ΙV. Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ
(Η Ορθόδοξος Τριαδολογία ως αρχή της Εκκλησιολογίας)
«… ίνα ώσιν έν καθώς ημείς έν εσμεν»
(Ιωάν. ιζ’ 22)
[//108]
[//109]
Α’ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ
Δέκα εννέα αιώνες παρήλθον, αφ’ ότου ο Απόστολος Παύλος διερχόμενος την πόλιν των Αθηνών και θεωρών τα ιερά αυτής μνημεία ανεκάλυψε βωμόν φέροντα την επιγραφήν: «αγνώστω Θεώ» (Πράξ. ιζ’ 23).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο βωμός ούτος ανηγέρθη υπό των καλυτέρων εκπροσώπων της ανθρωπίνης σκέψεως, υπό σοφών οι οποίοι έφθασαν τα ύψιστα όρια της γνώσεως. Τα όρια ταύτα παραμένουν απαραβίαστα έως των ημερών ημών δια την φυσικήν νόησιν του ανθρώπου, διότι δεν είναι δυνατόν να φθάση τις εις την γνώσιν του Θεού μέσω της ορθολογιστικής σκέψεως.
Είναι αληθές ότι η κτιστή φύσις του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Δημιουργού Θεού πλασθέντος ανθρώπου ενέχει ουχί μόνον την δυνατότητα να δεχθή την Θείαν Αποκάλυψιν, αλλά και την ικανότητα να αντιληφθή κατά τινα τρόπον το Θείον Όν. Πάντως αι ανθρώπιναι έννοιαι δεν οδηγούν εις την αληθινήν γνώσιν του Θείου Μυστηρίου.
Ο Θεός δεν γνωρίζει ούτε ζηλοτυπίαν ούτε φιλαυτίαν ούτε φιλοδοξίαν. Το Πνεύμα του Θεού παρακολουθεί τον άνθρωπον ταπεινώς και υπομονητικώς εις πάσας τας οδούς της ζωής αυτού, δια να γνωρισθή εις αυτόν, και ούτω να καταστήση αυτόν μέτοχον της Θείας Αυτού αιωνιότητος (βλ. Πράξ. ι’ 34-35). Διο και εις [//110] εκάστην εποχήν ο άνθρωπος ηδυνήθη να φθάση, εν τινι μέτρω, εις την γνώσιν του αληθινού Θεού. Εν τούτοις ήτο απολύτως απαραίτητον να αποκαλύψη Αυτός Ούτος ο Θεός εις τον άνθρωπον την Εικόνα του Είναι Αυτού υπό μορφήν προσιτήν εις αυτόν. Εκτός του ελθόντος εν σαρκί Χριστού ουδεμία φιλοσοφική εμπειρία, μυστική ή πνευματική, επιτρέπει εις τον άνθρωπον να γνωρίση το Θείον Όν ως Πραγματικότητα μίαν, απόλυτον και ακατάληπτον εν Τρισίν Υποστάσεσιν, αι Οποίαι είναι απόλυτοι, αναλλοίωτοι και ασύλληπτοι, τουτέστιν ως Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον.
Εν τη ιστορία της Θείας οικονομίας της σωτηρίας ημών υπάρχουν ωρισμέναι «στιγμαί*»[51], τας οποίας η Εκκλησία θεωρεί ιδιαιτέρως σπουδαίας, και την μνήμην των οποίων προβάλλει καθ’ έκαστον έτος δια των Εορτών. Η χρονολογική σειρά των γεγονότων τούτων είναι η εξής: Ο Ευαγγελισμός, Η Γέννησις, τα Θεοφάνεια (Βάπτισις του Χριστού), η Μεταμόρφωσις, τα Πάθη, η Ανάστασις, η Ανάληψις και η Κάθοδος του Αγίου Πνεύματος. Εκάστη των «στιγμών*» τούτων της Αποκαλύψεως του Θεού εις τον άνθρωπον συνδέεται οργανικώς και αδιασπάστως μετά πάντων των άλλων. Εν τούτοις η ημέρα της Πεντηκοστής, καθ’ ήν εορτάζομεν την κάθοδον του Αγίου Πνεύματος, σηματοδοτεί την πλήρωσιν της Αποκαλύψεως του Παντοδυνάμου Θεού και Κτίστου των πάντων.
