Ένας έλεγε ότι ταπεινοφροσύνη είναι το να λησμονείς αμέσως τα κατορθώματα σου. Πολύ ωραία φράση, αυτά που λέμε τώρα είναι ουσιαστικά, αλλά δεν είναι μοναδικά. Όλοι έλεγαν κάτι κι όπως σε ένα μέγεθος συνοδικό, όλοι προσέθεταν κάτι στο κάλλος. Αλλά εσείς τώρα να κρατάτε και τις επιμέρους πτυχές, να, είπα το πρώτο: να ξεχνάς αμέσως τα κατορθώματα σου, αμέσως, οτιδήποτε θεωρείς για κατόρθωμα δηλαδή. Γιατί τι είναι κατόρθωμα είναι το πρώτο ερώτημα; Κι αν ακόμα το θεωρείς για κατόρθωμα μην το πεις. Θα μπορούσα να μπω σε πρακτικές εφαρμογές, να μπω ας πούμε στην παιδαγωγία και να πεις στο παιδί σου που είναι τώρα δεκάξι χρονών και σε στεναχωρεί, σε λυπεί πάρα πολύ με αυτά που κάνει και να πεις: «εγώ που κουράστηκα για σένα, έκλαψα πλάι στο κρεβάτι της αρρώστιας σου, εγώ που σε τάισα». Θα πει ο άγιος Ιωάννης: «λάθος έκανες». Θυμάσαι τα κατορθώματα σου, δεν έχεις καμιά ταπείνωση. Και θα σου πει ένας άλλος άγιος, νηπτικός πατέρας, ο άγιος Νείλος: κοίταξε, έκανες αυτά για το παιδί σου; Άρα θες ανταλλάγματα, να σου πει: «μπράβο, ευχαριστώ πάρα πολύ».
Και οι κόποι αυτοί που είναι πολύ ωραίοι κόποι, η μάνα πονάει για το παιδί της, πάνε περίπατο και χάνονται για δυο λόγους: γιατί περιμένει ανταλλάγματα και λέει: «εγώ που το ‘κανα αυτό», γιατί ξέχασε αυτό που λέει εδώ πέρα ο πρώτος αυτής της συνδιάσκεψης, θυμάται τα κατορθώματα του. Ένα παράδειγμα σας έφερα τώρα, το κάνω πολύ πρακτικό. Η ακόμα ένας δάσκαλος θα μπει στην τάξη και θα πει: «μα όλο το χρόνο κουράστηκα, τρελάθηκα εδώ πέρα μέσα και τώρα μου πετάτε αεροπλανάκια στο μάθημα μέσα; Έκανα κι αυτό, κι αυτό, έφερα και βίντεο και κομπιούτερς, σας πήγα κι εκδρομή». Και μόνο που το λέει στα παιδιά είναι μια χαμένη ιστορία, θυμάται τα κατορθώματά του. Και ξέρετε το παιδί που έχει τα δικά του αμαρτήματα, τη δική του σαλεμένη -πολλές φορές- ισορροπία του νου του, τον εγωισμό του, επειδή έχει εγωισμό ξέρει τον εγωιστή εύκολα κι αυτός ο δάσκαλος πια δε μετράει, ή αυτή η μάνα δε μετράει πια. Και μετά λες: «τι να κάνω;» Τα ακούμε αυτά στην εξομολόγηση και λέμε: «πάει, τώρα να αλλάξεις ισορροπία, είπες αυτά τα πράγματα». Θέλει πολλή δουλειά αυτό. Σαράντα χρόνια στην έρημο ο Μωυσής, δεν ξέρω πόσα, αλλά θέλει πάρα πολύ δουλειά, εμείς αυτά τα ξεχνάμε. Είναι η πρώτη πρόταση· βλέπετε καταπληκτική και καταλυτική.
