Α. Η ΡΙΖΑ (αντί προλόγου)
Ο τόμος «Σιμωνόπετρα» ξεναγεί εις ένα ολόκληρον κόσμο παλλούσης ανθρωπίνης ζωής, άμα και ζεούσης μοναχικής βιοτής μέσα εις ένα μοναστήρι.
Εις το μοναστήρι τα πάντα είναι πολύ απλά και ανθρώπινα, ταυτοχρόνως θεϊκά κα εκφαντορικά. Πρόσωπα και πράγματα απαρτίζουν μιαν πολιτείαν ανεξήγητον με τα κριτήρια του κόσμου, μίαν συνοδίαν φωτοφόρων προσώπων. Αυτή όμως αποβαίνει ζων μυστήριον του μέλλοντος αιώνος, μια μυσταγωγική αναστροφή και πορεία, μέσα-έξω εις την γην και τον ουρανόν.
Οι μοναχοί εις το μοναστήρι τους, εις το οποίον «παροικούν», έχουν φυσικό βίον και καθημερινή συνδιατριβήν, αλλά και ως εξ' ορμητηρίου εφοδεύουν δια να επιτύχουν μίαν «ανάβασιν», να βιώσουν την παρεμβολήν των αγίων και την Εκκλησίαν, την ηγαπημένην βασιλείαν του Θεού. «Και είδον ουρανόν καινόν και γην καινήν...Και την πόλιν την αγίαν Ιερουσαλήμ καινήν είδον κατεβαίνουσαν εκ του ουρανού από του Θεού, ητοιμασμένην ως νύμφην κεκοσμημένην...Ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων». Το πρότυπο έχει σημασίαν δι' ημάς• ερμηνεύεται το μοναστήρι. Αυτό είναι ζωή και «πολιτεία», είναι θεσμός διευθετών τα πάντα. Όλα έτοιμα από το Θεόν δια τη μοναδικήν επίτευξιν, την «συνουσίαν», τον γάμον του Θεού και του ανθρώπου. Είναι κοινωνία, λόγος και τρόπος βαθύς εφηρμοσμένης ζωής κατά Θεόν. Είναι ιδού, «τόπος Θεού και πύλη ουρανού». Είναι τόπος παρουσίας του ανθρώπου και, τώρα εδώ, τόπος Θεού, όπου καταξιούται ο χώρος και διασφαλίζεται ο εσχατολογικός προσανατολισμός. Η συμβίωσις εις την «πόλιν» δεν αποβλέπει εις επενδύσεις κοσμικών και ιδεολογικών στόχων αλλά εις την πνευματική ζωήν, που στοιχειούται με την άσκησιν και την μυστικήν ενατένισιν του Θεού. Αύτη η πόλις-μονή είναι ως εν εργαστήριον, εις το οποίον αι συνθήκαι είναι διειλεγμέναι και μετρημέναι και επιδιώξεις δεν αφορούν εις κάποιο ποθούμενον αλλά εις τον Ποθούμενον, αυτόν τον Θεόν, τον καταβαίνοντα εκ των ουρανών και ζώντα μέσα ακριβώς εις τα ανθρώπινα σκεύη καθ' ενός μας.
Αύτη η πεποίθησις των μοναχών είναι μια βαθεία παράδοσις και έρεισμα βίου, μια πραγματικότης υπερβαίνουσα την συνήθη διαγωγήν των ανθρώπων, η οποία καθίσταται αγγελική. Οι μοναχοί, ως άνθρωποι, έχουν τας αδυναμίας των, την πάλην, τον αγώνα, τας πτώσεις, τας εγέρσεις, αλλά δεν ορρωδούν, αντιθέτως από τούδε αισθάνονται, δια των καμάτων αυτών, συγκοινωνοί σήμερον των μαρτύρων και αύριον συγκάθεδροι μεθ' όλων των αγίων. Τα τείχη επομένως της πόλεως-μοναστηριού δεν κλείουν τους ορίζοντας, αντιθέτως ανοίγουν θεώρια μυσταγωγικά και πύλας ουρανού.
Ας παρακολουθήσομεν, λοιπόν, πρώτον, το ευσκιόφυλλον και εύχυμον τούτο δένδρον της ζωής, το της μοναχικής πολιτείας.
Β. ΔΕΝΔΡΟΝ (Μοναχική πολιτεία)
Η μοναχική ζωή είναι, κατά κάποιον τρόπον, «αγενεαλόγητος». Το πρότυπον της μοναχικής τελειότητος είναι η περί τον θρόνον και τον ουράνιον κόσμον του Θεού ζωή των αγγέλων, προ της δημιουργίας ακόμη του αισθητού κόσμου. Γενεαλογείται, δηλαδή αρχίζει από την Εδέμ την κατ' ανατολάς, από αυτήν την παραδείσιαν κοινωνίαν του τέκνου μετά του Γεννήτορος, όπερ όμως -φευ!- δια της αμαρτίας κατέστη σύντριμμα ελεεινόν, αναμένον το πρωτευαγγέλιων της λυτρώσεως. Ο μοναχισμός, λοιπόν, έχει ως αφετηρίαν την ζωήν αυτήν, ήτις είναι και η τελειοτέρα επανάκτησις της τερπωλής του παραδείσου.
Εις την Παλαιάν Διαθήκην προητοίμασε τον πεπτωκότα άνθρωπον ο Θεός δια του Υιού αυτού. Ούτως απεκάλυψεν εις τον άνθρωπον το πρόσωπον του, ότι είναι ο εις Θεός συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι και, άμα, την αχώριστον υποστατικήν κοινωνίαν του ως Θεού μετά των ανθρώπων.
Ο Χριστός ούτως απελευθέρωσε τον σκλάβον άνθρωπον, του έδωκε την Εκκλησίαν, το βάπτισμα, όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας. Και, δια μεγαλυτέραν και ευχερεστέραν δυνατότητα χαράς, ειρήνης και πλουτισμού αγίων δωρημάτων και θείας ζωής, «έκτισεν» εν τω κόσμω ένα κόσμον έξω του κόσμου, τον μοναχισμόν. Δι' αυτού ο χοϊκός άνθρωπος της εποχής αμιλλάται με τους αγγέλους και συγκάθηται, συνομιλών όσον «χωρεί» με τον Θεόν.
