Η ΘΥΣΙΑ
Τό ὄνειρο
Μή, ὀρέ ! . . .
῾Ο Γιάννης Γούναρης ἔβγαλε στὸν ὕπνο του σπαρακτικὴ κραυγή. Καὶ σύγκαιρα πήδησε ὀρθὸς μέ τά μαλλιὰ σηκωμένα, τό πρόσωπο χλωμό, ἄδραξε τὸ γιαταγάνι κι ἔριξε φονικὸ βλέμμα γύρω ζητώντας νά χτυπήση ἐπίβουλο ἐχθρό. Μὰ τὸ θαμπὸ τοῦ λύχνου φῶς ἔδειξε τά πάντα ἥσυχα μέσα στὴ σκηνή.
Τὸ πανὶ κατέβαινε τεντωμένο, σφιχτοδεμένο στὴ γῆ καὶ μόλις τάραζε ἀπὸ τὰ λαχτίσματα τοῦ ἀνέμου. Οἱ σύντροφοί του, ὀχτώ δέκα Γκέκηδες, ὅλοι κοιμόνταν βαθιά τυλιγμένοι στὶς φλοκατες.
Δίπλα τ’ ἄρματά τους, γιαταγάνια γυριστὰ καί καριοφίλια μακρύτερα ἄλλα Φλωροκαπνισμένα κι ἄλλα φτωχικά, ἔμοιαζαν τοὺς δράκοντες, ποὺ συντροφεύουν ἄγρυπνοι τὸν ὕπνο τοῦ βασιλόπου.
Ὁ Γούναρης στάθηκε ἀκίνητος. Συνῆρθε ἡ ψυχή, μὰ ἡ καρδιὰ χτυποῦσε δυνατὰ καὶ τὸ μεδούλι τῶν κοκάλων ἦταν παγωμένο ἀπὸ τὸ ὄνειρο.
῾Ο Γιάννης Γούναρης ἀπὸ χρόνια δούλευε στὸ σπίτι τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη
῏Ηταν κυνηγός του. Στά Γιάννινα στόλιζε συχνά τὸ τραπέζι τοῦ πασα μέ κρέας τοῦ ἀγριογούρουνου καὶ τοῦ ἐλαφιοῦ, μὲ τ’ ἀβρὰ στηθούρια τῶν παπιῶν καὶ τῶν κοτσύφων. Καὶ τώρα μέσα στοῦ στρατόπεδου τήν ἀνήμερη ζωή τὸν ἔτρεφε με λαγοὺς καὶ ἀγριοπούλια, ὅσα δέν ἔδιωξε μακριά τοῦ πολέμου ἡ ταραχή καὶ τῶν ἀρμάτων ὁ σάλαγος.
Μὰ ὁ πασὰς, γιό νά τόν ἔχη πιστό του δουλευτή, κράτησε στήν Ἄρτα τή γυναίκα καί τὰ τρία παιδιά. Ἡ γραμματαλλαγή δέν ἦταν δύσκολη. Ὁ στρατὸς κατεβαίνοντας ἀπὸ τήν ῎Ηπειρο στὸ Μεσολόγγι σὰ γοργοπόταμο σάρωσε κάθε ταμπούρι ἐπαναστατικό. Πρωτάτα ἔφυγαν ε ἴτε ἀκολούθησαν ἀπελπισμένα τὸ κατακτητή, τά χωράφια κάηκαν ὅσοι ἀντιστάθηκαν, ἔπεσαν νεκροί ὅσοι δειλοί, χώθηκαν στοῦ δάσους τίς κρυψῶνες. Τώρα καταυλισμένο κατακαμπίς ἔχει ἀμπόδιστα τίς τροφὲς καὶ τά πολεμοφόδια καὶ τὴ γραμματαλλαγή του ἀπό πάνω. Καὶ ὁ κυνηγὸς εἶναι ἤσυχος.
῞Ομως τὸ ἐπαναστατημένο χῶμα δέ βγάζει μόνο ἄνθη καὶ καρπούς. Τὸ αἷμα τῶν ἀνδρείων, ποὺ ρουφᾶ, δέν τό κρατεῖ ἐγωιστὴς στὰ σπλάχνα του, μά τ’ ἀπορίχνει πύρινο σὲ νέα σώματα. Λίγος καιρὸς πέρασε -μῆνες τρεῖς- καὶ νέοι ἀπόστολοι κηρύχνουν τήν ἐπανάσταση καὶ ἀντρειεύουν τοὺς δειλούς. Τῆς ρούμελης το χωμα ἀναταράζεται πάλι καὶ δἐν άφήνει τὸ Σουλτάνο νά κοιμηθῆ ξένοιαστος. ῎Οχι !, τροφὲς καὶ πολεμοφόδια δέν κατεβαίνουν πιά, μὰ οὔτε καὶ πουλὶ μαντατοφόρο στο στρατόπεδο.
᾽Απελπισία κι ἀνοχή δέρνει παντοῦ. Πλημμύρες καί χιονόνερα, πεῖνα καὶ γύμνια καὶ κακομοιριά ἀρρώστιες λογῆς λογῆς βασανίζουν τὸ δόλιο ἀσκέρι. Μὰ τοῦ Γούναρη τήν ψυχὴ μιὰ τὴ δέρνει ἀπαντοχή: Πῶς νὰ βρίσκεται ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του ; Εἶναι γερά, εἶναι ἄρρωστα;
ζοῦν ἀκόμα ἢ τὰ θέρισε ἡ ἀρρώστια ; μήν τὰ σκότωσαν οἰ ἀλλόθρησκοι;
Ὕπνο δέν ἔχει στά ματόφυλλα, δέν ἔχει γαλήνη στὴν καρδιὰ.
