Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Ο Ιερός Γρηγόριος και η Θύραθεν Σοφία



Α'

Εν τω φύλλω Νοεμβρίου 1959 των «Τριών Ιεραρχών» εγράφομεν: «Κατά το παρελθόν εέχομεν γράψει απλάς τινας σκέψεις ημών περί της στάσεως των μεγάλων Πατέρων έναντι της θύραθεν σοφίας. Και ελέγομεν ότι είναι αδύνατον να θεωρηθώσιν ούτοι ως δημιουργοί Ελληνοχριστιανικών «συνθέσεων», όπως επιχειρείται εσχάτως. Επειδή δε αθωότατα τινα χωρία των Πατέρων, χαριζόμενα πως εις την θύραθεν σοφίαν και ευρίσκοντα ποιαν τινα αξίαν εις αυτήν, διατυμπανίζονται κατά κόρον υπό των οπαδών των «Ελληνοχριστιανικών συνθέσεων», και γίνονται σημαίαι και λάβαρα θριάμβου εν ταις χερσίν αυτών, αποσιωπώνται δε και παρακάμπτονται δριμύταται κατά της θύραθεν σοφίας εκφράσεις των Πατέρων, κρίνομεν σκόπιμον να στρατολογήσωμεν τοιαύτας τινάς εκφράσεις και να καταχωρίσωμεν αυτάς εν ταις στήλαις του αγαπητού τούτου περιοδικού. Εννοείται ότι ουδεμίαν αξίωσιν συστηματικής εργασίας έχει η δημοσίευσις αυτή. Πρόκειται περί απλούστατης αντιγραφής, άνευ τινός συστήματος και άνευ τινός τάξεως. Αρκούμεθα, δηλαδή εις απλήν μεταφοράν των Πατερικών φωνών. Κατ' αρχήν θα ακούσωμεν τον θείον Χρυσόστομον, τον μέγιστον των Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Βραδύτερον ίσως ακούσωμεν και άλλους… ».



Και επί πολλούς μήνας τα κείμενα του Αγίου Πατρός επλήρουν τας στήλας του παρόντος περιοδικού… Ήδη θα ασχοληθώμεν περί τον θείον Γρηγόριον Ναζιανζηνόν, ούτινος χωρίον τι, ευμενές προς την θύραθεν σοφίαν, μετ' αλαλαγμών επικαλούνται καθ’ εκάστην οι των «Ελληνοχριστιανικών συνθέσεων» οπαδοί. (Εννοούμεν τα λεγόμενα υπό του ιερού Πατρός εν τω εις Μ. Βασίλειον επιταφίω αυτού, άτινα θα ίδωμεν, Θεού θέλοντος, εν προσέχει άρθρω).

Επειδή δε κατά την δημοσίευσιν των αποσπασμάτων του θείου Χρυσοστόμου αναγνώσται τίνες είχον εκφράσει παράπονον ότι δεν κατενόουν το αρχαίον κείμενον, εσκέφθημεν να καταχωρίσωμεν και βραχυτάτας περιλήψεις εις την ομιλουμένην, είτε προ του κειμένου είτε μετ' αυτό.

Εν τω Δ΄ λόγω αυτού (πρώτω κατά Ιουλιανού) λέγει ότι τας κακίας ο Ιουλιανός εδιδάχθη παρά των Ελλήνων φιλοσόφων, ους ειρωνεύεται και κατηγορεί ως κόλακας των αρχόντων, ως άθεους η αρνητάς της Προνοίας του Θεού, και οπαδούς της τύχης, ως αστρολάτρας, ως ηδονοφίλους, ως ευρισκομένους εν ζόφω πλάνης κ.τ.λ. Και επί λέξει: «Ταύτα Πλάτωνες αυτόν και Χρύσιπποι και ο λαμπρός Περίπατος και η σεμνή Στοά και οι τα κομψά λαρυγγίζοντες εξεπαίδευσαν ταύτα η της γεωμετρίας ισότης και οι περί δικαιοσύνης λόγοι και το χρήναι αδικείσθαι μάλλον αιρείσθαι η αδικείν ταύτα οι γενναίοι διδάσκαλοι και της βασιλείας συναγωνισταί τε και νομοθέται, ους εκ των τριόδων και των βαράθρων εαυτώ συνελέξατο· ων ου τον τρόπον επήνεσεν, αλλά την ευγλωττίαν εθαύμασε· και ουδέ ταύτην ίσως, αλλά ασέβειαν μόνην, ως σύμβουλον ικανήν και των πρακτέων και μη, διδάσκαλον.

Πώς δε ου θαυμάζειν άξιον τούτους, οι και λόγω πλάττουσι πόλεις, τας έργω συστήναι μη δυναμένας, και τας σεμνάς τυραννίδας μονονού προσκυνούσι, και τον οβολόν υπέρ τους θεούς άγουσι μετά της οφρύοςκαί οι μεν ουδέ είναι Θεόν το παράπαν, οι δε ου προνοείν των τήδε δογματίζουσιν, αλλ’ εική και ως έτυχε το παν φέρεσθαι, οι δε αστράσιν άγεσθαι και σχηματισμοίς ανάγκης, ουκ οιδ' υπό τίνος αγομένοις και όθεν οι δε εις ηδονήν το παν φέρειν και τούτο είναι πέρας ζωής ανθρώπινης υπολαμβάνουσιν. Η αρετή δε αυτοίς άλλως όνομα ευπρεπές, και ουδέν του παρόντος βίου μακρότερον, ουδέ τις εξέτασις των ενταύθα βεβιωμένων ύστερον την αδικίαν συστέλλουσα. Η γαρ ου συνείδε τις ταύτα των παρ' εκείνοις σοφών, αλλά βαθεί βορβόρω, το δη λεγόμενον,και αφεγγεί ζόφω πλάνης και αγνοίας συνεκαλύφθη, μηδ' όσον προσβλέψαι ταις της αληθείας αυγαίς καθαρθείς την διάνοιαν, αλλά περί τα κάτω και την αίσθησιν ιλυσπώμενος και μηδέν υπέρ τους δαίμονας φαντασθήναι δυνηθείς και διαρθήναι του πεποιηκότος αξίωση ει τις διέβλεψεν και μικρόν, ως οδηγώ λόγω και μη θεώ χρώμενος, υπό του πιθανωτέρου παρεσύρη και του μάλλον τους πολλούς έλκοντος δι’ εγγύτητα» (Ε. Π. Migne 35, 568 - 569).

Ακολούθως ειρωνεύεται τον Ιουλιανόν, όστις ενόμιζεν ενδεχομένως ότι οι Χριστιανοί αντιμετώπιζαν τους κινδύνους χάριν δόξης. Και λέγει ότι τούτο έπραττον οι αρχαίοι φιλόσοφοι· οι δε Χριστιανοί κινδυνεύουσι χάριν της αληθείας και ουχί χάριν δόξης: «… Δόξης επιθυμία κινδυνεύειν ημάς, αλλά μη της αληθείας, υπέλαβε· ταύτα μεν παιζέτωσαν παρ' εκείνοις Εμπεδοκλής και Αρισταίοι και εμπεδότιμοι τίνες και Τροφώνιοι, και τοιούτων δυστυχών αριθμός· ων ο μεν τοις Σικελικοίς κρατήρσιν εαυτόν θεώσας, ως ώετο, και εις την κρείττονα λήξιν αφ' ημών αναπέμψας, τω φιλτάτω σανδάλω κατεμηνύθη παρά του πυρός εκβρασθέντι· και ου Θεός εδείχθη μετ' άνθρωπον, αλλ’ άνθρωπος κενόδοξος και αφιλόσοφος μετά θάνατον και ουδέ τα κοινά συνετός· οι δε αδύτοις τισίν εαυτούς εγκρύψαντες υπό της αυτής νόσου και φιλαυτίας, είτ' ελεγχθέντες, ου μάλλον εκ της κλοπής ετιμήθησαν η εκ του μη λαβείν καθυβρίσθησαν» (Αυτόθι, 581).

Ειρωνεύεται ο ακόμη αυτόν, διότι ενώ δεν ετίμα, αλλά κατεφρόνει, τους άθλους και τα κατορθώματα των Αγίων Αποστόλων και των Μαρτύρων της Χριστιανικής Πίστεως, εν τούτοις εθαύμαζεν ου μόνον ό,τι αξιόλογον, αλλά και ό,τι ανόητον η και φρικαλέον περιείχεν η Ελληνική Ιστορία η και η Μυθολογία: «Ταύτα ου σέβεις, αλλ’ ατιμάζεις, ο την Ηρακλέους θαυμάζων πυράν την εξ ατυχήματος και των περί γυναίκας αδικημάτων και την Πέλοπος κρεουργίαν, την φιλόξενον, η φιλόθεον, εξ ης επίσημοι Πελοπίδαι παρά των ώμων και του ελέφαντος· και τας Φρυγών εκτομάς, των υπ' αυλού κηλουμένων και μετά τον αυλόν υβριζομένων και τας εν Μίθρου βασάνους και καύσεις ένδικους τας μυστικός- και την εν Ταύροις ξενοκτονίαν και την επί Τροίας θυσίαν της βασιλικής κόρης· και το Μενοικέως υπέρ Θηβών αίμα και των Σκεδάσου θυγατέρων εν Λεύκτροις ύστερον ο τους Λακωνικούς επαινών έφηβους ξαινομένους ταις μάστιξη, και το επιβώμιον αίμα τέρπον θεάν αγνήν και παρθένον ο το Σωκράτους επαίρων κώνειον και το Επικτήτου σκέλος και τον Αναξάρχου θύλακον, ων αναγκαία μάλλον η εκούσιος η φιλοσοφία· και το Κλεομβρότου κήδημα του Αμβρακιώτου, τω περί ψυχής λόγω φιλοσοφηθέν και την υπέρ των κυάμων Πυθαγορικήν ένστασιν, και θανάτου περιφρόνηση» Θεανούς, ή ουκ οιδ' ούτινος των τα εκείνου τετελεσμένων ή φιλοσοφησάντων» (Αυτόθι, 589 - 592).

«Οι Τρεις Ιεράρχαι», φύλλον Σεπτεμβρίου 1963.



Β΄

Συνεχίζων ο θείος Πατήρ, περιγράφει μετά πολλής δυνάμεως την έκπαγλον ηθικήν τελειότητα και τον πλήρη ηρωισμού βίον των Χριστιανών μοναχών. Και λέγει ότι αι αρεταί και τα κατορθώματα αυτών είναι κατά πολύ ανώτερα των πράξεων των αρχαίων φιλοσόφων: «Ταύτα μεν ήδη και πολλώ τιμιότερα της Σόλωνος απληστίας του σοφού τε και νομοθέτου, ην Κροίσος ήλεγξε τω Λυδίω χρυσώ και της Σωκράτους φιλοκαλίας· αιδούμαι γαρ ειπείν παιδεραστίας, καν σεμνοποιείται ταις επινοίαις· και της Πλάτωνος λιχνείας της Σικελικής, δι’ ην και πιπράσκεται και ούδ' υπό τίνος εξωνείται των αυτού μαθητών ή όλως Έλληνος και της Ξενοκράτους οψοφαγίας· και της Διογένους στωμυλίας, του τον πίθον οικούντος, υφ’ ης τους ξένους υπεξίστησι τοις τυράννοις εκ της τραγωδίας, τους ευτελείς άρτους τοις σησαμούσιν και της Επικούρου φιλοσοφίας, ουδέν υπέρ την ηδονήν αγαθόν οριζόμενης… » (Ε. Π. Migne 35, 593 - 596).