[//111] Ουδόλως αγνοούμεν ότι η Καινοδιαθηκική Αποκάλυψις είχεν ως πρόδρομον την Αποκάλυψιν της Παλαιάς Διαθήκης. Όταν ο χριστιανός βυθίζηται εις τον ιερόν στοχασμόν των δεδομένων της βιβλικής Αποκαλύψεως, ακούει ήδη εκ των πρώτων κεφαλαίων της Γενέσεως οικείους λόγους περί του Ενός και Τριαδικού Θεού: «Και είπεν ο Θεός· ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημερέραν και καθ’ ομοίωσιν». Και έτι: «Και είπεν ο Θεός· ιδού Αδάμ γέγονεν ως είς εξ ημών» (Γέν. α’ 26, γ’ 22).
Αξιοπαρατήρητος ωσαύτως είναι η εμφάνισις του Θεού εις τον Αβραάμ υπό την μορφήν τριών ανθρώπων, εις τους οποίους ούτος απευθύνεται ως προς έν Όν: «Αναβλέψας δε τοις οφθαλμοίς αυτού είδε, και ιδού τρεις άνδρες ειστήκεισαν επάνω αυτού … Και είπε· Κύριε, ει άρα εύρον χάριν εναντίον Σου, μη παρέλθης τον παίδα Σου» (Γέν. ιη’ 2-3).
Η Παλαιά Διαθήκη, ως παρατηρούμεν εις τους Ψαλμούς και τους Προφήτας, εγνώριζε τον Θείον Λόγον και το Πνεύμα του Θεού: «Τω Λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω Πνεύματι του στόματος Αυτού πάσα η δύναμις αυτών» (Ψαλμ. λβ’ 6 κ.α.). Ενταύθα όμως δεν ευρίσκομεν την γνώσιν του Θείου Λόγου και του Θείου Πνεύματος ως Υποστάσεων. Ταύτα ενθεωρούνται ως Ενέργειαι. Ο κόσμος της Παλαιάς Διαθήκης ήτο στενώς εγκεκλεισμένος εντός των ορίων του ενός Θεού, νοουμένου υπό την έννοιαν ουχί του χριστιανικού μονοθεϊσμού, αλλά του εξωχριστιανικού ενοθεϊσμού, δηλαδή του Θεού εν μιά Υποστάσει. Θα ήτο δυνατόν να διερωτηθώμεν εάν η έλξις, την οποίαν ήσκει επί των Ιουδαίων της Παλαιάς Διαθήκης ο ειδωλολατρικός πολυθεϊσμός, δεν θα εξηγείτο δια της συνειδήσεως [//112] της στενότητος του ενοθεϊσμού την οποίαν είχον. Αλλ’ η οδός αύτη ήτο εις αυτούς απηγορευμένη υπό του Νόμου και των Προφητών. Ο Μωϋσής, εις τον οποίον ο Θεός απεκαλύφθη ως Υπόστασις, «Εγώ ειμι ο Ών» (Έξ. γ’ 14), είχεν ο ίδιος συνείδησιν του ατελούς χαρακτήρος της αποκαλύψεως, την οποίαν έλαβε. Διό διεκήρυξεν ότι ο Θεός θα ήγειρε Προφήτην εκ του λαού και ότι Αυτόν θα έπρεπε να ακούουν εις παν ό,τι θα έλεγε (βλ. Ιωάν. α’ 46, Πράξ. γ’ 22, Δευτ. ιη’ 15). Ούτως οι Ιουδαίοι ανέμενον τον Μεσσίαν-Εμμανουήλ, τον υπεσχημένον και μέλλοντα να αποκαλύψη εις αυτούς πάσαν την περί Θεού αλήθειαν (βλ. Ιωάν. δ’ 25).
Εάν ήδη στραφώμεν προς το μέρος της προ Χριστού ανθρωπότητος, η οποία είχε παραμείνει ξένη προς την Αποκάλυψιν της Παλαιάς Διαθήκης, θα ίδωμεν και εκεί ωσαύτως –παρά τας πλείστας πλάνας και εάν κρατήσωμεν μόνον ό,τι είναι τελειότερον– αξιοσημειώτους προσεγγίσεις εις την γνώσιν της Αληθείας. Ως προς τούτο, είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσωμεν ότι, όταν ο άνθρωπος επιδιώκη να φθάση δια της ιδίας αυτού διανοίας εις την γνώσιν της αιωνίου Αληθείας, καταλήγει σχεδόν μοιραίως εις την έννοιαν ενός «μεταφυσικού» Απολύτου, έννοιαν συμφώνως προς την οποίαν η αρχή της Υποστάσεως είναι περιοριστική, είναι φανέρωσις του κεκρυμμένου Θεού, του «Deus absconditus». Η τάσις αύτη προέρχεται, νομίζομεν, εκ του ότι η ορθολογιστική νόησις είναι απρόσωπος εν τη ιδία αυτής πράξει. Εγκαταλελειμμένη εις εαυτήν και ενεργούσα συμφώνως προς τους ιδίους αυτής νόμους, προσπαθεί να «υπερκεράση» την αρχήν του προσώπου εν τω Όντι, και επί του Θείου επιπέδου και επί του ανθρωπίνου, ενώ δια την χριστιανόν η Υπόστασις εν τω [//113] Θείω Όντι δεν είναι αρχή περιοριστική, αλλά το Αυτό-Όν, Αυτό τούτο το Απόλυτον.