Ἀπόψε μόλις ἔγειρε στὸ ἀχερόστρωμά του, ὄνειρο κακὸ ἦρθε νά τοῦ φαρμακώση τῆ ζωή. Εἶδε γυναίκα καὶ παιδιά σὲ χαράς, τραπέζι. Τρῶνε καί πίνουν, γελοῦν καὶ χαχανίζουν ἀσυλλόγιστα. Χρυσοΰφαντα ἔχουν τὰ φορέματα, λαμπρὸ τὰ μάτια, ροδοκόκκινα καὶ δροσερά σάν τήν αὐγὴ τὰ μάγουλά τους. Τοῦ ἄμοιρου πατέρα ἡ καρδιά ἀναγαλλιάζει, ὑποφέρει ὄ,τι ὑποφέρει αὐτός. Ας ζοῦν τουλάχιστο εὐτυχισμένα τὰ μικρά του ! . . .
Μὰ ἐκεῖ κοντά στὸ τραπέζι φτερωτὸς δράκοντας προβαίνει ἀπὸ τή γωνιά. Τά ὁρθάνοιχτα μάτια του τινάζουν σπίθες· τό χρυσοπράσινο δέρμα του μαγνητίζει, τὸ στόμα του χάσκει νά καταπιῆ τὸ ἄπειρο. Σέρνεται στὸ πάτωμα ἐπίβουλο· κουλουριάζεται δισταχτικό· μακραίνει καὶ ἄξαφνα σηκώνεται ὁλόρθο καὶ χύνεται στά παιδιά ! Ο νοικοκύρης θέλει να φωνάξη, μὰ δέν μπορεῖ. Παράλυτα ἔχει τὰ γόνατα, τὰ χέρια, τὴ λαλιά. Ὅμως στὸν ἄφευκτο κίνδυνο ρίχνει δυνατὴ κραυγὴ σάν κεραυνὸ ἀπὸ τά στέρνα του:
- Μή, ὁρέ . . .
Καὶ τινάζεται ὀρθὸς νὰ δράμη νὰ τοὺς σώση. Μά στη γαλήνη, ποὺ ἀπλώνεται γύρω, μένει ἀκίνητος. Πιάνει τὸ καταϊδρωμένο μέτωπο, τὰ παγωμένα μέλη, τὴν ἀβάσταχτη καρδιά του καὶ σταυροκοπιέται
- Θεέ μου, βάλε τὸ χέρι σου !
- Τί ἔχεις μωρέ φίλε, καὶ οὐρλιάζεις ἔτσι; ἀκούεται δίπλα του φωνή μισοκομμένη.
Ὁ ᾽Αλη ᾽Αγάς, που κοιμόταν ἐκει, ξύπνησε στή φωνή κι ἀποροῦσε, ἂν εἶναι στὰ συγκαλά του ἢ τὸν χτύπησε κανένα ἀερικὸ τὸ Γούναρη.
- Ἀ ! ὄνειρο μὲ τρόμαξε, ὅνειοο κακό ! ἀπάντησε ἐκεῖνος. Διπλοκάθισε στὸ ἀχερόστρωμά του ὁ Αρβανίτης, πλάγιασε κοντὰ ὁ κυνηγός, ἔβγαλαν καπνό, ἄναψαν μὲ τὸ πυροβόλο* τὰ τσιμπούκια τους κι ὁ Γούναρης μὲ ἀνατριχίλα τοῦ διηγήθηκε τ’ ὄνειο.
῎Ητανε πολὺν καιρὸ φίλοι ἀχώριστοι. Μαζί ἀκολουθοῦσαν τὸ Βρυώνη στὴν αὐλὴ τοῦ ᾽Αλῆ πασᾶ καὶ στὸν πὸλεμο˙ ἴδια εἶχαν τὴ ζωὴ καί τοὺς πόθους. Δούλευαν, γιὰ νά ζῆσουν καὶ νά θρέψουν τὶς οἰκονένειές τους. Τίποτε ἄλλο. ῞Οπως κι ἄν ἠρθαν οἱ καιροὶ κι ἄλλαξαν τά πρόσωπα κι ἄν χωρίστηκαν τῆς φυλῆς τους τά ἰδανικά, ἔμειναν ἐκεῖνοι ἴδιοι κι ἀπαράλλαχτοι.
Ἡ καθημερινή ζωή μέ τὶς ἀπαιτήσεις καὶ τά φαρμάκια της δὲν ἄφησε νὰ μαντέψουν καθόλου τῆ μεταβολῆ, νὰ γνωρίσουν τὶς μεγάλες ἐλπίδες, ποὺ σηκώθηκαν ἀνεμόφτερες κι ἔτρεχαν ζητῶντας ἀνοιχτόν. ἀέρα μακριά ἀπό τὴ σκλαβια. Εφτανε του ἑνός, πὼς ἔσερνε τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους καί τοῦ ἄλλου πὼς πολεμούσε καί χόρταινε λάφυρα. Ποιὸς ἦταν ὁ ἀφέντης καί ποιὸς ὁ δοῦλος, δέ φρόντιζαν. Ἀκολουθοῦσαν κι οἱ δυὸ τή ζωή ἀδερφωμένοι, γιά τὸ αὔριο ἀδιάφοροι, ὅπως τά καματερά, που ἀκολουθοῦν τοῦ ζευγολάτη τὸ θέλημα.