Ακολούθως ο άγιος Γρηγόριος λέγει ότι ο ασεβέστατος Ιουλιανός ονόμασε τους πιστούς Γαλιλαίους αντί Χριστιανών και ούτω διέταξε να καλώνται ούτοι παρά πάντων. Τούτο δε πράξας, λέγει ο θειος Πατήρ, ανεγνώρισεν εμπράκτως ότι το όνομα «Χριστιανός» είναι ένδοξον και τιμιώτατον ή έδειξεν ότι εφοβείτο την δύναμιν του ονόματος όπως οι δαίμονες. Αλλ’ ημείς, λέγει ο ιερός Πατήρ, δεν θα μιμηθώμεν αυτόν και δεν θα μεταβάλωμεν τα ονόματα της θρησκείας αυτού, διότι είναι τόσον αισχρά και γελοία, ώστε δεν είναι δυνατόν να εύρη τις γελοιότερα. Δεν φθονούμεν, λέγει, ούτε τα πράγματα της θρησκείας αυτών ούτε τα ονόματα. Ας απολαύωσιν οι άνθρωποι της εαυτών ηλιθιότητος και ας καυχώνται εις τας αισχρότητας: «Ημείς δε ου παρακινήσομεν αυτοίς τα ονόματα· ουδέ γαρ εστίν εις ό,τι μεταθείημεν αν άλλο γελοιότερον τους φαλλούς και τους ιθυφάλλους και τους μελαμπύγους και τους απύγους και τον τραγόπουν και τον σεμνόν Πάνα, τον εκ πάντων μνηστήρων ένα Θεόν, και όνομα λαβόντα την ύβριν, ώσπερ ην άξιον. Δει γαρ ή αδικείν εκείνοις εις πολλάς ένα και τον κράτιστον ή εκ πολλών γίνεσθαι και τον αίσχιστον. Ουκούν φθονήσομεν αυτοίς ούτε των πραγμάτων ούτε των ονομάτων αλλ’ απολαυέτωσαν της εαυτών ευηθείας και τοις αισχίστοις εγκαλλωπιζέσθωσαν. Ει βούλοιντο δε και τον Βουθοίναν (σημ.: ούτως ελέγετο ο Ηρακλής, ως φαγών ολόκληρον βουν!) παρήσομεν αυτοίς και τον Τριέσπερον (σημ. : και τούτο είναι επίθετον του Ηρακλέους, δοθέν εις αυτόν, διότι δια την σύλληψιν αυτού απητήθησαν τριών νυκτών όργια του Διός και της Αλκμήνης. Ετριπλασιάσθη δ’ η νυξ, διότι κατ' εντολήν του Διός δεν ανέτειλεν επί μίαν ημέραν ο ήλιος), ίνα και μάλλον αυτοίς χαρισώμεθα· τον και γεννώμενον ούτω και γεννώντα μεγαλοπρεπώς και άθλον ποιησάμενον τρισκαιδέκατον, εν μια νυκτί, τας θεστίου πεντήκοντα θυγατέρας, ιν' εκ τούτων ονομασθεί Θεός» (Αυτόθι 601 - 604).

Επειδή δ’ ο Ιουλιανός απηγόρευσε τοις Χριστιανοίς το «Ελληνίζειν», θεωρών αυτό ως ιδιοκτησίαν οιονεί των οπαδών της αρχαίας θρησκείας, ο άγιος Πατήρ εξανίσταται και απαντά ότι και τα γράμματα και αι επιστήμαι και αι τέχναι και οι αριθμοί και τα μέτρα και τα σταθμά δεν είναι ιδιοκτησία ουδενός. Πολλώ μάλλον δεν είναι ιδιοκτησία των Ελλήνων ειδωλολατρών, διότι ουχί υπ' αυτών, αλλ’ υπό διαφόρων λαών εφευρέθησαν: «Σον το Ελληνίζειν; είπε μοι· τι δε; ου Φοινίκων τα γράμματα; ως δε τίνες, Αιγυπτίων; ή των έτι τούτων σοφωτέρων Εβραίων; οί και πλαξί θεοχαράκτοις εγγραφήναι τον νόμον παρά Θεού πιστεύουσι; Σου το Αττικίζειν; Το πεττεύειν δε και αριθμείν και λογίζεσθαι δακτύλους, μέτρα τε και σταθμά και έτι προ τούτων τα τακτικά και πολεμικά, τίνος; ουκ Ευβοέων;… Θα τα ποιήματα; τι δε ου της γραός μάλλον εκείνης, ή τον ώμον σεισθείσα παρά τίνος συντόνως αντιπαριόντος, ως λόγος, ειτ' ενυβρίζουσα τω σφοδρώ της ορμής, έπος εφθέγξατο και τούτ' άρεσαν τω νεανία λίαν και φιλοπονότερον μετρηθέν, την θαυμασίαν σου ταύτην εδημιούργησε ποίησιν; Τι τ’ άλλα; Ει δε τοις όπλοις μέγα φρονείς, παρά τίνων σοι τα όπλα, γενναιότατε; Ου των Κυκλώπων, εξ ων το χαλκεύειν; Ει δε σοι μέγα και μέγιστον των όντων η αλουργίς, εξ ης σοφός συ και των τοιούτων νομοθέτης, τι; ουκ αποθήσει ταύτην Τυρίοις, παρ' ων η ποιμενική κύων, ή τη κόχλω βρωθείση και τα χείλη καθαιμαξάση, τω ποιμένι το άνθος γνωρίσασα και δια τούτων παραδούσα τοις βασιλεύσιν υμίν, το πένθιμον τοις κακοίς ράκος και υπερήφανον;… Αυτό δε πόθεν σοι το μυείσθαι και το μυείν και το θρησκεύειν; Ου παρά Θρακών, και η κλήσις πειθέτω σε; Το θύειν δε ου παρά Χαλδαίων ειτ' ουν Κυπρίων; Το αστονομείν δε ου Βαβυλώνιον; Το δε γεωμετρείν ουκ Αιγύπτιον;… Και ένα μη μακρολογώ, πόθεν σοι το καθ’ έκαστον; ουχ εν εξ έκαστων;… . » (Αυτόθι, 641 - 645).

Μετά ταύτα φέρει εις μέσον τους Έλληνας ποιητάς και αντλών υλικόν εξ αυτών, γελοιοποιεί τους πιστεύοντας εις τους αρχαίους θεούς: «Καλόν προσάδεσθαι την Ησιόδου θεογονίαν αυτοίς και τους εκεί πολέμους και κλόνους, τους Τιτάνας, τους Γίγαντας, μετά των φοβερών ονομάτων τε και πραγμάτων; Κότος, Βριάρεως, Γύγης, Εγκέλαδος, οι δρακοντόποδες υμών, οι κεραυνοφόροι θεοί, αι τούτοις επαφιέμεναι νήσοι, βέλη τε ομού και τάφοι τοις απαντήσασιν τα πικρά τούτων γεννήματα και προβλήματα, Ύδραι, Χίμαιραι, Κέρβεροι, Γοργόνες, φιλοτιμία παντός κακού. Ταύτα έστω των Ησιόδου καλών ταις ακροαίς προτιθέμενα» (Αυτόθι, 653). Και ταύτα μεν λέγει ο Ησίοδος. Ο δ’ Ορφεύς, θέλων να δείξει την γονιμότητα και μακροβιότητα του Διός, περιβάλλει αυτόν δια… κόπρου, όση υπάρχει τοιαύτη είτε εκ προβάτων είτε εξ ίππων είτε εξ ημιόνων: «Ορφεύς παρίτω μετά της κιθάρας και της πάντα ελκούσης ωδής, επιβρεμέτω Διί τα μεγάλα και υπερφυή της θεολογίας ρήματα και νοήματα· Ζευ κύδιστε, μέγιστε θεών, ειλυμένε κόπρω, όση τε μηλείη, όση τε ίππων, όση τε ημιόνων, ιν' εντεύθεν, οίμαι, δειχθεί το ζωογόνον του Θεού και φερέσβιον· ου γαρ άλλως οιόν τε ην. Και μηδέ της άλλης φείδεσθαι μεγαληγορίας· ως ειπούσα θεά δοιούς ανεσύρατο μηρούς, ίνα τελέσει τους εραστάς, ά και νυν έτι τελεί τοις σχήμασι… Ταύτα επεισκυλείσθω τοις θαυμαστοίς της θεολογίας ακροαταίς, ειτ' επινοείσθω τούτοις αλλοηγορήματα και τερατεύματα· και των προκειμένων εκπίπτων ο λόγος εις βάραθρα χωρείτω και κρημνούς θεωρίας ουκ εχούσης το στάσιμον» (Αυτόθι). Αλλά και ο Όμηρος ουκ ολίγα γελοία και αισχρά περί θεών διαλαμβάνει: «Όμηρον δε που θήσεις, τον μέγαν των θεών σου κωμωδιογράφον ειτ' ουν τραγωδοποιόν; Αμφότερα γαρ ευρήσεις εν τοις θαυμασίοις αυτού ποιήμασιν τα μεν συμφοράς τα δε γέλωτος άξια. Και γαρ όντως ου μικράς της φροντίδος εκείνο ιδείν πως μεν Ωκεανός Τιθύϊ καταλλαγήσεται δι’ Ήρας πορνικώς κοσμουμένης· επειδή κίνδυνος τω παντί χρόνον τινά σωφρονούντων αυτών ειτ' ουν την ξηράν φύσιν και την υγράν καταλλάπεσθαι δέοι, μη τω πλεονασμώ του ετέρου το παν συγχεθεί είτε τι άλλο τούτων επινοείς ατοπότερον. Τις δε η θαυμάσια μίξις του νεφεληγερέτου και της σεμνής Ήρας, ηνίκα ασχημονείν αυτόν αναπείθει, μεσούσης ημέρας, καν οι ποιηταί μετά των μέτρων αυτόν κολακεύωσι, λωτόν υποστρωννύντες ερσήεντα και κρόκον αναφύοντες εκ της γης και υάκινθον; Πόθεν ταύτα και τις τούτων ο λόγος;… » (Αυτόθι).

«Οι Τρεις Ιεράρχαι», φύλλον Οκτωβρίου 1963.



Γ΄

Προχωρών ο ιερός Πατήρ, περιγράφει τους έρωτας και τας μοιχείας των αρχαίων θεών και επιλέγει: «Ταύτα ει μεν αληθεί, μήτ' αισχυνέσθωσαν και φιλοτιμείσθωσαν, ή, ότι μη αισχρά, πειθέτωσαν. Και τι δει καταφεύγειν αυτούς επί τον μύθον, ως της αισχύνης συγκάλυμμα; ου γαρ θαρρούντων, αλλ’ υποχωρούντων ο μύθος. Ει δε ψευδή, πρώτον μεν επιδεικνύτωσαν ημίν τους γυμνούς θεολόγους ιν' ή προς εκείνους ημίν ο λόγος· έπειτα λεγέτωσαν πως ουκ εύηθες, οις ως μυθικοίς αισχύνομαι, τούτοις ως ισχυροίς καλλωπίζεσθαν και ά τους πολλούς λανθάνειν δυνατόν ην, ου γαρ πάντων η παίδευσις, ταύτα δημοσιεύειν ταις απάντων όψεσιν εν πλάσμασί τε και σχήμασι, και το δεινότατον, μεθ' όσης της εις χρήματα ζημίας, εν τε ναοίς και βωμοίς και ιδρύμασι και αναθήμασι και θυσίαις πολυταλάντοις… ; Ει δε ταύτα μεν ποιητών είναι φήσουσι πλάσματα και ληρήματα, δύο τούτοις προσχρωμένων εις το τερπνόν της ποιήσεως, μέτρω και μύθω, και οίον καταγλυκαινόντων τούτοις την ακοήν, αυτοίς δε απορρητότερον είναι και βαθύτερον τον εναποκείμενον τούτοις νουν και διαβατόν ολίγοις των σοφωτέρων, σκοπείτε ως απλώς και δικαίως περί τούτων εγώ διαλέξομαι. Πρώτον μεν πως επαινούσι τους ων σέβουσιν υβριστάς και μικρού των ισοθέων αξιούσι τιμών, οις το μη δούναι δίκην της ασεβείας, κέρδος αυτάρκες ην; Ει γαρ τοις εις ένα Θεόν αυτών και ιδία και μικρά βλασφημήσαση, θάνατος ή ζημία παρά των νόμων, τι πάσχειν έδει τους πάσιν ομού και δημοσία και επί τοις αισχίστοις επαφιέντας την ποίησιν και μακρώ χρόνω παραδόντας την κωμωδίαν… ;» (Ε. Π. Migne 35, 656 - 657).