Εις τον Ιουδαϊσμόν και τον εθνικόν κόσμον, ιδίως είς την Αίγυπτον, προϋπήρχαν σκιώδεις μοναστικαί μορφαί. Εις την Παλαιάν Διαθήκην προετύπωσαν άνδρες άγιοι την μοναχικήν ζωήν, όπως οι προφήται Μωυσής, Ηλίας, ο Πρόδρομος Ιωάννης, οίτινες «εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» έζησαν. Ο προφήτης Ησαΐας έγραψε μίαν παρατήρησιν -προφητείαν δια τους θαυμαστούς μοναχούς, «τα πετεινά που ατενίζουν τα ύψη», τους σοφωτέρους των πολλών. Δι' αυτούς, τους αριστείς του κόσμου, επροφητεύθη• «Επί των τειχών σου, Ιερουσαλήμ, κατέστησα φύλακας όλην την ημέραν και όλη την νύκτα, οι δια τέλους ου σιωπήσονται μιμνησκόμενοι Κυρίου». Δηλαδή, εις τα κάστρα της Εκκλησίας ο Θεός κατέστησε, ως φύλακας ημερονυκτίους εμπιστευτικώς και τιμητικώς, τους πτερωτούς αυτούς οπλίτας και γενναίους πολυομμάτους ασκητάς, που αειρύτως άδουν και απαύστως ενατενίζουν εις τον Κύριον της δόξης. Άλλωστε το μοναστήρι, είπομεν, είναι αντίτυπον της Ιερουσαλήμ, της βασιλείας του Θεού. Και εις την πρώτην Εκκλησίαν αι αγάπαι, αι κοιναί τράπεζαι, η αποστολική κοινωνία εις την Ιερουσαλήμ και αι αποστολικαί κοινότητες ήσαν, πάλιν, προτυπώσεις της μοναχικής βιοτής.
Ο μοναχισμός εύρεν εις το χώρον της Εκκλησίας πρότυπα ιδεώδους και θαυμαστού βίου και φρονήματος, παλαιοτέρους ασκητεύοντας αναχωρητάς και ερημίτας, οι οποίοι έμενον «άφθοροι», «παρθένοι» και ετέλουν μεγαλειώδη κατορθώματα.
Εκ τούτων, ως πέπειρος καρπός, προήλθεν ο μοναχικός βίος, όστις εγεννήθη εις την Ανατολήν επί της εποχής του Αγίου Κωνσταντίνου και μετεδόθη ως υπόδειγμα καθολικόν. Οι μοναχοί, με την παρθενίαν, την άσκησιν, την νηστείαν, την κοινοβιακήν ζωήν, την υπακοήν, την πτώχειαν και τον εν γένει πνευματικόν οπλισμόν των υψιπετών αυτών αετών, προσεφονούντο με τα ωραιότερα επίθετα και τας μεγαλυτέρας επευφημίας. Ο λαός, οι πτωχοί, οι πλούσιοι, οι αμαρτωλοί, οι άγιοι, οι πατριάρχαι, οι βασιλείς, ούτοι πάντες, τους ηγάπων, ετίμων και μετά δόξης και πόθου επλησίαζον αυτούς, ως κυρίως «στρατιώτας του Χριστού». Ο μοναχισμός έκτοτε έμεινε και ζη ως «στρατός ιερός, θείον και πάγκαλον τάγμα, πολιτεία μοναχική και αγγελική"Η εμφάνισις του ιστορικού θεσμού του μοναχισμού ήτο μια σπουδαιοτάτη και βασική στιγμή της ιστορίας του κόσμου. Αι αλλεπάλληλοι κατόπιν μοναχικαί περίοδοι, κατ' εποχάς και κατά τόπους, διέσωσαν το εσχατολογικόν βίωμα εις τας συνθήκας των χριστιανικών κοινωνιών, παρ' ότι επηρέαζεν εν αρχή η αντίδρασις και περίσφιγξις της ειδωλολατρίας, είτα της εκκοσμικεύσεως της κοινωνικής ζωής, της αιρέσεως, των σχισμάτων κ.λ.π. έως της ασθματικής εποχής μας. Αυτό σημαίνει παράμονον την δυνατότητα της αναβάσεως του ανθρώπου προς τον Θεόν και την αποκάλυψιν του Θεού εν ωρισμένη κοινωνία εντός της Εκκλησίας. Ούτως, εις πάσας τας εποχάς και χρόνους, το μοναστήρι μένει το ίδιο πράγμα, μία ζώσα εικών της βασιλείας του Θεού, εξ' ου η αδελφότης προσδοκά αεί το απόφθεγμα και τα ρήματα του ως «υετόν και όμβρον επ' άγρωστιν και ωσεί νιφετόν επί χόρτον». Παρά πάσαν αλλοίωσιν ή αχρείωσιν, ένας προσκυνητής των ιερών μονών θα το διαπιστώση αμέσως. Μεγάλη η δύναμις του πνευματικού σπέρματος.
Όπως εν τη Παλαιά Διαθήκη ο Θεός ετοποθέτει τους προφήτας ως φύλακας του εμπνευσμένου κηρύγματος εν Αγίω Πνεύματι, δια της ζωής και του μαρτυρικού εν τέλει αυτών θανάτου, ούτω και εν τη Εκκλησία το αυτό Πνεύμα καλεί ως προφήτας και μάρτυρας εις τας πυργοβάρεις τους μοναχούς, δια να αναγγέλλουν και υποδεικνύουν την μέλλουσαν ζωήν. Ούτοι, ως αείποτε επιθανάτιοι, εν σαρκί αίρουν τας θεϊκάς επαγγελίας και προτυπούν την ερχομένην βασιλείαν.
Ο άγιος Αντώνιος και οι περί την εποχήν του οσίοι Πατέρες, ο Παχώμιος, θεμελιωτής και οργανωτής του κοινοβίου, ο Μ. Βασίλειος, τελειωτής του κοινοβιακού συστήματος, κατόπιν οι κτίτορες των μονών, ως ο άγιος Σάββας, ο άγιος Θεοδόσιος, αργότερα ο Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, τόσοι και τόσοι άλλοι, όλοι εις την γενεάν αυτών εκατοντάδας και χιλιάδας χιλιάδων εδημιούργησαν μοναχούς και πνευματικάς ακροπόλεις, που καθοδηγούν και εξασφαλίζουν, ως επί το πλείστον, νέους, αλλά και παιδία και γέροντας. Όλοι αυτοί ακούουν κάποιαν ημέραν την φωνή του Θεού, όπως έγινε με τον Μωυσή• «Ανάβηθι προς με εις το όρος και ίσθι εκεί». Το αποτέλεσμα; «Ανέβη Μωυσής εις το όρος και εκάλυψεν η νεφέλη το όρος και κατέβη η δόξα του Θεού».
Η προσωπική κλήσις του Θεού εις τον μοναχόν δεν είναι αφηρημένη, αλλά πραγματοποιείται εν τόπω και χρόνω, ως «πάσχα"-μετάβασις από τον χώρον του «ψυχικού σώματος» εις τον τόπον του «πνευματικού σώματος». «Εφορέσαμεν την εικόνα του χοϊκού, φορέσομεν και την εικόνα του επουρανίου». Μετάβασίς μας είναι η αποταγή του κόσμου, η ξενιτεία εις την «έρημον», δηλαδή εις το μοναστήρι, ανάβασις εις το όρος του Θεού. Ουδείς μένει αδρανής εμπρός εις το λόγον του Χριστού προς πάντας• «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ' ημέραν και ακολουθείτω μοι». Ο ίδιος δε ο Χριστός, ο εξεγείρων τους όχλους δια λόγου, περιοδειών και θαυματουργιών, αυτός πάλιν «ην υποχωρών εν ταις ερήμοις και προσευχόμενος».