- Μή φοβᾶσαι, φίλε, εἶπε ὁ Ἀρβανίτης, σὰν ἄκουσε καλά τ’ ὅνειρο. Τά παιδιά σου δέν παθαίνουν τίποτε. Τὸ φίδι φίλος εἶναι· τά παιδιά σου φίλος τὰ φυλάει. Μή φοβᾶσαι.
Ὁ Γούναρης κούνησε τὸ κεφάλι.
- Τί φίλος, ποὺ πῆγε νὰ τά χάψη, ἀγά μου ! εἶπε ἀνατριχιάζοντας ὡς τὸ κόκαλο.
- Σώπα καί θὰ τὰ ἰδῆς γρήγορα. Αὔριο μεθαύριο ξεμπερδεύει κι αὐτό. Γρίκα τὸ μυστικό. ῎Επαψαν πιὰ τὰ ψεματα. Τα εἴπαμε ὁρθὰ κοφτὰ στοὺς πασάδες. ῍Η παίρνομε σύνωρα τό κάστρο ἤ τὸ στρίβουμε. Δὲ θὰ σαπίση στὸ βάλτο ἡ παλικαριά τῆς Γκεκαριᾶς* . ῎Οχι !
Καὶ ἀγαναχτημένος ἐξακολούθησε μὲ θυμό:
- Μεθαύριο θαμπὰ κάνομε τὴν ἔφοδο. ῎Εχουν Χριστούγεννα κι οἱ ραγιάδες θὰ βρίσκωνται ὅλοι στὶς ἑκκλησίες. Τὸ κάστρο εἶναι ἀφύλαχτο καὶ τὸ παίρνομε στὸ φύσημα. Δὲ λεω, πὼς εἶναι καλὰ ἔτσι˙ δὲν εἶναι παλικαριὰ καὶ δέν πρέπει στοῦς Ἀρβανίτες. Μὰ οἱ πασάδες δὲ θέλουν, τί νὰ γίνη !
Καὶ ἐπειδὴ ἔβλεπε τὸν κυνηγὸ συλλογισμένο, δίχως νά δείχνη χαρὰ ἡ δισταγμό στὰ λόγια του, χτύπησε ἐλαφρα τον ὦμο του κι εἶπε χαμογελώντας:
Σέ λίγες μεροῦλες, Γούναρη, - ἄκου, ποὺ σοῦ λέω ἐγώ !- θὰ τίς χαροῦμε τὶς οἰκογένειές μας.
῾Η καμπάνα
Ὁ ἥλιος ἀνάτειλε τώρα πίσω ἀπὸ τὸ βουνό. Μαῦρος ἥλιος ἅφωτος καί θλιμμένος, σά νὰ πενθῆ κι ἐκεῖνος τοῦ ἐπαναστατημένου Γένους τήν ἀγωνία. Συγνεφιασμένος ὁ οὐρανός, καταχνιασμένα τά οὐρανοθέμελα ρίχνουν χρῶμα σκοτεινό καὶ παραπονεμένο στή γῆ καί στή θάλασσα, στά δένδρα τοῦ κάμπου καί στό κάστρο, στήν πέτρα τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ Φίδαρη τά νερά, στό χορτάρι της λαγκαδιᾶς καί τῆς ἀκρογυαλιᾶς τόν ἄμμο.
Ἡ Βαράσοβα μαυροκόκκινη δεξιά˙ ὁ Ζυγος ἀντίκρυ σπανὸς καὶ καψαλισμένος ἀπὸ τὸ φιὸ* τοῦ χειμώνα καὶ τὸ δαυλὶ τοῦ πορθητῆ· τ’᾽Αντελικιώτικα βουνὰ δίπλα προσκυνημένα καὶ ἀντιπερα ὁ Μωριὰς, στέκουν συλλογισμένα κι ἀνήσυχα γιὰ τοῦ Ἀγώνα τὸ τέλο. Κι ἀνάμεσα στῆς θάλασσας τὸ χαλκόχρωμο πρόσωπο καί στὰ παχνιασμένα στήθη τοῦ κάμπου, ἐδῶ τὰ καράβια τοῦ Γιουσοὺφ πασᾶ κι ἐμεῖς ἄρματα τῆς Ἀρβανιτιᾶς φαίνονται ἔτοιμα νὰ σφίξουν στὰ σιδερένια στέρνα τους τὴν πόλη, ὥσπου νὰ ξεψυχήση.
Δώδεκα χιλιάδες τήν πολεμοῦν. Νυχτοήμερα τὰ κανόνια βροντοῦν καὶ τὰ τουφέκια ἀστράφτουν καὶ λάμπουν τὰ σπαθιὰ καὶ οὐρλιάζουν τὰ πολεμοθρεμμένα στήθη μπροστὰ στὸ χάντακα. Οἱ μπόμπες νυχτοήμερα κατεβαινουν στά σπίτια, ἀναποδογυρίζουν τὶς στέγες, γκρεμίζουν τοὺς τοίχους, σκορποῦν στάχτη τὰ ἔπιπλα καὶ τοὺς κατοίκους. Τὰ βόλια σκαλίζουν τὸ χῶμα καὶ ρίχνουν κάτω τα κορμιά τὰ γιαταγάνια ξεσχίζουν τὰ τεῖχη, θρυμματίζουν τὶς πολεμίστρες καὶ βάφονται στό αἷμα καὶ στόν πηλό. Μὰ ἡ πόλη χαλκόστερνη στέκει στὴ γῆ της, ἀδιάφορη στη λύσσα τοῦ ἐχθροῦ καὶ τοῦ χάρου τὶς σαῖτες. Μέσα της ἔχει τὸ Μαυροκορδάτο καὶ τὸ Μάρκο Μπότσαρη˙ μέσα της τὸ Γρίβα καὶ τοὺς Μωραϊτες ὁπλαρχηγούς.