Άλλος είπε το να θεωρείς τον εαυτό σου πιο τελευταίο και πιο αμαρτωλό από τους άλλους, αυτή είναι γνωστή φράση, αλλά πως γίνεται; Για σταθείτε, άλλο να το λες και να λες: «εγώ είμαι πολύ αμαρτωλός» -είναι πάρα πολύ εύκολο- κι άλλο να το ζεις, όχι να το αισθάνεσαι, το αισθάνομαι είναι μια κατάσταση ψυχολογική. Εδώ οι Πατέρες λένε να το ζεις, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί ο Χριστός», προσέξτε άλλο το αισθάνομαι, γιατί το αισθάνομαι είναι μια φράση: το φαντάζομαι, το φτιάχνω κι επάνω μου, πάω να απωθήσω τα υπόλοιπα· ενώ η θεραπευτική είναι να το ζεις. Μα πώς θα γίνει αυτό το πράγμα; Να θεωρείς τον εαυτό σου πιο αμαρτωλό. Όχι σε σχέση μόνο με αυτούς που έχεις μπροστά σου, σίγουρα κι οι άλλοι αμαρτωλοί είναι, ποιος μετράει την αμαρτία; Σε σχέση με το αναμάρτητο του Θεού, προσέξτε, γιατί «τω Θεώ» αμαρτάνουμε, αυτό είναι το κλειδί αυτής της ισορροπίας των Πατέρων, ότι είσαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους, ποιο είναι το μέτρο; Το μέτρο είναι ο Θεός. Εφόσον λοιπόν αμαρτάνουμε, λίγο ή πολύ, θα πω, κοίταξε αυτό το πράγμα εγώ το έκανα μία φορά, ο άλλος το έκανε δέκα φορές, αυτό είναι μαθηματικό μέγεθος, αλλά ενώπιον του Θεού και το μία και το μισό και το ένα δευτερόλεπτο…., για ένα δευτερόλεπτο κάμφθηκε ο Μωυσής και με το πρώτο κτύπημα της πέτρας δεν βγήκε το νερό, για ένα δευτερόλεπτο. Λοιπόν τα μαθηματικά του Θεού είναι αλλιώτικα. Αν μπούμε σε αυτά τα μαθηματικά, ότι εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους θα το λέμε, είναι όμως έτσι; Είναι εάν αμάρτησα ενώπιον του Θεού, βλέπετε καταλυτική σύγκριση στην ιστορία του ασώτου, ο άσωτος αναμετριέται με την αγαθότητα του πατέρα, «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου» (Λουκ. 15:21), ο άλλος ο γιος όμως αναμετριέται με την αμαρτωλότητα του άλλου αδελφού. Βλέπετε το παράδειγμα; Βλέπετε τι θησαυρούς έχει μέσα η Αγία Γραφή, αυτή που ξέρουμε, είναι οι διηγήσεις πάρα πολύ γνωστές. Με ποιον γίνεται η αναμέτρηση; «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Αυτό δεν κάνει και ο Τελώνης; «Ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. 18:13), λέει, ενώ έλεγε ο Φαρισαίος: «δεν είμαι εγώ σαν τον Τελώνη», ίδιο πράγμα. Με αυτά που λέμε τώρα εδώ πέρα, πασίγνωστα, απλώς κωδικοποιώ γνωστά πράγματα για τη ζωή σας. Αλλά δεν θα πείτε: «εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους», και μόνο που το είπες θα πεις: «μα, εγώ;» Ο άλλος από την 17 Νοέμβρη σκότωσε τόσους ανθρώπους, εγώ δεν σκότωσα, άρα υπάρχουν και χειρότεροι αμαρτωλοί από εμένα. Η άλλη κλέβει, η άλλη κουτσομπολεύει, η άλλη παράτησε τον άνδρα της, θα βρεις χίλιους αμαρτωλούς και θα λες: «εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από όλους» κι όμως θα το αισθάνεσαι, αλλά δε θα είναι. Η αμαρτία μας θα σταθεί ενώπιον του Θεού και με την αμαρτία, λένε οι Πατέρες, τι κάνουμε; Θίξαμε την ισορροπία τη δημιουργική του Θεού, που τα έκανε όλα τέλεια. Τα κάναμε εμείς ανάποδα. Κρατήστε αυτό το μέγεθος για να μη γίνει η ταπείνωση μια περιττολογία ή ταπεινολογία. Το λένε οι Πατέρες· άλλο ταπείνωση κι άλλο ταπεινολογία.
