Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Τὸ νόημα τοῦ μαρτυρίου τῶν τριῶν παίδων



Τὸ νόημα τοῦ μαρτυρίου τῶν τριῶν παίδων

(Προοίμιον ἑορτῆς Χριστουγέννων καὶ μνήμη Ἁγίου Διονυσίου τῆς Ζακύνθου)

Θαυμάσια ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει ἤδη ἀπὸ τὰ προοίμια τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων, τοὺς Τρεῖς Παίδας καὶ Δανιὴλ τὸν προφήτη, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ δὲν ἦσαν μέσα στὸ δένδρο τῆς γενεαλογίας τῶν προπατόρων τοῦ Ἰησοῦ, ἐν τούτοις κατηριθμήθησαν εἰς αὐτό, χάριν τῆς ἐναρέτου ζωῆς των, χάριν τῆς φιλοθεΐας των καὶ ἰδίως χάριν τοῦ δράματός των, ποὺ εὑρίσκομε στὸ βίο τους. Ὑπῆρξαν πραγματικὰ ἡ ἀναπαράστασι καὶ ἡ προαπόδειξι τοῦ τρόπου, πὼς ὁ Θεὸς Λόγος θὰ ἐπιδημήση στὸν κόσμο. Ἀλλὰ γενικὰ καὶ ἀπὸ τὴν προσωπική τους ζωή, ἀντλοῦμε τεράστια παραδείγματα φιλοθεΐας καὶ αὐταπαρνήσεως, ὅπως πολλὲς φορὲς ἐτονίσαμε.

Συνέπεσε νὰ ἑορτάζεται καὶ ὁ Ἅγιος Διονύσιος, ἕνας ἐκ τῶν νεωτέρων φωστήρων τῆς ἐκκλησίας μας, τοῦ ὁποίου τὸ ἄφθαρτο λείψανο εὑρίσκεται στὴν περιφέρεια τῶν ἑπτανήσων. Καὶ αὐτὸς μᾶς ἀφήνει ἀπὸ τὴν βιογραφία του ἄριστα καὶ ἐνισχυτικὰ γιὰ τὴν ζωή μας παραδείγματα. Ἕνα δὲ ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ποὺ μᾶς προβάλλει εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀμνησικακίας.

Ὅπως ἐνθυμεῖσθε, ὅταν ἦτο ἐπίσκοπος ὁ Ἅγ. Διονύσιος, ἕνας λαϊκὸς εἶχε παρωξυνθῆ καὶ ἐσκότωσε τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἁγίου. Τρέχοντας νὰ κρυφθῆ ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη ποὺ τὸν εἶχε ἀντιληφθῆ, κατέφυγε στὸ σπίτι τοῦ ἰδίου τοῦ Ἐπισκόπου καὶ ἐζήτησε ἄσυλο καὶ στοργὴ ἀπὸ τὸν μητροπολίτη, λέγοντάς του. Ἐγώ, Δέσποτα, ἐσκότωσα τὸν τάδε ἄρχοντα καὶ τώρα μὲ κυνηγοῦν θέλω νὰ μὲ προστατεύσης. Καὶ αὐτὸν ποὺ ἐσκότωσε ἦταν ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου. Καὶ ἔδειξε τόση ἀμνησικακία καὶ μεγαλοψυχία ὁ ἀληθινὸς αὐτὸς ποιμένας καὶ δὲν ἐφάνη ὅτι γνωρίζει τὸν φονευθέντα, ἀλλὰ ἐπροστάτευσε τὸν φονέα, κρύβοντάς τον στὴν μονή. Καὶ ὅταν σὲ λίγο ἔφθασε ἡ δικαιοσύνη, ἀρνήθηκε ὁ Ἐπίσκοπος νὰ ὁμολογήση ὅτι ἐγνώριζε τίποτε περὶ τοῦ φονέως. Αὐτὸ πραγματικὰ γιὰ μᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀγωνιζόμεθα μέσα στὴν πρακτική του πῶς νὰ καθαρίσωμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, εἶναι ἕνα ζωντανὸ καὶ μεγάλο παράδειγμα, ἀφοῦ ἐμεῖς μὲ τὴν παραμικρὴ πρόφασι τοῦ θύμου ἐξαγριωνόμεθα καὶ δὲν ἠμποροῦμε νὰ συγκρατηθοῦμε.