Δηλαδή: Εάν τα «κατορθώματα» ταύτα των θεών είναι αληθή, τότε ας μη εντρέπονται δι’ αυτά οι ειδωλολάτραι, και ας μη καταφεύγωσιν εις την δικαιολογίαν ότι ταύτα είναι μυθικά. Εάν δε είναι ψευδή, τότε ας υποδείξωσιν ημίν τους σοβαρούς αυτών θεολόγους, ίνα στρέψωμεν προς εκείνους τον λόγον. Πώς δε και δημοσιεύουσι τα τοιαύτα δια πλασμάτων και σχημάτων, ώστε πάντες να λαμβάνωσι γνώσιν αυτών; Και, το χείριστον, πως δαπανώσι τόσα χρήματα δια ναούς και βωμούς και θυσίας; Εάν δε είπωσιν ότι ταύτα είναι των ποιητών φαντασιοκοπήματα, έχουσι δε αλληγορικήν έννοιαν, τότε, θα ερωτήσω, πώς επαινούσι και τιμώσι, σχεδόν ως θεούς, τους ποιητάς, οίτινες υβρίζουσι τους θεούς; Ικανόν δεν είναι ότι ούτοι απέφυγον την τιμωρίαν, καίτοι τόσον πολλάς και τόσον φοβέρας βλασφημίας εξήμεσαν κατά των θεών; Είναι και τιμών άξιοι;

Περί δε της ηθικής των ειδωλολατρών τι να είπω; λέγει ο ιερός ανήρ. Πώς θα δυνηθώσιν ούτοι να διδάξωση τας αρετάς; πώς θα διδάξωση την ομόνοιαν, όταν μεταξύ αυτών τούτων των θεών αυτών επικρατεί σύγχυσις και διχόνοια και οι πόλεμοι διαδέχονται αλλήλους; πώς θα διδάξωση την προς τους γονείς τιμήν, όταν οι θεοί επανίστανται κατά των γεννητόρων; πώς θα διδάξωση χρημάτων καταφρόνησιν, όταν τιμάται παρ' αυτοίς ο κλέπτης και φιλοχρήματος Ερμής; πώς θα διδάξωση σωφροσύνην, όταν οι θεοί και οι ημίθεοι ασελγαίνωσι συνεχώς;…

Και επί λέξει: «Τι δ’ αν είποις περί του ηθικού μέρους αυτών; Πόθεν και εκ τίνων ορμώμενοι και τίσι χρώμενοι λόγοις, πλάττειν αυτούς εις αρετήν δυνήσονται και πλείστου ποιείν άξιους ταις παραινέσεσιν; Αριστον ομόνοια και το συμφρονείν αλλήλοις πόλεις και δήμους και οικίας και τους καθ’ έκαστον, νόμω και τάξει φύσεως επόμενους, η πάντα διείλε τε και συνέδησε και το παν τούτο κόσμον ένα εκ πλειόνων πεποίηκε. Τίσι τούτο διδάξουσιν υποδείγμασιν; Άρα τους πολέμους λέγοντες των θεών και τας στάσεις και τας επαναστάσεις και των κακών το πλήθος, ων αυτοί τε έχουσι και αλλήλοις παρέχουσιν, ιδία τε και δημοσία, ων μικρού πάσα πεπλήρωται συγγραφή τε και ποίησις; θάττον μέντ' αν εξ ειρηνικών μάχιμους και παραπλήγας αντί σοφών, ή τουναντίον μετρίους και σώφρονας αντί θρασέων και απαίδευτων τοις τοιούτοις αν εργάσαιντο παραδείγμασιν. Ους γαρ και δίχα των εις το χείρον ελκόντων χαλεπόν μεταθείναι κακίας και προς την κρείσσω μεταστήσαι μοίραν από της χείρονος, τούτους τις αν πείσειεν ήμερους είναι και καθεκτούς, θεοίς χρωμένους οδηγοίς των παθών και προστάταις· ένθα το κακόν είναι και τίμιον, ως θεών τινα προϊστάμενον, ου το πάθος εστί βωμοίς τε και θυσίαις τιμώμενον και παρρησίαν ειληφός έννομον; Τούτο γαρ το δεινότατον, ότι ο τοις νόμοις κολάζεται, ταύτα ως θεία σέβεται· τοσαύτη τις υμίν της αδικίας η περιουσία. Δεύτερον αυτοίς προκείσθω γονέων αιδώς και τιμή, και το την πρώτην αιτίαν του είναι σέβειν μετά την πρώτην τούτο και λόγος εισηγείσθω και θεολογία πειθέτω. Πώς δε ου πείσει Κρόνος, ουρανόν εκτεμών, ίν' άγονος ή θεών, και δω κύμασιν αποτελέσαι Θεόν, αφρού γέννημα· και Κρόνω Ζεύς επανιστάμενος, κατά μίμησιν του πατρός ο γλυκύς λίθος και πικρός τυραννοκτόνος· είτε τι άλλο τοιούτον αυτοίς εις τιμήν των γεννησαμένων αι βίβλοι φέρουσι. Τρίτον αυτοίς έστω χρημάτων υπεροψία και το μη πανταχόθεν κερδαίνειν, μηδέ του δυστυχείν αρραβώνα, το κακώς κτάσθαι λαμβάνειν. Πώς ουν ο Κερδώος αυτοίς σταθήσεται και το σακέλλιον προβληθήσεται και η κλεπτική του Θεού δύναμις τιμηθήσεται, και το άνευ χαλκού Φοίβον μη μαντεύεσθαι μηδέ είναί τι του οβολού τιμιότερον; Ταύτα γαρ αυτών τα σεμνά και σεβάσμια.

Τι έτι; Σωφροσύνην διδασκέτωσαν, εγκράτειαν εισηγείσθωσαν και ο πείθων εγγύς, πάντα γενόμενος δια τας γυναίκας, ο Ζεύς, και Φρυξί μειρακίσκοις αετός εραστής ο φίλτατος (ίν' ως ήδιστα συμποσιάζοιεν οι θεοί, τοις Διός οινοχοούμενοι παιδιοίς)· και ταις πεντήκοντα Θεστίου θυγατράσιν εναθλεύων Ηρακλής εν μια νυκτί ο Τριέσπερος, και τρισκαιδέκατον άθλον τούτον επιτελέσας, ουκ οιδ' όπως τοις άλλοις γε ου συναριθμούμενον. Επικοπτέτω τον θυμόν Άρης, μέθην Διόνυσος, μισοξενίαν Άρτεμις, απάτην ο λοξίας αυτών χρησμολόγος, γέλωτος αμετρίαν ο καταχολεύων Θεός, των θεών λυπουμένων και αραιαίς ταις κνήμαις επιρρωννύμενος· γαστριμαργίαν ο Ζευς επί δαίτα λιπαράν τρέχων μετ' αμύμονας Αιθιοπήας συν τοις λοιποίς δαίμοσιν ο Βουθοίνας, τον γεωργόν τυραννήσας και τον αρότην βουν λαφύξας και την κλήσιν λαβών εκ της πράξεως, και πάντες ταις κνίσσαις και ταις λοιβαίς επιτρέχοντες» (Αυτόθι, 660 - 661).

Αλλαχού προβαίνει εις συγκρίσεις τινάς Χριστιανισμού και αρχαίου κόσμου, ίνα δείξει την ασύλληπτον υπεροχήν του πρώτου, και είτα διακωμωδεί θαυμασιώτατα τους θεούς της ειδωλολατρίας: «Δος μοι τους λόγους σου τους βασιλικούς τε και σοφιστικούς, τους αφύκτους συλλογισμούς σου και τα ενθυμήματα· ίδωμεν οία και παρ' ημίν οι αλιείς και αγροίκοι φθέγγονται… Σιγάτω σος κήρυξ τα άτιμα· φθεγγέσθω κήρυξ εμός τα ένθεα. Παύσον σου τας γοητικάς και μαντικάς βίβλους· αι προφητικοί δε και Αποστολικαί μόναι ανελιττέσθωσαν. Επίσχες σου τας αισχράς και σκότους γεμούσας νύκτας· αντεγερώ τας ιεράς εγώ και λαμπράς παννυχίδας. Φράξον τα άδυτα σου και τας εις άδου φέρουσας οδούς· εγώ τας φανεράς και φέρουσας προς ουρανόν εξηγήσομαι… Κατάβαλε τους Τριπτολέμους σου και τους Κελεούς και τους μυστικούς δράκοντας· αισχύνθητί ποτε ταις του θεολόγου σου βίβλοις Ορφέως, δέξαι του καιρού το δώρον, την ασχημοσύνην σοι συγκαλύπτοντος. Ει δε ταύτα μύθοι και πλάσματα, εγώ σου τα της νυκτός αποκαλύψω μυστήρια. Ουκ έτι φθέγγεται δρυς, ουκ έτι λέβης μαντεύεται, ουκέτι Πυθία πληρούται, ουκ οιδ' ώντινων, πλην μύθων και ληρημάτων. Πάλιν η Κασταλία σεσίγηται και σιγά, και ύδωρ εστίν ου μαντευόμενον, αλλά γελώμενον πάλιν ανδριάς άφωνος ο Απόλλων, πάλιν η Δάφνη φυτόν εστί μύθω θρηνούμενον πάλιν ανδρόγυνος ο Διόνυσος και χορόν μεθυόντων εξηρτημένος, και το μέγα σου μυστήριον ο φαλλός, και Προσύμνω τω κακώ Θεός παθαινόμενος· πάλιν Σεμέλη κεραυνώ βάλλεται· πάλιν αμφιγυήεις Ήφαιστος, αλλά ταχύς εις μοιχών εύρεσιν, και Θεός κατηθαλωμένος, ει και κλυτοτέχνης, και Θερσίτης Ολύμπιος· πάλιν δεσμώτης Άρης δια μοιχείαν μετά του δείμου και του φόβου και των κυδοιμών, και τραυματίας δια θρασύτητα· πάλιν Αφροδίτη πόρνη γενομένη τε αισχρώς και γάμων αισχρών υπηρέτις· πάλιν Αθηνά παρθένος τε εστί και τίκτει δράκοντα· πάλιν Ηρακλής μαίνεται, μάλλον δε μαινόμενος πέπαυταν πάλιν τα πάντα γίνεται δι’ ασέλγειαν και ακαθαρσίαν ο Ζεύς, ο των θεών μήστωρ και ύπατος, και μόνος μεν πάντας συν πάσι τοις ούσιν ανέλκων θεούς, αυτός δε υπό πάντων ου καθελκόμενος· πάλιν του Διός τάφος εν τη Κρήτη δείκνυται. Αν ίδω σου τον Κερδώον και τον Λόγιον και τον εναγώνιον, συγκρύπτω τους οφθαλμούς και παρατρέχω σου τον Θεόν, αΐδιοι του θεάματος· συ δε μοι προσκυνεί το σύντονον του λόγου και το σακέλλιον. Εν σου μόνον αιδέσιμον, αι παρ' Αιγυπτίοις δι’ ανδρογύνων τιμαί του Νείλου, αι τε Ίσιδες και οι Μενδήσιοι θεοί και οι Άπιδες, τάλλα τε, όσα πλάττεις ή γράφεις, θηρία σύνθετα και αλλόκοτα. Γελώ σου τον Πάνα και τον Πρίαπον και τον Ερμαφρόδιτον και τους υπό μανίας περικεκομμένους ή διεσπασμένους θεούς… » (Αυτόθι. 701-705).