Άλλος λοιπόν σ’ αυτό το συνέδριο, υπάρχουν κι άλλες σκέψεις, βλέπετε καταπληκτικές σκέψεις, ανοίξτε αν θέλετε στο σπίτι σας την Κλίμακα να το χαρείτε μόνοι σας αυτό το κείμενο, θα διαβάσω μικρά αποσπάσματα, θα βρείτε τον λόγο τον 25ο να τον διαβάσετε, κι όχι μόνο αυτόν, ολόκληρη την Κλίμακα να διαβάσετε. Ένας τρίτος είπε, το να γνωρίσεις καλά με το νου σου την δική σου αδυναμία και ασθένεια. Είπε να γνωρίσεις εσύ με το νου σου την δική σου αδυναμία και ασθένεια. Βλέπετε, αυτός κάνει ένα πέρασμα, στρέφεται στον εαυτό του τώρα -προσέξτε- αλλά όχι κατά τα μέτρα του αυτοσεβασμού, είναι αυτό που λένε οι Πατέρες, κι ο μέγας Βασίλειος κι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, έγραψαν ομιλίες που λέγονται «Προς εαυτόν». Καμιά σχέση με τη λέξη αυτοσεβασμός. Στον αυτοσεβασμό ανακαλύπτεις πόσο σπουδαίος είσαι και πόσες δυνάμεις έχεις, εμείς ό,τι έχουμε το έχουμε από το Θεό, «τα σά εκ των σών». Αλλά εδώ πέρα στρέφεσαι για να καταλάβεις την αδυναμία σου. Εδώ υπάρχει μια στροφή στον εαυτό, τα «εις εαυτόν» των Πατέρων, προσέξτε, έχω δει σ’ αυτές τις σχολές της ψυχοθεραπείας, σ’ αυτά τα μεγέθη -τις μελετώ όσο μπορώ γιατί είναι πάρα πολύ επικίνδυνες και μπλέκουν και τον κόσμο μας- έχω δει ότι μερικοί από αυτούς έτσι αποσπασματικά ή έτσι με έναν τρόπο επιφανειακό, χρησιμοποιούν και τέτοια χωρία, λένε: το λέει κι ο τάδε πατέρας, το λέει και το Ευαγγέλιο -προσέξτε- χρησιμοποιούν αυτό που θέλουν όπως θέλουν, δεν το βλέπουν στο γενικό τους κοίταγμα το θεραπευτικό. Αυτό ήταν παρενθετικός λόγος. Εδώ λοιπόν έχουμε το «εις εαυτόν» αλλά να γνωρίσεις την αδυναμία σου, που είμαστε ενώπιον του Θεού, δεν είμαστε τίποτα κι Εκείνος μας αναδεικνύει να γίνουμε κάτι.
Ο τέταρτος είπε [ταπείνωση είναι] το να προλαμβάνεις σε φιλονικίες να διαλύεις πρώτος την οργή. Αν γίνεται οποιαδήποτε διαμάχη, να είσαι ο πρώτος που δε θα οργιστείς, αλλά να μην οργιστείς στα βάθη της ψυχής σου. Εδώ μπαίνουμε στα πολύ βαθειά κλειδιά, όχι μόνο με την διαμάχη η τις φιλονικίες, αυτά τα πολύ καθημερινά, μπορεί να τέλειωσε η λειτουργία τώρα και μετά από λίγο, κάποια να είπε σε κάποια άλλη κάτι για το αντίδωρο, για τον καφέ, κάτι να έγινε, κάτι έγινε σίγουρα σήμερα κι εδώ και στην παρακάτω ενορία, παντού, είμαι γι’ αυτό σίγουρος. Και κάπου εθίγης, σου είπε κάτι στραβό ή η μια διακονεί, πήγε να κάνει περισσότερα, η άλλη λιγότερα και κάπου εθίγης, λέει να μην έχεις καθόλου οργή, έτσι είναι τα πράγματα, δεν ξέρω γιατί το έκανε, υπάρχουν χίλιοι λόγοι, δεν ξέρω καν γιατί το έκανε, δεν αναλύω γιατί, είναι εγωίστρια, μήπως πήρε κι ευλογία να κάνει πιο πολλά από μένα; Μα δεν ξέρεις, κι αν έχει πάρει κι ευλογία μπορεί να είναι για κάποιο λόγο, να ήταν τεμπέλα και να της έβαλαν πιο πολύ δουλειά για να ξυπνήσει, δεν ξέρω το γιατί· εμείς πώς το αναλύουμε αυτό το πράγμα; Και το καταστροφικό είναι που αντί να στραφούμε στο Θεό να δούμε την αμαρτωλότητά μας, γιατί είχαμε μια οργή μέσα μας, το αναλύει ο ένας με τον άλλο. Μου λένε μερικές φορές «τα έχω με αυτή, να της πω;» «Τι θα πεις παιδάκι μου, δε θα βρείτε τίποτε, στο Θεό θα στραφείτε πρώτα, θα μετανιώσετε, θα δείξετε αγάπη, θα δείξετε ταπείνωση, και κάποτε μετά από καιρό πολύ όμορφα θα πιείτε μαζί και καφέ χωρίς να οργίζεστε». Να μην πιάσει τίποτε τα μύχια της ψυχής μας. Τα λόγια του συνέδρου είναι καταπληκτικά.