Ἂς ἐπανέλθωμε ὅμως στὸ προκείμενο θέμα τῶν μεγάλων προπατόρων τοῦ Χριστοῦ μας, ὅπου ἐκεῖ θὰ βροῦμε περισσότερα καὶ λαμπρότερα παραδείγματα αὐταπαρνήσεως καὶ ὁμολογίας, ποὺ ἰδίως χαρακτηρίζουν τὸ ἰδικό μας βίωμα. Ἡ περιπετειώδης ζωὴ αὐτῶν τῶν τεσσάρων φωστήρων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Παραδόσεως, τῆς ἐκκλησίας τοῦ Νόμου, εἶναι τόσο μεγάλη καὶ ποικίλη, ποὺ δὲν μπορεῖ φυσικὰ νὰ περιγραφῆ ἀπὸ μᾶς τοὺς εὐτελεῖς, ἀλλὰ θὰ δανειστοῦμε ἐλάχιστα γιὰ παραδειγματισμό.

Ὠνομάσθη ὁ μὲν Δανιὴλ ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν, γιατὶ οὐδέποτε ἡττήθη ἀπὸ καμμία ἐπιθυμία. Αὐτὸς κατήγετο ἀπὸ βασιλικὴ οἰκογένεια καὶ ἕνεκα τῆς χάριτος ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἔγινε σύμβουλος τῶν διαφόρων κατακτητῶν καὶ βασιλέων ἡ συνέχεια δὲ τῆς ζωῆς του ἦτο βασιλική. Εὑρισκόμενος στὴν βασιλικὴ αὐτὴ χλιδὴ καὶ ἔχοντας τόση μεγάλη ἐξουσία, οὐδέποτε ἡττήθη ἀπὸ κανένα πάθος. Ἰδίως στὸ ζήτημα τῆς ἡδονῆς, τόσο ἦτο ἐγκρατὴς καὶ τόσο ἐπεβάλλετο στὸν ἑαυτό του, ὥστε ἀπέκτησε ἰδιαιτέρως τὸ χάρισμα νὰ λέγεται ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν. Μαζὶ μὲ αὐτὸν ἦσαν καὶ τρεῖς ἄλλοι Παῖδες. Παῖδες κατὰ τὴν γλῶσσα τοῦ τότε καιροῦ δὲν ἐσήμαινε παιδιά, οὔτε πάλι δούλους. Κατὰ τὴν τότε συνήθεια τῶν ἐπικρατούντων, ἐδιάλεγαν ἐκλεκτὰ παιδιὰ ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους, τὰ ὁποῖα ἀνέτρεφαν βασιλικὰ καὶ αὐτὰ ἐζοῦσαν μέσα στὰ ἀνάκτορα καὶ ἦσαν θετοὶ πρίγκηπες καὶ εἶχαν ἰδιαίτερη παῤῥησία καὶ ἡγετικὲς θέσεις στὰ βασίλεια.