Όταν, εξ άλλου, δια μιας βαθείας πνευματικής εμπειρίας, πρυτανεύη εις τον άνθρωπον η συνείδησις ότι η αρχή του προσώπου νομοθετεί όλην την διανοητικήν ύπαρξιν αυτού, τότε αναγνωρίζει ούτος ότι το μεμονωμένως ληφθέν πρόσωπον δεν δύναται να αρκέση εις εαυτό (βλ. Γέν. α’ 18) και θα στραφή προς ένα πλουραλισμόν επί του ανθρωπίνου επιπέδου, όστις καταλήγει φυσικώς να αντανακλάται επί του Θείου επιπέδου υπό την «πολυθεϊστικήν» μορφήν. Υπό την σχέσιν ταύτην είναι σημαντικόν ότι ο «μεταφυσικός» μονισμός αφ’ ενός και ο «ειδωλολατρικός» πλουραλισμός αφ’ ετέρου δεν έχουν απομακρυνθή υπό του ανθρώπου μέχρι των ημερών ημών.
Η μεταφυσική έννοια του Όντος είναι ανωτέρα πάσης μορφής πλουραλισμού, καθ’ όσον διαβλέπει πραγματικώς εις την αρχικήν και πρωτογενή Ενότητα. Το πλεονέκτημα του πλουραλισμού υπό την καλυτέραν αυτού άποψιν έγκειται εις την αντίληψιν της «υποστάσεως» ως της βαθυτέρας οντολογικής αρχής εις παν πνευματικόν ον, και της ιδιότητος της σκέψεως και της διανοίας ως μιας των ενεργειών, μιας των φανερώσεων της προσωπικής ταύτης αρχής.
Ούτως η εμπειρία του προχριστιανικού κόσμου, μετέχοντος ή μη εις την Αποκάλυψιν της Παλαιάς Διαθήκης, διδάσκει ημάς σαφώς ότι ο άνθρωπος απόλλυται εις τας αβεβαιότητας αυτού και είναι ανίκανος να οδηγηθή εις την αληθινήν γνώσιν του Θεού. Η γνώσις αύτη εδόθη εις την ανθρωπότητα δια της Θείας εν Χριστώ Ιησού Αποκαλύψεως και δια της Καθόδου του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέραν της Πεντηκοστής.
[//114] Αλλά ποία είναι η γνώσις αύτη του μυστηρίου του Θείου Όντος, η οποιά εδόθη εις ημάς δια της Αποκαλύψεως ταύτης; Δυνάμεθα να εκφράσωμεν αυτήν δια λόγων; Και εάν ναι, πού ευρίσκονται οι λόγοι ούτοι; Η Εκκλησία του Χριστού διατηρεί τους λόγους αυτούς και διδάσκει ημάς ότι ο αληθινός Θεός είναι ο Είς εν Τρισίν Υποστάσεσι Θεός. Ομιλεί εις ημάς περί του Θείου Όντος ως περί μιας Τριαδικής ενότητος, αδιαιρέτου και ασυγχύτου, ως περί της ομοουσίου Τριάδος. Αναφέρομεν ενταύθα μίαν εκ των τελειοτέρων εκφράσεων της διδασκαλίας ταύτης, γνωστήν υπό το όνομα «Σύμβολον-Ομολογία του εν Αγίοις Πατρός ημών Αθανασίου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας»[52].