Ένας πέμπτος είπε το να γνωρίζεις καλά τη χάρη και την ευσπλαχνία του Θεού· νάτο, η ταπείνωση πέρα από όλα αυτά είναι να γνωρίζεις την ευσπλαχνία του Θεού, ότι σε συγχωρεί έτσι ο Θεός έτσι, χρειάζεται να αναλύσεις τον άλλο; Χρειάζεται να αναλύσεις τον εαυτό σου; Η βασική μεθοδολογία του διαβόλου είναι όταν κάνουμε αμαρτία να μας φέρει σε απελπισία και να λέει πολύ βαριά αμαρτία αυτό που κάναμε, «εσύ που σαν καλός χριστιανός αυτό δεν έπρεπε να το κάνεις με τίποτα». Εκεί δε θα το κουβεντιάσεις, όπως λένε οι Πατέρες, η βασική μέθοδος είναι δεν κουβεντιάζουμε ποτέ με το διάβολο, παρά μόνο με το Θεό, βασική νηπτική μέθοδος, κανένα λογισμό με το διάβολο, καμιά ανάλυση. Ναι, έγινε και ο Θεός με συγχώρεσε, «ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου», «ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου». Μην μπεις στην κουβέντα με τον πειρασμό, αλλά θα θυμηθείς την ευσπλαχνία του Θεού. Και θα σου λέει ο διάβολος: «μα πώς έγινε τόσο μεγάλη αμαρτία, τέτοια αμαρτία, τόσα χρόνια μέσα στην Εκκλησία πώς το έκανες αυτό το πράγμα». Μα καμία κουβέντα, αρχίζει μια διαλυτική κατάσταση που φέρνει ανθρώπους που ζουν μέσα στην Εκκλησία, σε κατάσταση απελπισίας και -θα τολμήσω να το πω- νευρολογικών προβλημάτων. Κι έχουμε χριστιανούς με βαθύτατα νευρολογικά προβλήματα ενώ είναι μετανιωμένοι, εξομολογούνται, αλλά κουβεντιάζουν με το διάβολο· εμείς δεν κουβεντιάζουμε με τον διάβολο, εκείνος το θέλει πάρα πολύ, εμείς δεν κουβεντιάζουμε, αυτή είναι η πορεία η πνευματική μας. Θα θυμηθείς λοιπόν μόνο την ευσπλαχνία του Θεού, σε Εκείνον θα στραφείς.
Κι ένας άλλος πάλι είπε: το να αισθάνεσαι ψυχική συντριβή και να απαρνείσαι το δικό σου θέλημα. Ο καθένας προσθέτει ένα τρομερό πετραδάκι, πάρτε το κείμενο να δείτε αυτές οι κουβέντες αυτών των συνέδρων είναι υψηλότατες, είναι το μωσαϊκό της ταπεινώσεως, τα θεμέλια. Να απαρνείσαι το δικό σου θέλημα, θα πεις τι σημαίνει αυτό το πράγμα; Να απαρνούμαι το θέλημα μου; Μα τι λέτε, καλέ; Να απαρνηθώ το θέλημά μου; Εδώ πέρα η 5η και η 6η Οικουμενική Σύνοδος ασχολήθηκαν με το θέμα του θελήματος για το μονοθελητισμό, θεώρησαν το να μην έχεις θέλημα θεωρείται αίρεση κτλ. Δεν αρνούμαστε το θέλω που είναι η προσωπικότητα του ανθρώπου, αρνούμαστε το θέλω που δεν έχει μετάνοια και κρίνει τον άλλο. Το θέλω είναι δομικό υλικό της ψυχής μας, ο Θεός το έκανε έτσι, είναι ευλογία το θέλω, αλλά τι ευλογία; Αυτό το θέλω να το στρέφεις στον Θεό, θέλω αυτό που θέλει ο Θεός. Τι λέει ο Χριστός στον κήπο της Γεθσημανή; Υπόδειγμα δίνει: «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» (Ματθ. 26:39). Λέει με λίγα λόγια: «δε θέλω να σταυρωθώ», το ανθρώπινο θέλημα δε θέλει και γιατί να