Εἰς αὐτὲς τὶς θέσεις εὑρίσκοντο οἱ τρεῖς σύντροφοι τοῦ Δανιήλ. Ὁ Ἀνανίας, ὁ Ἀζαρίας καὶ ὁ Μισαὴλ οἱ ὁποῖοι, χάριν τῆς μεγάλης τους ἀνδρείας καὶ θεοφιλίας, ὠνομάσθησαν ἀπὸ τὸν Ναβουχοδονόσορα, Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, ποὺ ἐσήμαινε στὴν γλῶσσα τους, θεῖες κλήσεις, θεῖες ἰδιότητες. Τότε λοιπὸν τοὺς ἐφθόνησαν οἱ ὑπόλοιποι μέσα στὴν ἐπικράτεια, στὴν ὁποία ἂν καὶ ἦσαν ξένοι, εἶχαν τόση αἴγλη καὶ ἀξία, ὥστε ἠθέλησαν νὰ τοὺς κακοποιήσουν, ἀλλὰ ὅμως δὲν μποροῦσαν μὲ κανένα ἄλλο τρόπο, εἰ μὴ νὰ εὕρουν κάποια μομφὴ ἐναντίον τους, ὡς παραβάτες τῶν νόμων. Ἔτσι τοὺς κατήγγειλαν ὅτι δὲν δείχνουν σεβασμὸ εἰς ὅσα ἐσέβετο ἢ ἐπικροτοῦσε ὁ βασιλεὺς καὶ αὐτὸ ἦταν μία πρόφασι ποὺ ἠμποροῦσε νὰ τοὺς ἐπιβάλῃ τιμωρία. Καὶ ἔτσι ἐρεθίσαντες τὸν τύραννο, ὁ ὁποῖος ἦτο κοσμοκράτωρ, οἱ περὶ αὐτὸν αὐλοκόλακες τὸν ἔπεισαν, ὅτι οἱ Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγὼ δὲν ἐπροσκυνοῦσαν τοὺς θεούς τους, οὔτε τοὺς ἐλάτρευαν, ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ τὸν ἴδιο ὑπελόγιζαν. Ὁ Ναβουχοδονόσορ τότε, εἶχε στήσει στὴν πόλι τὴν εἰκόνα του, τὴν μορφή του, ποὺ ἦταν ἕνα πανύψηλο ἄγαλμα, ἕνας ἀνδριάντας καὶ διέταξε ὅλους νὰ προσκυνοῦν καὶ νὰ προσφέρουν θυμίαμα, σὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ κάποιας θεότητος· διότι ἐπίστευε ὅτι, μετέβη πλέον ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνη στὴν θεία ἀξία καὶ ὅτι, μὲ τὴν παντοδυναμία καὶ ἰσχύ του κατώρθωσε τὰ τόσα μεγάλα, μὲ τὸ νὰ καταστρέψῃ καὶ κατασφάξῃ τοὺς λαούς.

Ἔτσι εὑρῆκαν αὐτὴ τὴν πρόφασι οἱ ἐχθροί, γιατὶ ἤξεραν ὅτι ἦτο ἀδύνατο νὰ προσκυνήσουν αὐτοὶ - σὰν γνήσιοι θεοσεβεῖς Ἰουδαῖοι - εἴδωλα καὶ ἀγάλματα καὶ εἰκόνες. Κατήγγειλαν λοιπὸν τοὺς Τρεῖς Παῖδες ἐπισήμως ὅτι: Ἰδού, κύριε, τώρα στὴν ἑορτὴ τὴν ὁποία κάνεις, αὐτοὶ οἱ τρεῖς, παρ᾿ ὅλο ποὺ τοὺς ἔχεις ἄρχοντας καὶ ἡγεμόνας, δὲν θὰ προσκυνήσουν. Τότε τοὺς ἐκάλεσε ἰδιαιτέρως ὁ βασιλεὺς νὰ τοὺς ἐρωτήση προσωπικά, εἰ ἀληθῶς οὕτως ἔχει Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, ὅτι τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ἣν ἔστησα ἐν παιδίῳ Δεηρᾶ, οὐ προσκυνεῖτε, οὐδὲ τοὺς θεούς μου λατρεύετε; (Δαν. 3,14). Προσέξατε μόλις ἀρχίσουν τὰ σύμβολα, οἱ σάλπιγγες, τὰ μουσικὰ ὄργανα καὶ οἱ χορδὲς νὰ δίδουν τὸ σύνθημα τῆς προσκυνήσεως καὶ ἐσεῖς ἀμέσως νὰ προσκυνήσετε, ἀλλοιῶς θὰ σᾶς ρίξω μέσα στὴν κάμινο τοῦ πυρός, τὴν ὁποία ἔχω ἀναμμένη γιὰ νὰ τιμωρήσω τοὺς ἀπειθεῖς.