«Όστις βούλεται σωθήναι, προ παντός χρη αυτώ την καθολικήν κρατήσαι πίστιν, ήν ει μη τις σώαν και άμωμον τηρήσειεν, άνευ δισταγμού εις τον αιώνα απολείται. Πίστις δε καθολική αύτη εστίν, ίνα ένα Θεόν εν Τριάδι, και Τριάδα εν μονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τας υποστάσεις, μήτε την ουσίαν μερίζοντες. Άλλη γαρ εστιν η του Πατρός υπόστασις, άλλη του Υιού και άλλη του Αγίου Πνεύματος· αλλά Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος μία εστι θεότης, ίση δόξα, συναΐδιος η μεγαλειότης. Οίος ο Πατήρ, τοιούτος και ο Υιός, τοιούτον και το Πνεύμα το άγιον. Άκτιστος ο Πατήρ, άκτιστος ο Υιός, άκτιστον και το Άγιον Πνεύμα. Ακατάληπτος ο Πατήρ, ακατάληπτος ο Υιός, ακατάληπτον και το Άγιον Πνεύμα. Αιώνιος ο Πατήρ, αιώνιος [//115] ο Υιός, αιώνιον και το Άγιον Πνεύμα· πλην ου τρεις αιώνιοι, αλλ’ είς αιώνιος· ώσπερ ουδέ τρεις άκτιστοι, ουδέ τρεις ακατάληπτοι, αλλ’ είς άκτιστος, και είς μόνος ακατάληπτος. Ομοίως, Παντοκράτωρ ο Πατήρ, Παντοκράτωρ ο Υιός, Παντοκράτωρ και το Πνεύμα το Άγιον. Πλην ου τρεις παντοκράτορες, αλλ’ είς Παντοκράτωρ.
»Ούτω, Θεός ο Πατήρ, Θεός ο Υιός, Θεός και το Πνεύμα το Άγιον. Πλην ου τρεις θεοί, αλλ’ είς Θεός. Ωσαύτως Κύριος ο Πατήρ, Κύριος ο Υιός, Κύριον και το Πνεύμα το Άγιον· πλην ου τρεις Κύριοι, αλλ’ είς εστι Κύριος. Ότι ώσπερ μοναδικώς εκάστην υπόστασιν Θεόν και Κύριον ομολογείν χριστιανική αληθεία αναγκαζόμεθα, ούτω τρεις Θεούς ή τρεις Κυρίους λέγειν καθολική ευσεβεία κωλυόμεθα. Ο Πατήρ υπό ουδενός εστι πεποιημένος, ούτε δεδημιουργημένος, ούτε γεγεννημένος. Ο Υιός από μόνου του Πατρός εστιν, ου πεποιημένος, ουδέ δεδημιουργημένος, αλλά γεγεννημένος. Το Πνεύμα το άγιον από του Πατρός, ου πεποιημένον, ουδέ δεδημιουργημένον ούτε γεγεννημένον, αλλ’ εκπορευτόν υπ’ Αυτού. Είς ουν εστι Πατήρ, ου τρεις Πατέρες· είς Υιός, ου τρεις Υιοί· έν Πνεύμα άγιον, ου τρία Πνεύματα άγια. Και εν ταύτη τη Τριάδι ουδέν πρώτον ή ύστερον, ουδέν μείζον ή έλαττον· αλλ’ όμως αι τρεις υποστάσεις συνδιαιωνίζουσαι εαυταίς εισι και ίσοι. Ώστε κατά πάντα, ως είρηται, και Τριας εν μονάδι, και μονάς εν Τριάδι λατρεύεται. Ο θέλων ουν σωθήναι, ούτω περί της Αγίας Τριάδος φρονείτω».
Η Αποκάλυψις αύτη του Τριαδικού Θεού είναι πηγή ακένωτος σοφίας, χαράς και φωτός δια πάντα πιστόν. Φωτίζει πάσας τας εκδηλώσεις της ανθρωπίνης ζωής, λύει πάσας τας αμφιβολίας της διανοίας και της [//116] καρδίας, μεταφέρει ημάς εις το άπειρον της αιωνίου Ζωής. Αλλ’ όταν η διάνοια ημών αποσπάται εκ της καρδίας και της πίστεως και διατείνεται ότι προσεγγίζη την Αποκάλυψιν δια των ανηκόντων εις το λογικόν νόμων, τότε η Αποκάλυψις αύτη παρουσιάζεται εις αυτήν ως σειρά τις αλύτων προβλημάτων.
Δεν δυνάμεθα να φαντασθώμεν εν προσωπικόν Όν, το οποίον να είναι εξ αρχής τελεία Ύπαρξις και αιωνίως πεπραγματοποιημένη πραγματικότης, άνευ παρουσίας εις Αυτό της σκιάς ενός γίγνεσθαι, ήτοι έν Όν, εις την ύπαρξιν του οποίου η προσωπική αυτοσυνειδησία να μη προηγήται της υπάρξεως του απολύτου αυτοπροσδιορισμού και εις το οποίον η τελευταία αύτη να προηγήται της πράξεως της πλήρους αυτογνωσίας.
Δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν τοιούτον Όν, το οποίον, ενώ θα είναι απολύτως ελεύθερον εις τον αυτοπροσδιορισμόν αυτού, και συνεχώς ανεξάρτητον παντός προγενεστέρου γεγονότος, εν τούτοις δεν θα αποκλείη την απόλυτον αντικειμενικότητα της Φύσεως ή της Ουσίας Αυτού. Είναι απερινόητον δι’ ημάς, πώς η Ουσία, ήτις είναι Πραγματικότης απόλυτος και αντικειμενική, δεν προτρέχει ούτε καθορίζει κατ’ ουδένα τρόπον τον αυτοπροσδιορισμόν των προσώπων εν τη Αγία Τριάδι.
Είναι δι’ ημάς ασύλληπτον έν Ον προσωπικόν το οποίον ενώ είναι απολύτως έν και απλούν, είναι συνάμα τρισσόν κατά τρόπον ώστε έκαστον των Τριών είναι έν απόλυτον Υποκείμενον, φέρον εν Εαυτώ πάσαν την πληρότητα του Θείου Όντος, τουτέστιν είναι Θεός μοναδικός και τέλειος, δυναμικώς ίσος προς την όλην Τριαδικήν Ενότητα.
Η σκέψις ημών δεν δύναται να συλλάβη την ύπαρξιν [//117] τοιούτου Όντος, το οποίον να είναι Τριαδική Ενότης, εν τη οποία ο Γεννήτωρ να μη προηγήται ούτε του Γεννωμένου ούτε του Εκπορευομένου, και όπου η γέννησις και η εκπόρευσις εν ουδενί περιορίζουν την απόλυτον ελευθερίαν του προσωπικού αυτοπροσδιορισμού του Γεννηθέντος και του Εκπορευομένου.
Δεν δυνάμεθα να φαντασθώμεν Όν, εν τω οποίω διακρίνονται Τρία Πρόσωπα εκ μιας Ουσίας ή Φύσεως, η οποία διακρίνεται από των Ενεργειών, το Όν δε τούτο να είναι εν τούτοις απολύτως απλούν και ασύνθετον.
Είναι απρόσιτον εις την σκέψιν ημών Όν, εν τω οποίω διακρίνομεν ολόκληρον σειράν πράξεων, ως επί παραδείγματι την γέννησιν του Υιού, την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος, πράξεις αυτοπροσδιορισμού και αυτογνωσίας, και το οποίον να είναι συνάμα Όν απολύτως απλούν, έξω πάσης διαδικασίας και πάσης εκτάσεως.
Η διάνοια ημών δεν δύναται να συλλάβη τοιούτον Όν, του οποίου η μοναδική οντολογική Αρχή, ο Πατήρ, να μη είναι προγενέστερος ούτε του γεννωμένου Υιού ούτε του εκπορευομένου Αγίου Πνεύματος και να μη είναι οντολογικώς ανώτερος τούτων. Και τούτο, έως του σημείου να δυνάμεθα να ομιλώμεν περί του συναϊδίου και της απολύτου ισότητος αυτών εν τη αξία, τη δυνάμει και τη Θεότητι, ή κάλλιον ειπείν, περί της ενότητος εν τη αξία τη δυνάμει και τη Θεότητι· περί της μοναδικής αυτών δόξης, της μοναδικής αυτών ενεργείας, του μοναδικού θελήματος αυτών, και τούτο έως του σημείου να «απαγορεύη» κατηγορηματικώς εις ημάς το δόγμα την ελάχιστην σκέψιν περί μιας ιεραρχικής δομής· περί δομής υποταγής εις τους κόλπους της [//118] Τριάδος. «Εις την Αγίαν ταύτην Τριάδα ουδέν είναι πρώτον ή έσχατον. Ουδέν είναι μείζον ή έλαττον. Αλλ’ αι Τρεις Υποστάσεις είναι αναλλοίωτοι, συναΐδιοι και ισοσθενείς».