Τα περισσότερα μοναστήρια ιδρύθησαν από ησυχαστάς εκ των οποίων οι πλείστοι έζων πριν εις σπήλαια και έπειτα ηναγκάσθησαν να οικοδομήσουν μεγάλα αρχιτεκτονικά, θαυμαστά και λαμπρά οικοδομήματα δια την υπηρεσίαν της ψυχής και την σπουδήν του Πνεύματος. Αι απαρχαί δε αύται των κτιτόρων -ησυχαστών παραμένουν ορόσημα απαράβατα, και το ησυχαστικόν φρόνημα επιβιώνει ως το αυθεντικόν κριτήριον του μοναχού. Διότι τα πράγματα τρέχουν, και ημείς τρέχομεν, δι' ο πρέπει να «καθυστερούμεν» δια να βλέπωμεν την ζωήν των Πατέρων, την «άλλην βιοτήν, της αιωνίου απαρχής». Όπως οι απόστολοι και οι διάδοχοι αυτών ίδρυον τοπικάς Εκκλησίας, ούτω και οι όσιοι κτίτορες οικοδομούν εστίας αποστολικής βιοτής, πηγνύουν θυσιαστήρια πανταχού και μετόχια, ώστε να επιτυγχάνεται η θεοφιλία και η εφικτή συνάντησις του ανθρώπου και του Θεού.
Τα μοναστήρια ενισχύθησαν δια των ιερών κανόνων της Εκκλησίας μας και διέπονται αείποτε από τα Τυπικά, τας Υποτυπώσεις, τας Διαθήκας και τους Κανονισμούς των κτιτόρων και μεγάλων ιδρυτών, οι οποίοι δι' αυτών διεχάραξαν την ζωήν και το μέλλον των μονών και των μοναχών. Η Εκκλησία κατεκύρωσε και επροστάτευσε τους μοναχικούς θεσμούς, προκειμένου να ασφαλίση δια παντός το κύρος των ιερών καθιδρυμάτων, ως εδράνων αυτής ταύτης, δια να μη απολεσθή ο εαυτής προσανατολισμός. Χωρίς την θεσμικήν αυτήν αναγνώρισιν των μοναστηρίων, θα είχομεν αλλεπάληλα και άληκτα προβλήματα και θα μας έλειπεν ο κρίκος ανά μέσον του μοναστικού αισθήματος και της αντιλήψεως της εν τω κόσμω Εκκλησίας.
Μία παροιμία λέγει• «Τα μοναστήρια να' ναι καλά, οι μοναχοί έρχονται». Και είναι αληθές! Ουδέποτε θα σταματήση η «συρροή», η μοναχική πολιτεία, εκτός αν έλθη το τέλος, η προϋπάντησις του ερχομένου Κυρίου μετά των αγγέλων αυτού και η υποδοχή μας, το καλωσόρισμα των αναμενόντων ημάς αγίων εκεί. Η οικουμένη εγέμισε μοναστήρια• κέντρα ζωής, καλλωπίσματα περιοχών, καταγώγια ιερά, φωταγωγοί τυφλών, τηλεσκόπια ορώντων, τηλεβόαι ακουόντων, βωμοί μυστικής φωταυγίας και ευφροσύνης. Και αι γενεαί των μοναχών ωκοδόμησαν τας αιωνίους ερήμους και τα πανύψηλα όρη, κατώκησαν τας παραλίους, εκληρονόμησαν την γην. Όλοι αυτοί θα ευφραίνωνται εστεφανωμένοι αιωνίως τας κεφαλάς αυτών.
Γ. ΚΟΡΜΟΣ (Αγιορείτικη πολιτεία)
Ο αρχικός αναχωρητικός η ερημιτικός βίος μέχρι και σήμερα δεν παύει να έχη τους μαθητάς του. Απ' αρχής της Εκκλησίας, κατά τους διωγμούς και μετέπειτα, οι ερημίται έγραψαν χρυσάς σελίδας, ωρίμασαν πνευματικώς και εμεγαλούργησαν, γενόμενοι μιμηταί και συνόμιλοι της αγγελικής πολιτείας. Η μορφή αυτή, συνορεύουσα με την ακρότητα, τον κίνδυνον, την ένδειαν και την τελείαν απάρνησιν, κατά τον Δ΄ αιώνα αναπτύσσεται πλέον ως μοναχισμός καλώς ωργανωμένος. Οι όσιοι Ιλαρίων, Σάββας, Ευθύμιος και άλλοι μεγάλοι Πατέρες την μόνωσιν την συνεδύασαν με την αναστροφήν των μοναχών, η οποία ούτως εξελίχθη κατ' ολίγον φυσιολογικώς εις μικρούς συνοικισμούς και, οριστικώς, εις κοινόβια μοναστήρια, ως «πόλεις εξ' ουρανού», ως μία πολιτεία. Εις αυτήν τα σώματα, ψυχαί, θελήματα, χρήματα, προτιμήσεις, πόθοι, παλαίσματα, ιδρώτες, στέφανοι, όλα κοινά!
Το κοινόβιον -χωρίς να απαλείψη προηγουμένας μορφάς σωζομένας ακόμη εν ενεργεία και δη εις το Άγιον Όρος, ως κάλυβας, κελλία, σκήτας, μετόχια κ.λ.π. -σχεδόν επεκράτησε πανταχού εν τη Εκκλησία και δέχεται, προσλαμβάνει, τρέφει, στομώνει, μορφώνει, αγιάζει και τελειοί τους μοναχούς ως πολεμιστάς του καλού αγώνος και, κατά συνέπειαν, ως πολίτας του ουρανού, φίλους και πρεσβευτάς ημών, ζώντας εν παρρησία, μετά των οποίων η κοινωνία μας συνεχίζει ως μία οικογένεια, της οποίας ο λύχνος δεν σβήνει, αλλά φεγγοβολεί.
