, όστις ήλθεν εις υπάντησιν αυτού [//144] και ηυλόγησεν αυτόν, ήτο μείζων αυτού. Ο Απόστολος λέγει περί αυτού: «Θεωρείτε δε πηλίκος ούτος, ώ και δεκάτην Αβραάμ έδωκεν εκ των ακροθινίων ο πατριάρχης … ούτος ο Μελχισεδέκ, βασιλεύς Σαλήμ, ιερεύς του Θεού του Υψίστου». Η Γραφή δεν ομιλεί περί του πατρός αυτού, ούτε περί της μητρός αυτού, ούτε περί της γενεαλογίας αυτού. Ο Απόστολος λέγει ότι ο Μελχισεδέκ, του οποίου το όνομα σημαίνει «βασιλεύς δικαιοσύνης», είναι επίσης βασιλεύς Σαλήμ, τουτέστι «βασιλεύς ειρήνης». Είναι απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος, αι ημέραι αυτού δεν έχουν αρχήν και η ζωή αυτού δεν έχει τέλος. Δυνάμενος να συγκριθή εις όλα τα σημεία προς τον Υιόν του Θεού, παραμένει ιερεύς εις τον αιώνα.
Οι λόγοι ούτοι, τους οποίους ηντλήσαμεν εκ της προς Εβραίους Επιστολής, θα επιτρέψουν εις ημάς να καθορίσωμεν ποίον είναι το νόημα της ζωής ημών, ποία είναι η κλήσις και ποίαι αι δυνατότητες ημών, ώστε να ενεργώμεν εν τω κόσμω τούτω κατά τρόπον αρμόζοντα εις λογικά όντα. Ο Απόστολος λέγει περί του Μελχισεδέκ ότι είναι απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος και άναρχος, ουχί διότι δήθεν δεν είχε πατέρα ούτε μητέρα ούτε γενεαλογίαν ούτε αρχήν, αλλά διότι ήτο εικών του μέλλοντος να έλθη Χριστού. Αι εκφράσεις όμως αύται έχουν και άλλον τι νόημα. Ο Άγιος Μάξιμος εν τοις Υπομνήμασιν αυτού λέγει ότι πας άνθρωπος δύναται να γίνη απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος ως ο Μελχισεδέκ. «Πας άνθρωπος όστις ενέκρωσε τα γήινα πάθη αυτού και έσβυσε τελείως εν εαυτώ ό,τι η Γραφή ονομάζει “σαρκικήν σοφίαν” και απέρριψε πάσαν αγάπην προς αυτήν, διότι αύτη μερίζει την προς μόνον τον Θεόν οφειλομένην αγάπην ημών και καθιστά αυτήν [//145] εστερημένην της πληρότητος αυτής, είς τοιούτος άνθρωπος λοιπόν δύναται να είπη μετά του Παύλου: “Τίς ημάς χωρίση από της αγάπης του Θεού (την Θείαν Χάριν);” … Γίνεται δε ούτος απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος, κατ’ εικόνα του Μεγάλου Μελχισεδέκ»[59].
Εν τω ανθρώπω τούτω η γνώσις τουτέστιν η γνώσις του Θεού, μεταβάλλεται εις ενέργειαν, και η ενέργεια αυτού είναι όλως διαπεποτισμένη εκ της γνώσεως του Θεού. Μόνον ο τοιούτος εύρε την οδόν της αληθινής γνώσεως. Όστις όμως δεν έχει εκ των δύο τούτων ει μη το έν –ή την μη εζωοποιημένην υπό της γνώσεως ενέργειαν ή την μη τεθείσαν εις πράξιν δια της ενεργείας γνώσιν–, ωκοδήμησεν είδωλον και δεν εύρε την αληθινήν οδόν. Ο Θεός είναι ο Πατήρ μόνον εκείνων, οι οποίοι μαρτυρούν δια της ιδίας ζωής την Άνωθεν γέννησιν αυτών. Διότι ο Θεός ουδόλως δοξάζεται δια λόγων μόνον.