σταυρωθεί; Γιατί οι άλλοι να αμαρτήσουν σταυρώνοντας το Θεό; Και μετά λέει: «Πατέρα να γίνει αυτό που θέλεις Εσύ». Δεν αναιρείται το θέλω, η γνώμη, η σκέψη, αναιρείται η μη στροφή στο Θεό· να γίνει αυτό που θέλει. Έρχεται μια αρρώστια κι έχεις δικαίωμα να πεις στο Θεό: «δε θέλω αυτή την αρρώστια Θεέ μου, κάνε κάτι να σταματήσει», δεν είναι αμαρτία αυτό το πράγμα, δε θα πεις: «τι ωραία που θα αρρωστήσω», δε θα πεις τέτοιο πράγμα, δεν έχουμε ιδιότυπο πνευματικό μαζοχισμό· θα παρακαλέσεις το Θεό να γίνεις καλά βεβαίως, και ευχέλαιο θα κάνεις και τον Θεό θα παρακαλέσεις και στη Λειτουργία θα μπεις. Αν δεν ξεπερνιέται η αρρώστια, θα πεις «δόξα τω Θεώ», γιατί πια ξέρεις πως το μυστήριο της αγάπης του Θεού σίγουρα θα σε οδηγήσει και μέσα από αυτή την αρρώστια σε πιο υψηλή αγιότητα, στην Αγία Ταπείνωση. Βλέπετε, αρχίζει να δομείται το υλικό της Αγίας Ταπεινώσεως, δεν είναι απλώς ταπείνωση, αυτά που προσθέτουν εδώ οι σύνεδροι μας πάνε στην Αγία Ταπείνωση, όχι στην ταπεινολογία.
Κι ο συγγραφέας του κειμένου που είναι ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακας άκουσε το συνέδριο, του άρεσε πάρα πολύ αυτή η κουβεντούλα, φανταστείτε τώρα να βρεθείτε σε μια σύναξη κι αντί να ακούτε κουτσομπολιά κι άλλα αντί άλλων να ακούτε ωραίες κουβέντες και βαθύτατες γι’ αυτά τα μεγάλα θέματα. Κι εγώ -λέει- αφού τα άκουσα όλα αυτά κι αφού τα εξέτασα μόνος μου με πολλή περίσκεψη και προσοχή, δεν κατόρθωσα με όσα άκουσα να καταλάβω την έννοια της ταπεινώσεως. Δεν σημαίνει ότι δεν είχε μυαλό, καταλαβαίνει πως η ταπείνωση είναι πολύ μεγάλο μυστήριο. Γιατί είναι μυστήριο; Προσεγγίζει τον Θεό. Ο Θεός πρωτογενώς είναι ταπεινός και τα του Θεού τα καταλαβαίνουμε σχετικώς. Διαβάστε τους δύο καταπληκτικούς λόγους του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου «περί ακαταλήπτου». Μέσα στον λόγο «περί ακαταλήπτου» μερικά κεφάλαια αφορούν την ταπείνωση του Θεού, λέει δεν μπορώ να το αναλύσω, γι’ αυτό βλέπετε λέμε η άκρα ταπείνωση για τον Χριστό. Από ένα σημείο και μετά -λέει- δεν μπόρεσα να το καταλάβω, γι’ αυτό ως έσχατος όλων, λέει τώρα, αφού μάζεψα όπως ο σκύλος τα ψίχουλα που έπεσαν από το τραπέζι, βλέπετε νιώθει ότι είναι σκύλος, παρακολουθεί την κουβέντα, ο καθένας παραθέτει ένα ψίχουλο και τα μαζεύει, είναι ωραία ψίχουλα αυτά, κατέληξα στον εξής ορισμό. Και δίνει εδώ -σχετικό κι αυτό- έναν ορισμό, να μην πω περιορισμό, μια προσέγγιση. Σε αυτές τις έννοιες περιορισμός δεν υπάρχει, [δίνει] μια προσέγγιση, ορίζει, κάπου δίνει κάποια όρια. Η ταπεινοφροσύνη, προσέξτε, είναι ανώνυμη και μυστική χάρη της ψυχής. Δεν μπορείς να την πιάσεις να την αναλύσεις, προσεγγίζεις το Θεό. Όποιος μπαίνει στο χώρο της ταπεινώσεως μέσα από