Η αγιορείτικη πολιτεία, ημπορούμεν να είπομεν, είναι η πιο μεγάλη «εν ερήμω» ζώσα μοναστική κοινωνία, η οποία προσφέρει και υπηρετεί την οικουμένην με ένα δυναμικό ζωής, χάριτος, πλούτου θεϊκού, ενεργού προσευχής, με μίαν ολοκληρωτικήν ανάτασιν «υπέρ της του κόσμου σωτηρίας». Τι συγκινητικώτερον δε από αυτήν την ζωήν του Όρους; Πεπληρωμένον είναι από πνευματικάς δυνάμεις που σώζουν τους μοναχούς και τους ερχομένους. Οι μοναχοί ως «νεφέλαι πέτανται» εις τον ατέρμονα ορίζοντα• αυτών οι λιβανωτοί των καρδιών, η οσμή των θυσιών, η ενατένισις δια μυστικών επιποθήσεων του αοράτου, ζώντος και ορώντος Θεού, αι εκχύσεις των δακρύων και οι γραφικοί αλαλαγμοί των δοξολογικών αινέσεων θησαυρίζονται εις την αιωνιότητα.
Το Άγιον Όρος κατώρθωσε να συνδέση και να συνθέση με τον ησυχασμόν και την κοινοβιακήν παράδοσιν. Ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ως ησυχαστής, γευθείς της γλυκύτητος της ερήμου, επέτυχε αυτήν την σύζευξιν μέσα εις ένα μεγάλο αυτοκρατορικόν κοινόβιον δια την «των πολλών σωτηρίαν». Προσέλαβε την στουδιτικήν ακμαιοτάτην παράδοσιν και διετήρησε α) την ανάγκη και την δύναμιν του πνευματικού Πατρός και Γερόντος, β)την προσωπικήν ζωήν εις τον καθ' έκαστον μοναχόν και γ) την δυνατότητα των ησυχαστικών -ασκητικών παλαισμάτων• διότι πάντοτε ισχύει ότι «μέγα το της ησυχίας έργον».
Ο αγιορείτικος μοναχισμός, ως αποτέλεσμα αυτής της θαυμάσιας συνθέσεως, είναι μία αδιάλειπτος σύναξις, μία ζωή επί το αυτό, όπου τα ανθρώπινα πρόσωπα είναι σεβαστά και αναπτύσσονται ως «μέλη εκ μέρους» του ενός σώματος του Χριστού, μία κοινωνία εν αγάπη και διακονία, μελέτη και προσευχή, χαροποιώ εξαγορεύσει των λογισμών και εν τη μεθέξει της λατρείας. Όλα αυτά ξεκουράζουν τον άνθρωπον, ο οποίος μετάρσιος καθίσταται δια της πραγματικής και εσωτερικής υπακοής προς τον Γέροντα και δια του «κανόνος» διατηρεί την δύναμιν και την επιπόθησιν του Θεού.
Δια να μη χάση δε τον προσανατολισμόν του το Άγιον Όρος θέλει να ζη κατά ένα τρόπον συνεπείας, ώστε να τηρήται το αναλλοίωτον του ήθους και της αποστολής του. Η παράδοσίς του δεν είναι προσκόλλησις εις τον τύπον αλλά βαθεία εκκλησιαστική συνείδησις, το καταστάλαγμα μιας υπερχιλιετούς εμπειρίας της ανθρωπίνης φύσεως εν τη κοινωνία με τον Θεόν. Δια τούτο ο αγιορείτης είναι και θέλει να μένη «παραδοσιακός», εμβαθύνη συνεχώς η ύπαρξις του εις το των Πατέρων φρόνημα. Έτσι, ξεπερνά τα όρια του «εγώ» και το τρεπτόν της πεπτωκυίας φύσεως. Αυτή η παράδοσις εισέρχεται εις τα ενδότερα της «μελλούσης» ζωής και αποσπά δια τον άνθρωπον δικαιώματα με πρόγευσιν της αιωνιότητος.
Ας ίδωμεν τώρα ένα βλαστόν του ευκάρπου δένδρου.
Δ. ΒΛΑΣΤΟΣ (Σιμωνόπετρα)
Συμφώνως προς όσα είπομεν προηγουμένως, έπρεπε να μη υστερήση και η Σιμωνόπετρα εις την αφετηρίαν της• και αυτή, λοιπόν, έχει την ευλογίαν του σπηλαίου, από του οποίου εξώρμησεν ο Κτίτωρ, πλησθείς ζήλου, δια να οικοδομήση την ουρανοβάμονα μονήν, χωρίς να αλλοιώση τον σπηλαιώδη χαρακτήρα, επιτυχών επικινδύνως και επιμόχθως το έργον τη αρχιτεκτονία του Πνεύματος.
Ο αγίος Σίμων έζησεν ολίγον προ της εποχής της ησυχαστικής έριδος, καθ' ην το Αγίον Όρος είχε πλέον των τριακοσίων μοναστηρίων και πλήθος ησυχαστών. Ο ίδιος, αφωσιωμένος εις την νοεράν θεωρίαν, δεχθείς θείαν οπτασίαν και λαβών διαταγήν, ανέλαβε την πρώτη αδελφότητα, ώστε η κοινοβιακή ζωή επί την Πέτραν να καταστή επίβασις θεωρίας. Η καλυτέρα κληρονομία που άφησεν εις τα τέκνα του ο άγιος Σίμων ήτο αυτή η εμπειρία του Θεού• και εκείνα ώφειλον να πραγματοποιήσουν την αγιορειτικήν σύνθεσιν της εν ησυχία συμβιώσεως των αδελφών και της προσδοκίας του Θεού. Είναι μία πορεία εν τόπω προς ένα όριον υπερόριον των «ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσονται θανάτου έως αν ιδώσι την βασιλείαν του Θεού."Η ζωή εις την Σιμωνόπετρα δεν ήτο πάντοτε εύκολος. Περιπέτεια, επιδρομαί, δάνεια πιεστικά, αλλεπάλληλοι πυρκαϊαί, τουρκοκρατία, πόλεμοι, επεμβάσεις εις το Όρος... Πότε ανέπνεε, άλλοτε εξέπνεε, τελικώς ανέπνεε! Αγιώτατοι Γέροντες ήρχοντο δια να εύρουν μιαν καλιάν, άλλοι δια να αναλάβουν την ευθύνη της μονής, αλλά λόγω των δυσχερεστάτων περιστάσεων υπεχώρουν. Άλλοτε μείναντες έδωσαν την ζωήν αυτών. Την ιστορίαν όμως την γράφει ο Θεός.
Ημείς τώρα αναφέρομεν μόνο την, δια της αδελφότητας του Μεγάλου Μετεώρου εις τους Σταγούς, επάνδρωσιν της μονής τω 1973 εις στιγμάς αυτής δυσχείμονας και δυσέλπιδας. Οι νεαροί βλαστοί του Μετεώρου ως αετιδείς εζήτησαν φωλεάν εις την Πέτραν του αγίου Σίμωνος. Η μονή, με χαράν, ελπίδα και ευγνωμοσύνην προς τον Θεόν και με τας ευλογίας των παλαιών πατέρων, κατώκισε υπέρ τους πεντήκοτα αδελφούς εις τους εγκαταλελειμμένους χώρους, οίτινες επλήρωσαν με ζωήν και νεότητα τα κελλιά και τον ναόν.