Ενώπιον του δόγματος τούτου της Εκκλησίας η διάνοια ημών εξίσταται και σιωπά. Τούτο δεν συμφωνεί προς τας κατηγορίας της σκέψεως ημών. Και όταν εξετάσωμεν την διδασκαλίαν της Εκκλησίας περί της Σαρκώσεως του Ενός της Τριάδος, του Υιού, του Λόγου, ανακύπτουν ενώπιον ημών αρκετά προβλήματα έτι πολυπλοκώτερα. Δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν πώς ο Άναρχος άρχεται, πώς ο Άκτιστος προσλαμβάνει την μορφήν της κτιστής υπάρξεως, πώς ο Μονογενής Υιός είναι δυνατόν να είναι τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος, πώς η μία Υπόστασις του Σαρκωθέντος ενοί κατά τρόπον αδιαίρετον και ασύγχυτον δύο φύσεις, δύο θελήματα, δύο ενεργείας, Θείαν και ανθρωπίνην. Δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν το δόγμα της Εκκλησίας, το οποίον ομιλεί περί της μιας Φύσεως, περι του ενός Θελήματος, περί της μιας Ενεργείας της Αγίας Τριάδος, και συνάμα περί δύο φύσεων, περι δύο ενεργειών, περί δύο θελήσεων εν τω Ενί της Τριάδος.
Δεν είναι τα μόνα προβλήματα τα τιθέμενα εις την διάνοιαν ημών, όταν αύτη συναντά την δογματικήν διδασκαλίαν της Εκκλησίας. Πάντοτε θα τίθενται νέα και πάντοτε θα φαίνωνται άλυτα. Και εάν, παρά την Αποκάλυψιν, η Ύπαρξις του Θεού παραμένη δι’ ημάς αόρατος, ανεξιχνίαστος, απροσδιόριστος, ανονόμαστος, απερινόητος, ποία είναι λοιπόν η νέα ζωή και η νέα γνώσις, τας οποίας φέρει εις ημάς το περί της Αγίας Τριάδος δόγμα της Εκκλησίας;
Ενταύθα θα θέσωμεν άλλο ερώτημα: Όταν ακούωμεν [//119] να γίνηται λόγος περί μιας αγνώστου πραγματικότητος, μη αντιστοιχούσης εις τας κατηγορίας της διανοίας ημών, είναι τούτο αρκετός λόγος δια να θεωρήσωμεν αυτήν ως ανύπαρκτον; Ουχί βεβαίως. Η ιστορία του ανθρωπίνου πολιτισμού παρέχει εις ημάς πολυάριθμα παραδείγματα. Εισέτι και όλως προσφάτως πολλαί εκ των κατακτήσεων της συγχρόνου επιστήμης θα ήτο δυνατόν να φανούν ως ακατόρθωτοι και εις τους πλέον ενημερωμένους. Λόγου χάριν, εάν κατά την διάρκειαν του παρελθόντος αιώνος είχε τις εκ καθαράς διαισθήσεως εισδύσει εις το μυστήριον της πυρηνικής ζωής και ανέπτυσσε τας συγχρόνους θεωρίας, άνευ της δυνατότητος να αποδείξη αυτάς πειραματικώς, δεν θα εξελαμβάνετο ως ονειροπόλος άνθρωπος; Εξ άλλου, αφ’ ότου η ύπαρξις μιας πραγματικότητος επιβάλλεται εις ημάς ως γεγονός εμπειρικώς αποδεδειγμένον, καθίσταται αδύνατον να αρνηθώμεν αυτό και η λογική ημών αναγκάζεται να παραδεχθή τούτο.
Τούτο συμβαίνει και δια της δοθείσης εις την Εκκλησίαν Αποκαλύψεως, η οποία ομιλεί εις ημάς περί ενός Γεγονότος: του Είναι του Θεού. Όταν η διάνοια ημών συμμορφούται προς την Αποκάλυψιν, φθάνει κατά το δυνατόν εις την σύλληψιν του έως τότε αγνώστου και ακαταλήπτου.