αυτά τα σκαλοπάτια, μπαίνει μέσα στο Θεό -προσέξτε την λέει ανώνυμη- η οποία [ταπείνωση] μπορεί να ονομαστεί μόνο από όσους την δοκίμασαν εκ πείρας. Είναι ανέκφραστη· αν είχα εδώ ένα φαγητό που δεν το ξέρουμε από μια εξωτική χώρα εγώ μπορεί να το έτρωγα, ό,τι και να έλεγα δεν θα καταλαβαίνατε τίποτα, δεν πήρατε εμπειρία. Στο βάθος δηλαδή επειδή η ταπείνωση προσιδιάζει με το Θεό παραμένει μυστήριο, στο τέλος-τέλος δεν μπορεί να οριστεί. Θα κάνεις αυτά που είπαμε εδώ πριν από λίγο και θα βιωθεί. Που σημαίνει κανείς δεν μπορεί να πει είμαι ταπεινός, είναι θέμα βιώσεως, είναι μια γεύση, είναι μια χαροποιός κατάσταση, είναι ανέκφραστος πλούτος, ονομασία του Θεού, δωρεά του Θεού, είναι εκείνο που λέει το πατερικό κείμενο: «Μάθετε ουκ απ' Αγγέλου, ουκ απ' ανθρώπου, ουκ από δέλτου, αλλ' απ εμού», από μένα, αυτό που είμαι εγώ, «ότι πράός ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν πολέμων και κουφισμόν λογισμών ταις ψυχαίς υμών». (Ματθ. 11:29). Κάνει μια παραλλαγή του Ματθαίου, αυτό που είπε ο Χριστός, ελάτε κοντά μου και θα βρείτε ανάπαυση. Αυτό δεν περιγράφεται, είναι ένα μυστήριο που δεν περιγράφεται, αλλά έχει μια πορεία βαθύτατη κατά τα μέτρα του δομικού υλικού που σας ανέλυσα.
Θα πω μερικά ακόμη από τον Ιωάννη της Κλίμακας, και μετά -όση ώρα μείνει- θα πω από τους άλλους Πατέρες, είναι τόσο απέραντος αυτός ο πλούτος κι επειδή παραμένει μυστήριο το γεγονός κι εγώ δεν θα μπορέσω να ορίσω την ταπείνωση ούτε να την καθορίσω, είναι μια γεύση που αν την δοκιμάσετε θα την πάρετε μπροστά σας με δομικό υλικό αυτό που είπα πριν από λίγο· κρατήστε αυτό το δομικό υλικό των συνέδρων, με ακροτελεύτιο άρθρο, με τίποτα να μην θυμώσεις, με τίποτα να μην οργιστείς, με τίποτα να μην αναλύσεις τον άλλο, το είπα τώρα συμπιληματικά. Όταν αρχίζει να ανθίζει μέσα μας το σταφύλι αυτής της αγίας αμπέλου, της ταπεινώσεως, αισθανόμεθα πάραυτα κόπωση και μίσος προς κάθε ανθρώπινη δόξα και έπαινο. Προσέξτε, αυτό κρατήστε το, μίσος για δόξα και κάθε ανθρώπινο έπαινο, δυστυχώς το έχουμε όλοι αυτό το πράγμα, περιμένουμε με το παραμικρό έναν έπαινο, μια καταξίωση, ακραία μορφή αλλά πρακτική μορφή, επανέρχεται τώρα στα πρακτικά, παραμένει μυστήριο η γεύση αλλά τώρα μας δίνει κι άλλο υλικό για να μας ενισχύσει, ο λόγος για την ταπείνωση είναι από τους μεγαλύτερους λόγους στην Κλίμακα. Βλέπετε, καμία απαίτηση για καταξίωση, ούτε για δόξα, για έπαινο.