Ἐδῶ ἐφάνη τὸ μεγαλεῖο ἐκείνων τῶν ἡρωικῶν ψυχῶν. Τότε μετὰ παρρησίας καὶ οἱ τρεῖς, οἱ ὁποῖοι φυσικὰ δὲν ἦσαν παῖδες, ὅπως εἶπα, ἀλλὰ μεγάλοι ἄνδρες, ἡγεμόνες, τοῦ ἀπήντησαν μὲ ὑπερηφάνεια, ὄχι ὅμως μὲ ἐγωισμό. Ἐπὶ τοῦ ρήματος τούτου οὐκ ἔχομεν χρείαν ἀποκριθῆναι σοι ὦ βασιλεῦ (Δαν. 3,16).

Ἔτσι κάθε εὐγενὴς ψυχὴ ἀποκρίνεται, ὅταν κρούουν στὴν θύρα τῶν αἰσθήσεών της τὰ ποικιλόμορφα αἴτια τῆς πολύμορφης ἁμαρτίας. Ἀνίσταται μεγαλοπρεπῶς καὶ φωνάζει, «κάτω τὰ χέρια. Ἐπὶ τοῦ ρήματος τούτου οὐκ ἔχομεν χρείαν ἀποκριθῆναι σοι, ὦ βασιλεῦ. Ἔστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ ὃς δύναται ἐξελέσθαι ἡμᾶς ἐκ τῶν χειρῶν σου» (Δαν. 3,16-17). Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ Θεὸς τὸν ὁποῖο πιστεύομε καὶ ποὺ εἶναι παντοδύναμος, δὲν μᾶς ἐλευθέρωση ἀπὸ τὰ ἰδικά σου χέρια καὶ ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο, γνώριζε πὼς δὲν θὰ μᾶς κακοφανῆ πλὴν ὅμως σοῦ λέγομε καὶ τοῦτο, ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη ὁ Θεὸς δὲν θελήση νὰ μᾶς ἀπαλλάξη ἀπὸ τὴν παροῦσα δοκιμασία, γιατὶ ἔτσι θέλει Ἐκεῖνος, ἐμεῖς οὔτε τὴν εἰκόνα σου προσκυνοῦμε οὔτε τοὺς θεούς σου λατρεύομε. Καὶ ἂν μᾶς ἀπειλῇς μὲ τὴν κάμινο καὶ μὲ τὸ πῦρ, μόνοι μας θὰ εἰσέλθωμε, γιὰ νὰ καταλάβης ὅτι οἱ πραγματικὰ θεοφιλεῖς δὲν φοβοῦνται τὸν θάνατο». Καμμία περίστασι οὔτε κανένας παράγων μπορεῖ νὰ τοὺς ἀποτρέψη ἀπὸ τὴν φιλοθεΐα καὶ τὸ πρὸς τὸν Θεὸ καθῆκο τους, ἐὰν ὄντως εἶναι εὐσεβεῖς.

Καὶ τότε ἐπλήσθη θύμου καὶ ἠλλοιώθη ἡ ὄψι του καὶ διέταξε νὰ δέσουν ἰσχυρὰ τοὺς Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, μὲ τὶς σαρβάρες καὶ τὶς περικνημίδες καὶ μὲ αὐτὲς νὰ πλησιάσουν τὴν βροντῶσαν κάμινο, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξεχύνετο σαρανταενιὰ πῆχες ἡ φλόγα. Καὶ ἔτσι ἀτάραχοι προσῆλθαν καὶ αὐτὰ ποὺ εἶπαν τὰ ἐπραγματοποίησαν χωρὶς νὰ φοβηθοῦν. Δὲν ἐδειλίασαν, ἀλλὰ ἐπῆγαν μὲ προθυμία καὶ ὄχι μόνο ἐδέχθηκαν ἀλλὰ συνετέλεσαν καὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὸ νὰ προχωρήσουν μόνοι τους μέσα στὴν βροντῶσαν κάμινο, ποὺ δὲν ἠμποροῦσε νὰ πλησίαση κανείς. Καὶ ἀπέδειξαν πραγματικὰ ὅτι δὲν προσκυνοῦν ξένα εἴδωλα ἀλλὰ μόνο τὸν θεῖο νόμο, τὸ θεῖο θέλημα, αὐτὸ ποὺ ἀνήκει σὲ κάθε εὐσεβῆ ψυχή.