Το «Σύμβολον», το οποίον ανεφέραμεν ανωτέρω, εκθέτει δι’ άκρας συντομίας την πληρότητα της γνώσεως του Είναι του Θεού, όσον τούτο είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον. Η ομολογία αύτη, το δόγμα τούτο της Εκκλησίας, δεν έχει ανάγκη λογικών αποδείξεων. Αντιθέτως, δίδει εις ημάς την δυνατότητα να θεωρώμεν το Όν, το οποίον είναι η υπερτάτη Αρχή του παντός, της ζωής και της γνώσεως ημών, όλης ημών της [//120] υπάρξεως, απλούν και μοναδικόν εν τη ακεραιότητι αυτού. Ίνα φθάσωμεν εις την γνώσιν του Όντος τούτου, οφείλομεν να ακολουθήσωμεν την οδόν την άγουσαν εις την γνώσιν ταύτην. Τα παιδία, δια να μάθουν τας επιστήμας, αι οποίαι διδάσκονται εις τα σχολεία, πειθαρχούν εις τους διδασκάλους αυτών και ακολουθούν τας μεθόδους και την διδασκαλίαν αυτών. Η Εκκλησία κατέχει την ιδίαν αυτής «επιστήμην», την της Θεογνωσίας. Και αύτη έχει την οδόν και την μέθοδον αυτής, αι οποίαι άγουν εις την γνώσιν ταύτην. Όστις δε θέλει να αποκτήση αυτήν, οφείλει να ακολουθήση την υπό της Εκκλησίας χαραχθείσαν οδόν, την οδόν της πίστεως και της τηρήσεως των εντολών του Χριστού.
Ο Θεός είναι Αγάπη, και δεν είναι δυνατόν να γνωρισθή και να θεωρηθή ει μη δια της αγάπης και εν τη αγάπη, διο και αι εντολαί του Χριστού, αι άγουσαι εις την γνώσιν και την θεωρίαν του Θεού, είναι εντολαί αγάπης. Το Μυστήριον της Τριάδος παραμένει ακατανόητον μέχρι τέλους, διότι υπερβαίνει την δυνατότητα του λόγου και των δυνάμεων της κτιστής ημών φύσεως. Εν τούτοις, καίτοι ακατανόητον και κεκρυμμένον, αποκαλύπτεται συνεχώς εις ημάς κατά τρόπον «υπαρκτικόν» δια της πίστεως και δια της εν τη πίστει ζωής, ως η αστείρευτος πηγή της αιωνίου Ζωής. Η πίστις εισδύουσα εις απρόσιτα δια το λογικόν βάθη καλεί ημάς εις την γνώσιν των Θείων Μυστηρίων, ουχί δια της χρήσεως της λογικής, αλλά δια της παραμονής εις τας εντολάς του Χριστού: «Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω Εμώ, αληθώς μαθηταί Μου εστε, και γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. η’ 31, 32).
[//121] Επί της οδού ταύτης, της «παραμονής εις τον λόγον του Χριστού», ο Θεός έρχεται εις υπάντησιν του ανθρώπου, ποιεί παρ’ αυτώ μονήν (βλ. Ιωάν. ιδ’ 23) και δίδει εις αυτόν την αληθινήν περί Αυτού γνώσιν. Τότε δε, παν ό,τι εφαίνετο προηγουμένως λογικώς ακατανόητον, γίνεται φως, το οποίον φωτίζει την άγνοιαν και τας πλάνας ημών και αποκαλύπτει αυτάς εις ημάς ως συνεπείας της αμαρτίας και της πτώσεως ημών. Τότε παρουσιάζονται προ των οφθαλμών ημών η άπειρος πληρότης, η σοφία, το κάλλος και η αλήθεια της Θείας Ζωής, η οποία είναι Αγάπη.
Της υπάρξεως του ανθρώπου προηγείται άλλη ύπαρξις. Αύτη αποτελεί δι’ αυτόν γεγονός αναπόφευκτον, το οποίον περιορίζει, κατά τινα τρόπον έξωθεν, την ελευθερίαν του αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου. Ο άνθρωπος ανακαλύπτει τας ικανότητας της φύσεως αυτού κατά την πορείαν μιας αναπτύξεως, δια διαδικασίας ή εξελίξεως, η οποία απουσιάζει τελείως εκ του Θείου Όντος. Πρέπει πάντοτε να ενθυμήται τις τούτο, όταν σκέπτηται τον Θεόν, δια να μη πέση εις την πλάνην του ανθρωπομορφισμού. Καίτοι ο άνθρωπος εδημιουργήθη «κατ’ εικόνα Θεού», ανατρέπει την ιεραρχίαν της υπάρξεως, αφ’ ότου αρχίζει να μεταφέρη εις τον Θεόν τα δεδομένα γνώσεως, τα οποία έχει περί εαυτού, «δημιουργών» ούτως ένα Θεόν κατ’ ιδίαν εικόνα και ομοίωσιν. Η οδός της Εκκλησίας είναι αντίστροφος. Δεν δημιουργούμεν τον Θεόν κατ’ εικόνα ημετέραν, αλλά ακολουθούντες τας εντολάς του Χριστού ανακαλύπτομεν εντός ημών τα ιδιώματα της φύσεως ημών, της κτισθείσης κατ’ εικόνα Θεού.