Ο Άγιος Μάξιμος λέγει προσέτι περί του Μελχισεδέκ: «… Είναι απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος. Αι ημέραι αυτού δεν έχουν αρχήν και η ζωή αυτού δεν έχει τέλος. Τούτο δεν συμβαίνει κατά την κτιστήν φύσιν αυτού, ήτις έχει αρχήν και τέλος, αλλά κατά την [//146] Θείαν και άκτιστον χάριν, ήτις μένει αιωνίως υπεράνω πάσης φύσεως και πάσης διαρκείας … Ο θείος Μελχισεδέκ, αποβαλών εκ της θεωρίας αυτού παν ό,τι δεν είναι Θεός και παν ό,τι έχει τέλος ή όριον, και υψών την διάνοιαν αυτού προς το άναρχον και ατελεύτητον Φως του Θεού Πατρός, λαμβάνει παρ’ Αυτού δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος νέαν γέννησιν και φέρει εν εαυτώ πραγματικήν και πλήρη ομοίωσιν προς τον Θεόν. Πάσα γέννησις ταυτίζει το γεννώμενον προς τον γεννώντα, διότι “το γεγεννημένον εκ της σαρκός σαρξ εστι, και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος πνεύμα εστιν”»[60].
«Ούτως, όστις δεν φέρει εν εαυτώ πρόσκαιρον ζωήν, έχουσαν αρχήν και τέλος, αλλά μόνον την θείαν και αιωνίαν ζωήν του ενοικούντος εν αυτώ Λόγου, είναι και αυτός άναρχος και ατελεύτητος»[61].
Εάν λοιπόν τηρώμεν την εντολήν του Χριστού να [//147] αγαπώμεν τον Θεόν εξ όλης της καρδίας ημών, εξ όλης της διανοίας ημών και εξ όλης της ισχύος ημών, τότε η αγάπη αύτη ενοί τοσούτον στενώς τον νουν ημών μετά του Πρώτου Νοός του Επουρανίου Πατρός, ώστε ο νους ημών γίνεται και αυτός άνευ αρχής, εναγκαλιζόμενος άπασαν την κτίσιν, το σύμπαν όλον, εις μίαν μόναδικήν πράξιν άνευ εκτάσεως, άνευ διαρκείας και άνευ ορίων.
Δια της ενώσεως του πνεύματος ημών μετά του Θεού πραγματοποιείται εις το ακέραιον εν ημίν η περί ημών σκέψις του Κτίστου. Πραγματοποιείται τότε τοσούτον πλήρως, ώστε δεν υφίσταται πλέον εις την ζωήν ημών δυνατότης μη αναπτυχθείσα ήδη, δύναμις μη πραγματοποιηθείσα ήδη: Η ζωή ημών καθίσταται «καθαρά ενέργεια», καθ’ ομοίωσιν του Θεού. Και ως ο Θεός εισήλθε κατά την εβδόμην ημέραν εις την κατάπαυσιν Αυτού, φέρων εις πέρας πάντα τα έργα Αυτού, ομοίως, κατά την προς Εβραίους Επιστολήν, ο άνθρωπος, όστις θέλει να πραγματοποιήση την θείαν αυτού κλήσιν, οφείλει να φθάση εις την «ακινησίαν της θείας καταπαύσεως», ακινησίαν, βεβαίως, ουχί παθητικήν, νεκράν, αλλ’ αιωνίως ζώσαν. Ουδείς άνθρωπος, είναι αληθές, επιτυγχάνει την πλήρη πραγματοποίησιν της κλήσεως ταύτης εντός των ορίων της επιγείου ζωής. Ενταύθα ευρίσκεται η αρχή αυτής. Η κλήσις αύτη πραγματοποιείται εν τη πληρότητι αυτής μετά την έξοδον ημών εκ του κόσμου τούτου.