«Οι Τρεις Ιεράρχαι», φύλλον Νοεμβρίου 1963.



Δ΄

Εν τω Ζ' Λόγω αυτού (επιταφίω εις τον εαυτού αδελφόν Καισάριον) λέγει ότι ο Καισάριος εκ των επιστημών, ας εσπούδασεν, εκράτησε μόνον το χρήσιμον μέρος και ειδικώς το συντελούν εις τον θαυμασμόν της θείας Πανσοφίας, διέφυγε δε το βλαβερόν: «Γεωμετρίας μεν γε και αστρονομίας και της επικινδύνου τοις άλλοις παιδεύσεως, όσον χρήσιμον εκλεξάμενος, τούτο δε ην εκ της των ουρανίων ευαρμοστίας και τάξεως τον Δημιουργόν θαυμάσαι, όσον βλαβερόν ταύτης διέφυγεν» (Ε. Π. Migne 35, 761).

Παρόμοια λέγει και περί των σπουδών του Μ. Βασιλείου εν τω μγ' Λόγω αυτού: «Αστρονομίας δε και γεωμετρίας και αριθμών αναλογίας τοσούτον λαβών, όσον μη κλονείσθαι τοις περί ταύτα κομψοίς, το περιττόν διέπτυσεν, ως άχρηστον τοις ευσεβείν εθέλουσιν» (Ε. Π. Migne 36, 528).

Περί δε της μητρός αυτού λέγει ότι αυτή προσείχε «μήποτε δεξιάν εμβληθήναι η χείλη μιγήναι χερσίν Ελληνικαίς ή χείλεσι,… Μηδέ διηγήμασιν Ελληνικοίς ή άσμασι θεατρικοίς καταμολυνθήναι την ακοήν ή την γλώσσαν την τα θεία δεχομένην ή φθεγγομένην ουδέν γαρ ιεροίς πρέπει ανίερον» (Λόγ. ιη', Ε. Π. Migne 35, 996).

Περί του Μ. Αθανασίου γράφει ότι ολίγον ησχολήθη περί την θύραθεν παίδευσιν, όσον ήρκει να λάβει μίαν ιδέαν ταύτης. Έπραξε δε ούτω, διότι δεν κατεδέχετο να ασχοληθεί περί πράγματα μάταια, ούτε να πάθη ό,τι άπειροι τινες αθληταί, οίτινες αντί να κτυπώσι τα σώματα των αντιπάλων, κτυπώσι τον αέρα και ούτως ηττώνται. Ιδού αυτούσιοι οι λόγοι του Αγίου ανδρός: «Εκείνος (ο Μ. Αθανάσιος) ετράφη μεν ευθύς εν τοις θείοις ήθεσι και παιδεύμασιν, ολίγα των εγκυκλίων φιλοσοφήσας, του μη δοκείν παντάπαση των τοιούτων απείρως έχειν, μηδέ αγνοείν, ων υπεριδείν εδοκίμασεν. Ουδέ γαρ ηνέσχετο το της ψυχής ευγενές και φιλότιμον εν τοις ματαίοις ασχοληθήναι, ουδέ ταυτόν παθείν των αθλητών τοις απείροις, οι τον αέρα πλείω παίοντες η τα σώματα, των άθλων αποτυγχάνουσιν» (Λόγ. κα', Αυτόθι, 1088). Αήρ λοιπόν και μάταιον πράγμα η ελληνική φιλοσοφία κατά τον θείον Πατέρα!… Κατωτέρω, στρέφεται μετά νοσταλγίας προς το παρελθόν, ότε οι διδάσκαλοι των Χριστιανών εθεολόγουν μεθ' απλότητος, και οδύρεται δια την σύγχρονον αυτώ εποχήν, ότε οι Σέξτοι και οι Πύρρωνες και η φλυαρία της φιλοσοφίας εισήλασαν εις την Εκκλησίαν, και εδημιούργησαν το σκότος και τας συγχύσεις των αιρέσεων: «την ότε ήκμαζε τα ημέτερα και καλώς είχεν ηνίκα το μεν περιττόν τούτο και κατεγλωττισμένον της θεολογίας και έντεχνον ουδέ πάροδον είχεν εις τας θείας αυλάς, αλλά ταυτόν ην ψήφοις τε παίζειν την όψιν κλεπτούσαις τω τάχει της μεταθέσεως, ή κατορχείσθαι των θεατών παντοίους και ανδρογύνοις λυγίσμασι, και περί Θεού λέγειν τι και ακούειν καινότερον και περίεργον το δε απλούν τε και ευγενές του λόγου ευσέβεια ενομίζετο. Αφ' ου δε Σέξτοι και Πύρρωνες και η αντίθεος γλώσσα, ώσπερ τι νόσημα δεινόν και κακόηθες ταις Εκκλησίαις ημών εισεφθάρει, (τότε) και η φλυαρία παίδευσις έδοξε και, ό φησι περί Αθηναίων η βίβλος των Πράξεων, εις ουδέν άλλο ευκαιρούμεν ή λέγειν τι και ακούειν καινότερον. Ω, τις Ιερεμίας οδυρείται την ημετέραν σύγχυσιν και σκοτόμαιναν, ο μόνος ειδώς εξισούν θρήνους πάθεσιν; Ταύτης της λύσσης ήρξατο μεν Άρεως, ο της μανίας επώνυμος… Διαδεξάμενοι δε άλλοι την νόσον, τέχνην ασεβείας εδημιούργησαν…» (Αυτόθι, 1093-1096). Τι θα έλεγεν εάν έζη σήμερον ο ιερός Πατήρ, ότε αι «Ελληνοχριστιανικοί συζυγίαι» κατέκλυσαν την Εκκλησίαν του Χριστού!…

Εν δε τω κγ' Λόγω αυτού, μετά τινα διδασκαλίαν περί της Αγίας Τριάδος, επάγεται: «ταύτα ως εν βραχέσι πεφιλοσόφηται προς υμάς δογματικώς, αλλά ουκ αντιλογικώς· αλιευτικώς, αλλ’ ουκ Αριστοτελικώς· πνευματικώς, αλλ’ ου κακοπραγμονικώς· εκκλησιαστικώς, αλλ’ ουκ αγοραίως· ωφελίμως, αλλ’ ουκ επιδεικτικώς» (Αυτόθι, 1164).

Τον φιλόσοφον Ήρωνα επαινεί, διότι ουδέ καν διηρωτήθη ποίαν εκ των δύο φιλοσοφιών, Χριστιανικήν και θύραθεν, έπρεπε να προτίμηση, αλλ’ ασυζητητί προϋτίμησε την Χριστιανικήν: «Τούτο μεν ουδέ βουλής ηξίωσε, ποτέραν δει των φιλοσοφιών ελέσθαι μάλλον, την έξω και παίζουσαν τας της αληθείας σκιάς εν τω της φιλοσοφίας σχήματι και προβλήματι, ή την ημετέραν και ταπεινήν μεν τω φαινομένω, υψηλήν δε τω κρυπτομένω και προς Θεόν άγουσαν αλλά πάσαις ψήφοις αιρείται την ημετέραν, μηδέν όλως επί τα χείρω παρατραπείς την διάνοιαν, μηδέ υπό της των λόγων κομψείας παρασύρεις, ή μέγα φρονούσιν οι τα Ελλήνων φιλοσοφούντες» (Αυτόθι, 1204).

Και συνεχίζει: «Περιπάτους μεν και Ακαδημίας και την σεμνήν Στοάν και το αυτόματον Επικούρου μετά των ατόμων και της ηδονής, ερίω στέψας, ως τις εκείνων τον ποιητήν, ως πορρωτάτω πέμπει και αποκρούεται. Κυνικής δε, το μεν άθεον διαπτύσας, το δε απέριττον επαινέσας, τούτο εστίν ο νυν οράτε, κύων κατά των όντως κυνών και φιλόσοφος κατά των ασόφων και Χριστιανός υπέρ πάντων, και νικών την μεν εκείνων αυθάδειαν τη του σχήματος ομοιότητι, των δε παρ' ημίν εστίν ων την απειροκαλίαν τη καινότητι του ενδύματος, δεικνύς ότι μη εν μικροίς το ευσεβές, μηδέ εν τω κατηφεί το φιλόσοφον, αλλ’ εν ψυχής στερρότητι και διανοίας καθαρότητι και γνησία τη προς το καλόν νεύσει… Ταύτης καρπός της φιλοσοφίας, ου λόγω πλαττόμεναι πόλεις (σκινδαψοί τίνες, ως αυτοί φάσι, και τραγέλαφοι, ά γλώσσα μόνη συντίθησιν)· ουδέ κατηγορίαι τινές και αναλύσεις και μίξεις· ουδέ συμβάματα και παρασυμβάματα και η τεχνολογουμένη σοφία· ουδέ γραμμαί τίνες ουδαμού κείμεναι, ουδέ αστέρων πλοκαί και σχήματα κατά της Προνοίας επινοούμενα. Ταύτα μεν γαρ αυτώ δευτέρου λόγου και πάρεργα και τοσούτον παιζόμενα, όσον μη παίζεσθαι παρά των ειδέναι προσποιούμενων. Τι δε το πρώτον και σπουδαζόμενον; Η προς άρχοντας δικαιολογία, η προς βασιλείς παρρησία,… Δήμων αλογίαν συστείλαι κυμαινόμενων, δυναστών εξουσίαν αγριαινόντων, οίκων αρρωστίαν στασιαζόντων… Ταύτα των συλλογισμών και των γραμμών και του κεχηνέναι προς τους αστέρας……… , αρ' ου μακρώ προτιμήσει τις εύ φρονών;… Ταύτα της Αντισθένους αλαζονείας και της Διογένους οψοφαγίας και της Κράτητος κοινογαμίας, τι χρη λέγειν όσω κρείττω και υψηλότερα;» (Αυτόθι, 1205-1208). Δηλαδή: Ο φιλόσοφος απέρριψε μακράν τα δόγματα του Αριστοτέλους και του Πλάτωνος και των Στωικών καθώς και των Κυνικών, ων επήνεσε μόνην την λιτότητα του βίου, εκράτησε δε μόνον το ένδυμα όπερ συνήθως έφερον οι φιλόσοφοι. Της τοιαύτης δ’ αυτού φιλοσοφίας καρπός υπήρξεν ουχί συγγραφαί περί ιδανικής πολιτείας, ουδέ συλλογισμοί και αναλύσεις και γραμμαί και τα τοιαύτα, άτινα είχεν ως πάρεργα, αλλ’ η ενώπιον βασιλέων και αρχόντων παρρησία, η κατάπαυσις των στάσεων του λαού και της αγριότητος των αρχόντων και άλλα παρόμοια. Ταύτα δεν είναι ανώτερα και υψηλότερα και ωφελιμότερα της απασχολήσεως περί συλλογισμούς και γραμμάς και αστέρων παρατηρήσεις;

Μετ' ολίγα, αναφέρεται εις την Ελλήνων δεισιδαιμονίαν και την «πολύθεον αυτών αθεϊαν και τους παλαιούς θεούς και τους νέους και τους αισχρούς μύθους και τας αισχροτέρας θυσίας, πηλώ πηλόν καθαιρόντων, ως αυτών τίνος λέγοντος ήκουσα, λέγω δη σώμασι σώματα, τοις των αλόγων ζώων τα εαυτών, και τα σεμνά πλάσματα και τα ασχήμονα τερατεύματα» (Αυτόθι, 1220).