- ῍Η τρόπαιο νίκης ἢ νεκροκρέβατο ἑδῶ ! εἶπαν ὅλοι στὸ πρῶτο φανέρωμα τοῦ ἐχθρου. Καὶ τὸ ἔκαμαν ὡς σήμερα. Τί θὰ γίνη αὔριο, ποιός τὸ ξέρει;
Μὰ ὁ Γιάννης Γούναρης δὲ σκέφτεται γι’ αὐτά. Δὲν τὸν μέλλει τέσσερα. Τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, ποῦ ἔδιωξε τὸν ὕπνο ἀπό το στρατόπεδο, ἀπό τοῦ κυνηγοῦ τὴν ψυχὴ δὲν ἔδιωξε τὴ λαχτάρα.
Μέ τό τουφέκι στήν ἀγκαλιά πλαγιασμένο, ζωσμένος τα μπαρουτόσκαγα, μέ τὸ σακούλι στὸν ὦμο βγῆκε νὰ κυνηγήση, γιά νὰ θρέψη τόν ἀφέντη του. Γυρίζει στά ριζώματα τοῦ Ζυγοῦ, πηδᾶ χαντάκια καὶ τάφρους, δρασκελᾶ κορμόδεντρα, ἀνεβαίνει σέ ράχες, ροβολᾶ στὰ λακκώματα πάντα ἀνήσυχος.
Τά κυνηγάρικα σκυλιὰ πολλὲς φορές γαύγισαν, για νὰ κράξουν τήν προσοχή του. Πολλές φορές γοργοπόδης ὁ λαγός ἔφυγε ἀπὸ τό χαμόκλαδο· πολλές φορὲς, ἡ ξυλὸκοτα φτερὰκισε μπροστὰ στήν κάνα του. Μά δὲν ἔχει τὸ νοῦ νά σηκώση τὸ τουφέκι. Πουλιὰ διάβηκαν κοπάδι ἀπό τὸ κεφάλι του· μὰ δε γυρίζει μάτι νά τὰ ἱδῆ. Ἡ ψυχή δέν ἔχει ὄρεξη ν’ ἀκολουθήση τὸ σῶμα του. ᾽Αλαφρὴ πέτιεται μακριὰ στῆς ῎Αρτας τὰ στενά σόκακα, τὰ σπίτια τὰ κλειστά, καὶ πάσχει νὰ βρῆ τη φτωχή οἰκογένειά του, μπορεῖ νεκρή, ἴσως, παγωμένη κάτω ἀπὸ μάτι τοῦ δράκοντα. ῎Ω, ναί ! πολὺ καλὰ τὸ γνωρίζει. Δράκοντας εἶναι ὁ πασάς, ποὺ τὴν κρατεῖ στὰ νύχια του. ῎Ισως δε τὴν ἔπνιξε ἀκόμη, δέν τὴν κακομεταχειρίστηκε μὰ μπορεῖ να τὸ κάμη. Φτάνει μόνο νὰ ὑποψιαστῆ.
- ῍Αχ καὶ νὰ τελείωνε ! ψιθύρισε μὲ βαρὺ ἀναστεναγμό.
Ναί· νὰ τέλειωνε μιὰ ὥρα ἀρχύτερα τὸ βάσανο ! Νὰ ἔπαιρναν τὸ κάστρο οἱ ἐχθροί ! ῾Ο πασάς θὰ γυρίση στὴν ῎Ηπειρο και μαζί θὰ γυρίση ὁ Γιάννης Γούναρης, στὴν οἰκογένειά του. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἄμοιρου γονιοῦ πλημμύρισε ἀπὸ ἀναγάλλιαση σ’ αὐτὴ τὴ σκέψη. Μιὰ στιγμὴ πίστεψε, πὼς ἦταν ἠ ὥρα τοῦ γυρισμοῦ. ῾Ολόχαρος ὁ νοῦς του βλέπει ἕνα ἕνα τοὺς τόπους, ποὺ θα διάβαινε. Νά την καὶ ἡ ῎Αρτα ! ῎Αχ, νά κι ἡ γυναίκα, τά παιδιά του, ζωντανά! Γιά δές, πώς τρέχουν νὰ κολλήσουν ἀπάνω του !
Μπάμ ! βρόντηξε τό τουφέκι του ξυπνῶντας τή λαγκαδιά. ῞Ενα ζευγάρι ξυλόκοτες ἔπεσαν, σερνικὸ καὶ θηλυκὸ πλάι πλάι μὲ ματωμένο τὸ στῆθος, σπασμένα τὰ φτερά, μέ μάτια νυσταγμένα. ῎Ετρεξε, τὰ σήκωσε στα χέρια του, τὰ ψηλαφά, νὰ ἰδῆ τό πάχος τους. Κι ἐκεῖ, ποὺ σφαλοῦν τὰ μάτια στόν αἰώνιο ὔπνο καὶ τὰ ράμφη ἀνοίγουν, γιά νὰ ρουφήξουν στερνὸν ἀέρα στὰ φλογισμένα σωθικά τους, τά ρίχνει στὸ σακούλι του. ῎Επειτα χαρούμενος τρέχει νὰ ζητήση ἄλλο κυνήγι καί συλλογίζεται τὰ φιλέματα, ποὺ θὰ πάρη τὸ βράδυ ἀπὸ τόν ἀφέντη του.