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στα κείμενα του τα παιδαγωγικά έχει καταπληκτικές αναφορές για το πώς, χωρίς να περιφρονήσουμε τα παιδιά μας, δεν θα τα κάνουμε εγωιστές από περιττούς επαίνους. Βλέπετε το παιδί μας μεγαλώνει, την πρώτη κουβέντα που λέει, λέει: «μαμά» και λένε: «το παιδί είπε μαμά», σηκώνονται στο πόδι όλοι· άλλο μια όμορφη στάση, ευγενική κι άλλο μια καταξίωση, το μάθαμε και το απαιτούμε πάντοτε. Ακόμη και το μοντέλο της παιδείας στα κρυφά του, καταστρεπτικά μεγέθη, στα τραγικά του μεγέθη εκεί καταξιώνεται στην καταξίωση του μαθητή. Οι πιο τραγικές μορφές είναι όταν ο μαθητής σκοτώνεται να κρατήσει τη σημαία. Είναι πολύ καλό να κρατήσεις το εθνικό σύμβολο· είναι παιδαγωγικό μέτρο; Μήπως θα έπρεπε να το πάρει ο τελευταίος; Να τιμηθεί κι αυτός. Ο άλλος πήρε εικοσάρι, ο άλλος να πάρει τη σημαία, λέω άλλα μοντέλα τώρα. Είμαστε κολλημένοι σε τέτοια μοντέλα εκπαιδευτικά που είναι καταστροφικά, καταλυτικά και τα λειτουργούμε και μέσα στο σπίτι μας πολλές φορές. Η δόξα κι ο έπαινος· χρειάζεται μια πάλη γι’ αυτό το πράγμα. Και προσέξτε να είστε ευγενικοί με τους άλλους, να είστε αγαπητικοί με τους άλλους, αλλά συγγνώμη γι’ αυτό που θα πω -μια λέξη λαϊκή θα πω- μη γίνεστε γλυφτράκια με τους άλλους. «Πόσο καλή είσαι χρυσή μου…». «Αυτός ο καφές ήταν ωραίος», εντάξει θα το πω αφού ήταν ωραίος καφές, δε θα πω: «συγχαίρω τις μαγείρισσες που ήταν καταπληκτικές, οι καλύτερες τις Γλυφάδας» κ.τ.λ. μπορεί αυτές να το πάρουν επάνω τους και να φταίω κι εγώ μετά. Θα κάνω μια τιμητική στάση και τίποτε άλλο, έχετε δει ποτέ το Χριστό να κάνει τέτοια ιστορία; Έχει απλές, αγαπητικές συμβολές στη ζωή των ανθρώπων. Μελετήστε τη στάση του Χριστού εμπρός στους μαθητές του.
Όσο δε εν τω μεταξύ προχωρεί η πνευματική ηλικία του ανθρώπου τόσο περισσότερο, αν προχωρούμε στην ταπείνωση, ό,τι και να κάνουμε δεν το μετράμε, δε θέλουμε καμιά αξιολόγηση, ό,τι κάνουμε το κάνουμε για την αγάπη του Θεού, δεν το κάνουμε για αξιολόγηση, κυρίως δε συλλογιζόμαστε ότι κάθε μέρα που περνά αυξάνεται το φορτίο των αμαρτιών μας, τα κάνουμε όλα για τη δόξα του Θεού. Φανταστείτε να λειτουργήσαμε σήμερα το πρωί και να λέγαμε: «τι καλά που λειτουργήσαμε, μπράβο μας», μα «τα σά εκ των σών» ήταν. Να πεις στον ψάλτη: «μπράβο, τα είπες πολύ ωραία», αν είναι λίγο κουρασμένος, «ωραία, όμορφα», [να πεις] τίποτα άλλο. Προσέξτε πάρα πολύ τη στάση αυτή, να μην είστε χυδαίοι, να μην είστε εξοντωτικοί, να είστε αγαπητικοί, αλλά μην κολάζετε τους άλλους.
Ακριβώς αυτή η στάση παίρνει κι άλλες μορφές. Τώρα [να δούμε] τι αποτελέσματα έχει πάνω μας η ταπείνωση. Προσέξτε όποιος -λέει- την παντρεύτηκε είναι ήπιος, προσηνής, ευκατάνυκτος, ευσπλαχνικός, γαλήνιος, χαρωπός, ευκολοκυβέρνητος, άλυπος -δεν έχει περιττές λύπες, στεναχώριες, τα ψυχολογικά του- είναι εν εγρηγόρσει, άγρυπνος -έχει τα μάτια ανοικτά- άοκνος, απαθής. «Εν τη ταπεινώσει ημών εμνήσθη ημών ο Κύριος... και ελυτρώσατο ημάς εκ των εχθρών ημών...» (Ψαλμ.135).