Εν δε τω κστ' Λόγω βροντοφωνεί: «Απαίδευτον ονομάζουσι; Μίαν σοφίαν οίδα,το φοβείσθαι Θεόν. Αρχή τε γαρ σοφίας, φόβος Κυρίου· και τέλος λόγου, το παν άκουε, τον Θεόν φοβού. Ταύτα ο Σολομών ο σοφώτατος… » (Αυτόθι, 1245).

«Οι Τρεις Ιεράρχαι», φύλλον Δεκεμβρίου 1963.



Ε'

Εν τω κζ' Λόγω (Α' θεολογικώ) είναι αμείλικτος κατήγορος των θύραθεν φιλοσόφων, ους θεωρεί αλαζόνας, κενολόγους και τερατολόγους, άθεους, ηδονοφίλους κ. τ. τ. Δια και απορρίπτει πάντας: «Βάλλε μοι Πυθαγόρου την σιωπήν και τους κυάμους τους Ορφικούς και την περί το, Αυτός έφα, καινοτέραν αλαζονείαν. Βάλλε μοι Πλάτωνος τας ιδέας και τας μετενσωματώσεις και περιόδους των ημετέρων ψυχών και τας αναμνήσεις και τους ου καλούς δια των καλών σωμάτων επί ψυχήν έρωτας. Επικούρου την αθεϊαν και τας ατόμους και την αφιλόσοφον ηδονήν.

Αριστοτέλους την μικρολόγον Πρόνοιαν και το έντεχνον και τους θνητούς περί ψυχής λόγους και το ανθρωπικόν των δογμάτων. Της Στοάς την οφρύν, των κυνών (δηλαδή Των Κυνικών φιλοσόφων) το λίχνον τε και αγοραίον. Βάλλε μοι το κενόν, το πλήρες των ληρημάτων όσα περί θυσιών, περί ειδώλων, περί δαιμόνων αγαθοποιών τε και κακοποιών, όσα περί μαντείας, θεαγωγίας, ψυχαγωγίας, άστρων δυνάμεως, τερατεύονται. Ει δε συ (ο πιστός δηλαδή) ταύτα μεν απαξιοίς λόγου ως μικρά τε και πολλάκις εληλεγμένα, περί δε τα σα (δηλαδή Τα του Χριστιανισμού) στρέφη και ζητείς το εν τούτοις φιλότιμον, εγώ σοι κανταύθα παρέξομαι πλατείας οδούς… » (Ε. Π. Migne, 36, 24-25).

Εν τω επομένω Λόγω διακωμωδεί τους Έλληνας φιλοσόφους δια την πίστιν αυτών. Άλλοι εξ αυτών, λέγει, εθεοποίησαν τον ήλιον, την σελήνην, τους αστέρας· άλλοι δε την γην, το ύδωρ, το πυρ, τον αέρα, επειδή ταύτα είναι αναγκαία στοιχεία δια την ανθρωπίνην ζωήν. Άλλοι, θαυμάζοντες τους δυνάστας ή τους ρωμαλέους ή τους ωραίους, κατέληξαν, συν τω χρόνω προϊόντι, εις την θεοποίησιν και λατρείαν αυτών. Οι εμπαθέστεροι δ’ αυτών εθεοποίησαν τα πάθη, οίον τον θυμόν, την κακουργίαν, την μέθην, την ασέλγειαν κ. τ. τ. . Εκ των θεών δε τούτων, άλλους ετοποθέτησαν εις την γην, άλλους εις τον ουρανόν και άλλους εις τα υποχθόνια· η τελευταία δε αυτή τοποθέτησις ήτο η μόνη ορθή πράξις αυτών. Ετίμησαν δε τους τοιούτους θεούς αυτών δια ιδρύσεως αγαλμάτων, δια ζωοθυσιών, δια πράξεων ασελγών, ακόμη δε και δι’ ανθρωποκτονιών. Ακόμη ετίμησαν ως θεούς διάφορα τετράποδα και ερπετά, γελοιοποιήσαντες ούτω δεινώς εαυτούς, ώστε να διερωτάται τις: ποίοι είναι άξιοι περισσοτέρας περιφρονήσεως, οι τοιούτοι θεοί ή οι των τοιούτων θεών προσκυνηταί; Μάλλον οι δεύτεροι, διότι, λογικής τυχόντες φύσεως, κατήντησαν εις τοιαύτην αλογίαν και εγένοντο παίγνια εις χείρας του Σατανά.

Και επί λέξει: «Εντεύθεν οι μεν ήλιον, οι δε σελήνην, οι δε αστέρων πλήθος, οι δε ουρανόν αυτόν άμα τούτοις, οις και το παν άγειν δεδώκασι κατά το ποιόν ή ποσόν της κινήσεως· οι δε τα στοιχεία, γην, ύδωρ, αέρα, πυρ, δια το χρειώδες, ων άνευ ουδέ συστήναι δυνατόν τον ανθρώπινον βίον οι δε, ό,τι τύχοιεν έκαστος των ορατών εσεβάσθησαν, ων εώρων τα κάλλιστα θεούς προστησάμενοι. Εισί δε οι και εικόνας και πλάσματα πρώτα μεν των οικείων οίγε περιπαθέστεροι και σωματικότεροι, και τιμώντες τους απελθόντας τοις υπομνήμασιν έπειτα και των ξένων, οι μετ' εκείνους και μακράν απ’ εκείνων, αγνοία της πρώτης φύσεως και ακολουθία της παραδοθείσης τιμής, ως εννόμου και αναγκαίας· επειδή χρόνω το έθος βεβαιωθέν, ενομίσθη νόμος. Οίμαι δε και δυναστείαν τινές θεραπεύοντες και ρώμην επαινέσαντες και κάλλος θαυμάσαντες, θεόν εποίησαν τω χρόνω τον τιμώμενον, προσλαβόμενοι τινα και μύθον της εξαπάτης επίκουρον. Οι εμπαθέστεροι δε αυτών, και τα πάθη θεούς ενόμισαν η θεούς ετίμησαν, θυμόν και μιαιφονίαν και ασέλγειαν, και μέθην, και ουκ οιδ' ό,τι άλλο των τούτοις παραπλήσιων ου καλήν, ουδέ δικαίαν ταύτην απολογίαν ευράμενοι των οικείων αμαρτημάτων. Και τους μεν αφήκαν κάτω, τους δε υπό γην έκρυψαν, τούτο συνετώς μόνον τους δε ανήγαγον εις τον ουρανόν. Ω της γελοίας κληροδοσίας! Είτα εκάστω των πλασμάτων όνομά τι θεών η δαιμόνων επιφημίσαντες, κατά την εξουσίαν και αυτονομίαν της πλάνης, και αγάλματα ιδρυσάμενοι, ων και το πολυτελές δέλεαρ· αίμασι τε και κνίσσαις, εστί δε οίγε και πράξεσι λίαν αισχραίς, μανίαις τε και ανθρωποκτονίαις τιμάν τούτους ενόμισαν τοιαύτας γαρ έπρεπεν είναι θεών τοιούτων και τας τιμάς. Ήδη δε και κνωδάλοις και τετραπόδοις και ερπετοίς και τούτων τοις αισχίστοις τε και γελοιοτάτοις εαυτούς καθύβρισαν, και τούτοις φέροντες την του Θεού δόξαν προσέθηκαν, ως μη ράδιον είναι κρίναι, ποτέρων δει καταφρονείν μάλλον, των προσκυνούντων, ή των προσκυνουμένων τάχα δε και πολύ πλέον των λατρευόντων, ότι λογικής όντες φύσεως, και χάριν Θεού δεξάμενοι, το χείρον ως άμεινον προεστήσαντο· και τούτο του πονηρού το σόφισμα, τω καλώ καταχρησαμένου προς το κακόν, οία τα πολλά των εκείνου κακουργημάτων. Παραλαβών γαρ αυτών τον πόθον πλανώμενον κατά Θεού ζήτησιν, ιν' εις εαυτόν περισπάση το κράτος, και κλέψει την έφεσιν ώσπερ τυφλόν χειραγωγών οδού τίνος εφιέμενον, άλλους αλλαχού κατεκρήμνισε και διέσπειρεν εις εν τι θανάτου και απώλειας βάραθρον» (Αυτόθι, 44-45).

Κατωτέρω συγκρίνει, κατά την τέχνην, τας μέλισσας και τας αράχνας προς τους αρχαίους μαθηματικούς και καλλιτέχνας και ευρίσκει τους δεύτερους σφόδρα υπολειπόμενους των πρώτων:

«Ποίος Ευκλείδης εμιμήσατο ταύτα (δηλαδή τα των μελισσών και αραχνών τεχνουργήματα), γραμμαίς εμφιλοσοφών ταις ουκ ούσαις και κάμνων εν ταις αποδείξεσι; Τίνος Παλαμήδους τακτικά κινήματα τε και σχήματα γερανών, ως φάσι, και ταύτα παιδεύματα κινουμένων εν τάξει και μετά ποικίλης της πτήσεως; Ποίοι Φειδίαι και Ζεύξιδες και Πολύγνωτοι, Παρράσιοι τε τίνες και Αγλαοφώντες, κάλλη μεθ' υπερβολής γράφε εν και πλάττειν ειδότες; Τις Κνώσσιος Δαιδάλου χορός εναρμόνιος, νύμφη πονηθείς εις κάλλους περιουσίαν; η λαβύρινθος Κρητικός δυσδιέξοδος και δυσέλικτος, ποιητικώς ειπείν, και πολλάκις απάντων εαυτώ τοις της τέχνης σοφίσμασιν;» (Αυτόθι, 60-61).

Εν τω λβ' Λόγω ομιλεί περί ανθρώπου αμαθούς και ιδιώτου, αγνοούντος των Ελλήνων φιλοσόφων τας διδασκαλίας, ή μάλλον τας κακοδιδασκαλίας. Και λέγει ότι ουδεμίαν ανάγκην έχει ούτος αυτών. Αρκεί προς σωτηρίαν αυτού η χάρις, ης ουδέν πλουσιότερον. «… Ο δε ολίγος εστί την διάνοιαν και πένης την γλώτταν και ουκ οίδε λόγων στροφάς, ρήσεις τε σοφών και αινίγματα, και τας Πύρρωνος ενστάσεις ή εφέξεις ή αντιθέσεις και των Χρυσίππου συλλογισμών τας διαλύσεις ή των Αριστοτέλους τεχνών την κακοτεχνίαν ή της Πλάτωνος ευγλωττίας τα γοητεύματα, οί κακώς εις την Εκκλησίαν ημών εισέφρησαν ώσπερ Αιγυπτιακαί τινες μάστιγες. [Ακουέτωσαν ταύτα οι ανακηρύσσοντες τον θείον Πατέρα «νυμφαγωγόν» των «Ελληνοχριστιανικών» συζεύξεων!…] Έχει και ούτος όθεν σωθεί. Και δια τίνων ρημάτων; Ουδέν της χάριτος πλουσιότερον… » (Αυτόθι, 201).

«Οι Τρεις Ιεράρχαι» φύλλον Ιανουαρίου 1964.