Μὰ ἔκοψε τὸ δρόμο καὶ τὴ χαρά του ἁπότομα καμπάνας κλαγγή χύθηκε γέμισε πέρα ὡς πέρα τόν κάμπο. Ὁ Γούναρης ξαφνιάστηκε γύρισε ζερβόδεξα τὸ κεφάλι, ζητώντας νά γνωρίση ποῦθε ἔρχόταν. Πρώτη φορὰ τὴν ἄκουε. Ὁ κατακτητης ἀπό αἰώνες τώρα ἀρνήθηκε στοῦς χριστιανοὺς τῆς ἐκκλησίας τὴ φωνή, να μὴ θυμίζη στὺ ραγιά οὐράνια παρηγοριὰ κι ἐπίγεια βυζαντινή βασιλεία ! ῎Εσπασε τὶς καμπάνες λιανὰ κομμάτια· γκρέμισε τὰ καμπανοστάσια. ῞Οπου κι ἂν γύρισε ὁ κυνηγός, σε χωριὰ καὶ πολιτεῖες, καμπάνα δὲ γνώρισε˙ κλαγγή της δὲν ἄκουσε. Μά τὸ αἷμα τὸ προαιώνιο, τὸ χριστιανικό, πού πέρασε στὴ σάρκα του ἀπό γενεές γενεών, ξαφνίστηκε τώρα στὸν ἧχο σάν βαρυκοιμισμένος πολεμιστῆς στη σάλπιγγα. Τὸ σῶμα του ἀνατρίχιασε, ἀναταράχτηκε ἡ καρδιά. ῎Α, ναί, τὴ γνώρισε˙ εἶναι καμπάνα χριστιανικὴ καὶ ἔρχεται ἀπὸ τήν πόλη μέσα.
῎Αγρυπνοι τήν πολεμοῦν ἐχθροί, στεριά καὶ θάλασσα. Τῆς ἔκοψαν τὸ ψωμί, τὰ βόλια, τήν μπαρούτη, τῆς ἔκοψαν τὴ βοήθεια. Μὰ ἐκείνη ἀκόμα πολεμᾶ. Πολεμᾶ καὶ ζῆ ἐλεύθερη. Ὅσοι νεκροί, θάφτονται βαθιὰ στὸ χῶμα της. ῞Οσοι ζωντανοί, χαίρονται στὰ καλά τοῦ ἥλιου καὶ γλεντοῦν. Σήμερα ἐλεύθεροι, αὔριο νεκροί· τί πειράζει; Σήκωσαν τὰ ἐθνικὰ λάβαρά τους στὸν ἀδούλωτο ἀέρα στήλωσαν τὰ θρησκευτικά τους σήμαντρα καὶ πανηγυρίζουν. Αὔριο γεννιέται ὁ Χριστός, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου. Τῆς γῆς τους λυτρωτὲς, αὐτοί, τῶν ἱερῶν τους ταφων, τῶν οἰκονενειακῶν βωμῶν, δοξολογοῦν τὸ μέγα Βρέφος, ποὺ δίδαξε να περιφρονοῦν το θάνατο τοῦ ἑνὸς για τὸ λυτρωμό τοῦ ἄλλου.
Ὁ Γούναρης χαμήλωσε τὸ τουφέκι του ἀκούμπησε στη κάνα τὸ χέρι καὶ κοιτάζει ἑκεῖ κατὰ τήν πόλη, ἀγγελόφερτος ἁπλώνει τὸ βλέμμα του ἀδούλωτο καὶ βλέπει ἐκστατικός. Δεν ἀντικρίζει πιὰ τὴ στενὴ λουρίδα τοῦ Μεσολογγιοῦ. Βλέπει τὴν ἑλληνική γη πέρα ἐλεύθερη κάτω ἀπὸ ἕνα στέμμα καὶ μιὰ σημαία. Καὶ εἶναι τὸ στέμμα ὁ δικέφαλος ἀετός. Κι εἶναι ἡ σημαία ἡ γαλανόλευκη. Ἐλευθερία ἐκεῖ. ᾽Ελευθερία καὶ Εἰρήνη. Οἱ γονέοι χαίρονται τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ τοὺς γονέους. Τὰ νιάτα ζευγαρώνουν, χτίζουν θεμέλιο ἀκλόνητο τα γεράματα. ῾Ο πατέρας κοιμᾶται ἥσυχος στὴν κλίνη του κι ὁ δουλος τρυγᾶ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, δίχως τὸ φόβο τοῦ χωροφύλακα καί δίχως τοῦ δεκατιστῆ το μέτρημα.
Μαζὶ μὲ τήν κλαγγή ἔχει ὀ κυνηγὸς γύρω του μυρτάς καὶ λιβανιοῦ μοσκοβολάδα καὶ τὴ ρουφά λαίμαργος, σὰν ἡλιοψημένο φύλλο στη δροσιά. Ἡ καρδιά του ἀνοίγεται στό μυστήριο. Πότε θ’ ἀπολάψη κι ἐκεῖνος τῆ ζωή, ποὺ χαρίζει ἡ Ἐλευθερία στὰ τέκνα της;
- Ἁ, πὸτε ! . . . ψιθυρίζει ταπεινὸς καὶ δακρυσμένος.
Μά βλέπει ἀγνάντια του τὸ στρατόπεδο τῶν ἐχθρῶν μὲ τὰ κανόνια στημένα καὶ πυκνή καταχνιά πλακώνει τ’ ὅνειρό του. Τὸ δένδρο τῆς Ἐλευθερίας δέν ἄνθισε ἀκόμα ἐκεῖ φυτεύτηκε, μά δέν ἔκαμε καρπούς.
῞Οφις κακὸς παραμονεύει στή ρίζα, βούλεται νά τὸ μαράνη. Τὸ εἶπε ξάστερα ὁ Ἀλη - ἀγάς. Αὔριο θὰ κάμη τήν ἔφοδο ὁ Τοῦρκος.
- Ἄν τὸ ἥξεραν ! συλλογίστηκε.
- Ναὶ, ἂν τὸ ἥξεραν, νὰ μήν ἀφήσουν ἀφύλαχτο τὸ κάστρο. Ἀν τὸ γνώριζαν, νὰ μή πᾶνε στίς ἐκκλησιές, παρά στοὺς πύργους· νά μήν πάρουν κεριά στὸ χέρι, παρ’ ἀστόμωτα σπαθιά, νά μὴν ψάλουν τροπάρια στὸ Χριστό, μά τραγούδια τρανολάλητα στὸν Ἄρη, τὸν προγονικὸ θεό τους. Οἱ ἐκκλησιές εἶναι τῶν ἐλευθέρων ὁ σεπτὸς, βωμός τῶν δούλων εἴναι οἱ πύργοι. Ἀχ ! νὰ τὸ ἥξεραν.
- Μὰ ποιός νὰ τοὺς τὸ ειπῆ;
Ναί, ποιός νά τοὺς τὸ εἰπῆ ! Μόνος αὐτὸς τὸ ξέρει κι οἱ Ἀρβανίτες.
᾽Εκεῖνοι άπὸ τήν αὐγὴ τά σπαθιά τους τροχοῦν ἀνυπόμονοι γιὰ τὴν ὡρα τῆς ἐφόδου˙ θἑλουν νά χορτάσουν αἷμα καὶ λάφυρα κι ἐκεῖνος, τί νὰ κάμη ἐκεῖνος! Τὸ εἴναι του κρατεῖ ὁ τύραννος. Τή γυναῖκα του, τά παιδιά του, τὰ ἀγγελούδια του μεγαλώνουν. Πώς νὰ τοὺς κόψη τὴ ζωῆ καὶ τὸν ἴσκιο ὁ πατέρας !
- Ὤχ, Χριστέ μου, βάλε τὸ χέρι σου !
Καὶ ἄθελα σφαλεῖ τὰ μάτια, γυρίζει τὶς πλάτες στήν πόλη καὶ φεύγει μακριά. Πηδᾶ χαντάκια καί τάφρους, δρασκελᾶ κορμάδεντρα, ἀνεβαίνει ράχες, κατεβαίνει λαγκαδιές, βουνά θέλει νά ρίξη πίσω του. Μὰ ἡ κλαγγή ἀκολουθεῖ τὸ βῆμα του παντοῦ ἀντιλαλεῖ στ’ αὑτιά του, μέσα στὰ σπλάχνα του βροντᾶ:
- Γκλὰν γκλάν ! . . . γκλάν γκλάν ! . . . γκλάν γκλάν ! . . .
Ὁ Γούναρης ρίχτηκε σ’ ἔνα λιθάρι ἀπελπισμένος. ᾽Εμπρός του ἔχει τά παιδιὰ καὶ τη γυναίκα του. Εἰκόνα φόνου καὶ ὀλέθρου ἄλλη ἀπλώνεται γύρω του: Τὸ Μεσολόγγι πατιέται τώρα καί κουρσεύεται ἀπό τοὺς Λιάπηδες. Θρυμματίζονται οἱ πύργοι, καπνίζουν τά σπίτια, σὲρνονται εἰκονίσματα στὸν αἱματόβρεχτο πηλό. Λαχτάρα παντοῦ καὶ θρῆνος τρόμος καὶ χαμός ! Οἱ ἄνδρες κείτονται στὸ αἷμα τους. Στους πύργους λάμπουν τά μισοφέγγαρα καί ἀνεμίζουν. Κι ἡ ἑλληνική σημαία πεσμένη κάτω τοῦ λέει ἄφωνα, πὼς ἀκεῖνος εἶναι ἡ αἰτία τῆς τόσης καταστροφῆς.
- Ἐκεῖνος, ποὺ στάθηκε πατέρας, μὰ ὄχι χριστιανός.
Γκλάν γκλάν ! . . . γκλάν γκλάν ! . . . γκλὰν γκλάν ! ἀντιλαλεῖ πάλι τὸ σήμαντρο στ’ αὑτιά του.
Ὁ Γούναρης πίστεψε, πὼς ἦταν φωνή ἀνθρώπινη. Καὶ ἡ φωνὴ τοῦ λέει, πὼς εἶναι καιρὸς ἀκόμη, πώς, ἄν θέλη, μπορεῖ ὅλα του ἐχθροῦ τά σχέδια νὰ τὰ χαλάση.
- ῎Α, ναί˙ εἶπε μέ ἀγωνία. Δέν εἶμαι μόνο πατέρας. ῾Ο Θεὸς ἔχει φροντίδα τὰ παιδιά μου, ἑγὼ τήν τύχη τοῦ Γένους μου.
Καὶ ἀκράτητος, σὰν ἀπὸ ἀνώτερη δύναμη σπρωγμένος, ὄρμησε κάτω στὸ περιγιάλι, ποὺ καθρέφτιζε τῆς δύσης τά πανώρια χρώματα.
Τὸ μήνυμα
Τὸ τούρκικο στρατόπεδο βρίσκεται τώρα στὸ ποδάρι. ᾽Απ᾽ ἄκρη σ’ ἄκρη στὸν κάμπο ἡ ζωή αἷμα μυρίζεται κι ἀναβράζει.