Το μοναστήρι μας είναι το δέκατον τρίτον κατά σειράν εκ των είκοσι ευαγών μονών. Ο πνευματικός αυτός μελισσών εις την καθημερινότητα σφύζει ζωής. Τούτο, βεβαίως, είναι χαρακτηριστικόν των αγιορειτικών μονών. Όλα ομοιόμορφα δια την κοινήν παράδοσιν, αλλά ιδιόμορφα εκ του χαρακτήρος των αδελφοτήτων και της προσωπικότητος του εκάστοτε Γέροντος.
Οι διακονηταί λαμβάνουν, κατά την αρχή του εκάστου έτους, εκ της χειρός του Χριστού και του οσίου Κτίτορος δια του ηγουμένου τας κλείδας και τα εργαλεία ως λειτουργικά σκεύη. Έκαστος μοναχός, υπηρετών τας χρείας των αδελφών, ενεργεί την λειτουργίαν του ενός σώματος και αποδίδει την αναφοράν του ως πιστός οικονόμος. Ο διακονών ασκεί την υπακοήν του εν μέσω της αδελφότητος, τρέχων μετά ζήλου να προφθάση την ταχύτητα της ταπεινοφροσύνης. Ένας αυτόβουλος όμως, αυτοδιοίκητος και ανεξάρτητος, μένει μόνος. Αλλά, ο διακονητής «ταπεινωτικής» φαινομενικώς εργασίας είναι ο πλέον μακάριος!
Η εργασία, και δη η παγκοινιά, και αι διάφοροι εκδηλώσεις της κοινής ζωής είναι μια ανάπαυσις, παιγνίδι και χαρά ενώπιον του Κυρίου του ετάζοντος καρδίας και νεφρούς• και Εκείνος συγχαίρει, όταν βλέπη την καρδίαν των μαθητών «καθαράν». Αι γεωργικαί ιδίως εργασίαι αναπαύουν τον μοναχόν, εξασκούν το σώμα δια να γρηγορή μετά του πνεύματος και αφήνουν ελεύθερον τον νουν δια την ιδικήν του απασχόλησιν. Επί πλέον, προσφέρουν με περίσσειαν τας καθαράς τροφάς, που ανέκαθεν εχρησιμοποίουν οι ασκηταί και οι κοινοβιάται.
Τα «επιτροπικά» και τα γραφεία διευθετούν φιλοπόνως την ευταξίαν της αδελφότητας, και προλαμβάνονται ανεπιθύμητοι καταστάσεις.
Οι διακονηταί και ψάλται του ναού έχουν ίδιον μισθόν λόγω της προθυμίας των, αλλά και του κατ' ανάγκην μερισμού της προσοχής αυτών.
Η τράπεζα καθ' ημέραν γέμει• οι διακονηταί των σχετικών εργασιών θέλουν και επιθυμούν να διατηρούνται ακούραστοι. Η κοινή τράπεζα, με τον λατρευτικόν χαρακτήρα της, εκφράζει και την μεταμόρφωσιν όλων των σαρκικών αναγκών εις θεοφόρα μέσα.
Και το αρχονταρίκι είναι συνεχώς εις επιφυλακήν. Οι αρχοντάρηδες ευδιάθετοι• οι πυλωροί, υποδεχόμενοι τους επισκέπτας με προσήνειαν, δι' ολίγον χρόνο «συμβιούν» μετ' αυτών και συμμερίζονται τους πόθους και τα βιώματά τους, θερμοί και σεμνοί. Οι πνευματικοί της μονής σιωπηλοί και υπομονητικοί.
Τα καθιστικά διακονήματα έχουν τα αγαθά των, ως και τας συναφείς δυσχερείας• εκεί μετά προσοχής δουλεύουν, Και οι διακονηταί των βαρέων εργασιών είναι αεί έτοιμοι και δυνατοί.
Ας μη ξεχάσωμεν όμως και το διακόνημα των πυροσβεστών. Ανασκουμπωμένοι, φθάνουν αμέσως εις τας εστίας της πυρκαϊάς. Έκαστος εξ αυτών αναλογίζεται την ευθύνην. Ολίγη σιγηρά αυτοκριτική... και ευθύς σπουδή αυθόρμητος και ταχυεργία εμπρός εις την άβυσσον του ελέους του Πατρός ημών και του θελήματος της Παναγίας.
Η ενδεχομένως διακριτική χρήσις συγχρόνου τεχνολογίας δεν αποσκοπεί εις την ανάπτυξιν της παραγωγής ή εις το κέρδος, αλλά εις την προσφοράν προς τον αδελφόν και την απόδοσιν εις την προσωπικήν ζωήν δι' επιτεύξεως περισσοτέρων ευκαιριών. Έτσι τα πράγματα και τα εργαλεία γίνονται θεοφόρα εις το μοναστήρι, όπως και εις την Άνω Ιερουσαλήμ, καθώς λέγει ο προφήτης Ζαχαρίας• «Εν τη ημέρα εκείνη έσται το επί τον χαλινόν του ίππου άγιον τω Κυρίω παντοκράτορι, και έσονται οι λέβητες οι εν τω οίκω Κυρίου ως φιάλαι προ προσώπου του θυσιαστηρίου».
Τέλος, δια τα διακονήματα ισχύει ο λόγος του Θεού ότι, αν εργάζεσαι και αρκήσαι εις τα του διακονήματός σου και δεν επεκτείνεσαι πέραν αυτού, θα είναι γλυκεία η ζωή σου: «Ζωή αυτάρκους εργάτου γλυκανθήσεται». Αι εργασίαι εν γένει διακονούν την αδελφότητα εις τας ανάγκας της• ο εξοπλισμός αυτών προσδιορίζεται από τας κατά παράδοσιν προϋποθέσεις και τα όρια της δουλειάς από τα μοναχικά ωράρια, διότι άλλως θα εκινδύνευον οι μοναχοί να τρέχουν πέραν από το «κατάσκιον όρος» της ζωής μας.
Προσωπικά στοιχεία, αδυναμίαι, πάθη, ανθρώπινοι ορέξεις και πρόσκαιροι επιδιώξεις ίσως να υπάρχουν και θα δημιουργούνται. Και όμως το μοναστήρι είναι μία «θύρα ηνεωγμένη εν τω ουρανώ, και η φωνή...ανάβα ώδε και δείξω σοι α δει γενέσθαι μετά ταύτα». Η έλξις του ουρανού πάντοτε σε αναβιβάζει εις ύψος.
Κατά περιπτώσεις οι μοναχοί αναγκαίως πρέπει δια ειδικούς λόγους να εξέρχονται του Όρους. Τότε αυτοί υπείκουν και πάραυτα επιστρέφουν, όταν εκλείψη η ανάγκη. Οι αδελφοί αυτοί αμερίμνως επανέρχονται εις τον οίκον αυτών και οίκον Θεού.