Ὁ ἴδιος Ναβουχοδονόσορ ποὺ ἦταν τότε, εἶναι καὶ τώρα. Φυσικά, ὄχι ὁ ἱστορικὸς ἐκεῖνος, ἀλλὰ ὁ νοητὸς ὁ ὁποῖος καὶ τότε εἰς αὐτοῦ τὸν νοῦ ἦταν καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς ὅλους τοὺς κακοήθεις καὶ κακούργους μέχρι δὲ τῆς συντέλειας, θὰ εἶναι μέσα στὰ ὄργανα τῆς ἀπείθειας καὶ ἀπώλειας. Αὐτὸς ὁ νοητὸς Ναβουχοδονόσορ καὶ σὲ μᾶς ἀκριβῶς τὸ ἴδιο κάνει τώρα καὶ σὲ κάθε εὐγενῆ ψυχή, εἴτε μεμονωμένα, εἴτε συνολικά.

Συνεχῶς μας ἀπειλεῖ, μᾶς φοβίζει, μᾶς προκαλεῖ. Ἢ θὰ προσκυνήσωμε τὸ ἑκάστης προφάσεως καὶ ἁμαρτίας εἴδωλο, εἰδ᾿ ἄλλως θὰ ἐγείρῃ ἐναντίον μας πειρασμό. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα. Καὶ ἐμεῖς ἐὰν πράγματι εἴμεθα μαθηταὶ τοῦ Ἰησοῦ μας, ἐὰν εἴμεθα κατὰ τὸν Παῦλο οἱ τοῦ Χριστοῦ, τότε εἴμεθα ἕτοιμοι, ἵνα τὴν σάρκα σταυρώσωμεν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις καὶ νὰ μὴν κλίνωμε γόνυ τῷ Βάαλ δηλαδὴ πρὸς τὴν πολύμορφο ἁμαρτία.

Καὶ κοιτάξετε τὰ μυστήρια της Χάριτος πῶς γίνονται. Ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ πειρασθοῦν. Καὶ ὅταν τοὺς ἔρριξαν μέσα στὴν κάμινο, τότε ἐπαρουσιάσθη ἡ Χάρις. Ἐνῷ μποροῦσε καὶ προτύτερα νὰ δείξη τὴν παρουσία της καὶ νὰ φοβήσῃ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἔτσι νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν ἀτιμία οἱ πραγματικοὶ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Ὅμως δὲν τὸ ἔκανε, ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀποδείξη ὅτι ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ἐκ Θεοῦ ἐστι καὶ οὐκ ἐξ ἡμῶν (Β´ Κορ. 4,7).

Ἐπέτρεψε νὰ εἰσέλθουν στὴν κάμινο γιὰ νὰ ἀποδειχθῆ ἡ ὁμολογία τους καὶ τότε νὰ παρουσιασθῇ γιὰ νὰ τοὺς σώσῃ καὶ νὰ τοὺς μεγαλύνῃ. Τότε καὶ στοὺς τρεῖς λύθηκαν τὰ δεσμὰ καὶ ἄρχισαν νὰ περιπατοῦν μέσα στὴν κάμινο, καὶ ἡ βροντώσα φλόγα ἔγινε ὡς δρόσος. Καὶ ἄρχισαν ἐκεῖ μέσα νὰ ἐξομολογοῦνται (1) καὶ νὰ ψάλλουν.