ΣΤ΄

Αξιομνημόνευτα είναι και τα όσα αναφέρει ο θείος Πατήρ εν τω λδ' Λόγω αυτού τω επιγραφομένω «εις τους Αιγύπτου επιδημήσαντας». Εν τη περικοπή, ην θα καταχωρίσωμεν, ο άγιος Γρηγόριος πρώτον μεν ανατρέχει εις το παρελθόν, ότε ο λαός της Αιγύπτου ηγνόει τον αληθινόν Θεόν και εδούλευε τη απαισιωτάτη ειδωλολατρία, τιμών τράγους και μόσχους, κνώδαλα και ερπετά, έως ου το κήρυγμα του ευαγγελίου εφώτισε τα σκότη και κατήργησε την τοιαύτην λατρείαν δεύτερον δε επαινεί και εγκωμιάζει μετά θερμότητος πολλής και στοργής βαθείας τον πιστόν ήδη λαόν της Αιγύπτου και επανειλημμένως λέγει περί αυτού την φράσιν «Λαός εμός»! είναι δε αξιομνημόνευτα τα λόγια ταύτα του Αγίου Πατρός, διότι αποδεικνύουσιν ότι ούτος ουδεμίαν διάκρισιν εποιείτο μεταξύ των διαφόρων λαών, ουδένα εθεώρει υπερέχοντα του άλλου λόγω περιφανείας προγόνων, ένδοξου, κατά κόσμον, παρελθόντος, αναδείξεως σπουδαίων εν επιστήμη ή φιλοσοφία ανδρών κ. τ. τ. . Δι’ αυτόν έν κριτήριον υπεροχής υπήρχε: το μέγεθος της πίστεως και της αρετής! Ας διεξέλθωσι μετά προσοχής τους λόγους του ιερού ανδρός όσοι γράφουσιν ότι οι Πατέρες είχον ειδικήν εύνοιαν και εκτίμησιν προς τους Έλληνας, ότι εθεώρουν αυτούς ως «περιούσιον λαόν του Θεού», ως «νέον Ισραήλ» κ.τ.λ. . Θα πεισθώσιν ότι κατά τους Πατέρας ο «νέος Ισραήλ» είναι ο εις Χριστόν πιστεύων κόσμος, καν αποτελείται εξ Ελλήνων, καν εξ Αιγυπτίων, καν εξ οιωνδήποτε άλλων.

Ιδού οι λόγοι του θείου Πατρός:

«Συ δε μοι τους τράγους επήνεις τους Μενδησίους, και τον Μεμφίτην Άπιν, μόσχον σιτευτόν τινα και πολύσαρκον, και τας Ίσιδος τελετάς, και τους Οσίριδος σπαραγμούς, και τον σεμνόν σου Σάραπιν, ξύλον προσκυνούμενον μετά μύθου και χρόνου και της των προσκυνούντων άνοιας, ως ύλην άγνωστον τινα και ουράνιον, πλην ύλην, καν βοηθείται τω ψεύδει και τα έτι τούτων αισχρότερα κνωδάλων τινών και ερπετών πολυειδή πλάσματα, ων πάντων υπερήρε Χριστός και οι Χριστού κήρυκες· άλλοι τε άλλως κατά τους εαυτών έκαστοι χρόνους εκλάμψαντες· και δη και οι νυν μνημονευθέντες Πατέρες· αφ' ων συ (δηλαδή η Αίγυπτος) γινώσκει μάλλον, ω θαυμάσια, σήμερον, ή πάντων ομού πάντες, και παλαιών και νέων διηγημάτων. Δια ταυτά σε περιπτύσσομαι και ασπάζομαι, λαών άριστε και φιλοχριστότατε και θερμότατε την ευσέβειαν και των αγόντων άξιε· ου γαρ έχω τι τούτου μείζον ειπείν, ουδέ ω μάλλον αν υμάς ξενίσαιμι· και δεξιούμαι, ολίγα μεν γλώσση, τα πολλά δε διανοίας κινήμασι. Λαός εμός· εμόν γαρ ονομάζω τον ομόφρονα και ομόδοξον και παρά των αυτών Πατέρων, και της αυτής Τριάδος προσκυνητήν. Λαός εμός· εμός γαρ, καν μη δοκεί τοις βασκαίνουσιν και, ίνα πληγώσι μάλλον οι τούτο πάσχοντες, ιδού δίδωμι δεξιάς κοινωνίας επί τοσούτων μαρτύρων, ορατών τε και αοράτων, και απωθούμαι παλαιάν διαβολήν νέα χρηστότητι. Λαός εμός· εμός γαρ, ει και τον μέγιστον ο μικρότατος σφετερίζομαι. Τοιαύτη γαρ η του Πνεύματος χάρις· ομότιμους ποιεί τους ομόφρονας. Λαός εμός· εμός γαρ, ει και πόρρωθεν, ότι θεϊκώς συναπτόμεθα, και τρόπον άλλον, ή αν αι παχύτητες. Τα μεν γαρ σώματα τόπω συνάπτεται, ψυχαί δε Πνεύματι συναρμόζονται. Λαός εμός· ο πρότερον μεν φιλοσόφων το πάσχειν υπέρ Χριστού, νυν δε το μη ποιείν, εάν εμοί πείθησθε, αλλ’ αυτάρκες κέρδος τίθεσθαι την του ποιείν εξουσίαν, και ηγείσθαι Χριστώ λατρείαν εισφέρειν, ώσπερ τότε την καρτερίαν, ούτως εν τω παρόντι την επιείκειαν. Λαός, εφ ον παρατέτακται ο Κύριος του εύ ποιήσαι, ώσπερ του κακοποιήσαι τους εναντίους. Λαός, αν εξελέξατο εαυτώ Κύριος εκ πάντων ων προσεκαλέσατο. Λαός, ο επί των χειρών Κυρίου εζωγραφημένος, ώ, Συ γαρ ει θέλημα εμόν, λέγει Κύριος· και: Αι πύλαι σου γλύμμα· και όσα τοις σωζομένοις ύστερον. Λαός, και μη με θαυμάσητε της απληστίας, ει πολλάκις υμάς αναστρέφω· κατατρυφώ γαρ υμών τη συνεχεία της κλήσεως, ώσπερ οι θεαμάτων τινών, η ακουσμάτων απλήστως εμφορούμενοι» (Ε. Π. Migne 36, 245-248).

Ω, τι έμελλε να συμβεί εάν τα ανωτέρω εγκώμια είχον ως αντικείμενον τους Έλληνας!… Οι οπαδοί των «Ελληνοχριστιανικών συνθέσεων» θα εξαπέλυον ταύτα ως κεραυνούς κατά των αντιπάλων. Εάν νυν πειρώνται να μεταβάλωσιν εις κεραυνούς αθωότατα τινα φρασίδια, τι θα εγίνετο εάν είχον όπλα οία τα ανωτέρω!… ευτυχώς όμως, οι Αιγύπτιοι, παρά πάντα τα λεχθέντα δι’ αυτούς, δεν διενοήθησαν να ομιλήσωσι περί «Αιγυπτιακο-Χριστιανικών συνθέσεων»…

Εν τω Λόγω λη' («εις τα Θεοφάνια, είτουν Γενέθλια του Σωτήρος») λέγει ότι πάθη οία η μέθη, η τρυφή, η ακρασία κ. τ. τ. Δεν πρέπουσιν εις τους Χριστιανούς και τας εορτάς αυτών, αλλ’ εις τους Έλληνας και τας εκείνων πανηγύρεις: «Αλλά ταύτα μεν Έλλησι παρώμεν και Ελληνικοίς κόμποις και πανηγύρεσιν οί και θεούς ονομάζουσι, κνίσσαις χαίροντας και ακολούθως το θείον τη γαστρί θεραπεύουσιν πονηροί πονηρών δαιμόνων και πλάσται και μυσταγωγοί και μύσται τυγχάνοντες. Ημείς δε, οις Λόγος το προσκυνούμενον, καν τι δέη τρυφάν, εν λόγω τρυφήσωμεν και θείω νόμω και διηγήμασι τοις τε άλλοις και εξ ων η παρούσα πανήγυρις· ίν' οικείον ή το τρυφάν και μη πόρρω του συγκαλέσαντος» (Αυτόθι, 316-317).

«Οι Τρεις Ιεράρχαι», φύλλον Φεβρουαρίου 1964.



Ζ'

Εν τω λη' λόγω αυτού «εις τα άγια Φώτα» άρχεται ούτω: «Πάλιν Ιησούς ο εμός και πάλιν μυστήριον· μυστήριον ουκ απατηλόν ούδ' άκοσμον, ουδέ της ελληνικής πλάνης και μέθης· (ούτω γαρ εγώ καλώ τα εκείνων σεμνά, οίμαι δε και των εύ φρονούντων έκαστος), αλλά μυστήριον υψηλόν τε και θείον και της άνω λαμπρότητος πρόξενον». Και μετ' ολίγα: «… Μη τι τοιούτο μυσταγωγούσιν Έλληνες; ων λήρος εμοί πάσα τελετή και μυστήριον, δαιμόνων εύρημα σκοτεινόν και διανοίας ανάπλασμα κακοδαίμονος, χρόνω βοηθούμενον και μύθω κλεπτόμενον. Ο γαρ ως αληθεί προσκυνούσιν, ως μυθικά συγκαλύπτουσι… Ου Διός ταύτα γοναί και κλοπαί… Ουδέ Φρυγών εκτομαί και αυλοί και κορύβαντες και όσα περί την Ρέαν άνθρωποι μαίνονται, τελούντες τη μητρί των θεών και τελούμενοι… Ουδέ κόρη τις ημίν αρπάζεται και Δημήτηρ πλανάται και Κελεούς τινας επεισάγει και Τριπτολέμους και δράκοντας, και τα μεν ποιεί, τα δε πάσχει. Αισχύνομαι γαρ ημέρα δούναι την νυκτός τελετήν και ποιείν την ασχημοσύνην μυστήριον… Ουδέ Διόνυσος ταύτα και μηρός, ωδίνων ατελές κύημα, ώσπερ άλλο τι κεφαλή πρότερον και Θεός ανδρόγυνος και χορός μεθυόντων και στρατός έκλυτος και Θηβαίων άνοια τούτον τιμώσα και Σεμέλης κεραυνός προσκυνούμενος. Ουδέ Αφροδίτης πορνικά μυστήρια, της αισχρώς, ως αυτοί λέγουσι, και γεννώμενης και τιμώμενης. Ουδέ φαλλοί τίνες και ιθύφαλλοι, αισχροί και τοις σχήμασι και τοις πράγμασιν… » (Ε. Π. Migne 36, 336-337). Όσοι σέβονται ταύτα είναι «βδελυκτοί της πλάνης, βδελυκτότεροι της ευτέλειας των προσκυνουμένων και σεβόμενων, ίνα και αυτών των τιμωμένων ώσιν αναισθητότεροι, τοσούτον υπερβάλλοντες ανοία, όσον ευτελείς τα προσκυνούμενα. Ταύτα μεν ουν παιζέτωσαν Ελλήνων παίδες και δαίμονες, παρ' ων εκείνοις η άνοια, την του Θεού τιμήν εις εαυτούς μεθελκόντων» (Αυτόθι, 341). Κατά τον θείον Γρηγόριον λοιπόν τα σεμνά και σεβάσμια των Ελλήνων είναι πλάνη και μέθη και παραλήρημα και σκοτεινόν εφεύρημα δαιμόνων αυτοί δε, σεβόμενοι τοιαύτα, είναι αναίσθητοι, βδελυκτοί και άφρονες!