[//148] «Συνεπώς αδελφοί άγιοι, οι έχοντες μερίδα εις ουράνιον κλήσιν, κατανοήσατε τον Απόστολον και Αρχιερέα της πίστεως ημών Ιησούν. Ο Χριστός είναι ως είς Υιός επί κεφαλής του οίκου Αυτού και ο οίκος Αυτού είμεθα ημείς, αρκεί να τηρώμεν μετά σταθερότητος και έως τέλους αυτήν την εμπιστοσύνην και αυτήν την ελπίδα, ήτις είναι η δόξα ημών. Διό και το Άγιον Πνεύμα λέγει: “Σήμερον εάν της φωνής αυτού ακούσητε, μη σκληρύνητε τας καρδίας υμών ως εν τω παραπικρασμώ, κατά την ημέραν του πειρασμού εν τη ερήμω: Ουκ έγνωσαν τας οδούς μου, ως ώμοσα εν τη οργή μου, ει εισελεύσονται εις την κατάπαυσιν Μου”. Υμείς, λοιπόν, ενθαρρύνετε ο είς τον άλλον καθ’ ημέραν, όσον ισχύει το “σήμερον” τούτο, διότι κατέστημεν μέτοχοι του Χριστού. Κατά τίνων, λοιπόν, ο Θεός ωργίσθη και κατά τίνων ώμοσεν ότι δεν θα εισέλθουν εις την κατάπαυσιν Αυτού, ει μη κατ’ εκείνων οίτινες δεν είχον υπακούσει; Και όντως, βλέπομεν ότι δεν ηδυνήθησαν να εισέλθουν εις αυτήν εξ αιτίας της απιστίας αυτών. Ας φοβηθώμεν, λοιπόν, και ημείς όσον υπάρχει η υπόσχεσις της εισόδου εις την κατάπαυσιν Αυτού, μήπως δεν προφθάσωμεν αυτήν. Λέγεται εν τη Γραφή: “Κατέπαυσε τη ημέρα τη εβδόμη από πάντων των έργων Αυτού (ο Θεός)”. Ομοίως, όστις εισήλθεν εις την κατάπαυσιν αυτού και αυτός αναπαύεται από των έργων αυτού, ως ο Θεός από των ιδίων αυτού έργων. Ημείς έχοντες Αρχιερέα εισδύσαντα εις τους ουρανούς, τον Ιησούν, τον Υιόν του Θεού, ας προσερχώμεθα, λοιπόν, εις τον θρόνον της Χάριτος» (Εβρ. κεφ. 3 και 4 κ.α.)[62].
[//149] Η αυτή διδασκαλία, κατά την οποίαν η εσχάτη τελειότης του ανθρώπου δεν είναι μία αιωνία φορά προς το Θείον Άπειρον, αλλ’ η «κατάπαυσις», περί της οποίας ομιλεί ο Απόστολος Παύλος, εκτίθεται υπό του Αγίου Μαξίμου ουτωσί:
«Τινές ερωτούν: Ποία θα είναι η κατάστασις όσων είναι άξιοι της τελειότητος της Βασιλείας του Θεού; Θα υπάρχουν εκεί πρόοδος και αλλαγή (ατελεύτητοι) ή θα είναι μία στάσιμος κατάστασις (οπόθεν αποκλείεται πάσα αλλαγή); Πώς θα είναι τότε τα σώματα και αι ψυχαί και τί πρέπει να σκεφθώμεν εν προκειμένω; Στοχαζόμενοι επ’ αυτού, θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι εις την σωματικήν ζωήν η τροφή έχει διπλήν αποστολήν: Χρησιμεύει εις την ανάπτυξιν αλλά και την συντήρησιν των τρεφομένων. Όντως, τρεφόμεθα εν όψει της ολοκληρώσεως της σωματικής αναπτύξεως. Όταν όμως το σώμα παύση να αυξάνη, τότε δεν τρέφεται εν όψει της αναπτύξεως, αλλ’ εν όψει μόνης της συντηρήσεως αυτού. Ωσαύτως η τροφή της ψυχής έχει διπλούν λόγον υπάρξεως: Όσον προοδεύει η ψυχή, τρέφεται δια των αρετών και δια των θεωριών, έως ότου φθάση “εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού”, υπερβάσα πάσας τας κτιστάς πραγματικότητας. Όταν φθάση εις εκείνο το μέτρον δια των οδών τούτων, λαμβάνει πλέον, δι’ αμέσου τρόπου, άφθαρτον τροφήν υπερβάλλουσαν πάντα νουν: Και εξ αιτίας τούτου … ίσως είναι πέραν πάσης αναπτύξεως. Λαμβάνει τότε την τροφήν ταύτην μόνον προς συντήρησιν της παραχωρηθείσης εις αυτήν τελειότητος και προς φανέρωσιν της απείρου αίγλης της τροφής ταύτης. Λαμβάνουσα δι’ αυτής την αιωνίαν μακαριότητα, θεούται δια της Θείας Χάριτος»[63].
[//150] Εν τω Θεώ οι Άγιοι καθίστανται, κατά το υπόδειγμα του Χριστού, πανταχού παρόντες, παντοδύναμοι, παντογνώσται. Εν τω Θεώ ο άνθρωπος είναι θεός και μετέχει εις παν ό,τι ο Θεός ενεργεί. Ζη την αυτήν Ζωήν μετά του Θεού, καθίσταται τέλειος ως Αυτός ο Θεός.
«Νυν τέκνα Θεού εσμεν και ούπω εφανερώθη τί εσόμεθα. Οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι Αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα Αυτόν καθώς εστιν» (Α’ Ιωάν. γ’ 2-3).
Ο άνθρωπος δεν δύναται να μένη αιωνίως μετά του Θεού, εάν δεν είναι όμοιος μετ’ Αυτού κατά πάντα. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος διεκήρυξε πολλάκις την αλήθειαν ταύτην. Λέγει εις τον 44ον Ύμνον.
[//151] «… το Θείον Πνεύμα, όν άφθαρτον και αθάνατον, παρέχει εις τους Αγίους την αφθαρσίαν και την αθανασίαν. Όν Φως απρόσιτον, καθιστά φως πάντας εν οίς ενοικεί. Όν της αυτής φύσεως μετά του Χριστού, της αυτής ουσίας, καθιστά αυτούς τελείως ομοίους προς Αυτό. Ο Κύριος δε ουδόλως ζηλοί τους θνητούς, δια το είναι ίσους προς Αυτόν δια της Θείας Χάριτος ούτε απαξιοί τους δούλους Αυτού να γίνουν όμοιοι προς Αυτόν, αλλά παρηγορείται και αγάλλεται, όταν βλέπη ημάς, τους γεννηθέντας ανθρώπους, να είμεθα δια της Χάριτος τοιούτοι ως είναι Ούτος κατά την φύσιν. Είναι τοσούτον γενναιόδωρος, ώστε θέλει και ημείς ωσαύτως να είμεθα όπως είναι Αυτός· Διότι, εάν δεν ήμεθα τοιούτοι, εάν δεν ήμεθα απολύτως όμοιοι Αυτού, πώς θα ηδυνάμεθα να μένωμεν εν Αυτώ, ως είπεν; Όθεν, γνωρίζοντες ταύτα, σπεύσατε να δεχθήτε το Πνεύμα του Θεού, δια να καταστήση υμάς, ως ο λόγος Ούτος δεικνύει τούτο, ουρανίους και θείους»[64].
Ομολογούντες την θέωσιν της ανθρωπίνης φύσεως δια της σαρκώσεως του Λόγου, δεν πρέπει να παραθεωρώμεν ότι εν τη περιπτώσει του Χριστού πρόκειται περί της υποστατικής θεώσεως. Τίθεται τότε το ερώτημα: [//152] Πώς η πεπτωκυία φύσις του αμαρτωλού ανθρώπου θα ήτο δυνατόν να φθάση εις το πλήρωμα της ηλικίας του εξ ουρανού καταβάντος και του Οποίου η ανθρωπίνη φύσις ήτο εκτός πάσης αμαρτίας; Δεν υπάρχει εν τούτω ριζική διαφορά μεταξύ του Χριστού και των άλλων ανθρώπων;
Δεν πρέπει να διαφεύγη ημών ότι η θέωσις της ανθρωπίνης φύσεως δια του γεγονότος της Ενανθρωπήσεως δεν αποκλείει την ύπαρξιν της «ενεργητικής» απόψεως*(moment) εν τη θεώσει της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Η Δευτέρα αύτη άποψις*(moment) είναι ιδιαιτέρως σπουδαία, διότι αποδεικνύει ότι το παράδειγμα του Χριστού είναι «πραγματοποιήσιμον» και ότι, κατά συνέπειαν, είναι «υποχρεωτικόν» δια πάντας τους ανθρώπους. Εάν εν τη περί Χριστού-Ανθρώπου αντιλήψει ημών εξαίρωμεν την «ριζικήν διαφοράν» μεταξύ Αυτού και ημών, αλλοιούμεν ούτως όλην την ανθρωπολογίαν ημών. Εν τη Σαρκώσει η κένωσις του Χριστού θέτει ημάς ενώπιον