Καὶ πάλι δεύτερο θαῦμα, τοῦ πρώτου μεγαλύτερο. Μέσα στὴν αἰσθητὴ παρουσία τῆς Χάριτος ὄντες οἱ δίκαιοι, δὲν ὑπερηφανεύθησαν, ἀλλὰ μὲ βάθος ταπεινοφροσύνης ἐξομολογοῦντο στὸν Θεὸ καὶ ἔλεγαν. Πανάγαθε, αὐτὸ ποὺ ἐπάθαμε μᾶς ἄξιζε, γιατὶ καὶ ἐμεῖς καὶ οἱ πατέρες μας δὲν ἐφυλάξαμε τὸν νόμο Σου καὶ δικαίως τώρα μᾶς παρέδωσες εἰς ἔθνη ἄπιστα καὶ εἰς βάρβαρα καὶ ἀποστάτη ἄνθρωπο καὶ δικαίως παθαίναμε τὶς ἀτιμίες αὐτὲς γιὰ τὶς ἰδικές μας ἁμαρτίες. Καὶ Σὺ δίκαιος εἶ, καὶ δικαιοσύνην ἠγάπησας, εὐθύτητας οἶδε τὸ πρόσωπόν Σου.

Κοιτάξετε βάθος ταπεινώσεως. Καὶ ὕστερα, ἐνῷ ἔβλεπαν ὅτι δὲν τοὺς κατακυριεύει τὸ πῦρ, αὐτοὶ ἐπιζητοῦσαν νὰ καοῦν καὶ ἔλεγαν, προσδεχθείημεν ἐνώπιόν Σου ὡς θυσία καὶ ἔστω ἡ θυσία ἡμῶν ὡς ἀρνῶν μυρίων. Ἄφησέ μας νὰ καοῦμε καὶ πὲς ὅτι τὰ τόσα καὶ τόσα ἀρνιὰ καὶ σφάγια ποὺ ἔπρεπε νὰ θυσιάσουν οἱ πατέρες μας γιὰ Σένα καὶ τὰ ἐγκατέλειψαν ἀπὸ ἀσέβεια καὶ ρᾳθυμία, ἄφησε ἐμᾶς νὰ ψηθοῦμε καὶ δέξου τὴν ἰδική μας θυσία καὶ ἐξιλέωσε τοὺς προγόνους μας καὶ ἐλευθέρωσε τὴν φυλή μας.

Κοιτάξετε μεγαλεῖο. Τοὺς ἁπαλλάσει ἡ Χάρις καὶ αὐτοὶ δὲν θέλουν νὰ λυτρωθοῦν, ἀλλὰ θέλουν νὰ καοῦν καὶ νὰ γίνῃ ἡ θυσία τους ἐλευθερία τῆς φυλῆς. Βλέπετε τὶς ὑγιεῖς ψυχές; Βλέπετε ἀνδρεία, βλέπετε φιλοθεΐα; Βλέπετε θέωσι; Ὅπως ὁ Θεὸς εἶναι πάντοτε εὐσπλαχνία, πάντοτε παναγαθότης, πάντοτε φιλανθρωπία, ἔτσι καὶ οἱ κατὰ μέθεξι θεωμένες ψυχὲς ἐπιθυμοῦν αὐτὲς οἱ ἴδιες νὰ φθαροῦν, γιὰ νὰ ζήσουν ἀντὶ αὐτῶν οἱ ἄλλοι.

Αὐτὸς εἶναι ὁ τέλειος ὅρος τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν ὁποῖο καὶ ἐμεῖς ἐπειγόμεθα. Καὶ αὐτὸ ἀπαίτησε ὁ Ἰησοῦς μας, ὅταν μᾶς εἶπε ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους (Ἰωάν. 13,34) καὶ ἐν τούτῳ γνώσονται ὅτι ἐμοὶ μαθηταὶ ἐστέ, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις (Ἰωάν. 13,35).