῎Αντρες ντύνονται βιαστικοί, ἄλογα σελοχαλινώνονται, φυσέκια καὶ στουρναρόπετρες μοιράζονται. Δοκιμάζεται ὁ ἀθέρας* τοῦ σπαθιοῦ καὶ τοῦ ἀπελατικιοῦ* τὰ καρφιά, ἄν ἀνοίγουν κεφάλια μὲ τὸ πρῶτο χτύπημα. Τῶν καριοφιλιῶν οἱ φωτιὲς ψηλαφοῦνται. Θεοί πιστοί, γονατίζουν καὶ προσεύχονται μὲ τὰ χέρια σμιχτά, μὲ τὸ πρόσωπο στη γῆ. ῎Αλλοι ὁρθοὶ καὶ σοβαροί φαίνονται βυθισμένοι στὸν ἄπειρο κόσμο τῶν ψυχῶν. ῍Αν σκοτωθοῦν, θελουν να περάσουν γοργά τὸ Τρίχινο γεφύρι, νὰ βροῦν τὰ
πιλὰφια τοῦ παραδείσου. ῍Αν ζήσουν, νὰ γυρίσουν σπίτι τους φορτωμένοι στὰ λάφυρα.
Οἱ δερβίσηδες τρέχουν ἐδῶ κι ἐκεῖ φωνάζοντας τήν προσευχή καὶ παρακινῶντας τοὺς πιστοὺς στὴ μάχη: «Ἕνας Θεὸς μέγας, ὁ Ἀλλάχ καὶ Μωάμεθ ὁ προφήτης αὐτοῦ ! θάνατος στοὺς ἀπίστους, θρίαμβος τοῦ ᾽Ισλάμ!» Πασάδες καὶ οἱ μπέηδες τάζουν γρόσια καὶ φλωριὰ καὶ στολίδια. Των ἀπίστων τὰ πλούτη στὰ παλικάρια ἡ γῆ στόν ᾽Αλλάχ.
῾Η νύχτα βουβὴ παραστέκει ἐπάνω τους. ῎Αστρο δὲ φαίνεται κανένα. Μπροστά μόλις ξεχωρίζει τὸ κάστρο, ψηλώνει πίσα ὁ Ζυγὸς καὶ δίπλα στέκεται ἡ Βαρὸσοβα. Δὲ γεννιέται ὁ Χριστὸς ἀπόψε λυτρωτής. ῾Ο Χάρος γοργοτρέχει ἐτοιμος μὲ τίς σαΐτες στὸ δοξάρι καὶ τὸ βρόχο στὸ χέρι του.
Ὁ Γούναρης ὁλόρθος μέσα στὴ σκηνὴ ἔχει παγωμένο τὸ σῶμα κι ἅθυμη τήν ψυχή. ᾽Οχτακόσιοι ᾽Αρβανίτες, διαλεχτοὶ ὅλοι, ὁρμητικοὶ σὰ δρόλαπας, βγῆκαν μὲ τὸ σπαθὶ στὰ δόντια. Τώρα κείτονται κρυμμένοι δίπλα στὸ χάντακα, ὀργιὲς μόλις μακρυά ἀπ’ τὰ τείχη. Δὲν περιμένουν παρὰ τὸ σύνθημα καὶ τότε νὰ τιναχτοῦν σαϊτόφιδα να κολλήσουν ἀπάνω τους.
Θα βροῦν τάχα ἐκεῖ τοὺς Χριστιανούς; Τὸ πίστεψε ὁ γραμματικός ; Κάτω στὸ περιγιάλι, ποὺ γύριζε, εἶδε ἔξαφνα ἕνα προιάρι. ῾Ο γραμματικὸς τοῦ Μακρῆ κατέβαινε ἀπὸ τ’ ᾽Αντελικὸ στὸ Μεσολόγγι.
῎Εβγαλε τὸ μαντήλι, νόημα τοῦ ἔκανε νὰ ζυγώση, ἐκεῖνος ὅλο καὶ κατέβαινε. Δὲν ἤθελε νὰ πιστέψη πὼς φρόντιζε γιὰ τὸ καλὸ τῆς πατρίδας. Καὶ σὰν ἔκαμε τὸ σταυρό του καὶ ξεμυστηρεύτηκε, ἐκεῖνος ἔφυγε χωρὶς οὔτε «γειά σου» νὰ τοῦ εἰπῆ. Καὶ εἶχε δίκιο, τὸ γνώριζε πὼς εἶχε δίκιο. Μὲ τί χείλη νὰ χαιρετήση ὁ πολεμιστής ὁμόφυλο, ποὺ βρίσκεται τέτοιες μέρες στὸ στρατο τοῦ ἐχθροῦ ! Μὲ τί καρδιὰ νὰ πιστέψη σὲ ἄνθρωπο, ποὺ στρώνει ἀκόμη τὸ τραπέζι τοῦ πασᾶ ἐκείνου, ποὺ ἔρχεται νὰ πνίξη τὴν πατρίδα στὸ αἷμα καὶ στὴ σκλαβιά;
᾽Αλίμονο αν δε μὲ πίστεψε ! . . . ἀλίμονο. . . ψιθύρισε ταπεινός καὶ δακρυσμένος.