ενός εκπληκτικού γεγονότος: Αφ’ ενός, [//153] από της στιγμής καθ’ ήν προσέλαβε την φύσιν ημών, η θέωσις αυτής της τελευταίας είχεν ήδη επιτελεσθή, ως λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός· αφ’ ετέρου, πολλά χωρία της Γραφής δεικνύουν εις ημάς ότι ο Χριστός-Άνθρωπος απέφευγε παν ό,τι παρουσιάζει τον χαρακτήρα της «αυτοθεώσεως». Όντως, βλέπομεν ότι εις την Σάρκωσιν ενεργεί το Άγιον Πνεύμα: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε … διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται Υιός Θεού» (Λουκ. α’ 35). Το Άγιον Πνεύμα καταβαίνει επί τον Χριστόν κατά την Βάπτισιν Αυτού (βλ. Ματθ. γ’ 15). Ομιλούσα περί της Αναστάσεως η Γραφή λέγει: «Θεόν τον εγείραντα Αυτόν εκ νεκρών και δόξαν Αυτώ δόντα» (Α’ Πέτρ. α’ 21). Τέλος ο Ίδιος ο Χριστός λέγει: «Εάν Εγώ μαρτυρώ περί Εμαυτού, η μαρτυρία Μου ουκ έστιν αληθής. Άλλος εστίν ο μαρτυρών περί Εμού» (Ιωάν. ε’ 31-32). Η αυτή «άποψις» αντικατοπτρίζεται εις την λειτουργικήν ημών πράξιν. Δεν θεωρούνται καθαγιαστικοί αυτοί ούτοι οι λόγοι του Χριστού, «λάβετε φάγετε, τούτο εστι το σώμα Μου», διότι τούτο θα είχε τον χαρακτήρα «αυτοθεώσεως», αλλ’ οι λόγοι ούτοι συνοδεύονται υπό της επικλήσεως, δια της οποίας ζητούμεν παρά του Πατρός να στείλη το Πνεύμα το Άγιον, δυνάμει του Οποίου πραγματοποιείται η μεταβολή του άρτου και του οίνου εις Σώμα και Αίμα Χριστού.
Ο Χριστός, Όστις υπήρξε κατά πάντα όμοιος προς ημάς (βλ. Εβρ. β’ 17), υπεγράμμιζεν ο ίδιος μετ’ επιμονής την ανθρωπότητα Αυτού και ηρέσκετο να καλήται Υιός του Ανθρώπου. Προκύπτει σαφώς εκ των συμφραζομένων του Ευαγγελίου ότι ο Χριστός δεν εχρησιμοποίει τον προσδιορισμόν αυτόν ως ίδιον Όνομα Αυτού [//154] αλλ’ ως κοινόν τι όνομα δι’ όλους τους ανθρώπους. Εάν δεν είχε ούτω το πράγμα, ο καθείς θα ηδύνατο να σκεφθή κατά την Εσχάτην Κρίσιν: «Πώς δύνασαι να κρίνης εμέ; Μία κρίσις δύναται να είναι δικαία, εάν αι συνθήκαι υπάρξεως του κριτού και του κρινομένου δεν είναι όμοιαι; Είμαι αδύνατος εις την φύσιν και μικρός. Εκάστην στιγμήν η απειλή του θανάτου βαρύνει επ’ εμέ, ενώ η δύναμις Σου είναι άπειρος και Συ αμέτρως μέγας. Ούτως η Κρίσις Σου είναι κρίσις άδικος».
Η δυνατότης όμως μιας τοιαύτης στάσεως έχει αφαιρεθή αφ’ ημών, διότι δεν θα κρίνη ημάς ο Θεός, αλλ’ είς άνθρωπος. Ο Θεός «Πατήρ κρίνει ουδένα, αλλά την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω Υιώ … και εξουσίαν έδωκεν Αυτώ και κρίσιν ποιείν, ότι Υιός ανθρώπου εστίν» (Ιωάν. ε’ 22 και 27). Ο Υιός ούτος του ανθρώπου, Όστις είναι όμοιος προς εμέ κατά πάντα, διήλθε την επίγειον ζωήν Αυτού κατά τρόπον, ώστε ουδείς άλλος άνθρωπος εν όλη τη ιστορία του ανθρωπίνου γένους θα δυνηθή να αποκριθή εις Αυτόν ότι Αυτός, ο Χριστός, έζησεν υπό καλυτέρας συνθήκας ή ο ίδιος.