H Σιμωνόπετρα έχει την ιδιομορφία της. Έχει και την ακτινοβολίαν της, καταυγάζει το λαμπρόν φως του Κτίτορος. Διότι «έργα δικαίων ζωήν ποιεί». Ζωήν και χαράν, φως, πάλιν φως και ευφροσύνην καρδίας. Εις αυτήν διεισδύουν τα έσχατα, δηλαδή η προσμονή του Θεού, συναπαντώμενη εν τω οικείω θεανθρωπίνω σκηνώματι.
Η κοινοβιακή ζωή της μονής μιμείται την αέναον λατρευτικήν σύναξιν, κατά το πρότυπο της αϊδίου δοξολογίας των αγγέλων. Κάθε εκδήλωσης του κοινοβίου δεν έχει χαρακτήρα κοινόν αλλά και λατρευτικόν, υποτυπούσα το μυστήριον της Εκκλησίας.
Ολίγον μετά το μεσονύκτιον αρχίζουν αι εωθιναί ακολουθίαι. Η θεία λειτουργία είναι καθημερινή. Την μεσημβρίαν γίνονται αι Ώραι• και τρεις ώρας προ της δύσεως επιτελούνται αι εσπεριναί προσευχαί.
Η πανηγυρικότερα λειτουργική εκδήλωσις είναι αγρυπνία της νυκτός. Η παννυχίς κρατεί ακοίμητον τον νούν, αι καρδίαι σκιρτούν ευτόνως και εντόνως, συμμετέχουσαι εις την συγκλονιστικήν ρωμαλεότητα των άνω Δυνάμεων και της ευτερπούς συμμετοχής του εορτάζοντος αγίου ή της εορτής. Η ολιγωρία ευτίνακτος απωθείται, οι οφθαλμοί εγρήγοροι συμμετέχουν εις τας φωταυγίας και τας συμβολικάς ευδινήτους κινήσεις πολυελαίων και του χορού, αποσπώντες χαράν εξ ουρανού, απορροφούντες δρόσον κατανύξεως και συγχορεύοντες μετ' ανθρώπων και αγγέλων. Ούτως αναβιβάζεται ο νους ως μονόκερως εις το άνω θυσιαστήριον και το πνεύμα υψούται οσίως και εντρόμως, ίνα εύρη μυστικώς το ιλαστήριον της ιεράς κιβωτού και μετάσχη εις «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη».
Όταν δεν υπάρχη «αγρυπνία» εις το ναόν, τότε επιτελείται ο «κανών». Η «λειτουργία» του μοναχού, «ησύχου σιγής περιέχουσης τα πάντα και νυκτός μεσαζούσης», και ο παντοδύναμος Λόγος προσκαλούμενος έρχεται, ίνα το φως το αληθινόν διαυγάση. Διότι ερχόμενος εν τω μέσω της νυκτός «ου χρεία λύχνου και φωτός ηλίου, ότι ο Κύριος ο Θεός φωτιεί αυτούς, και βασιλεύουσιν εις τους αιώνας των αιώνων». «Και όψονται το πρόσωπο αυτού».
Η συνάντησις του μοναχού με τον Θεόν εις το κελλί εν τω μέσω της νυκτός είναι το κέντρον της ζωής του. Αυτή ρυθμίζει και την καθ' ημέραν πορείαν του: εργασίαν, ανάπαυσιν, δίαιταν κ.λ.π. Ο πιστός μοναχός εξέρχεται ως εκ φλεγομένης και μη καιομένης καμίνου. Η τοιαύτη δε ανάπτυξις του προσώπου γίνεται οικοδομή και κατάρτισις του «σώματος», όλης της αδελφότητος.
Εκτός δε αυτού, πέραν της συνήθους μελέτης, οι μοναχοί έχουν, κατά την αρχαία συνήθειαν, την ιδική των σύναξιν, μίαν «επισυναγωγήν εαυτών», όπου η αδελφότης συνάγεται μετά του πατρός «εν απλότητι και ειλικρίνεια» εις έν «κέρασμα». Εκεί η ευπρεπής συζήτησις, η αναγκαία ενημέρωσις, η μοναχική μύησις, η μυσταγωγία του φρονήματος, η «διακονία του λόγου».
Η ωραιοτέρα δε και σεμνοτέρα ευκαιρία της αδελφότητος είναι η εκάστοτε κουρά. Δεύτερον βάπτισμα, «παλιντοκία», αναγέννησις εις νέαν ζωήν. Γάμος. Αλλοίωσις της δεξιάς του Θεού. Ο κειρόμενος εν μέσω χαιρόντων αδελφών, των ευχών και των συμβουλών της ακολουθίας και των αναφωνημάτων «Κύριε, ελέησον», γίνεται ισάγγελος δια να πορεύεται και να σκέπτεται ως άγγελος. Τα πάντα «καινά». Ανήκει πλέον εις τον Θεόν και την στρατευομένην Εκκλησίαν. Περιπατών ή ομιλών εμφανίζει την εικόνα του Χριστού κρυπτομένου εις τα σπλάγχνα του. Δικαίωμα, έκτασις και επέκτασις του Αυτός, ο «Προσδόκιμος».
«Ω πόσην τιμής υπεροχήν έχει το άγιο και ιερόν ημών σχήμα! Ω πόσης ευωδίας πνευματικής πνέει... ω επάγγελμα ουρανού απτόμενον! Ω επάγγελμα Θεώ συναπτόμενον... ω επάγγελμα δι' ου σώζεται ο κόσμος!"Δια να καρή όμως κάποιος μοναχός, πρέπει να το κοιτάξη και να το ξανακοιτάξη. Να διψήση, να πεινάση, να χορτάση, να μεθύση. Και αυτό το ενεργεί μόνον ο Θεός. Από τώρα και πέραν η πνευματική του ζωή υπηρετείται από την αδιάπτωτον και ζείδωρον άσκησιν. Είναι το κλάδευμα των φυτών, ίνα αναπτυχθούν εύχυμοι οι κλάδοι. Είναι το δάκρυ μας, το χαροποιόν πένθος, ο πόνος μας, η αύξησις ημών η εν Χριστώ. Ο Ησαΐας λέγει• «Άνθος εκ της ρίζης αναβήσεται• και αναπαύσεται επ' αυτόν πνεύμα Θεού». Το «άνθος» είναι Αυτός, ο ην, ο ων, ο εσόμενος, ο ερχόμενος συν ημίν. Διότι τον εκαλέσαμεν!