῎Αξαφνα ὁ πατέρας ξύπνησε μεγαλοδύναμος καὶ στέρεψε πάραυτα τὶς βρύσες τῶν ματιῶν του. Καλύτερα νὰ μὴν πίστεψε, καλύτερα νὰ μείνουν ξενοιαστοι οἱ ῞Ελληνες, χάνονται ἐκεῖνοι, ναί, μά ζοῦν τα παιδιά
του. Τὰ παιδιά του. Τὰ παιδιὰ καὶ ἡ γυναῖκα του ! Τί ἔπαθε καὶ ὄταν
το συλλογίστηκε πρίν ! Ποιός δαίμονας τοῦ σήκωσε τὰ μυαλά ! Μήπως άν βροῦν ἀντίσταση οἱ Τοῦρκοι, δὲ θὰ ὑποψιαστοῦν πρῶτα ἐκεῖνον; Καί τότε; Ἄχ, ἀλίμονο ! Τὰ τρυφερὰ κορμιά τους στοὐς σκύλους θά ριχτούν καὶ τά κεφάλια τους μπηγμένα στὰ παλούκια θὰ γίνουν στοῦς ραγιάδες φρικτό παράδειγμα. Καλύτερα ποὺ δέν τὸν πίστεψαν.
- Γκλὰν γκλάν ! . . . γκλάν γκλάν ! . . . γκλὰν γκλὰν ! . . .
Ἡ κλαγγὴ ἀντήχησε πάλι κι ἀπλώθηκε στὴ μαύρη νύχτα.
Οἱ ἐκκλησιὲς ἄνοιξαν τὶς πόρτες τους˙ τρέχουν τώρα να λειτουργηθοῦν οἱ πιστοί. Μά ὁ ἐχθρὸς παραμονεύει. Σφύριγμα δυνατὸ ἀκούστηκε. Καὶ σύγκαιρα τρανὸς ἀλαλαγμὸς καί κανονιοβολή τάραξαν τῆ γῆ καὶ φώτισαν τὰ πάντα. Οἱ Τοῦρκοι χύθηκαν στὰ τείχη. ῾Ο Γούναρης τινάχτηκε ἐδω δίβουλος. Τί ἤθελε νὰ γίνη κι αὐτὸς δεν ἤξερε. ῎Ηθελε καὶ τὰ δυό· δὲν ἥθελε κανένα. Μά σύγκαιρα πύρινος ὄφις φάνηκε στὰ τείχη καὶ τουφέκια βρόντησαν. Τὰ βόλια ἔπεσαν χαλάζι στὸ στρατόπεδο.
- Δόξα σοι ὁ Θεός ! στέναξε ὁ κυνηγὸς κάνωντας τό σταυρό του.
Κι ἐπεσε στὰ γόνατα. ῾Ο λόγος του πιστεύτηκε. Τώρα πικρό μολύβι θέριζε τὴν Ἀρβανιτιά. Τ’ ἀλογα πέφτουν νεκρά στο χῶμα, πρὶν φέρουν τοὺς, καβαλάρους στὴ μάχη. Οἱ σημαιοφόροι μόλις προφτάσουν νὰ μπήξουν τὶς σημαῖες στούς πειρατές και γκρεμίζονται μαζὶ στὰ θολὰ νερὰ τοῦ χάντακα. Πηδοῦν ἀδιάκοπα στὸ κάστρο οἱ ἐχθροί. Μὰ τρέχουν καὶ τοὺς κόβουν οἱ ῞Ελληνες. Δὲν ἔχουν μόνο τουφέκι καὶ σπαθί.
῎Εχουν ὀξῖνες καὶ τσαπιά, τσεκούρια καί στυλιάρια, κεραμίδια καὶ πέτρες. ῞Ο,τι βρεθῆ στά χέρια τους, γίνεται σιδερόξυλο. Δὲν εἶναι μόνο πολεμοθρεμμένοι οἱ ἄνδρες, μὰ καὶ παιδιὰ καὶ γυναῖκες, ἀνδρειωμένες, τώρα μὲ τὴν προγονικὴ ὀργή. Φωτιά καί σίδηρο γύρω τους, μὰ δὲ λιποψυχοῦν.
Ὁ Γούναρης στέκει βουβὸς, καὶ ἀφανισμένος. Τρέμει τὸ πεῖσμα τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὴ. δύναμη. ῾Ως ποτε, θὰ βαστήξουν; Τ’ ἀδύνατα ἐκεῖνα τείχη, οἱ χωματένιοι σωροί πώς θα κρατήσουν τήν ἀνθρωποπλημμύρα, πού ὄλο δυναμώνει βροντομαχᾶ ἀπάνω τους !
῎Αξαφνα κάτω ἀπὸ τὴν ἀχνή λάμψη τῆς αὐγῆς βλέπει τούς σπαχῆδες νὰ σκορποῦν πίσω. Γύρισε ἀριστερά, τό ἴδιο. Στῆ μεγάλη τάπια καὶ σ’ ὀλο τὸ προτείχισμα κυματίζει ἡ ἑλληνική σημαία καὶ χαιρετίζει τοῦ ἥλιου τὴν ἀνατολή. Καὶ δωθε πέρα ἀπὸ τὸν χάντακα οἱ ῞Ελληνες μὲ γυμνά σπαθιὰ κι αἱμαιτοβαμμένη φουστανέλα κυνηγοῦν στὶς σκηνές ἀνάμεσά τους ἐχθρούς. Φεύγουν οἱ Ἀρβανίτες ! Πιστόλες βροντούν, λάμπουν σπαθιά, ἀντηχοῦν ἀλαλαγμοὶ καὶ σφυρίγματα. Κι ἀνάμεσα στὴν ἅγρια βοὴ ἀκούεται ἡ κλαγγή σὰ φωνὴ οὐρονόσταλτη:
Γκλὰν γκλάν ! . . . γκλὰν γκλάν ! . . . γκλὰν γκλάν ! . . . Ὁ Γούναρης ἔκαμε τὸ σταυρό του. . .
Τὸ Μεσολόγγι σώθηκε.
«Παλιές Ἀγάπες»
Ἀνδρέας Καρκαβίτσα

















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.