Ούτως, ουδείς εξ ημών διαθέτει ικανούς λόγους δια να «δικαιολογηθή», προφασιζόμενος την αδυναμίαν της φύσεως ημών. Η εντολή του Χριστού, «έσεσθε τέλειοι ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστι» (Ματθ. ε’ 48), πρέπει να ερμηνευθή ουχί σχετικώς, ως ένδειξις «τάσεως» τινος αιωνίου, αλλά υπό βαθυτέραν οντολογικήν έννοιαν, ως η μαρτυρία της δυνατότητος να καταστήσωμεν πραγματικότητα την προσπάθειαν ταύτην κατά το παράδειγμα του Χριστού-Ανθρώπου, Όστις εξεπλήρωσε την εντολήν ταύτην, «Εγώ τας εντολάς του Πατρός Μου τετήρηκα» (Ιωάν. ιε’ 10), και εκάθισεν εν δεξιά του Πατρός, όπερ, εις την [//155] γλώσσαν της Γραφής δηλοί την ισότητα.
Η συνήθεια καθιστά ημάς απροσέκτους και σχεδόν αναισθήτους εις τους λόγους της Αγίας Γραφής και καθιστά ημάς ανικάνους να βλέπωμεν τας πραγματικάς αυτών διαστάσεις. Αι ουσιώδεις θέσεις*(moment) της Θείας Αποκαλύψεως διέρχονται συχνάκις απαρατήρητοι, καίτοι αποτελούν όντως την απάντησιν εις τους βαθυτέρους πόθους ημών, διότι είναι αι πλέον σύμφυτοι προς την ανθρωπίνην ύπαρξιν.
Ίσως τα κείμενα της Αγίας Γραφής και τα έργα των Πατέρων, τα οποία εμνημονεύσαμεν και τα οποία ομιλούν περί της ταυτότητος και της ισότητος του ανθρώπου προς τον Θεόν, ταράσσουν την συνείδησιν πολλών χριστιανών. Αλλά, δια να είπωμεν την αλήθειαν, η ταραχή αύτη δεν είναι ει μη η ένδειξις ότι ούτοι, εν τη «ψυχολογική» αυτών αντιλήψει περί ταπεινοφροσύνης, δεν έχουν συλλάβει το αληθές περιεχόμενον της Αποκαλύψεως. Κατ’ αυτήν, η διαφορά μεταξύ Θεού και ανθρώπου δεν θα υφίσταται εις τον αιώνα, ει μη εν αναφορά προς την Ουσίαν και ουδόλως προς την δόξαν και το περιεχόμενον της Θείας ζωής.
Όταν μειώσωμεν τας διαστάσεις της Θείας Αποκαλύψεως περί του ανθρωπίνου είναι, αποκλείομεν την δυνατότητα να φθάσωμεν την αληθινήν μετάνοιαν. Εκλαμβάνοντες εαυτούς μόνον ως ασθενή όντα οι άνθρωποι επιτρέπουν και συγχωρούν εις εαυτούς πλήθος παραβάσεων. Θεωρούντες εαυτούς ως όντα κατώτερα του Χριστού –τούτο δε ας μη φανή παράδοξον– αρνούνται οι άνθρωποι εν τη πραγματικότητι να ακολουθήσουν Αυτόν εις τον Γολγοθάν. Η υποτίμησις εν τη [//156] συνειδήσει ημών του Σχεδίου του Δημιουργού περί του ανθρώπου δεν είναι απόδειξις ταπεινοφροσύνης, αλλά πλάνη και μάλιστα αμαρτία μεγάλη. Πρέπει να έχωμεν το θάρρος να φθάσωμεν εις το περιεχόμενον της θείας Αποκαλύψεως «ανακεκαλυμμένω προσώπω» και, «την δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι, την αυτήν εικόνα μεταμορφούσθαι από δόξης εις δόξαν καθάπερ από Κυρίου Πνεύματος» (Β’ Κορ. γ’ 18).
Εάν επί του ασκητικού επιπέδου η ταπεινοφροσύνη συνίσταται εις το να θεωρή τις εαυτόν ως χείριστον πάντων, επί του θεολογικού επιπέδου η θεία ταπεινοφροσύνη είναι η αγάπη, η οποία δίδεται ανεπιφυλάκτως εξ ολοκλήρου. Η πρώτη ενέχει στοιχείον συγκρίσεως, τουτέστιν είναι εισέτι σχετική. Η δευτέρα είναι εκτός πάσης συγκρίσεως, άρα είναι απόλυτος. Την τελευταίαν ταύτην εντέλλεται εις ημάς ο Χριστός να μάθωμεν απ’ Αυτού, όταν λέγη: «Μάθετε απ’ Εμού, ότι πράός ειμι και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια’ 29).
Η επί τοσούτους αιώνας πείρα της εν Χριστώ ζωής αποδεικνύει ότι ο Θεός συμπεριφέρεται προς ημάς ως προς ίσους Αυτού, μη επιτρέπων ποτέ εις Εαυτόν να επιβληθή δια της βίας. Ο Χριστός λέγει: «Όπου ειμί Εγώ, εκεί και ο διάκονος ο Εμός έσται», αλλά τούτο είναι αληθές, όταν ο διάκονος ακολουθή Αυτόν έως τέλους, «αίρων τον σταυρόν αυτού». Εάν αντιλαμβανώμεθα την σωτηρίαν ως θέωσιν, δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγη ημών ότι η θέωσις εξαρτάται εκ της συμπεριφοράς ημών επί της γης. Και εάν αύτη δεν είναι ομοία προς την του Χριστού, πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να γίνη όμοιος προς τον Χριστόν εις την αιωνιότητα, απλώς μεταβαίνων δια του θανάτου εις το υπερπέραν;
Κατά την διδασκαλίαν των Πατέρων ο άνθρωπος [//157] ακριβώς κατά το μέτρον της ομοιώσεως αυτού προς τον «εν σαρκί φανέντα Θεόν» καθίσταται όμοιος προς τον Θεόν εν τω αιωνίω είναι Αυτού.
Πλέον ή άπαξ εν τω Ευαγγελίω ακούομεν την μαρτυρίαν του Πατρός περί του Χριστού ως του αγαπητού Υιού Αυτού. Αλλ’ ιδού, ο Χριστός λέγει ότι πάντες οι ποιούντες το θέλημα του Πατρός αγαπώνται υπό του Πατρός όσον και Αυτός:
«Ου περί τούτων δε (των Αποστόλων) ερωτώ μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων δια του λόγου αυτών εις Εμέ … Και Εγώ την δόξαν ήν δέδωκας Μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα γινώσκη ο κόσμος … ότι ηγάπησας αυτούς καθώς Εμέ ηγάπησας. Πάτερ, ούς δέδωκας Μοι, θέλω ίνα όπου ειμί Εγώ κακείνοι ώσι μετ’ Εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την Εμήν … Και εγνώρισα αυτοίς το Όνομα Σου και γνωρίσω, ίνα η αγάπη ήν ηγάπησας Με εν αυτοίς ή, καγώ εν αυτοίς» (Ιωάν. ιζ’ 20-26).
Ο Απόστολος Φίλιππος είπεν εις τον Χριστόν: «Δείξον ημίν τον Πατέρα …». Και ο Κύριος απήντησεν εις αυτόν: «Ο εωρακώς Εμέ εώρακε τον Πατέρα» (Ιωάν. ιδ’ 9). Αλλά εκ του ειρμού των λόγων και ερειδόμενοι επί άλλων χωρίων της Γραφής δυνάμεθα ασφαλώς να συμπεράνωμεν ότι όστις είδε τον Χριστόν είδε και εαυτόν οποίος πρέπει να είναι συμφώνως προς το αιώνιον Σχέδιον του Πατρός, «καθώς εξελέξατο ημάς εν Αυτώ προ καταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους κατενώπιον Αυτού, εν αγάπη, προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού εις Αυτόν, κατά την ευδοκίαν του θελήματος Αυτού, εις έπαινον δόξης της χάριτος Αυτού, εν ή εχαρίτωσεν ημάς εν τω Ηγαπημένω» (Εφεσ. α’ 4-6).



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.