Δύο εντολαί του Χριστού φέρουν τον τηρούντα αυτάς [//122] άνθρωπον εις την θέωσιν: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου. Αύτη πρώτη εντολή. Και δευτέρα ομοία, αύτη· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μάρκ. ιβ’ 30-31).
Εκ των δύο τούτων εντολών, η Δευτέρα δίδει εις ημάς εις μεγαλύτερον μέτρον την δυνατότητα να γνωρίσωμεν το μυστήριον της ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος. Ιδού διατί:
Η πρώτη εντολή λέγει εις ημάς: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου». Δεν λέγει: «Θα αγαπήσης τον Θεόν σου ως σεαυτόν». Θα ήτο τούτο στοιχείον πανθεϊσμού. Η εντολή αύτη καλεί ημάς να αγαπώμεν τον Θεόν δι’ όλου του είναι ημών. Δια τούτου ακριβώς καθιστά ημάς ικανούς να γνωρίσωμεν ότι ο Θεός είναι Αγάπη, αλλά συνάμα καθιστά φανεράν την «οντολογικήν απόστασιν» μεταξύ ανθρώπου και Θεού. Καθιστά ημάς ικανούς να μετέχωμεν εις την Θείαν Ζωήν (Ενέργειαν), αλλά δεν αίρει την διαφοράν φύσεως (το ετερούσιον).
Η δευτέρα εντολή: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» δεν τονίζει τόσον τον βαθμόν ή το μέτρον της αγάπης, όσον συντελεί να προβληθή το ομοούσιον του ανθρωπίνου γένους, η οντολογική κοινότης όλης της ανθρωπίνης ημών υπάρξεως. Όταν δε πραγματοποιηθή εις την ζωήν η εντολη αύτη, οδηγεί πάσαν την ανθρωπότητα να καταστή είς μόνος Άνθρωπος[53].
[//123] Η αγάπη μεταφέρει την ύπαρξιν του αγαπώντος προσώπου εις το αγαπώμενον ον και ούτως αφομοιοί την ζωήν του ηγαπημένου. Το πρόσωπον είναι, λοιπόν, διεισδυτόν υπό της αγάπης. Η απόλυτος τελειότης της αγάπης εις τους κόλπους της Αγίας Τριάδος αποκαλύπτει εις ημάς την τελείαν αμοιβαιότητα της αλληλοπεριχωρήσεως των τριών Προσώπων, εις σημείον ώστε να μη υπάρχη εν Αυτή, ει μη έν μόνον θέλημα, μία μόνη ενέργεια, μία μόνη δύναμις.
Κατ’ εικόνα της Αγάπης ταύτης, η τήρησις της δευτέρας εντολής, «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» αποκαθιστά το ομοούσιον του ανθρωπίνου γένους, το διασπασθέν υπό της αμαρτίας. Πεπραγματοποιημένη εις την εσχάτην αυτής τελειότητα η εντολή αύτη αποδεικνύει ότι ο Άνθρωπος είναι Είς, κατ’ εικόνα της Αγίας Τριάδος: μοναδικός εις την ουσίαν αυτού, πολλαπλούς εις τας υποστάσεις αυτού. Όταν εκάστη ανθρωπίνη υπόστασις, μένουσα εις την πληρότητα [//124] της ομοουσίου ενότητος, γίνηται φορεύς της πάσης ανθρωπίνης υπάρξεως, καθίσταται δυναμικώς ίση προς όλην την ανθρωπότητα, κατ’ εικόνα του Χριστού, του τελείου Ανθρώπου, του περιλαμβάνοντος εν Εαυτώ όλον τον Άνθρωπον.
Ούτως, επί της οδού της τηρήσεως των εντολών του Χριστού, επί της οδού της Εκκλησίας, προβάλλει το μυστήριον της Αγίας Τριάδος, ουχί κατά τρόπον αφηρημένον ή ορθολογιστικόν, αλλ’ εν αυτή ταύτη τη υπάρξει. Ουδεμία ετέρα οδός υπάρχει.
Ενώπιον της Αποκαλύψεως ταύτης η Εκκλησία ψάλλει τον θαυμασμόν αυτής: «Ξένοις ρήμασι, ξένοις δόγμασι, ξένοις διδάγμασι της Αγίας Τριάδος»[54].



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.