Πάμε λίγο παρακάτω σε κάποιον από τους πλέον βαθείς Πατέρες εκεί της ερήμου του Σινά παρουσιάστηκαν οφθαλμοφανώς οι δαίμονες, έναν μάλιστα πολύ κορυφαίο μοναχό ήρθαν οι δαίμονες και τον μακάριζαν. Βλέπετε οι δαίμονες του είπαν: «μπράβο, είσαι πολύ ωραίος ασκητής», εξαίρετη μέθοδος του διαβόλου για να μας παίξει. Πώς αντιμετώπισε όμως το θέμα; Είναι πάρα πολύ δύσκολο, από τη μια μεριά θα λες είναι ο διάβολος να μην του δώσω σημασία, αλλά από την άλλη μεριά έλεγε σωστά πράγματα, «που προσεύχεσαι, που νηστεύεις, κανείς δεν κάνει τέτοια νηστεία σαν κι εσένα», δεν έλεγαν ψέματα, προσέξτε, κι είναι πολύ εύκολο να λες βέβαια δεν μιλάω με το διάβολο, αλλά αυτά που λέει είναι αλήθεια. Αυτός ο γέροντας ο πάνσοφος -έτσι τον λέει εδώ το κείμενο- τι είπε; «Εάν σταματήσετε να με επαινείτε με τους λογισμούς που φέρνετε στην ψυχή μου, τότε εξαιτίας της αναχωρήσεως σας θα θεωρήσω τον εαυτό μου μέγα». Δηλαδή, αν με επαινείτε και με επαινείτε κι εγώ δεν τσιμπάω και φύγετε, βαρεθείτε από μένα, δείτε ότι εγώ δεν πέφτω σε παγίδα, υπάρχει μια περίπτωση να πέσω στην παγίδα όταν θα φύγετε, να πω: κοίτα τους έδιωξα τους δαίμονες, εγώ διώχνω τους δαίμονες, είχα ταπείνωση, δεν τσίμπησα μέσα μου· δεν είπα τίποτα από όλα αυτά. Λέω όχι, όχι τίποτα από όλα αυτά και να φύγετε. Λοιπόν λέει: «δε θέλω να φύγετε γιατί αν φύγετε μπορεί να πέσω σε αυτόν τον κίνδυνο», άρα τους βάζει σε ένα στρίμωγμα, λέει: «τώρα μη φύγετε, εάν όμως δε σταματήσετε να με επαινείτε» -μια περίπτωση είναι να φύγουν, που να φύγουν είναι επικίνδυνο γι’ αυτόν να θεωρήσει πως αυτός ήταν δαιμονοδιώκτης, η άλλη περίπτωση είναι να μείνουν, αυτό τους λέει: «αν όμως δε σταματήσετε να με επαινείτε, τότε από τους δικούς σας επαίνους θα συλλογίζομαι πόσο βρώμικος είμαι». Και θυμάται το χωρίο της Αγίας Γραφής: «ακάθαρτος παρά Κυρίω πας υψηλοκάρδιος» (Παροιμ. 16:5)
Τους στρίμωξε, λέει: «αν φύγετε υπάρχει κίνδυνος, βλέπετε δε τσιμπάω και θα φύγετε εσείς, αλλά εγώ θα γίνω εγωιστής, αν μείνετε όμως και με πειράζετε, εγώ όσο με πειράζετε θα λέω, γι’ αυτό μένουν αυτοί γιατί είμαι ακάθαρτος και υψηλοκάρδιος». Τους στρίμωξε, ό,τι και να κάνει ο δαίμονας, αν φύγει -δεν το θέλει να φύγει αφού τον πειράζει- θα σταματήσει να τον πειράζει· αν δε φύγει και τον πειράζει, θα πει γι’ αυτό πειράζομαι γιατί είμαι ακάθαρτος και υψηλοκάρδιος. Εδώ είναι μια μικρή ανάλυση, δεν την κάνω παρακάτω, σε αυτή τη σχέση μας με τους πειρασμούς. Γι’ αυτό ακόμη κι ένας πειρασμός που σου λέει: «είσαι καλός, είσαι καλός» και λες: «φύγε, φύγε», δε θα του πεις «φύγε», θα λες «Κύριε ελέησον» κι ό,τι επιτρέψει ο Θεός, «και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Βλέπετε η φράση πώς το λέει; Ο Χριστός παρεμβαίνει στο πότε θα σταματήσει ο πειρασμός και πότε δε θα σταματήσει κατά το πνευματικό μας όφελος, όχι εμείς, «μη εισενέγκης, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Και λένε μερικοί: «δηλαδή ο Θεός το βάζει;» Δεν το βάζει ο Θεός, αλλά ξέρει ο Θεός μόνο, πότε είναι ωφέλιμο να φύγει ή να μη φύγει [ο πειρασμός]. Γι’ αυτό βλέπεις, εμείς με το Θεό κουβεντιάζουμε και λέμε: «κάνε αυτό που θέλεις εσύ, είσαι γιατρός εσύ και εμείς δεν ξέρουμε».



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.