Ε. ΦΥΤΕΥΜΑ ΚΥΡΙΟΥ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ (Γέροντας)
Ο άνθρωπος, και δη ο μοναχός, εν αγώνισμα έχει: να συνηθίση να «καρτερή τον αόρατον Θεόν ως ορών». Δύσκολον όμως δια την αδεξιότητά και την αμέλειάν μας. Ακατόρθωτον δια την φύσιν μας. Κατορθωτόν, παρά ταύτα, διότι το λέγει, το θέλει ο θεάνθρωπος Κύριος. Και είναι πάντοτε αληθής.
Ασφαλώς, το μοναστήρι προάγει τους καρπούς του Πνεύματος, το οποίον καθιστά τον άνθρωπον έτερον και τον μεθιστά εις κοινωνόν θεότητος. Διότι, τω όντι, το Πνέυμα εξασκεί και ανυψοί τον άνθρωπον. Η ζωή του μοναχού είναι δυναμική, δεχομένη πρόοδον και αναβάσεις, κατανόησιν, αίσθησιν, «όρασιν» Θεού. Ο μοναχός χωρών και εμφορούμενος τους τύπους, εναποθηκεύει εις αυτόν τα μυστήρια του Θεού και ετοιμάζει το πλήρωμα της καρδίας, την θεϊκή κατά πόδας αναζήτησιν του Υιού του Θεού και το φως της Βασιλείας. Πρέπει να το μάθη αυτό ο άνθρωπος. Όλη η μοναχική αγωγή και ζωή οδηγεί εις αυτό. Είναι το ιδικό μας άθλημα.
Ο ορατός άνθρωπος ζη δια να έχη τον αόρατον Θεάνθρωπον. Δεν είμεθα τυχαίοι! Πνεύμα θείον μας εποίησε και πνοή Παντοκράτορος μας διδάσκει. Δι' αυτό αι καρδίαι ζητούν ένα πρόσωπον πατρικόν δια να αισθάνονται υιοί Θεού. Και έχουν παν δικαίωμα να γνωρίζουν και να ερωτούν• «Ακουσόν μου, Κύριε, ίνα καγώ λαλήσω• ερωτήσω δε σε, συ με δίδαξον».
Δια την αδυναμίαν μας, όμως, μας χρειάζεται ένας ορατός και σύμμορφος συνάνθρωπος, δια να κατέχη την θέσιν του Θεού. Ευδοκεί και δίδει εις το πλάσμα του ο Πλάστης ως πλάστην ένα ομόδουλον και σύμφυρτον Γέροντα, δια να είναι αυτός το «τέλος του πόλου», το άκρον, το τέρμα, το κέντρον, ο άξων της ζωής του. Αυτός γίνεται το κριτήριον, το βάθος και το ύψος δια τον μοναχόν, ώστε να φθάνη ο μοναχός εις «την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού».
Δι' αυτό οι υποτακτικοί εις τας σχέσεις αυτών προς τον Γέροντα αναφέρονται συχνά δια την ζωήν των, τας πτώσεις, τας ανορθώσεις και δη τα οσιακά πάθη, εις τα οποία εξασκούνται και εθίζονται, ως και δια την πορεία της προσευχής με την οποίαν κατακτούν την ποθητήν «πόλιν».
Η πνευματική πατρότης είναι μία αρμονική συνεργία μοναχού και Γέροντος δια την παιδαγωγίαν της ελευθερίας και την καλλιέργειαν της προσωπικότητος. Η δε μαθητεία δεν καταντά εις προσωπολατρεία αλλά εις θεοφορίαν εν ταπεινώσει και ανδρεία.
Η πνευματική γεωργία καθιστά τον πνευματικόν εργάτην δυνατόν, πεπειραμένον, ζωηρόν, παλαιστήν. Ετοιμάζει το αύριον, παλεύει με τον Θεόν και τον νικά! Έτσι αποκτά «καταστολήν δόξης» και τιμάται ως «φύτευμα Κυρίου εις δόξαν». Ο γεωργών και φυτεύων και αγωνιζόμενος στεφανούται. Ο Κύριος θα τον ενθυμήται και τω ονομάτι αυτού θα τον καλή. Και θα λάβη «στέφανον κάλλους και διάδημα βασιλείας εκ χειρός Θεού».
ΣΤ. Η ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ (Αντί επιλόγου)
Ο ταξιδιώτης τρέχει εις θάλασσα, γην και αέρα δια να τακτοποιήσει τας υποθέσεις του και να ησυχάση πλέον εις το σπίτι του, συγκομίζων τους πόνους του, τας ευκαιρίας, τας λύπας, την χαράν και προπάντων, τους θησαυρούς -καρπούς που συνοίθρησε. Ο εργάτης, ο γεωργός, ο επιστήμων παλαίουν εις την ζωήν δια να δημιουργήσουν τον «βίον» αυτών, να συντάξουν την οικογένειά τους, να απολαύσουν τα αγαθά και να αποκαταστατήσουν τα τέκνα τους. Το ίδιο συμβαίνει και με κάθε πατέρα, πολύ δε περισσότερον με τον πνευματικόν πατέρα και τον πνευματικόν αμητόν. Τα σπαρτά και οι θησαυροί είναι τα παιδιά του. Και τα παιδιά είναι η ζωή του πατέρα.
Μέχρι τώρα ωμιλούσαμεν δια τα αντίτυπα του ουρανού. Τώρα θέλομεν αυτόν τον ουρανόν, όπου πάντες οι δίκαιοι αναπαύονται. Και ο ουρανός δεν μένει...εις τον ουρανόν! Η Εκκλησία αναβαίνει και κατεβαίνει προς ημάς ως οθόνη πεπληρωμένη εκ των τέκνων του Θεού.
Η αναστροφή των μοναχών είναι τόσον οικεία με τον Θεόν, διότι αφετηριακώς έχει δύο σταθερούς πόθους: να ζώμεν ομοθυμάδον, συνεχίζοντες την αποστολικήν κοινότητα όσον υπάρχομεν• και να έχωμεν ως πρότυπον του βίου την εν τω προσώπω μας τελείωσιν των αγίων μαρτύρων, παρατεινόμενην και αυτήν εις τους αιώνας.
Η συγκομιδή, η επιτυχία είναι μία θεότευκτος ειρήνη. «Εισερχόμεθα γαρ εις την κατάπαυσιν οι πιστεύσαντες», «εις το εσώτερον του καταπετάσματος, όπου πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Ιησούς». «Ητοίμασε γαρ αυτοίς πόλιν».
Όλα δι' ημάς και ημείς δι' όλους. Είμεθα συνηγμένοι ώδε ως περικείμενον νέφος και αναμένομεν να συναντηθώμεν με το «περικείμενον νέφος μαρτύρων», γνωστών ονομαστί και φίλων.