Εν τω μα' Λόγω συγκρίνει την λατρείαν των Ιουδαίων, των Ελλήνων και των Χριστιανών. Και λέγει ότι οι μεν πρώτοι έχουσι λατρείαν τυπικήν, οι δε δεύτεροι λατρείαν εμπαθή και αμαρτωλόν μόνον δε των Χριστιανών η λατρεία είναι πνευματική: «Εορτάζει και Ιουδαίος, αλλά κατά το γράμμα… Εορτάζει και Έλλην, αλλά κατά το σώμα και τους εαυτού θεούς τε και δαίμονας, ων οι μεν εισί παθών δημιουργοί κατ' αυτούς εκείνους, οι δε εκ παθών ετιμήθησαν. Δια τούτο εμπαθές αυτών και το εορτάζειν ιν’ η τιμή Θεού το αμαρτάνειν, προς ον καταφεύγει το πάθος, ως σεμνολόγημα. Εορτάζομεν και ημείς, αλλ’ ως δοκεί τω Πνεύματι» (Αυτόθι, 429).

Εν τω μγ' Λόγω αυτού («Επιταφίω εις Μ. Βασίλειον»), αναφερόμενος εις την γνωστήν μυθικήν ιστορίαν της Ιφιγένειας, λέγει ότι αυτή όχι μόνον διδακτική δεν είναι, αλλά μάλλον αισχρά. Διότι τι το όφελος, όταν η θεά σώζει μεν εκ φιλανθρωπίας την Ιφιγένειαν εκ της σφαγής, αλλ’ οδηγεί αυτήν εις τους Ταύρους ίνα εκεί αυτή φονεύει πάντας τους ξένους; «Τοιαύτα τα εμά διηγήματα. Συ δε μοι λέγε τας ελαφηβόλους σου και τους Ωρίωνας και τους Ακταίωνας, τους κακοδαίμονας θηρευτός, ο εμός διώκτης, ο τους μύθους θαυμάζων και την αντιδοθείσαν έλαφον της παρθένου, είτι τοσούτον εις φιλοτιμίαν εστί σοι, καν δώμεν μη μύθον είναι το ιστορούμενον. Ως τα γε εξής του λόγου και λίαν αισχρά. Τι γαρ όφελος της αντιδόσεως, ει σώζει παρθένον, ίνα ξενοκτονείν διδαχθεί, απανθρωπίαν μαθούσα φιλανθρωπίας αντίδοσιν; Τούτο μεν ουν τοσούτον εκ πολλών έν και αντί πολλών, ως ο εμός λόγος» (Αυτόθι 504).

Και ήδη ερχόμεθα εις τους επαινετικούς πως της θύραθεν σοφίας λόγους του ιερού Ανδρός, οίτινες τόσης χρήσεως και καταχρήσεως έτυχον παρά των οπαδών της «Ελληνοχριστιανικής συζυγίας». Ιδού λοιπόν τι λέγει ο θείος Πατήρ: «Οίμαι δε πάσιν ανομολογείσθαι των νουν εχόντων, παίδευσιν των παρ' ημίν αγαθών είναι το πρώτον ου ταύτην μόνην την ευγενεστέραν και ημετέραν, ή παν το εν λόγοις κομψόν και φιλότιμον ατιμάζουσα, μόνης έχεται της σωτηρίας και του κάλλους των νοουμένων, αλλά και την έξωθεν, ην οι πολλοί Χριστιανών διαπτύουσιν ως επίβουλον και σφαλεράν και Θεού πόρρω βάλλουσαν, κακώς ειδότες. Ώσπερ γαρ ουρανόν και γην και αέρα και όσα τούτων, ουκ επειδή κακώς τίνες εξειλήφασιν, αντί Θεού τα του Θεού σέβοντες, δια τούτο περιφρονητέον αλλ’ όσον χρήσιμον αυτών καρπούμενοι προς τε ζωήν και απόλαυσιν, όσον επικίνδυνον διαφεύγομεν ου τω Κτίστη την κτίσιν επανιστάντες κατά τους άφρονας, αλλ’ εκ των δημιουργημάτων τον Δημιουργόν καταλαμβάνοντες, και, ό φησιν ο θείος Απόστολος, αιχμαλωτίζοντες παν νόημα εις Χριστόν ως δε και πυρός και τροφής και σιδήρου και των άλλων ουδέν καθ’ εαυτό χρησιμώτατον ίσμεν η βλαβερώτατον, αλλ’ όπως αν δοκεί τοις χρωμένοις· ήδη δε και των ερπυστικών θηρίων εστίν ο τοις προς σωτηρίαν φαρμάκοις συνεκεράσαμεν ούτω και τούτων, το μεν εξεταστικόν τε και θεωρητικόν, εδεξάμεθα όσον δε εις δαίμονας φέρει και πλάνην και απωλείας βυθόν, διεπτύσαμεν ότι μη καν τούτων προς θεοσέβειαν ωφελήμεθα, εκ του χείρονος το κρείττον καταμαθόντες, και την ασθένειαν εκείνων, ισχύν του καθ’ ημάς λόγου πεποιημένοι. Ούκουν ατιμαστέον την παίδευσιν, ότι τούτο δοκεί τισιν, αλλά σκαιούς και απαίδευτους υποληπτέον τους ούτως έχοντας, οί βούλοιντ' αν άπαντας είναι καθ’ εαυτούς, ιν’ εν τω κοινώ το κατ' αυτούς κρύπτηται, και τους της απαιδευσίας ελέγχους διαδιδράσκωσιν» (Αυτόθι, 508-509).

Το νόημα του ανωτέρω τμήματος είναι, νομίζομεν, το εξής:

Πας συνετός άνθρωπος θα ομολογήσει ότι μεταξύ των ανθρωπίνων αγαθών η παίδευσις, η μόρφωσις, έχει πρωτεύουσαν θέσιν. Ως τοιαύτη παίδευσις δεν πρέπει να θεωρείται μόνη η Χριστιανική, αλλά και η θύραθεν. Η Χριστιανική παίδευσις, εν αντιθέσει προς την θύραθεν, αδιαφορεί δια την κομψότητα και το κάλλος της εκφράσεως και φροντίζει μόνον δια την σωτηρίαν της ψυχής. Πολλοί Χριστιανοί, κακώς ποιούντες, απορρίπτουσι τελείως την θύραθεν παίδευσιν, ως απομακρύνουσαν από του αληθινού Θεού.

Προς τούτους δεν συμφωνεί ο ιερός Πατήρ. Επειδή, λέγει, πολλοί ελάτρευσαν ως θεούς τον ήλιον, την γην, τον αέρα κ. τ. τ……… , πρέπει άραγε να περιφρονώμεν ημείς ταύτα, ή να λαμβάνωμεν εξ αυτών ό,τι είναι χρήσιμον προς συντήρησιν της ημετέρας ζωής, να αποφεύγωμεν δε ό,τι είναι επικίνδυνον; Αναμφιβόλως το δεύτερον! Αλλά και το πυρ και ο σίδηρος και αυτή ακόμη η τροφή είναι δυνατόν να αποβώσι χρησιμώτατα η βλαβερώτατα, αναλόγως της χρήσεως αυτών. Ακόμη δε και ορισμένα δηλητήρια, χρησιμοποιούμενα καταλλήλως, γίνονται φάρμακα σωτήρια. Η θύραθεν λοιπόν σοφία έχει και καλά και κακά στοιχεία. Τα πρώτα πρέπει να δεχώμεθα· τα δε άλλα, ως φέροντα εις δαίμονας και πλάνην και απωλείας βυθόν, πρέπει να διαπτύωμεν και να απορρίπτωμεν. Δυνάμεθα δε και αρνητικώς να ωφεληθώμεν εκ της θύραθεν σοφίας: Βλέποντες το χείρον, αντιλαμβανόμεθα την υπεροχήν της ημετέρας διδασκαλίας! Δεν πρέπει λοιπόν να απορρίπτωμεν ασυζητητί την θύραθεν σοφίαν, επειδή ούτω θέλουσί τίνες, αλλά μάλλον να θεωρώμεν αυτούς απαίδευτους. Φαίνεται δ’ ότι οι τοιούτοι επιθυμούσι να είναι πάντες απαίδευτοι, ως αυτοί, ίνα ούτω, εν μέσω γενικής απαιδευσίας, μη διακρίνηται η ιδία αυτών απαιδευσία.

Αυτό λοιπόν είναι το πολυθρύλητον χωρίον του Γρηγορίου Ναζιανζηνού! Πού υπάρχει εν αυτώ η «σύζευξις Ελληνικού και Χριστιανικού πνεύματος»; Πού αι «Ελληνοχριστιανικαί» συνθέσεις και συγκράσεις; Πού διακρίνεται, εις τους ανωτέρω λόγους, ο «μυσταγωγός» και «νυμφαγωγός» της «Ελληνοχριστιανικής συζυγίας»; Ναι! Δεν είναι έγκλημα να γνωρίζει τις τους θύραθεν συγγραφείς, δεν είναι βλασφημία η μελέτη της ελληνικής σοφίας· σύμφωνοι! Αλλά τι πέρα τούτου;;; Πού, επαναλαμβάνομεν, αι συγκράσεις και αι συνθέσεις και αι συζυγίαι; Ωραίον πράγμα η γνώσις του Πλάτωνος ή του Αριστοτέλους· τις αντιλέγει; Η μελέτη των θύραθεν οξύνει τον νουν, καλλιεργεί το ύφος, πλουτίζει το λεξιλόγιον, διδάσκει λογικήν, διαλεκτικήν, γραμματικήν, ιστορίαν, ρητορικήν και τόσας άλλας χρησίμους δια τον παρόντα βίον γνώσεις· τίς ο αρνούμενος τούτο; εις τους θύραθεν ευρίσκονται ψήγματα τινα χρυσού, λάμψεις τινές φωτός, μόρια τινα αληθείας· τίς ο αμφισβητών; Αλλ’ από του σημείου τούτου μέχρι των «Ελληνοχριστιανικών συνθέσεων» υπάρχει απόστασις όχι απλώς μεγάλη, αλλ’ αυτόχρημα αβυσσαλέα. Και αν παρίδωμεν τον όγκον της ιλύος, το ψηλαφητόν σκότος, το μέγεθος της πλάνης και του ψεύδους, εν οις εκυλίσθη η ανθρώπινη σοφία, και μείνωμεν μόνον εις τα ολίγα ψήγματα του χρυσού, τας αμυδράς λάμψεις του φωτός και τα ελάχιστα μόρια της αληθείας, και πάλιν ουδείς λόγος περί «συνθέσεων» χωρεί. Αληθώς! Τίς η χρεία να τεθώσι παρά τον ήλιον πέντε εξ λύχνοι ή πυγολαμπίδες; Τίς η ανάγκη εις ατελεύτητους οροσειράς εκ χρυσού και αδαμάντων να ρίψωμεν ολίγα γραμμάρια χρυσοφόρου κόνεως; Τίς ο λόγος να ζητήσει η θεία αυτοαλήθεια και αυτοσοφία την βοήθειαν ορθών τινων ανθρωπίνων ιδεών;

Το συμπέρασμα είναι ότι ο άγιος Γρηγόριος, χωρίς να επιδοκιμάζει την υπό τινων ολοκληρωτικήν απόρριψιν της θύραθεν παιδεύσεως και χωρίς να αρνείται την σχετικήν αξίαν αυτής, ουδέ διενοήθη καν να φθάσει εις «Ελληνοχριστιανικάς συνθέσεις». Ουδέ πόρρωθεν, ουδέ κατ' ελάχιστον διακρίνεται τοιαύτη πρόθεσις του ιερού Ανδρός.

«Οι Τρεις Ιεράρχαι», φύλλον Μαρτίου 1964.



Η΄

Είπομεν προηγουμένως ότι ο θείος Γρηγόριος, καίτοι δεν επιδοκιμάζει την υπό τίνων Χριστιανών ολοκληρωτικήν απόρριψιν της θύραθεν σοφίας ουδέ αρνείται ποιαν τινα αξίαν εις αυτήν, εν τούτοις κρίνει αυτήν αφαντάστως κατωτέραν του Χριστιανισμού και ουδέ καν διανοείται την σύζευξιν και σύγκρασιν των δύο αυτών στοιχείων. Ότι τούτο είναι αληθές μαρτυρεί η συνέχεια του αυτού λόγου, δηλαδή του «Επιταφίου εις Μ. Βασίλειον»: «τω δε λόγοι μεν το πάρεργον ήσαν, τοσούτον εξ αυτών δρεπομένω όσον εις την καθ’ ημάς φιλοσοφίαν συνεργούς έχειν επειδή δει και της εν τούτοις δυνάμεως προς την των νοουμένων δήλωσιν… Φιλοσοφία δε η σπουδή και το ραγήναι κόσμου και μετά Θεού γενέσθαι, τοις κάτω τα άνω πραγματευόμενον και τοις αστάτοις και ρέουσι τα εστώτα και μένοντα κατακτώμενον» (Ε. Π. Migne 36, 512). Ώστε ο Μ. Βασίλειος την σπουδήν των λόγων είχεν ως πάρεργον και εξ αυτής εκαρπούτο μόνον όσον εβοήθει εις την Χριστιανικήν διδασκαλίαν, επειδή δια την ανάπτυξιν αυτής χρειάζεται ικανότης εις τους λόγους. Το κύριον όμως έργον του Βασιλείου, η αληθινή απασχόλησις αυτού, ήτο πώς θα αποχωρισθεί εκ του κόσμου και θα υψωθεί εις τα ουράνια, πως δια των φθαρτών θα κατάκτηση τα άφθαρτα.

Και προχωρεί ο ιερός Ανήρ: «Εντεύθεν επί το των λόγων έδαφος, τας Αθήνας, υπό του Θεού πέμπεται και της καλής περί την παίδευσιν απληστίας. Αθήνας, τας χρυσάς όντως εμοί και των καλών προξένους, είπερ τινί. Εκείναι γαρ μοι τον άνδρα τούτον εγνώρισαν τελεότερον, ουδέ πριν αγνοούμενον και λόγους επιζητών, ευδαιμονίαν εκομισάμην και τρόπον έτερον ταυτό πέπονθα τω Σαούλ, ος τας όνους του πατρός επιζητών, βασιλείαν εύρατο, μείζον του έργου το πάρεργον εμπορευσάμενος» (Αυτόθι, 513).

Ω! Πόσης παρερμηνείας (ηθελημένης άραγε ή αθέλητου; Ο Θεός οίδεν!) έχει τύχει η υπογραμμιζομένη ανωτέρω φράσις του Αγίου Πατρός! Πλειστάκις οι υμνηταί των «Ελληνοχριστιανικών συνθέσεων» επικαλούνται το ειρημένον χωρίον μετά πολλής αλαζονείας: «Αθήνας τας χρυσάς όντως εμοί και των καλών προξένους» -«ούτως ονομάζει τας Αθήνας ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός!» φθέγγονται και διαλαλούσιν. Ευλογημένοι άνθρωποι! ευθύς μετά την ανωτέρω φράσιν ο θείος Πατήρ αιτιολογεί διατί ονομάζει ούτω τας Αθήνας. Τόσον δύσκολον είναι να προχωρήσητε εις μίαν - δύο γραμμάς ακόμη; Αι Αθήναι λοιπόν είναι χρυσαί και προσφιλείς και καλών πρόξενοι εις τον άγιον Γρηγόριον, όχι διότι εκεί υπήρχον σοφισταί και ρήτορες και λογογράφον όχι διότι εκεί ήκμαζον τα γράμματα και αι τέχναι αλλά δι’ ένα άλλον λόγον: διότι εκεί εγνώρισε περισσότερον τον Μ. Βασίλειον και συνεδέθη στενότερον μετ' αυτού! Μάλιστα, φίλοι μου! Μόνον δι’ αυτό. «Εκείναι γαρ μοι τον άνδρα τούτον εγνώρισαν τελεότερον, ουδέ πριν αγοούμενον». Εγνώριζε και πριν τον Μ. Βασίλειον ο θείος Πατήρ, αλλ’ ολίγον εις τας Αθήνας όμως, ένθα ήδη ευρίσκετο ο Μ. Βασίλειος, ένεκα του προς μάθησιν ακόρεστου πόθου αυτού, εδόθη η ευκαιρία να γνωρισθώσι «τελεότερον» οι δύο Άνδρες. Και, έμπλεως χαράς και ευτυχίας ο Γρηγόριος δια το μέγα εύρημα, ευγνωμονεί την πόλιν εν ή εύρε τον θησαυρόν. «Λόγους επιζητών», λέγει, «ευδαιμονίαν εκομισάμην». Συγκρίνει μάλιστα εαυτόν προς τον Σαούλ, όστις, αναζητών τας όνους του πατρός αυτού, εύρε τον Προφήτην Σαμουήλ και εχρίσθη υπ' αυτού βασιλεύς. Χαρακτηριστικωτάτη αληθώς η σύγκρισις! «Όνοι» οι λόγοι των εν Αθήναις διδασκάλων και γενικώς η θύραθεν παίδευσις· «βασιλεία» (δηλαδή Βασιλικόν αξίωμα) ο σεμνός και ιεροπρεπής Βασίλειος!…

Συνεχίζει ο θεσπέσιος Πατήρ: «Είπω τι συντομότερον; Βλαβεραί μεν τοις άλλοις Αθήναι τα εις ψυχήν (ου γαρ φαύλως τούτο υπολαμβάνεται τοις ευσεβεστέροις·) και γαρ πλουτούσι τον κακόν πλούτον, είδωλα, μάλλον της άλλης Ελλάδος και χαλεπόν μη συναρπασθήναι τοις τούτων επαινέταις και συνηγόροις· ημίν δε ουδεμία παρά τούτων ζημία, την διάνοιαν πεπυκνωμένοις και πεφραγμένοις. Τουναντίον μεν ουν, ει τι χρη και παράδοξον ειπείν, εις την πίστιν εντεύθεν εβεβαιώθημεν, καταμαθόντες αυτών το απατηλόν και κίβδηλον, ενταύθα δαιμόνων καταφρονήσαντες, ου θαυμάζονται δαίμονες» (Αυτόθι, 524). Δηλαδή: Αι Αθήναι είναι βλαβεραί δια τας ψυχάς και δεν είναι άδικος η τοιαύτη περί αυτών γνώμη των ευσεβέστερων Χριστιανών. Είναι δε βλαβεραί, διότι τα είδωλα αφθονούσιν εν αυταίς περισσότερον της άλλης Ελλάδος και είναι δύσκολον να μη επηρεασθεί τις εκ των υμνητών και συνηγόρων των ειδώλων αυτών. Παρά τούτο όμως ημείς, έχοντες ωχυρωμένην την διάνοιαν, ουδαμώς εβλάβημεν, μάλλον δε εστερεώθημεν περισσότερον εις την πίστιν ημών, διότι κατενοήσαμεν πόσον απατηλή και κίβδηλος είναι η ειδωλολατρία· και εκεί ακριβώς όπου θαυμάζονται και λατρεύονται οι δαίμονες, εκεί ημείς κατεφρονήσαμεν των δαιμόνων! Αναμφιβόλως η γνώμη αυτή του ιερού Πατρός περί των Αθηνών παν άλλο η τιμητική είναι δι αυτάς…

Και ολίγον προ των ανωτέρω έλεγε: «Δύο μεν εγνωρίζοντο ημίν οδοί η μεν πρώτη και τιμιωτέρα, η δε δευτέρα και ου του ίσου λόγου· η τε προς τους ιερούς ημών οίκους και τους εκείσε διδασκάλους φέρουσα και η προς τους έξωθεν παιδευτάς. Τας άλλας δε τοις βουλομένοις παρήκαμεν, εορτάς, θέατρα, πανηγύρεις, συμπόσια. Ουδέν γαρ, οίμαι, τίμιον, ό μη προς αρετήν φέρει, μηδέ ποιεί βελτίους τους περί αυτό σπουδάζοντας» (Αυτόθι, 524). Ώστε η προς τους Χριστιανικούς ναούς και τους διδασκάλους της Χριστιανικής Εκκλησίας φέρουσα οδός ήτο πρώτη και τιμιωτέρα δια τους δύο φίλους (Γρηγόριον και Βασίλειον)· η δε φέρουσα προς τους θύραθεν διδασκάλους ήτο δευτέρα και «ου του ίσου λόγου», ουχί της αυτής αξίας!

Τέλος ο αφού περιγράφει ο ιερός Πατήρ την βαθυτάτην και απαράμιλλον κατάρτισιν του Μ. Βασιλείου και λέγει ότι ουδείς ηδύνατο να παραβληθεί προς αυτόν κατά την ρητορικήν, την διαλεκτικήν, την φιλοσοφίαν, την γραμματικήν κ.τ.λ. - κ. τ. λ……… , έρχεται εις το ήθος αυτού: «Αλλά τι ταύτα, καίπερ τηλικαύτα τυγχάνοντα, προς την εν τω ήθει του ανδρός παίδευσιν; Λήρος, τοις του ανδρός πεπειραμένοις, ο Μίνως εκείνος και ο Ραδάμανθυς, ους ασφοδελών λειμώνων και Ηλυσίων πεδίων ηξίωσαν Έλληνες, εν φαντασία του καθ’ ημάς Παραδείσου γενόμενοι, εκ των Μωσαϊκών, οίμαι, βιβλίων και ημετέρων, ει και περί την κλήσιν τι διηνέχθησαν, εν άλλοις ονόμασι τούτο παραδηλώσαντες» (Αυτόθι, 528).

Το χωρίον τούτο του θείου Πατρός είναι χαρακτηριστικόν ουχί μόνον διότι και την πλέον μεγάλην επιστημονικήν κατάρτισιν θεωρεί ως μηδέν ενώπιον του ήθους και της αρετής, αλλά και διότι την περί Παραδείσου ιδέαν των Ελλήνων δεν νομίζει αυτοφυή, αλλά δάνειον. Την ιδέαν του Παραδείσου, λέγει, οι Έλληνες παρέλαβον εκ της Παλαιάς Διαθήκης· και δεν εχρησιμοποίησαν μεν την αυτήν λέξιν, εδήλωσαν όμως το αυτό πράγμα, έστω και δι’ άλλων λέξεων. Κατά πόσον δ’ η γνώμη αυτή του Ιερού Πατρός (ορθή ή πεπλανημένη, δεν εξετάζομεν) συνηγορεί υπέρ της ανακηρύξεως αυτού ως «νυμφαγωγού» της «ΕλληνοΧριστιανικής συζυγίας» είναι περιττόν να είπωμεν…

«Οι Τρεις Ιεράρχαι» Φύλλον Απριλίου 1964.


ΠΗΓΗ :

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΟΜΑΔΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 

FACEBOOK

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Histats

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΩΝ

extreme

eXTReMe Tracker

pateriki


web stats by Statsie

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΟ FACEBOOK

 PATERIKI


CoolSocial

CoolSocial.net paterikiorthodoxia.com CoolSocial.net Badge

Τελευταία Σχόλια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRANSLATE

+grab this

ON LINE

WEBTREND

Κατάλογος ελληνικών σελίδων
greek-sites.gr - Κατάλογος Ελληνικών Ιστοσελίδων

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

MYBLOGS

myblogs.gr

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ - JOIN US

Καταθέστε τα σχόλια σας με ευπρέπεια ,ανώνυμα, παραπλανητικά,σχόλια δεν γίνονται δεκτά:
Η συμμετοχή σας προυποθέτει τούς Όρους Χρήσης

Please place your comments with propriety, anonymous, misleading, derogatory comments are not acceptable:
Your participation implies in the Terms of Use


| ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ © 2012. All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Γιά Εμάς About | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |