Το Άγιον Όρος στην υπερχιλιόχρονη ιστορία του υπήρξε πάντα το άοκνο εργαστήρι της σοφίας και της αρετής µε εξέχουσες µορφές λογίων κι εναρέτων µοναχών.
Από τα µέσα του 18ου αιώνος παρατηρείται µία µεγάλη άνθηση στο Άγιον Όρος, που φθάνει µέχρι τις ηµέρες µας. Οι όσιοι Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης (+ 1730), ο υπέρµετρος αυστηρός σπηλαιώτης ασκητής, ο µιµητής του οσίου Μαξίµου του Καυσοκαλύβη Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (+ 1745), ο σοφός διδάσκαλος Άνθιµος ο Κουρούκλης (+ 1782), ο ιλαρός κήρυκας νήσων του Αιγαίου και του Ιονίου, Παϊσιος ο Βελιτσκόφκσυ (+ 1794) ο δηµιουργός "ασκητικοφιλολογικής" σχολής, Σωφρόνιος ο Αγιαννανίτης, Μακάριος ο Νοταράς (+ 1805) ο ασκητής ιεράρχης, Γεώργιος της Τσερνίκα της Ρουµανίας (+ 1806), Νικόδηµος ο Αγιορείτης (+ 1809) ο γνωστός σοφός συγγραφέας, Αθανάσιος ο Πάριος (+ 1813) ο διακεκριµένος διδάσκαλος, Σωφρόνιος Βράτσης της Βουλγαρίας (+ 1813), Αρσένιος ο εν Πάρω (+ 1877) ο διάσηµος ασκητής, Αντύπας της Μολδαβίας (+ 1822), Σιλουανός ο Ρώσος ο Αθωνίτης (+ 1938) γνωστός από την ωραία βιογραφία του και Σάββας ο εν Καλύµνω (+ 1948) ο Θαυµατουργός, αποτελούν σηµαντικό πυρήνα φωτισµού, διδασκαλίας και προσφοράς.
Μαζί µε τους παραπάνω συγκαταλέγονται και οι ένδοξοι Αγιορείτες νεόµαρτυρες, που στον 18ο και 19ο αιώνα φθάνουν τους εξήντα και µεταξύ αυτών διακρίνονται: Παχώµιος ο Νεοσκητιώτης (+ 1730), Κωνσταντίνος ο Ρώσος (+ 1742), ∆αµασκηνός ο Θεσσαλός (+ 1771), Κοσµάς ο Αιτωλός (+ 1779) ο γνωστότατος διδαχός και ιδρυτής ναών και σχολείων, Λουκάς ο Σταυρονικητιανός (+ 1802), Γεράσιµος ο Κουτλουµουσιανοσκητιώτης (+ 1812), Ευθύµιος ο Ιβηροσκητιώτης (+ 1814), Γεδεών ο Καρακαλληνός (+ 1818), Αγαθάγγελος ο Εσφιγµενίτης (+ 1819), Γρηγόριος ο Ε' Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+ 1821), Παύλος ο Κωνσταµονίτης (+ 1824) και τελευταίος γνωστός Αθανάσιος ο Λήµνιος (+ 1846). Η ίδρυση της Αθωνιάδος Ακαδηµίας (1749) αποτελεί σταθµό της νεώτερης αγιορείτικης ανθήσεως. Αξιόλογοι διδάσκαλοι διδάσκουν σε αυτή όπως ο Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης, ο πρώτος σχολάρχης της, µε διάδοχο τον Αρχιµανδρίτη Αγάπιο τον Αγιοταφίτη, που σφαγιάσθηκε έξω της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, Ευγένιος ο Βούλγαρις, ο χαρισµατούχος διδάσκαλος, Νικόλαος Ζερτζούλης ο Μετσοβίτης, Παναγιώτης Παλαµάς, Αθανάσιος ο Πάριος και άλλοι. Έφοροι και προστάτες της Ακαδηµίας αναδείχθηκαν οι άγιοι Γρηγόριος ο Ε΄, Νικόδηµος ο Αγιορείτης και Μακάριος ο Νοταράς. Μαθητές της υπήρξαν οι νεοµάρτυρες Κοσµάς ο Αιτωλός, Κωνσταντίνος ο Υδραίος και Αθανάσιος Κουλακιώτης όπως επίσης οι πνευµατικοί άνδρες Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Σέργιος Μακραίος και ο εθνοµάρτυς Ρήγας Φεραίος. Είναι γεγονός πως για το τουρκοκρατούµενο Γένος η Αθωνιάδα Σχολή απέβη ένας ακόµη φάρος και µιά ελπίδα για την επιβίωσή του. Το τυπογραφείο επίσης που ιδρύεται στη Μ. Λαύρα από τον Κοσµά τον Επιδαύριο (1755) και η παρά τη µονή Βατοπεδίου Σχολή συνδράµουν στην αφύπνιση του Γένους, αλλά δυστυχώς µετά καιρό παρακµάζουν.
Την ίδια εποχή ζουν κι εργάζονται επιφανείς λόγιοι όπως οι Παπα - Ιωνάς Καυσοκαλυβίτης, ∆ιονύσιος Σιατιστέας, Νεόφυτος Σκουρτέος, Βαρθολοµαίος Κουτλουµουσιανός, Παχώµιος ο Τυρναβίτης, ∆ιονύσιος ο εκ Φουρνά (+ 1745) ο Καρυώτης αγιογράφος και συγγραφεύς του βιβλίου της τέχνης των ζωγράφων και ο Καισάριος ∆απόντες (+ 1784) ο Ξηροποταµηνός µοναχός και πολυταξιδεµένος συγγραφέας και ποιητής, ∆ωρόθεος (Ευελπίδης) Βατοπεδινός, Νικηφόρος Ιβηρίτης ο Χαρτοφύλακας.
Στα µέσα του 18ου αιώνος αναπτύσσονται σε όλο το Άγιον Όρος σοβαρές θεολογικές συζητήσεις γύρω από τα ζητήµατα της τελέσεως των µνηµοσύνων των κεκοιµηµένων, της συνεχούς θείας µεταλήψεως και άλλα σχετικά µε την ακρίβεια της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Αφορµή των µακρών συζητήσεων απετέλεσε η ανοικοδόµηση του Κυριακού ναού της Ιεράς Σκήτης της Αγίας Άννης (1754). Τέθηκε το ζήτηµα αν τα τελούµενα µνηµόσυνα υπέρ των δωρητών και αφιερωτών θα πρέπει να γίνονται την ηµέρα του Σαββάτου ή της Κυριακής. Επίσης ποια θα πρέπει να είναι η συχνότητα της προσελεύσεως των µοναχών στη Θεία Κοινωνία. Οι συζητήσεις δίχασαν τους µοναχούς και αυτούς που επέµεναν για την τέλεση των µνηµοσύνων τα Σάββατα που αποκάλεσαν κοροιδευτικά "κολλυβάδες". Αυτοί όµως φαίνεται πως ήταν, παρά την αυστηρή τους επιµονή, βαθείς γνώστες της εκκλησιαστικής παραδόσεως κι αγωνίσθηκαν σθεναρά για τη γνησιότητα και την αποκάθαρση της παραδόσεως από πρόσθετες προσµήξεις. Ετσι η προσωνυµία "κολλυβάς" απετέλεσε ευφηµισµό και το κίνηµα δηµιούργησε χρήσιµη και αγαθή αναγέννηση κι ανακαίνηση. Μάλιστα οι πρωτοπόροι του φιλοκαλικού αυτού κινήµατος είναι τρείς άγιοι: Μακάριος Νοταράς, Νικόδηµος Αγιορείτης και Αθανάσιος Πάριος. Συνοιδοιπόροι τους και συνέκδηµοι οι διαπρεποίς λόγιοι: Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης, Χριστόφορος ο Αρτηνός, Αγάπιος ο Κύπριος, Ιάκωβος ο Πλοποννήσιος, Παύλος ο ερηµίτης, Θεοδώρητος ο Εσφιγµενίτης και αρκετοί άλλοι. Ορισµένοι ως αυτοεξόριστοι κατέφυγαν στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα και ίδρυσαν δεκάδες µονών, που αρκετές σώζονται µέχρι σήµερα, και στάθηκαν στηρίγµατα του λαού στα δυτικότροπα ρεύµατα. Έτσι βλέπουµε τον όσιο Μακάριο τον Νοταρά στη Χίο, τον Νήφωνα τον Χίο στη Σκιάθο, τον ∆ιονύσιο τον Σκιαθίτη στη Σκύρο, τον Ιερόθεο στην Ύδρα µε αρκετούς µαθητές και φίλους της αγιορείτικης µοναχοτρόφου και αγιοτρόφου παραδόσεως. Στις µονές που ιδρύουν παρατηρούµε πλούσια δράση και σηµαντική προσφορά. Το Οικουµενικό Πατριαρχείο µε συνοδικές αποφάσεις δίνει τις τελικές λύσεις στο "κολλυβαδικό" ζήτηµα. Τα µνηµόσυνα µπορούσαν να τελούνται ανάλογα µε τις περιστάσεις και η Θεία Μετάληψη µε την κατάλληλη προετοιµασία µπορεί να γίνεται συχνά, δίχως να µένει κανείς στην ξηρότητα του τύπου αλλά στη ζωή της ουσίας.
Από τα µέσα του 18ου αιώνος παρατηρείται µία µεγάλη άνθηση στο Άγιον Όρος, που φθάνει µέχρι τις ηµέρες µας. Οι όσιοι Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης (+ 1730), ο υπέρµετρος αυστηρός σπηλαιώτης ασκητής, ο µιµητής του οσίου Μαξίµου του Καυσοκαλύβη Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (+ 1745), ο σοφός διδάσκαλος Άνθιµος ο Κουρούκλης (+ 1782), ο ιλαρός κήρυκας νήσων του Αιγαίου και του Ιονίου, Παϊσιος ο Βελιτσκόφκσυ (+ 1794) ο δηµιουργός "ασκητικοφιλολογικής" σχολής, Σωφρόνιος ο Αγιαννανίτης, Μακάριος ο Νοταράς (+ 1805) ο ασκητής ιεράρχης, Γεώργιος της Τσερνίκα της Ρουµανίας (+ 1806), Νικόδηµος ο Αγιορείτης (+ 1809) ο γνωστός σοφός συγγραφέας, Αθανάσιος ο Πάριος (+ 1813) ο διακεκριµένος διδάσκαλος, Σωφρόνιος Βράτσης της Βουλγαρίας (+ 1813), Αρσένιος ο εν Πάρω (+ 1877) ο διάσηµος ασκητής, Αντύπας της Μολδαβίας (+ 1822), Σιλουανός ο Ρώσος ο Αθωνίτης (+ 1938) γνωστός από την ωραία βιογραφία του και Σάββας ο εν Καλύµνω (+ 1948) ο Θαυµατουργός, αποτελούν σηµαντικό πυρήνα φωτισµού, διδασκαλίας και προσφοράς.
Μαζί µε τους παραπάνω συγκαταλέγονται και οι ένδοξοι Αγιορείτες νεόµαρτυρες, που στον 18ο και 19ο αιώνα φθάνουν τους εξήντα και µεταξύ αυτών διακρίνονται: Παχώµιος ο Νεοσκητιώτης (+ 1730), Κωνσταντίνος ο Ρώσος (+ 1742), ∆αµασκηνός ο Θεσσαλός (+ 1771), Κοσµάς ο Αιτωλός (+ 1779) ο γνωστότατος διδαχός και ιδρυτής ναών και σχολείων, Λουκάς ο Σταυρονικητιανός (+ 1802), Γεράσιµος ο Κουτλουµουσιανοσκητιώτης (+ 1812), Ευθύµιος ο Ιβηροσκητιώτης (+ 1814), Γεδεών ο Καρακαλληνός (+ 1818), Αγαθάγγελος ο Εσφιγµενίτης (+ 1819), Γρηγόριος ο Ε' Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+ 1821), Παύλος ο Κωνσταµονίτης (+ 1824) και τελευταίος γνωστός Αθανάσιος ο Λήµνιος (+ 1846). Η ίδρυση της Αθωνιάδος Ακαδηµίας (1749) αποτελεί σταθµό της νεώτερης αγιορείτικης ανθήσεως. Αξιόλογοι διδάσκαλοι διδάσκουν σε αυτή όπως ο Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης, ο πρώτος σχολάρχης της, µε διάδοχο τον Αρχιµανδρίτη Αγάπιο τον Αγιοταφίτη, που σφαγιάσθηκε έξω της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, Ευγένιος ο Βούλγαρις, ο χαρισµατούχος διδάσκαλος, Νικόλαος Ζερτζούλης ο Μετσοβίτης, Παναγιώτης Παλαµάς, Αθανάσιος ο Πάριος και άλλοι. Έφοροι και προστάτες της Ακαδηµίας αναδείχθηκαν οι άγιοι Γρηγόριος ο Ε΄, Νικόδηµος ο Αγιορείτης και Μακάριος ο Νοταράς. Μαθητές της υπήρξαν οι νεοµάρτυρες Κοσµάς ο Αιτωλός, Κωνσταντίνος ο Υδραίος και Αθανάσιος Κουλακιώτης όπως επίσης οι πνευµατικοί άνδρες Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Σέργιος Μακραίος και ο εθνοµάρτυς Ρήγας Φεραίος. Είναι γεγονός πως για το τουρκοκρατούµενο Γένος η Αθωνιάδα Σχολή απέβη ένας ακόµη φάρος και µιά ελπίδα για την επιβίωσή του. Το τυπογραφείο επίσης που ιδρύεται στη Μ. Λαύρα από τον Κοσµά τον Επιδαύριο (1755) και η παρά τη µονή Βατοπεδίου Σχολή συνδράµουν στην αφύπνιση του Γένους, αλλά δυστυχώς µετά καιρό παρακµάζουν.
Την ίδια εποχή ζουν κι εργάζονται επιφανείς λόγιοι όπως οι Παπα - Ιωνάς Καυσοκαλυβίτης, ∆ιονύσιος Σιατιστέας, Νεόφυτος Σκουρτέος, Βαρθολοµαίος Κουτλουµουσιανός, Παχώµιος ο Τυρναβίτης, ∆ιονύσιος ο εκ Φουρνά (+ 1745) ο Καρυώτης αγιογράφος και συγγραφεύς του βιβλίου της τέχνης των ζωγράφων και ο Καισάριος ∆απόντες (+ 1784) ο Ξηροποταµηνός µοναχός και πολυταξιδεµένος συγγραφέας και ποιητής, ∆ωρόθεος (Ευελπίδης) Βατοπεδινός, Νικηφόρος Ιβηρίτης ο Χαρτοφύλακας.
Στα µέσα του 18ου αιώνος αναπτύσσονται σε όλο το Άγιον Όρος σοβαρές θεολογικές συζητήσεις γύρω από τα ζητήµατα της τελέσεως των µνηµοσύνων των κεκοιµηµένων, της συνεχούς θείας µεταλήψεως και άλλα σχετικά µε την ακρίβεια της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Αφορµή των µακρών συζητήσεων απετέλεσε η ανοικοδόµηση του Κυριακού ναού της Ιεράς Σκήτης της Αγίας Άννης (1754). Τέθηκε το ζήτηµα αν τα τελούµενα µνηµόσυνα υπέρ των δωρητών και αφιερωτών θα πρέπει να γίνονται την ηµέρα του Σαββάτου ή της Κυριακής. Επίσης ποια θα πρέπει να είναι η συχνότητα της προσελεύσεως των µοναχών στη Θεία Κοινωνία. Οι συζητήσεις δίχασαν τους µοναχούς και αυτούς που επέµεναν για την τέλεση των µνηµοσύνων τα Σάββατα που αποκάλεσαν κοροιδευτικά "κολλυβάδες". Αυτοί όµως φαίνεται πως ήταν, παρά την αυστηρή τους επιµονή, βαθείς γνώστες της εκκλησιαστικής παραδόσεως κι αγωνίσθηκαν σθεναρά για τη γνησιότητα και την αποκάθαρση της παραδόσεως από πρόσθετες προσµήξεις. Ετσι η προσωνυµία "κολλυβάς" απετέλεσε ευφηµισµό και το κίνηµα δηµιούργησε χρήσιµη και αγαθή αναγέννηση κι ανακαίνηση. Μάλιστα οι πρωτοπόροι του φιλοκαλικού αυτού κινήµατος είναι τρείς άγιοι: Μακάριος Νοταράς, Νικόδηµος Αγιορείτης και Αθανάσιος Πάριος. Συνοιδοιπόροι τους και συνέκδηµοι οι διαπρεποίς λόγιοι: Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης, Χριστόφορος ο Αρτηνός, Αγάπιος ο Κύπριος, Ιάκωβος ο Πλοποννήσιος, Παύλος ο ερηµίτης, Θεοδώρητος ο Εσφιγµενίτης και αρκετοί άλλοι. Ορισµένοι ως αυτοεξόριστοι κατέφυγαν στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα και ίδρυσαν δεκάδες µονών, που αρκετές σώζονται µέχρι σήµερα, και στάθηκαν στηρίγµατα του λαού στα δυτικότροπα ρεύµατα. Έτσι βλέπουµε τον όσιο Μακάριο τον Νοταρά στη Χίο, τον Νήφωνα τον Χίο στη Σκιάθο, τον ∆ιονύσιο τον Σκιαθίτη στη Σκύρο, τον Ιερόθεο στην Ύδρα µε αρκετούς µαθητές και φίλους της αγιορείτικης µοναχοτρόφου και αγιοτρόφου παραδόσεως. Στις µονές που ιδρύουν παρατηρούµε πλούσια δράση και σηµαντική προσφορά. Το Οικουµενικό Πατριαρχείο µε συνοδικές αποφάσεις δίνει τις τελικές λύσεις στο "κολλυβαδικό" ζήτηµα. Τα µνηµόσυνα µπορούσαν να τελούνται ανάλογα µε τις περιστάσεις και η Θεία Μετάληψη µε την κατάλληλη προετοιµασία µπορεί να γίνεται συχνά, δίχως να µένει κανείς στην ξηρότητα του τύπου αλλά στη ζωή της ουσίας.
Συνεχίστε να διαβάζετε, πατήστε εδώ->>





