Εν τοιούτον ακατάπαυστον «τέλος» μπορεί να μείνη ως θεμέλιον αιωνιότητος και συνεργεί να μας χαρίζεται πνευματική γνώσις και χάριτος πείρα, ώστε τα θεία αυτά δωρήματα να ενεργούν εντός ημών. Έτσι ανοιγόμενοι οι μοναχοί, αποκτούν δύναμιν και τους καρπούς του μαρτυρικού αγωνίσματος, οι δε νοεροί οφθαλμοί των πλέον «ορώσι τον βασιλέα και γίνεται χαρά μεγάλη». Ιδού, ότι μία επιδίωξίς μας απολαύει του πόθου ως μιας συγκομιδής.
Μία άλλη συγκομιδή γίνεται, όχι εις το κελλί πλέον, αλλά εις το αρχονταρίκι. Κάθε ημέραν συναθροίζονται εκεί άνθρωποι-αδελφοί. Έρχονται πανταχόθεν. Θυσία γίνονται οι φιλόξενοι μοναχοί. Χαρά, πίστις, ζέσις και αλαλαγμός εκσπά εις τας καρδίας των φιλοξενουμένων. Αλλάζει η ζωή των. Ευρίσκουν νόημα. Δακρύουν εξ' ευφροσύνης, ανευρίσκοντες έκαστος ό,τι του ήτο αναγκαίον. Γίνονται εν με τους μοναχούς. Ζωντανή αλλοίωσις της δεξιάς του Κυρίου. Ιδού, λοιπόν, η άλλη «συγκομιδή» εις τας καρδίας και τους οίκους των ανθρώπων που έφυγαν από τη μονή... δια να ξαναέλθουν το συντομώτερον.
Το μοναστήρι δεν είναι ιεραποστολικόν κέντρον, είναι σπορά συνεχής και αδιάκοπος θερισμός αναπαύων την ψυχήν του μοναχού. Βαθεία η καρδιακή συγκομιδή! Γεμίζει ειρήνην και την μεταδίδει. Εμποιεί χαρμονήν ακόμη και εις τα τετράποδα ζώα! Είναι ευτυχής, και «υπό παντοδαπά δένδρα κοιμάται» και υπό την δροσεράν σκιάν των τρυφερών κλώνων αναπαύεται. Ωραιοτάτη έκφρασις του μοναχικού βιώματος και της ευφροσύνης. Ζη ο μοναχός εις το φυσικόν του περιβάλλον, αλλά εις τα πλαίσια μεταμορφωμένου χρόνου, που τον καθιστά χορευτήν εν μέσω των χορών των αγίων και του αγγελικού διακόσμου.
Ο φυσικός, όμως, κόσμος της μονής δεν συγκλείεται μόνον επάνω εις τον μικρόν και περιωρισμένον βράχον. Σιμωνόπετρα είναι και τα οκτώ μετόχια της. Η Ορμυλία εις την Χαλκιδικήν, η Ανάληψις εις τας Αθήνας, ο Άγιος Χαράλαμπος εις την Θεσσαλονίκη, τρία εις την Γαλλία και άλλα δύο εις την χώραν μας, όλα γνωστά. Μυσταγωγικοί και αυτοί χώροι• πολλοί και εις αυτούς «συγκομίζονται», ευρίσκοντες την εκκλησίαν τόσον κοντά τους.
Το κάθε μετόχι, και ένα αμφιβλήστρον• και εκεί γεννήσεις και αναγεννήσεις! Οι λάρυγγες και οι καρδίαι των φίλων των μετοχίων μας εξαστράπτουν, γεύονται την ευφροσύνον βρώσιν και γεύσιν της μονής. Φεύγοντες εκείθεν, έκαστος νοιώθει τα ίδια•» Η ζωή μου φως όψεται. Ιδού πάντα ταύτα εργάται ο ισχυρός» Θεός. Όλη η ζωή τους συγκεντρούται εν τω φώτι και αινούν τον μέγαν Συγκομιστήν. Αυτός που θα συνάξη κάποτε πανταχόθεν όλον τον κόσμον, ήδη ετοιμάζει και ημάς και τους «Φίλους». Μήπως και δεν μας το λέγει; «Εμέθυσα πάσαν ψυχήν διψώσαν και πάσαν ψυχήν πεινώσαν ενέπλησα ».
Το μοναστήρι είναι κιβωτός αγίων, πολιτεία αγιαζομένων. Πρότυπα και αντίτυπα, ουρανός και μοναστήρι κατά χάριν «εν εστι». Η επουράνιος Σιών και η μοναχική «πολιτεία», αυτή η παροικία μας, είναι ητοιμασμένος παρά Θεού κόσμος. Ταμιευτήρια δια τους βιαστάς που αρπάζουν την βασιλεία του Θεού. Αποθήκαι με όλα τα αμπάρια ανοικτά. Εργαλειοστάσια και οπλοστάσια όχι μόνον δι' ημάς αλλά και δια τα εργαλεία μας, δια τον ποικίλον οπλισμόν μας, πνευματικόν και αγωνιστικόν, δια τα όργανα, τους τρόπους και τους πόνους της ενώπιον Κυρίου ζωής μας. Ιματιοθήκαι που θα δεχθούν τα μελανά δια την αφοσίωσιν και τα ερυθρά δια το αίμα ιμάτια των ασκήσεων. Οιναποθήκαι δια να πίνωμεν αεί «οινόν νέον». Σιτοβολώνες δια την αιώνιον βρώσιν του Άρτου της ζωής μας. Φυλάκια δια να κατοπτεύομεν τον Ήλιον μετά των αστέρων των νοητών. Και ταμεία ειδικά, διότι «άλλη δόξα ηλίου, και άλλη δόξη σελήνης, και άλλη δόξα αστέρων».
Και ο ίδιος ο Κύριος λέγει• «Υιέ ανθρώπου, εγνώρισες και είδες τον τόπον του θρόνου μου και τον τόπον του ίχνους των ποδών μου. Το όνομά μου θα το κατασκηνώσω εν μέσω υμών αιωνίως». «Υιέ ανθρώπου... εν τη τρυφή του παραδείσου του Θεού εγεννήθης...Αφ' ης ημέρας εκτίσθης συ... εθηκά σε εν όρει αγίω Θεού». Και πάλιν αναφωνεί• «Εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί είσιν...έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν, ίνα όπου ειμί εγώ, και υμείς ήτε». Εν τέλει δε μας παρέχει την υπόσχεσίν του: θα είσαι δι' εμέ «στέφανος κάλλους» μέσα εις την χείρα μου και «διάδημα βασιλείας εν χειρί Θεού σου».
Ένας άγγελος Θεού -τύπος Χριστού έδειξε κάποτε εις τον Ιωάννην τον Θεολόγον την εσχατολογικήν κατοικίαν του Θεού μετά των ανθρώπων. Έτσι και η καθημερινή ζωή της αγγελικής πολιτείας μιας μονής, κάθε μονής, ας είναι ένα παράθυρον ανοικτόν δια τον σύγχρονον άνθρωπον.
Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός
Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.