Καὶ αὐτὸ θὰ τὸ κατορθώσωμε, ἐὰν ἀρχίσωμε ἀπὸ τὰ μικρὰ προοίμια, οὕτως ὥστε νὰ ἀνεχώμεθᾳ τὸν βαρὺ λόγο τοῦ ἄλλου, νὰ ἀνεχώμεθᾳ τὸ σκῶμμα του, ἀκόμα καὶ τὴν ἀφροσύνη του. Καὶ σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴν αὐτομεμψία, μὲ τὴν σιωπή, μὲ τὴν ἀνοχή, βαστάζοντες ἀλλήλων τὰ βάρη, θὰ φθάσωμε στὴν ἀξία τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης καὶ θὰ ἐκπληρώσωμε τὴν σκληρότερα μορφὴ τῶν ἐντολῶν, ποὺ εἶναι νὰ ἀγαποῦμε καὶ τοὺς ἐχθρούς μας. Εἴδατε ὁ Γέρων Σιλουανὸς πόσο τονίζει τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθροὺς καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὸ δεῖγμα τῆς χριστιανοσύνης; Καὶ μάλιστα εἶπε, ὅτι κανεὶς νὰ μὴν πλανᾶται πὼς ἔχει θέσι κοντὰ στὸ Θεό, ἐὰν δὲν ἔχει ἐκπλήρωση αὐτὴ τὴν ἐντολή. Τὸ εἶπε βέβαια κάπως τολμηρὰ ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Ὅπως ἡ κακία ὅταν εἰσχώρηση θὰ φέρῃ καὶ τὰ συγγενικά, ἔτσι καὶ τὸ νόημα τῆς ἀγάπης, ὅταν ἐπικράτηση δὲν μένει ἐκεῖ, ἀλλὰ ὁλοκληρώνεται καὶ φθάνει ἀκριβῶς εἰς τοῦτο τὸ πανάγιο τέρμα. Νὰ συγχωρῇ καὶ τοὺς ἐχθροὺς καὶ νὰ εὔχεται γιὰ ἐκείνους ποὺ τὸν διώκουν.

Αὐτὰ λοιπὸν νὰ συνειδητοποιοῦμε συνεχῶς καὶ ἰδίως τὸ παράδειγμα τῶν Τριῶν Παίδων νὰ μὴν φεύγει καθόλου ἀπὸ τὴν μνήμη μας, διότι πράγματι οἱ Τρεῖς Παῖδες ἐξεικονίζουν κάθε ψυχὴ μέχρι τῆς συντέλειας τῶν αἰώνων. Τὸ ἴδιο δρᾶμα ἐκτυλίσσεται καὶ σὲ μᾶς καὶ θὰ ἐκτυλίσσεται ἕως νὰ ἐκπνεύσωμε.

Συνεχῶς ὁ νοητὸς Ναβουχοδονόσορ θὰ μᾶς ἀπειλῇ καὶ θὰ μᾶς ἀναγκάζῃ καὶ θὰ μᾶς γαργαλᾷ καὶ θὰ μᾶς κολακεύει στὸ νὰ κλίνωμε γόνυ καὶ νὰ προσκυνήσωμε εἰκόνες πολύμορφες τῆς ποικίλης ἁμαρτίας. Ἀλλὰ ἐμεῖς νὰ εἴμεθᾳ ἕτοιμοι νὰ σηκώσωμε τὸ ἀνάστημά μας καὶ νὰ εἰποῦμε, Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν προσκυνήσωμεν καὶ Αὐτῷ μόνῳ λατρεύσωμεν. Διότι ὄντως εἰς Αὐτὸν ἀνήκει πάσα δόξα στοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

(1)ἐξομολογοῦμαι = (στὴ γλῶσσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς) δοξολογῶ


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 

FACEBOOK

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Histats

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΩΝ

extreme

eXTReMe Tracker

pateriki


web stats by Statsie

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΟ FACEBOOK

 PATERIKI


CoolSocial

CoolSocial.net paterikiorthodoxia.com CoolSocial.net Badge

Τελευταία Σχόλια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRANSLATE

+grab this

ON LINE

WEBTREND

Κατάλογος ελληνικών σελίδων
greek-sites.gr - Κατάλογος Ελληνικών Ιστοσελίδων

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

MYBLOGS

myblogs.gr

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ - JOIN US

Καταθέστε τα σχόλια σας με ευπρέπεια ,ανώνυμα, παραπλανητικά,σχόλια δεν γίνονται δεκτά:
Η συμμετοχή σας προυποθέτει τούς Όρους Χρήσης

Please place your comments with propriety, anonymous, misleading, derogatory comments are not acceptable:
Your participation implies in the Terms of Use


| ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ © 2012. All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Γιά Εμάς About | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |