Δύο επίκαιρα κείμενα Ορθοδόξου ομολογίας πού μας ενδιαφέρουν.
Προσφορά των εκδόσεων «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» Θεσσαλονίκη, 2006
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΔΩΡ. ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΙΣ
Ό σύγχρονος μέγας πειρασμός της Όρθοδοξίας
Β Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Υπερασπιστής και φύλαξ της Όρθοδοξίας
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Σημείωσις εκδότου
«Πύλαι αδου ου κατισχύσουσιν αυτής» Τό Παγκόσμιον Συνονθύλευμα των Αιρέσεων Ή Οικουμενική Κίνησις του Π.Σ.Ε. υπό τό φως τής Πατερικής Διδασκαλίας Ενώπιον των μεγάλων ευθυνών
Ό Λαός του Θεοΰ, υπερασπιστής και φύλαξ τής Όρθοδοξίας «"Εν σώμά έσμεν οι πάντες», κλήρος καί λαός Ή αρχή τής ισότητας των μελών τής Εκκλησίας Ή συνοδικότης τής εκκλησιαστικής διοργανώσεως
Υπερασπιστής τής Αληθείας καί φύλαξ τής ένότητα τής Όρθοδοξίας
Σημείωσις εκδότου
Οί εκδόσεις «Όρθόδοξος Κυψέλη» στήν προσπάθειά τους νά συντελέσουν στήν σωστή πληροφόρησι των άγωνιζομένων πιστών Χριστιανών υπέρ τής ορθοδόξου Πίστεως καί ομολογίας, εκδίδουν αυτό τό τεύχος μέ ενδιαφέροντα κείμενα του άειμνήστου πιστού τέκνου τής Εκκλησίας του Χρίστου ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΔΩΡ. ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ, Καθηγητού του Κανονικού Δικαίου καί τής Ποιμαντικής τής Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στό πρώτο μέρος γίνεται λόγος γιά τήν λεγομένη οικουμενική κίνησι, τήν αΐρεσι τών αιρέσεων καί προέρχεται από τήν εκδοσι του 1973 του «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ», καί άναδημοσιεύεται άποσπασματικά.
Στό δεύτερο μέρος γίνεται λόγος γιά τόν Λαό του Θεοϋ τόν υπερασπιστή καί φύλακα τής Όρθοδοξίας, καί είναι δανεισμένο άπό τό Δελτίο τής «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΕΝΩΣΕΩΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ», Ίανουάριος-Μάρτιος, Αθήναι 1994, σελ. 1-8.
Ευχής έργον όχι μόνον νά τά προσέξουμε, άλλά καί νά προστατεύσουμε τήν μοναδικότητα τής θεοσδότου καί άμωμήτου Πίστεως μας άπό τήν σύγχρονη παναίρεσι του Οικουμενισμού, μέ τήν οποίαν, δυστυχώς, συμπλέουν καί μερικοί κληρικοί καί λαϊκοί θεολόγοι, περί τήν πίστιν ναυαγήσαντες.
Ώς γνωστόν διά νά είμαστε εύάρεστοι στόν Θεό καί διά νά εχουμε ελπίδα σωτηρίας άπαιτεΐται πρωτίστως νά διαθέτουμε ορθότητα πίστεως (δογμάτων) καί καθαρότητα βίου - άκρίβεια χριστιανικής ζωής.
«Ό μεγαλύτερος κίνδυνος δεν προέρχεται τόσον άπό τους εκτός τής Όρθοδοξίας αιρετικούς, όσον άπό τούς εντός αυτής άχθοφόρους των άποσυνθετικών θεωριών του οικουμενισμού»
(Κων. Δ. Μουρατίδης)
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΙΣ
«Πύλαι αδου ου κατισχύσουσιν αυτής»
(Ματθ. 16, 18)
...Διά του Παγκοσμίου Συμβουλίου των «Εκκλησιών» επιχειρείται, ως θά ϊδωμεν κατωτέρω, ή καθαίρεσις τών πνευματικών όχυρωμάτων τής Όρθοδοξίας, ό πνευματικός καί ήθικός άφοπλισμός αυτής διά τής εκ βάθρων άνατροπής τής ιεράς αυτής Παραδόσεως, ιδία δέ τών δογμάτων καί του ίεροϋ Πηδαλίου τής παγκοσμίου καί καθολικής όλκάδος τής "Αγίας του Χρίστου Εκκλησίας. Πάντα δέ ταΰτα συντελούνται εν ονόματι λίαν έλκυστικών πλήν άπατηλών συνθημάτων, τά όποια ευθέως συγκινούν τήν παγκόσμιον Κοινήν Γνώμην, ως ή δήθεν «ενωσις τών Εκκλησιών», ό διάλογος τής Αγάπης κ.λπ.
Αί δυσμενέστατοι καί λίαν επικίνδυνοι συνέπειαι τών συντελουμένων εις τό Π.Σ.Ε. επί τής περαιτέρω πορείας καί τής ένότητος έν γένει του πληρώματος τής Όρθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας άπαιτοΰν συνεχή έγρήγορσιν του Λαού του Θεού, ό όποιος συμ-
* Άπό τό βιβλίο αυτό, πού έκυκλοφόρησαν αί εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ» τό 1973, του Καθηγητού Κων/νου Δωρ. Μουρατίδου, μεταφέρουμε αποσπασματικά τά πλέον ενδιαφέροντα του περιεχομένου του.
φώνως πρός τήν προτροπήν τοϋ μεγάλου προμάχου καί άγωνιστοΰ τής ένότητος τής Αγίας του Χρίστου Εκκλησίας του αγίου Ιωάννου τοϋ Χρυσοστόμου, δέον νά ϊσταται γενναίος καί άνυποχώρητός επί τοϋ βράχου τής Όρθοδοξίας ούδεμίαν επιτρέπων παραχώ-ρησιν ή συμβιβασμόν εις τά τής πίστεως χάριν τών άπατη λώ ν συνθημάτων τής δήθεν ένότητος τών «Εκκλησιών» καί τής δήθεν «άγάπης» μεταξύ τών Χριστιανών" «ει δέ που, βροντοφωνεϊ, τήν ευσέβεια ν (δηλ. τήν πίστιν) παραβλαπτομένην ϊδοις, μή προτίμα τήν ό-μόνοιαν τής αληθείας, άλλ' ΐστασο γενναίως εως θανάτου» (ΡΟ 60, 609).
...Ώς παρατηρεί καθ' ύπέροχον τρόπον ό άληθώς πνευματοφόρος "Αγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης, ή μεγίστη ϊσως φυσιογνωμία τής Όρθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας τών νεωτέρων χρόνων: «Αύτη ή βίβλος (δηλ. ή συλλογή τών ιερών Κανόνων - τό Πη-δάλιον) είναι ή μετά τάς άγίας Γραφάς, αγία Γραφή, ή μετά τήν Παλαιάν καί Καινήν Διαθήκην, Διαθήκη. Τά μετά τά πρώτα καί θεόπνευστα λόγια, δεύτερα καί θεόπνευστα λόγια. Αύτη έστί τά αιώνια δρια α εθεντο οι Πατέρες ήμών, καί νόμοι οί υπάρχοντες εις τόν αιώνατ...» (Πηδάλιον, εκδ. «Αστήρ», σελ. ιστ'). Οϊαν δέ σημασίαν καί σπουδαιότητα διά τήν ύλικήν κτίσιν έχουν οί φυσικοί νόμοι, τήν αυτήν σημασίαν καί σπουδαιότητα έχουν διά τήν Καινήν Κτίσιν, τήν Έκκλη-σίαν, οί ιεροί Κανόνες. «'Έκβαλε τούς κανόνας τών στοιχείων άπό τήν ύλικήν κτίσιν καί παρευθύς λύεται ή τάξις, καί λυομένης τής τάξεως, όλον τό πάν άφανί-ζεται. Εκβαλε καί τους ιερούς τούτους Κανόνας από τήν Έκκλησίαν, καί παρευθύς άπασα ή ιερά αυτής διακόσμησις αφανίζεται» (Πηδάλιον, σελ. ιζ').
Διό καί πάντες οί άξιοι τής άποστολής των Ποιμένες ειχον απόλυτον συνείδησιν καί συναίσθησιν, δτι οί ιεροί καί θείοι Κανόνες είναι «αί πηγαί τών πνευματικών καί ζωη ρύτων υδάτων καί τά νοητά θεμέλια» διά τών οποίων ή Παναγία Τριάς «συνέστησε καί συνέπηξε» (Πηδάλιον, σελ. ιζ') τήν Καθολική ν Έκκλη-σίαν, καί συνεπώς μόνον διά τοϋ «Πηδαλίου» ήδύνα-ντο νά καθοδηγήσουν τους πιστούς εις τήν άπολύτρω-σιν καί νά διασφαλίσουν τήν Εκκλησία ν άπό τάς επιθέσεις τοϋ Αντιδίκου καί τών Αιρετικών, οί όποιοι ά-κριβώς δι' αυτό ειχον ώς πρωταρχικόν στόχο ν τήν καταστροφή ν καί τήν άχρήστευσιν του «Πηδαλίου».
Καί εις τό ση μείον άκριβώς αυτό εξαίρεται δλως ιδιαιτέρως ή μοναδική σπουδαιότης καί τό άπολύτως άναντικατάστατον τοϋ Πηδαλίου, δεδομένου δτι ή Εκκλησία είναι κεκλημένη νά όδηγήση τούς πιστούς της διά μέσου ενός κόσμου, ό όποιος έν τω «πονηρω κείται» καί νά άγωνισθή σκληρότατα και νά παλαίση πρός τάς ποικίλας μεθοδείας τοϋ Πονηροϋ, διότι, ώς παρατηρεί ό μέγας τών Εθνών Απόστολος Παϋλος, «ουκ έστιν ή πάλη ήμών πρός αίμα και σάρκα, αλλά πρός τάς αρχάς, πρός τάς εξουσίας, πρός τους κοσμο-κράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, πρός τά πνευματικά τής πονηρίας έν τοις έπουρανίοις» (Έφεσ. 6, 12).
Τό ίσχυρότερον δέ όπλον τοϋ Ανθρωποκτόνου πρός παραπλάνησιν τών μελών τής στρατευομένης Εκκλησίας είναι ή αϊρεσις. Πόσον μέγας ύπήρξεν ό εκ τής αίρέσεως κίνδυνος καθίσταται σαφές, εάν άνα-λογισθή τις, ότι δι' αυτής άποσκοπεΐται ή διά τής νοθείας τής έν Χριστώ άποκαλυφθείσης Αληθείας μα-ταίωσις τής έν Χριστώ άπολυτρώσεως. Ή αϊρεσις ουδέν έτερον είναι ει μή άνταρσία τής νοσούσης άνθρω-πίνης φύσεως κατά τής άποκατασταθεί ση ς έν τή Έκ-
κλησία, τω μυστικώ Σώματι του Θεανθρώπου, τελείας κοινωνίας του έν Τριάδι Θεοΰ μετά τών Πιστών. Διά τής αίρέσεως επιδιώκεται ή ματαίωσις τής θεώσεως του άνθρώπου διά τής έκκοσμικεύσεως του θεανθρω-πίνου τής Εκκλησίας οργανισμού. Έν εσχάτη ά να λύσει ή αΐρεσις είναι ή άφρων προσπάθεια τον ανθρωπίνου λόγου νά κυριαρχήση επί τον θείον λόγο ν καί τον ανθρωπινό ν νόμον επί τον θείον νόμου!....
...Τό Πηδάλιον τών Τερών Κανόνων καί δογμάτων προσδιορίζει άσφαλώς τήν διά μέσου καί μέχρι τής συντελείας τών αιώνων πορείαν τής Όρθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.
Πάσα παρέκκλισις εξ αυτής συνιστά πράξιν προδοσίας καί έγκυμονεΐ τεραστίους κινδύνους διά τό πλήρωμα τής Εκκλησίας. Διό καί ή Αγία τον Χριστού Εκκλησία ονδέποτε ήνέχθη τήν διακνβέρνησιν αντής ύπό Ποιμεναρχών, οί όποιοι ηθέλησαν νά νποκαταστή-σονν τό Πηδάλιον διά τών ανθαιρέτων κανονισμών τών κακοδοξιών των. Ούδεμίαν σημασίαν εΐχεν ή εχει διά τήν Άγίαν τοϋ Χριστοΰ Έκκλησίαν, εάν οί αιρετικοί Ποιμενάρχαι έκοσμοϋντο δι' έξαιρέτων διανοητικών χαρισμάτων καί ικανοτήτων καί διεκρίνοντο διά τήν κατά κόσμον μεγαλωσύνην αυτών. Καί είναι γνωστόν, δτι οί μεγάλοι αιρετικοί διεκρίνοντο διά τά άνωτέρω προσόντα αυτών, δι' ών καί ήδυνήθησαν νά παρασύρουν πρός καιρόν καί όλοκλήρους τοπικός Εκκλησίας μετά τής Ιεραρχίας αυτών!
Τδού διατί ή Εκκλησία ήτο άνέκαθεν άπολύτως ασυμβίβαστος, δταν επρόκειτο νά διασφαλίση τό Πηδάλιον τής Οικουμενικής καί Παγκοσμίου Όλκάδος άπό τής αίρέσεως καί τών αιρετικών. Άδιστάκτως επέβαλλε έπ' αυτών τήν ποινήν τής καθαιρέσεως καί τοϋ άναθέματος!....
...Έπί δύο χιλιάδας χρόνια ή Εκκλησία τοϋ Χριστού άγωνίζεται ακαταπαύστως εναντίον τοϋ "Αρχοντος τοϋ κόσμου τούτου, εναντίον τοϋ Ανθρωποκτό-νου καί τών ποικίλων μεθοδειών αύτοΰ, μάλιστα δέ τής αίρέσεως καί τών αιρετικών καί θριαμβεύει. Θριαμβεύει διότι Παντοδύναμος Κυβερνήτης αυτής είναι ό Θεάνθρωπος Σωτήρ τοϋ Κόσμου καί εις τήν παντοδυναμίαν Αύτοΰ μετέχουν οί άξιοι τής άποστο-λής των Ποιμενάρχαι κρατούντες εις τάς χείρας αυτών τό Ιερόν Πηδάλιον καί κατευθύνουν επί τή βάσει τών θεοπνεύστων κανόνων του τήν παγκόσμιον καί οίκουμενικήν όλκάδα εις τόν άκύμαντον λιμένα τής άνω Βασιλείας.
Ιδού διατί Όρθοδοξία - Ιερά Παράδοσις - Πηδάλιον συνυφαίνονται εις τοιοΰτον βαθμόν ούτως, ώστε ό μή πιστεύων κατά τήν Ίεράν Παράδοσιν νά χα-ρακτηρίζηται υπό τοϋ αγίου Ιωάννου τοϋ Δαμασκηνού, τοϋ μεγίστου θεολόγου τοϋ Ζ' αιώνος, ώς άπιστος. «Ό γάρ μή κατά τήν Παράδοσιν τής (Όρθοδό-ξου) Καθολικής Εκκλησίας ηιστευων^άηιστός εστιν» ("Εκδ. Όρθ. Πίστεως, ΡΟ 94, 1128)....
Τό Παγκόσμιον Συνονθύλευμα τών Αιρέσεων
Ένσάρκωσιν τοϋ θρησκευτικού συγκρητισμοΰ τής εποχής μας άποτελεΐ τό έν Γενεύη συγκεντρωθέν Παγκόσμιον Συνονθύλευμα τών Αιρέσεων, τό κατ' ευφημισμόν αύτοαποκαλούμενον Παγκόσμιον Συμβού-λιον τών «Εκκλησιών» (Π.Σ.Ε.), όπερ καί συνιστά καί τόν μέγαν σύγχρονον πειρασμόν τής Όρθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.
Τό Π.Σ.Ε., ώς γνωστόν, είναι ένας θρησκευτικός οργανισμός επί τοϋ οποίου δεσπόζει άσφυκτικώς καί κυριαρχεί σχεδόν συντριπτικώς ή Προτεσταντική πα-ναίρεσις, καί εις τόν όποιον συμμετέχει, άνεπιτρέπτως τόσον εξ έπόψεως «άρχής», όσον καί εξ έπόψεως τών εκεί κρατουσών συνθηκών καί ή Όρθόδοξος Καθολική Εκκλησία....
...Τό Π.Σ.Ε. δέν είναι απλώς έν συνονθύλευμα αιρέσεων, αλλά καί ό χώρος ένθα ένεργεΐται τό μυστή-ριον τής άνομίας διά τής προσπαθείας πρός διάβρω-σιν τοϋ όρθοδόξου φρονήματος καί έξουδετέρωσιν της οικουμενικής άποστολής τής Όρθοδοξίας πρός τόν σύγχρονον κόσμον....
../Ας μοί έπιτραπή νά πιστεύω καί μάλιστα ώς καθηγητής τοϋ Κανονικοΰ Δικαίου, ότι ή άλλόκοτος καί τερατώδης καί καταλυτική τής όρθοδόξου κανονικής τάξεως καί Τεράς Παραδόσεως συμμετοχή τής Όρθοδόξου Εκκλησίας εις τό Παγκόσμιον Συνονθύλευμα τών αιρέσεων συνιστά τήν μεγίστη ν παγίδα τοϋ Αντικειμένου έν τή Τστορία τής στρατευομένης Εκκλησίας του Χριστοΰ πρός διάβρωσιν καί άποσύνθεσιν τοϋ άπολυτρωτικοΰ έργου τής Όρθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας....
...Πώς είναι δυνατόν ή Μία Αγία Εκκλησία τοϋ Χριστου νά συμμετέχη ώς μέλος, νά έντάσσεται μετά τών άλλων αιρέσεων ισοτίμως καί έκ πολλών έ π όψεων νά τίθεται εις άπείρως μειονεκτικωτέραν θέσιν έναντι τών αίρέσεων(!!!), εις ένα κανονισμόν, καί νά υποτάσσεται εις τάς άποφάσεις τής πλειοψηφίας τών αιρετικών; Πώς είναι δυνατόν ή Μία, 'Αγία Εκκλησία νά μετέχη ενός οργανισμού, εντός του οποίου νά συνεργάζεται μεθ' αιρετικών, νά συμπροσεύχεται μετ' αυτών καί νά λαμβάνη θέσιν άπό κοινού μετ' αύτών ώς εκπροσώπων τής Χριστιανικής Πίστεως εις τά μεγάλα προβλήματα τής άνθρωπότητος; Ή τό έ'τι χείρον νά συντάσσωνται θεολογικά κείμενα υπό αιρετικών καί έν πλήρει σχεδόν άπουσία τών ορθοδόξων, καί νά εκπροσωπούν τρόπον τινά τά κείμενα αύτά καί τήν Όρθόδοξον Καθολικήν Έκκλησίαν; "Ετι πλέον* πώς είναι δυνατόν ή Όρθόδοξος Καθολική Εκκλησία νά μετέχη εις ένα οργανισμό ν, ή συμμετοχή εις τόν όποιον νά συνεπάγηται τήν άπαλλοτρίωσιν θεμελιώδους δικαιώματος τής μιας, άγίας, καθολικής καί άπο-στολικής όρθοδόξου τοϋ Χριστού Εκκλησίας, τού έ-πανευαγγελισμού δηλαδή καί τής επαναφοράς τών αιρετικών εις τήν Έκκλησίαν, εξ ης άπεσχίσθησαν, δεδομένου ότι, ώς γνωστόν, βασική ύποχρέωσις τών με-τεχουσών εις τόν Π.Σ. «Εκκλησιών» είναι καί ή μή άσκησις προσηλυτισμού; Τέλος, δέον ιδιαιτέρως νά ύ-πογραμμισθή τό γεγονός, ότι διά τής συμμετοχής της εις τό Π.Σ.Ε. ή Όρθοδοδοξία παρητήθη κατ' ούσίαν τής οικουμενικής αυτής άποστολής υπέρ του Π.Σ.Ε., δπερ καί κατά τήν γνώμη ν μου συνιστά τό μέγιστον καί πλέον οδυνηρό ν πλήγμα κατά τοϋ άπολυτρωτικοΰ έργου, τό όποιον είναι κεκλημένη νά έπιτελέση έν μέσω τοϋ συγχρόνου κόσμου....
...Ό νυν άρχιεπίσκοπος Αθηνών, καθηγητής τού Κανονικού Δικαίου, κ. Ιερώνυμος έγραψεν ώς αρχιμανδρίτης εμπεριστατωμένη ν μελέτη ν περί τής κανονικής επικοινωνίας μετά τών έτεροδόξων, έν τη οποία κατόπιν μακράς έρεύνης σημείο ι σχετικώς καί τά εξής: «Τό συμπέρασμα είναι, ότι "κατ' άκρίβειαν" δέν είναι δυνατόν νά ύπάρξη "κοινωνία" μετά τών έτεροδόξων έν τοις Μύστη ρίοις, άφοϋ ή θεία χάρις μεταδίδεται μόνον εντός τής Εκκλησίας. "Κατ' οικονομίαν" μόνον δύνανται νά άναγνωρισθοΰν ώς έγκυρα καί τών Μυστηρίων έκείνων μόνον έκ τών έτεροδόξων, οί όποιοι προσέρχονται εις τήν όρθήν πίστιν. Μυστήρια τών έτεροδόξων ουδέποτε είναι δυνατόν νά άναγνωρισθοΰν ώς έγκυρα καθ9 έαυτά άπό κανονικής άπόψεως. Ή μυστηριακή επικοινωνία, κατά τήν όρθόδοξον απόψιν, είναι αποτέλεσμα τής δογματικής καί έν πάσιν ενώσεως, ουχί δέ μέσον πρός αυτήν». Καί «...ή υπό έτεροδόξων τελουμένη Θ. Ευχαριστία δέν δύναται ούτε "κατ' άκρίβειαν" ούτε "κατ' οικονομίαν" νά θεωρηθή ώς τοιαύτη, καί συνεπώς, ότι άπαγορεύεται άπολύτως εις τά μέλη τής όρθοδόξου Εκκλησίας νά λαμβάνουν αύτήν, όπως ωσαύτως άπαγορεύεται, όπως μετέχουν τής κανονικής υπό τών ορθοδόξων τελουμένης Θ. Ευχαριστίας οί έτερόδοξοι» (Αθήναι 1957, σελ. 276)....
Ή Οικουμενική Κίνησις τοϋ Π.Σ.Ε. υπό τό φως τής Πατερικής Διδασκαλίας
Οί οπαδοί τής Οικουμενικής Κινήσεως διά νά παρακάμψουν τό έκ τής Ιεράς Παραδόσεως -τών δογμάτων καί τών ί. Κανόνων καί δή καί έξ αυτής ταύτης τής φύσεως τής Εκκλησίας- ύψούμενον άνυπέρβλη-τον έμπόδιον εις τήν συμμετοχήν τής Όρθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας εις τό Π.Σ.Ε. καί τήν έν αύτώ συντελουμένην διαδικασίαν πραγματώσεως τών σκοπών του, ομιλούν συνήθως καί επικαλούνται άορί-στως τήν δυναμικήν(!) Παράδοσιν τής Όρθοδοξίας, τήν δυναμική ν(!) νεοπατερικήν θεολογίαν κ.λπ.....
...Ή διασφάλισις τής ένότητος τής μιας, άγίας, καθολικής καί άποστολικής Εκκλησίας συγκλονίζει τόν ιερόν Χρυσόστομον καί υπέρ αυτής μάχεται μετ' άληθούς πάθους, έκφράζων τήν βαθυτάτην αύτοΰ όδύ-νην διά πάσαν ένέργειαν προσβάλλουσαν τήν ένότη-τα τής Εκκλησίας. «Άλγώ μεν γάρ καί κόπτομαι καί οδύρομαι καί διαπρίομαι τά σπλάγχνα ώς οικείου μέλους άποστερούμενος... Διά τούτο διαμαρτύρομαι, δτι τού εις αϊρεσιν έμπεσεΐν τό τήν Έκκλησίαν σχίσαι ούκ έλαττόν έστι κακόν» (ΡΟ 62, 86)....
...Αυτός ό τόσον έπιεικής καί πλήρης άγάπης Πατήρ πρός πάντας, ό μέγας Ποιμήν καί διδάσκαλος τής Εκκλησίας μεταμορφοΰται εις άμείλικτον κατήγορον,
χαρακτηρίζων ώς μέγιστον έγκλημα, τόν σκανδαλι-σμόν καί τήν διάσπασιν του πληρώματος τής Εκκλησίας: «Ουδέν, διακη ρύττει, ου τω παροξύνει τόν Θεό ν, ώς τό Έκκλησίαν διαιρεθήναι. Καν μύρια ώμεν έργα-σάμενοι καλά, τών τό σώμα αύτοΰ διατεμνόντων ουκ έλάττονα δώσομεν δίκη ν, οί τό πλήρωμα κατατέμνο-ντες τό έκκλησιαστικόν... Άνήρ δέ τις άγιος εϊπέ τι δοκούν τόλμηρόν, πλήν αλλ1 όμως έφθέγξατο. Τι δή τοΰτό έστιν; Ούδέ μαρτυρίου αίμα ταύτη ν δύνασθαι εξαλείφει ν τήν άμαρτίαν έφησεν. Είπε γάρ μοι, τίνος ένεκεν μαρτυρείς; ού διά τήν δόξα ν του Χριστού; Ό τοίνυν τήν ψυχή ν προέμενος υπέρ του Χριστού, πώς τήν Έκκλησίαν πορθείς, ύπέρ ης τήν ψυχή ν προήκα-το ό Χριστός;» (Ιερός Χρυσόστομος, ΡΟ 62, 85).
Μόνον έντός τής Μιας, Αγίας, Καθολικής καί Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας είναι βεβαία καί άσφαλής ή σωτηρία. Μόνον ό άνήκων εις τό μυστικόν Σώμα του Χριστού, τήν Άγίαν Έκκλησίαν, δύναται νά συνδεθή μετά τής θείας Κεφαλής τής 5 σίας καί νά σωθή. Εκτός αύτής ό σύνδεσμος αυτός μετά του Κυρίου ήμών Ιησού Χριστού είναι άδύνατος κατά τόν ί. Χρυσόστομον: «Καθάπερ γάρ, ει τύχοι χείρ άποσπασθεΐσα του σώματος, τό πνεύμα τό άπό τοϋ έγκεφάλου τήν συνέχει α ν ζητούν καί μή εύρόν ουκ έξάλλεται του σώματος καί διατρήσαν πρός τήν χεΐραν έξέρχεται, άλλ' αν μή εΰρη κείμενο ν, ούχ άπτεται ' ούτω καί ενταύθα» (Ιερός Χρυσόστομος, ΡΟ 62, 84). Τό μέγεθος τής σημασίας τής διά μέσου τής ορατής Εκκλησίας ενώσεως μετά τού Κυρίου υπογραμμίζεται, όλως ιδιαιτέρως έκ τής άπαντήσεως, τήν οποίαν δίδει ό ιερός Χρυσόστομος εις τό ύπ' αύτοΰ του ιδίου τεθέν ερώτημα: «Παντός άνδρός ή κεφαλή δ
Χριστός έστιν. Άρ' ούν καί τον "Ελληνος;» (σημ. εκδότου δηλ. του Είδωλολάτρου) δίδει κατηγορηματικώς άρνητικήν άπάντησιν: «Ουδαμώς. Ει γάρ σώμά έ-σμεν τοϋ Χρίστου καί μέλη έκ μέρους καί ταύτη εκείνος ημών κεφαλή, τών ουκ δντων έν τω σώματι ουδέ εις μέλη τελούντων ουκ άν εϊη κεφαλή' ώστε όταν εΐ-πη παντός, τοϋ πιστού δει προσυπακούει» (Ιερός Χρυσόστομος, ΡΟ 61, 214).
Συνεπώς, τόσον οί αιρετικοί όσον καί οί άναθεμα-τισθέντες ευρίσκονται εκτός τής Εκκλησίας. Κατά τόν Ιερόν Χρυσόστομον «τό γάρ άνάθεμα παντελώς του Χριστού αποκόπτει» (Ιερός Χρυσόστομος, ΡΟ 48, 949) ...ώς ήλλοτριωμένου Θεού καί άπορραγέντος τής Εκκλησίας» (ΡΟ 60, 549). Τους δέ αιρετικούς χαρακτηρίζει ώς όργανα τοϋ Διαβόλου, τονίζων χαρακτη-ριστικώς: «Πολλούς έχει σήμερον ό διάβολος όφεις (αιρετικούς) αντί τοϋ αρχαίου όφεως» (ΡΟ 59, 699). Χρησιμοποιεί δέ βαρυτάτας έκφράσεις κατά τών αιρετικών, διά νά συνειδητοποιήσουν οί πιστοί τό μέγεθος τών εξ αυτών κινδύνων. «Καί γάρ οί Μανιχαΐοι, οί κύνες, οί έννεοί και λυσσώ ντες, τό σχήμα μέν έπι-δείκνυνται επιεικείας, τήν χαλεπή ν δέ ένδον έχουσιν τών κυνών μανία ν καί κατακρύπτουσι τή δορά τοϋ προβάτου τόν λύκο ν. Άλλά μή τό φαινόμενο ν ίδης, άλλά τό ένδον κεκρυμμένον θηρίον έξέτασον...» (ΡΟ 54, 613).
Καί άλλαχοΰ: «...άλλά φύγε τό δέλεαρ, καί τόν έν τη δορά τον προβάτου κρυπτόμενον καταμάνθανε λύ-κον. Διά τούτο αύτόν μάλιστα μίσησον, δτι πρός μέν τόν όμόδουλόν σε προσηνής καί ήμερος είναι δοκεΐ, πρός δέ τόν κοινό ν ήμών άπάντων Δεσπότη ν κυνών λυσσώντων εστίν άγριώτερος, άκήρυκτον εις τόν ου-
ρανόν μάχη ν εισάγω ν καί πόλεμον άσπονδο ν καί δυ-ναμίν τίνα εξ εναντίας άντειπεΐν τω Θεφ. Φύγε τόν ιόν τής πονηρίας, μίση σον τά δηλητήρια φάρμακα. Καί ην παρά τών Πατέρων έδέξω πληροφορίαν τήν άπό τών Θείων Γραφών πίστιν καί διδασκαλίαν, ταύτη ν κάτεχε μετά πολλής τής άσφαλείας» (ΡΟ 54, 613).
Αι δύο ανωτέρω βασικοί διαπιστώσεις εκ τής διδασκαλίας τοϋ ίεροΰ Χρυσοστόμου, ήτοι άφ' ενός μέν δτι ή αληθής Εκκλησία τον Χριστού είναι μία, ή Όρθό-δοξος Καθολική Εκκλησία καί μόνον εντός αύτής παρέχεται ασφαλώς ή έν Χριστώ σωτηρία καί άπολύτρω-σιςκαί άφ' ετέρου, δτι οί αιρετικοί είναι εκτός τής Εκκλησίας στερούμενοι τής αληθούς έν Πνεύματι κοινωνίας μετά τής Θείας τής Εκκλησίας Κεφαλής καί υπό τήν έπήρειαν του Σατανά ευρισκόμενοι, θύματα και όργανα έν πολλοίς τοϋ Άνθρωποκτόνου, προσδιορίζουν κατά τρόπον όλως άποφασιστικόν τήν καθόλου έναντι τών αιρετικών καί τής αίρέσεως διδασκαλίαν καί ποιμαντικήν δραστηριότητα του ίεροΰ Χρυσοστόμου, δυναμένας νά συνοψισθοΰν ώς άκολούθως: Μεταξύ όρθοδοξίας καί αίρέσεως υφίσταται αγεφύρωτο ν χάσμα, ούδενός επιτρεπομένου συμβιβασμού ή επικοινωνίας μεταξύ αυτών. Ή αϊρεσις καί οί αιρετικοί συνιστούν μέγαν κίνδυνον, δι' ό καί δέον νά διασφαλι-σθοΰν έναντι αυτών οί πιστοί, ιδία διά τής άποφυγής οιασδήποτε πρός αύτούς επικοινωνίας, έπιτρεπομένης μόνον εις τούς έχοντας τάς προϋποθέσεις άναλήψεως τοΰ κατά τής αίρέσεως καί τής επιστροφής τών αίρε-τικών αγώνος καί τέλος καταπολεμήσεως δι' όλων τών μέσων τής αίρέσεως ώς καί ασκήσεως δι' όλων τών δυνάμεων, ιδία δέ διά τής πρός αύτούς αγάπης τοΰ έργου τής έπαναφοράς εις τήν Μάνδραν τοΰ Χρι-
στοϋ τών άπολωλότων προβάτων. Αποκλειστικός καί μοναδικός δεσπόζων παράγων εις τήν ρύθμισιν τών σχέσεων τών ορθοδόξων πρός τους αιρετικούς εϊναι ή επαναφορά αυτών εις τήν Όρθοδοξίαν. Ώς παρατηρεί σχετικώς λίαν δέ χαρακτηριστικώς ό ιερός Χρυσόστομος: «"Εξω τής Εκκλησίας έστηκεν ό διάβολος, εις γάρ τήν ιερά ν μάνδρα ν είσελθεΐν ου τολμά» (ΡΟ 50, 651). Διό καί οί εξερχόμενοι τής Εκκλησίας περιέρχονται υπό τήν δικαιοδοσίαν αύτοΰ. "Εξω τής Εκκλησίας δέν υπάρχει, ώς εϊπομεν, κατά τόν ιερόν Χρυ-σόστομον, δυνατότης έπικοινωνίας μετά τοΰ Θείου τής Εκκλησίας Δομήτορος, ή δέ αϊρεσις καί αί άκο-λουθοΰσαι αυτήν ομάδες τών αιρετικών έπ' ούδενί λόγω δύνανται νά συγκροτήσουν Έκκλησίαν, διό καί ό ιερός Χρυσόστομος δέν διστάζει νά διακηρύξη, ότι οί διασπώντες τό Σώμα τής Εκκλησίας διαπράττουν με-γαλύτερον κακόν έκείνου τών στρατιωτών, οί όποιοι διά τής λόγχης διέτεμον τό σώμα τοΰ Ιησού ή τών Ιουδαίων, οί όποιοι τοις ήλοις διέκοψαν, διότι «εκείνα διατμηθέντα τά μέλη πάλιν συνήφθη' ταύτα δέ άποσπασθέντα άν ένθάδε μή σνναφθή, ούκέτι σννα-Ψθήσεται, άλλά μέν£1 τον πληρώματος έξω» (ΡΟ 50, 651). Συνεπώς έξ έπόψεως τής Χρυσοστομικής διδασκαλίας όχι μόνον ουδείς λόγος δύναται νά γίνη περί χαρακτηρισμού τών διαφόρων αιρετικών ομάδων ώς Εκκλησιών, άλλά καί ούδεμία δυνατότης υπάρχει σωτηρίας εις τούς έμμένοντας ένσννειδήτως έκτός τής Εκκλησίας έν τή πλάνη αύτών.
Έκ τών άνωτέρω συνάγεται ότι μεταξύ τής Αγίας τοΰ Χριστού Εκκλησίας έν ή ένεσαρκώθη ή πλη ρό-της τής "Αληθείας" «Τοΰτο γάρ έστι τό συνέχον τήν πίστιν καί τό κήρυγμα' ή γάρ αλήθεια έστι τής Έκ-
κλησίας καί στύλος καί έδραίωμα» (ΡΟ 62, 554), καί τών διαφόρων αιρέσεων αί όποΐαι ενσαρκώνουν τό ψευδός καί τήν πλάνην, ώς έκ τοΰ Πατρός τοΰ ψεύδους, τοΰ Διαβόλου, εμπνεόμενοι καί κατευθυνόμενοι πρός άνατροπήν, ώς παρατηρεί ό ιερός Χρυσόστομος, τής πραγματοποιηθείσης ύπό του Θεανθρώπου ένσάρ-κου οικονομίας, ουδεμία είναι νοητή ή δυνατή επικοινωνία ή συνεργασία. Έπί τοΰ σημείου αύτοΰ ό ίερός Χρυσόστομος είναι έντελώς άδιάλλακτος καί άσυμβί-βαστος. Αυτός ό μέγας κήρυξ τής πάση θυσία καί δή καί δι' αγάπης προσελκύσεως τών αιρετικών εις τήν όρθοδοξίαν, έπ' ούδενί λόγω ανέχεται τήν έν τώ Σώματι τής Εκκλησίας σνννπαρξιν όρθοδοξίας καί αίρέ-σεως ή αιρετικών ή τής οιασδήποτε μετ' αυτών έπικοι-νωνίας έν τη πίστει, ώς προσκρούουσας απολύτως εις αυτήν τήν φύσιν τής Εκκλησίας τής οποίας καί αυτό τό «όνομα συμφωνίας όνομα καί ομονοίας εστί» (ΡΟ 61, 616), δεδομένου μάλιστα ότι, ώς λίαν χαρακτη ρι-στικώς παρατηρεί ό ιερός Χρυσόστομος, ή κοινωνία ή φιλία ορθοδόξων μετά αιρετικών προσκρούει καί εις τήν ένότητα τής Εκκλησίας έν τή αυτή πίστει, διότι όταν «αιρετικών φίλος εϊη» (ΡΟ 62, 79), τότε δέν υπάρχει τό έν πνεΰμα, ή ομόνοια δηλαδή καί ή όμο-φροσύνη έν τή πίστει.
Ή πρός τούς αιρετικούς επιβεβλημένη έκδήλωσις τής άγάπης κατά τήν προσπάθειαν προσελκύσεως αυτών εις τήν Όρθοδοξίαν, ουδόλως δέον νά συγχέηται πρός οιανδήποτε μετ' αύτών κοινωνία ν ή συνεργασίαν εις τά τής πίστεως. Ή έν προκειμένω διδασκαλία τοΰ ίεροΰ Χρυσοστόμου είναι άπολύτως σαφής καί κατηγορηματική. Αγάπη πρός πάντας, κοινωνία όμως καί συνεργασία εις τά τής πίστεως μόνον μετά τών πι-
στων. Κριτήριον έν προκειμένω άπόλυτον είναι ή Αλήθεια τής Εκκλησίας: «Όταν ούν εύ ποιεϊν δέη, πας άνθρωπος σοι έγγύς έστω' όταν δέ ό τής αληθείας γυ-μνάζηται λόγος έπιγίγνωσκε τόν οίκεΐον καί τόν άλ-λότριον. Καν αδελφό ν έχτ/ς όμοπάτριον καί όμομή-τριον καί μή κοινωνήση σοι κατά τόν τής αληθείας νόμο ν, έστω σοι τοΰ Σκύθον βαρβαρικώτερος* καν Σκύθης, καν Σαυρομμάτης, ή, τών δογμάτων δέ είδη
την ακριβειαν και πιστευη τούτο, ο και αυτός συ, αυ-
του του τας ωδινας σοι λυσαντος οικειοτερος εστω καί εγγύτερος» (ΡΟ 55, 461). Έν τή σχέσει τής "Αγάπης πρός τήν Αλήθειαν όχι μόνον δέν είναι νοητή οιαδήποτε σκέψις αντιθέσεως μεταξύ αύτών ή συγκα-λύψεως ή πολλώ μάλλον υποκαταστάσεως τής Αληθείας υπό τής Αγάπης άλλά πλήρης είναι ή συνύφαν-σις τών δύο έννοιών ούτως, ώστε ή έπικράτησις τής Αληθείας νά είναι ό πρωταρχικός σκοπός τής Αγάπης: «Αγάπην δέ δείκνυσι γνησίαν, διακηρύττει ό ιερός Χρυσόστομος, ου κοινωνία τραπέζης, ουδέ πρόσ-ρησις υψηλή, ουδέ κολακεία ρημάτων, άλλά τό διορ-θώσαι καί σκοπήσαι τό συμφέρον τοΰ πλησίον καί τόν πεπτωκότα διαναστήσαι...» (ΡΟ 54, 623).
"Ιδού διατί έν άπολύτω συνεπεία πρός τάς άνωτέρω βασικάς θέσεις του ό ίερός Πατήρ όχι μόνον δέν άνέχεται ούδεμίαν συνύπαρξιν πρός τήν αϊρεσιν καί τούς συλλόγους τών αιρετικών, άλλά καί άγωνίζεται αύτός ό ϊδιος άνενδότως έναντίον πάσης τοιαύτης συνυπάρξεως, έπικοινωνίας ή συνεργασίας μετ' αύτών, μέχρι δέ τοιούτου σημείου ούτως, ώστε νά κατη-γορήται άπό τών άντιπάλων του ώς φιλόνεικος. Ούτως, ό θεόπνευστος Πατήρ ύπογραμμίζων τό μέγεθος τοΰ κινδύνου έκ τών αιρέσεων έτι καί τών θεωρουμέ-
νων ώς μικρών παρεκκλίσεων έρωτα: «Που τοίνυν ει-σίν οι φιλονικείας ημάς κρίνοντες ένεκεν τής πρός τους αιρετικούς διαστάσεως;» (ΡΟ 61, 622).
Κατά ταΰτα έν μέν τή Εκκλησία ούδεμίαν θέσιν έχουν οί αιρετικοί, διό καί οί εξ αύτών έμμένοντες εις τήν πλάνη ν αύτών δέον νά άπ.οκόπτωνται εξ αύτής, διότι «τούτο μάλιστα ειρήνη, όταν τό νενοσηκός άπο-τέμνηται, όταν τό στασιάζον χωρίζηται. Έπεί καί ιατρός ούτω τό λοιπόν διασώζει σώμα, όταν τό άνιάτως έχον έκτάμη» (ΡΟ 57, 405). Εκτός δέ τής Εκκλησίας, οί πιστοί δέον νά αποφεύγουν οιανδήποτε άνάμιξιν ή έπικοινωνίαν πολλώ δέ μάλλον συνεργασίαν μετά τών συλλόγων τών αιρετικών καί δή καί έν τή πίστει: «Ά-ποστρεφώμεθα τών αιρετικών τούς συλλόγους, έχώμε-θα δέ διηνεκώς τής ορθής πίστεως, καί βίο ν άκριβή καί πολιτείαν Ιο^δό'μίν ισην Ιιδειξώμεθα»(ΡΟ 56, 256).
Εις τήν πρότασιν αυτήν τοΰ ίεροΰ Χρυσοστόμου θα ήδυνατο να ειπη τις, οτι συμπυκνουται ή εν γενεί πρός τούς αιρετικούς στάσις τών πιστών. Καί έπί τή βάσει αύτής διαφωτίζεται απολύτως ή μεθόδενσις τοϋ αγώνος τοΰ ίεροΰ Χρυσοστόμου πρός συντριβήν καί έκ-μηδένισιν τής αίρέσεως καί τής πάση θυσία καί άγάπη προσελκύσεως τών αιρετικών πρός έπιστροφήν έκ νέου εις τήν Όρθοδοξίαν.
Μετ' άληθοΰς πάθους άγωνίζεται ό ιερός Χρυσόστομος τόν διμέτωπον αύτοΰ άγώνα κατά τής αίρέσεως καί υπέρ τής έπιστροφής τών αιρετικών. Όσον ά-μείλικτος διώκτης είναι τής αίρέσεως προσπαθών διά «τής τοΰ Πνεύματος φλογός» όχι μόνον νά άποσπάση άλλά καί νά κατακαύση αυτήν ταύτη ν τήν πονηράν ρίζαν τής αίρέσεως (ΡΟ 48, 719), άλλο τόσον πυρπο-
λεΐται υπό τοΰ πόθου τής σωτηρίας τών αιρετικών, αγωνιζόμενος «άπάγειν αυτούς τής πονηράς αίρέσεως καί πρός τήν άλήθειαν έπανάγειν» (ΡΟ 48, 793). Διό καί δέν παύει καλών τούς έχοντας τάς πρός τούτο προϋποθέσεις πιστούς τούς έρριζωμένους δήλα δή εις τήν πίστιν καί μή διακινδυνεύοντας νά υποστούν ού-δεμίαν έκ τών αιρετικών βλάβην, νά τω συμπαρασταθούν εις τόν αγώνα υπέρ τής επιστροφής τών αιρετικών εις τήν Όρθοδοξίαν. Είναι τω όντι έξόχως συγκινητικοί άλλά καί συγκλονιστικοί οί λόγοι, διά τών οποίων ό ιερός Χρυσόστομος προσπαθεί νά συνειδητο-ποιήση εις τό έκκλησίασμα τό έν προκειμένω χρέος του. Παραθέτομεν λίαν χαρακτηριστική ν περικοπήν: «Ή μή τη ρ ημών ή κοινή ούχ ιμάτιο ν, άλλ' άδελφόν ά-πώλεσεν' έκλεψεν αυτόν ό διάβολος καί κατέχει νυν έν τω Ίουδαϊσμω' οίδας τόν κεκλοφότα, οϊδας τόν κλαπέντα' οράς έμέ, καθάπερ λύχνο ν, άπτοντα τής διδασκαλίας τόν λόγο ν καί πανταχού ζητούντα και κο-πτόμενον καί σύ έστηκας σιγώ ν καί ου καταγγέλεις; Πώς δέ ουκ έν τοις έσχάτοις σε τών εχθρών ή Εκκλησία λογιεΐται καί πολέμιο ν ήγήσεται καί λυμεώνα;» (ΡΟ 48, 856).
Εις τό όπτικόν αύτοΰ πεδίον ό ιερός Χρυσόστομος διά τήν ρύθμισιν τών σχέσεων πρός τούς αιρετικούς θεωρεί άφ' ενός μέν τήν Λυτρωτικήν Άλήθειαν τής Εκκλησίας καί άφ' έτέρου τήν άβυσσον τής άπω-λείας, πρός τήν οποίαν όδηγοΰνται οί αιρετικοί. Ού-δεμίαν δέ δυνατότητα συνδέσεως ή εναρμονίσεως ή συμβιβασμοΰ μεταξύ τών δύο κόσμων. Ή μοναδική λύσις είναι ό άγων υπέρ τής έπιστροφής τών αιρετικών εις τήν μίαν; άγίαν, καθολική ν καί άποστολικήν όρθόδοξον τοϋ Χρίστου Έκκλησίαν, ή όποια καί σννι-
στα τό μοναδικό ν καί άποκλειστικόν περιεχόμενον καί τήν δικαίωσιν τοΰ αγώνος τούτον.
Έκ τών μέχρι τοΰδε άναπτυχθέντων καθίσταται, ώς φρονώ, τοις πάσι δήλον, δτι ουδέν έρεισμα δύναται νά εΰργι εις τήν διδασκαλίαν μάλιστα δέ τήν Έκκλη-σιολογίαν τοΰ ίεροΰ Χρυσοστόμου ή συμμετοχή τής Όρθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας εις τήν οικουμενική κίνησιν καί τόν διάλογον μεταξύ τών «Έκκλη-σιών» υπό τήν αιγίδα τοΰ Π.Σ.Ε., ενός δηλονότι οργανισμού συγκροτουμένου υπό διαφόρων πέρα καί εκτός τής μιας, αγίας, καθολικής καί αποστολικής όρθοδόξου τοΰ Χριστοΰ Εκκλησίας ευρισκομένων αιρετικών ομάδων ή χριστιανικών ομολογιών. Διότι έν τω χώρω τοΰ Π.Σ.Ε. συντελείται, δ,τι κατηγορηματικώτατα υπό τής διδασκαλίας τοΰ ίεροΰ Χρυσοστόμου αποκλείεται καί καταδικάζεται, ήτοι ή συνεργασία μεταξύ Όρθοδοξίας καί αίρέσεως καί αντιστοίχως ορθοδόξων καί αιρετικών επί θεμάτων πίστεως, ώς ή έν συνεργασία σύνταξις θεολογικών κειμένων καί ή άπό κοινού συμμετοχή εις λατρευτικός συνάξεις καί ή άπό κοινοΰ έκ-προσώπησις τής χριστιανικής θρησκείας επί τών μεγάλων προβλημάτων τής άνθρωπότητος κ.λπ. Αντιθέτως δέ, απαγορεύεται δ,τι αποτελεί τήν μοναδική ν δικαίωσιν τής έπικοινωνίας τών ορθοδόξων μετά τών αιρετικών κατά τήν διδασκαλίαν τοΰ ίεροΰ Χρυσοστόμου, ή άσκησις δηλαδή τής ιεραποστολής πρός έπι-στροφήν τών αιρετικών εις τήν Όρθοδοξίαν (άπαγό-ρευσις άσκήσεως προσηλυτισμού).
Έξ έπόψεως, συνεπώς, τής έκκλησιολογίας τοΰ ίεροΰ Χρυσοστόμου άποκλείεται άπολύτως, ώς άπεδεί-χθη, κατά τήν γνώμην μας, διά τών άνωτέρω, ή συμμετοχή τής Όρθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας εις τό
Π.Σ.Ε. καί εις τόν ύπ' αύτοΰ διοργανούμενον οίκουμε-νικόν διάλογον μεταξύ των «Εκκλησιών»....
...«"Αν μεν ούν βλάπτωσιν, διδάσκει ό ιερός Χρυσόστομος, αί φιλίαι (μετά των αιρετικών), φεύγωμεν καί άποπηδώμεν' εάν δέ μηδέν ήμας εις τόν της εύσε-βείας άδικώσιν λόγο ν, ελκωμεν καί έπισπώμεθα πρός εαυτούς εκείνους» (ΡΟ 48, 708), είναι ή εν προκειμένω θεμελιώδης θέσις του ϊερού Χρυσοστόμου πρός καθο-ρισμόν της περαιτέρω πορείας καί του μετά των αιρετικών συγχρόνου οίκουμενικοϋ διαλόγου.
...Είναι άλήθεια μή έπιδεχομένη άμφισβήτησιν, 6-τι εις τόν χώρον του Π.Σ.Ε. κυριαρχοϋν άπολύτως αί έξόχως έπικίνδυνοι καί τοΰτ' αυτό καταλυτικαί της ορθοδόξου έκκλησιολογίας θεωρίαι της συγχρόνου «οικουμενικής θεολογίας», από της διαβοήτου θεωρίας τών κλάδων μέχρι καί της άρχής της σχετικότη-τος, υπό την άποσυνθετικήν άτμόσφαιραν τών όποιων καί συντελούνται αί πάσης φύσεως εκκλησιαστικοί καί θεολογικαί έργασίαι του Π.Σ.Ε.
Καί άπεδείχθη τόσον ισχυρά καί τοΰτ' αυτό ακαταμάχητος ή διαβρωτική δύναμις τών αιρετικών αυτών δοξασιών επί ώρισμένων έκπροσώπων καί δή καί κορυφαίων εις τό Π.Σ.Ε. λόγω άσφαλώς καί της συμμετοχής αυτών εις τάς εργασίας του Π.Σ.Ε., υπό συν-θήκας καταδικαζομένας υπό της Ιεράς Παραδόσεως τής Όρθοδοξίας, του πανισχύρου όπλου της οποίας καί άπεστέρησαν εαυτούς διά τής τοιαύτης συμμετοχής ούτως, ώστε μετά περίοδον συνεργασίας ολίγων δεκαετηρίδων νά ύποστηριχθοΰν ύπ' αυτών άπόψεις πρωτοφανείς εις τόν χώρον τής Όρθοδοξίας καί αδιανόητοι δι' ορθοδόξους καί δή καί ίεράρχας.
Καί περί μεν τών συνταρακτικών αυτών απόψεων τών οίκουμενιστών ιεραρχών καί θεολόγων, διά τών οποίων κατ' ούσίαν καταλύεται ή μοναδικότης τής Όρθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας ύποβιβαζομένης εις τήν θέσιν μιας μεταξύ τών λοιπών χριστιανικών ομολογιών, εϊπομέν τινα άνωτέρω, τούτο μόνον επιθυμούντες νά ύπογραμμίσωμεν ενταύθα, ότι δεν περιωρί-σθησαν μόνον εις τήν θεωρίαν οί άνωτέρω ίεράρχαι, αλλά παρακάμπτοντες δόγματα καί κανόνας επεδίωξαν συντόνως νά προετοιμάσουν διά του δήθεν διαλόγου τής δήθεν αγάπης τό έδαφος πρός τό λεγόμενον «Κοινόν Ποτήριον», καί μάλιστα διά τής κατ' αυτόν τόν τρόπον παρακάμψεως του διαλόγου τής Αληθείας καί πραγματοποιήσεως εν τή πράξει τής ενώσεως τής Όρθοδοξίας μετά τής αίρέσεως!....
...Ό ιερός Χρυσόστομος, ό πυρπολούμενος κυριολεκτικώς υπό τού πόθου τής επαναφοράς τών αιρετικών εις τήν Όρθοδοξίαν, ούδεμίαν ουδέ τήν παραμικρών έπέτρεπε έξ αυτών έπίδρασιν ή διάβρωσιν τών ορθοδόξων, ούδένα συμβιβασμόν καί τόν ελάχιστον ή-νείχετο, άλλ' έμάχετο άνενδότως κατ' αυτών: «Καθά-περ γάρ έν τοις βασιλικοϊς νομίσμασιν, διεκήρυττεν, ό μικρόν τον χαρακτήρος περικόψας όλον τό νόμισμα κίβδηλον είργάσατο' ούτω καί ό τής ύγιοΰς πίστεως καί τό βραχύτατον άνατρέψας, τφ παντί λυμαίνεται, επί τά χείρονα προϊών από τής αρχής. Που τοίνυν ει-σι ν οι φιλονικειας ημας κρίνοντες ενεκεν τής προς τους αιρετικούς διαστάσεως; Που νυν είσίν οί λέγοντες ουδέν μέσον είναι ημών κάκείνων, άλλ' από φι-λαρχίας τήν διαφορά ν γενέσθαι;... Αλλά καί αυτό μέν ούν τοΰτό έστι τό πάντων αίτιον τών κακών, τό μή υπέρ τών μικρών τούτων άγανακτεϊν» (ΡΟ 61, 622)....
...Ή εμμονή εις τήν όρθήν πίστιν ουδέποτε είναι δυνατόν νά άπομακρύνη άπό τής ειρήνης, άλλά μόνον ή άρνησις αύτής... Ιδού ή ύπέροχος προτροπή τοΰ ίε-ρου Χρυσοστόμου: «ει δέ που, τήν ενσέβειαν παραβλα-πτομένην ϊδοις, μή προτίμα τήν ομόνοια ν τής αληθείας, αλλ9 ϊστασο γενναίως έως θανάτου» (ΡΟ 60, 611).
Ναί! Ουδείς δήθεν διάλογος «Αγάπης», ουδεμία πρόφασις περί άσκήσεως δήθεν έξωτερικής ιεραποστολής πρός προσέλκυσιν τών αιρετικών εις τήν Όρθοδοξίαν, ουδέν σύνθημα περί ενώσεως δήθεν τών «Εκκλησιών» δύναται νά συγκαλύψη τήν Άλήθειαν, τήν Όρθοδοξίαν, νά διεκδικήση θυσίας εις τά θέματα τής άληθοΰς πίστεως. Όταν προσβάλλεται ή άκεραιό-της τής Αληθείας έν τή Εκκλησία, τότε δέν υπάρχει άλλη εκλογή εξ έπόψεως τής διδασκαλίας τοΰ ίεροΰ Χρυσοστόμου, διά τής οποίας εκφράζεται ή πεμπτουσία τής Όρθοδοξίας, ει μή ό άγών υπέρ τής Αληθείας, έστω καί εάν ή προσβολή γίνεται ύπό τό ένδυμα τής Αγάπης, τοΰ δήθεν διαλόγου τής Αγάπης, όπως θέ έλέγομεν σήμερον. Τότε οί άληθεΐς ορθόδοξοι
χριστιανοί εχοντες ως σύνθημα τήν προσταγήν του ίεροΰ Χρυσοστόμου «μή προτίμα τήν όμόνοιαν τής όλη θείας, άλλ' ϊστασο γενναίως έως θανάτου», άγωνί-ζονται υπέρ τής Αληθείας καί κατά τής Αίρέσεως....
...Οί άγωνιζόμενοι κατά τής αίρέσεως τοΰ Π.Σ.Ε. είναι ό εύλογημένος λαός τοΰ Θεοΰ, ό όποιος πιστός εις τήν θρησκείαν τών Πατέρων του, πιστός εις τήν εντολή ν τοΰ Κυρίου καί τήν διδασκαλίαν τών Πατέρων τής Εκκλησίας, μάλιστα δέ τοΰ ίεροΰ Χρυσοστόμου, ό όποιος εάν έζη σήμερον θά ήτο ό Ηγέτης τοΰ αγώνος κατά τοΰ Παγκοσμίου θρησκευτικοΰ συγκρη-
τισμοΰ ώς τούτο εκπροσωπείται εις τό Π.Σ.Ε. καί υπέρ τής οικουμενικής αποστολής τής Όρθοδοξίας; προμαχών τής Όρθοδοξίας έν μέσφ τοϋ συγχρόνου πνευματικού χάους, προτιμών αντί τοΰ ψευδοΰς διαλόγου τής Αγάπης, ύφ' ήν συγκαλύπτεται ή αϊρεσις τοϋ Οίκουμενισμοΰ, τήν Λυτρωτική ν Άλήθειαν τής Μιάς, άγίας, καθολικής καί άποστολικής Όρθοδόξου τοΰ Χριστοΰ Εκκλησίας.
Καί αύτό συνιστά τήν μεγάλην εύλογίαν τής Όρθοδοξίας εις τήν σύγχρονον έποχήν καί τήν μοναδική ν έλπίδα διά τήν έπανένωσιν τής Χριστιανοσύνης!
Ή Αγία καί Οικουμενική πρώτη Σύνοδος.
Ενώπιον τών μεγάλων ευθυνών
...Ή λεγομένη οικουμενική κίνησις του Π.Σ.Ε., του παγκοσμίου δηλαδή συνονθυλεύματος τών αιρέσεων καί τών αιρετικών είναι ή πλέον επικίνδυνος αϊ-
ρεσις.
Είναι τόσον συγκλονιστικοί αί εκ τής άνεπιτρέ-πτου ταύτης συμμετοχής εις τό Π.Σ.Ε. μέχρι τούδε επιπτώσεις καί τόσον δυσοίωνοι αί μελλοντικαί εξελίξεις, ούτως, ώστε νά συνταράσσεται ό ευλογημένος λαός του Θεού, αυτός ό Λαός επί του οποίου στη ρίζε-ται εν πολλοίς ή εν γένει εκκλησιαστική δράστη ριό-της από συνεχή καί άλλεπάλληλα ερωτήματα, τά όποια, δυστυχώς, δέν ετυχον εισέτι πλήρους καί ικανοποιητικής εκ μέρους τής υπευθύνου εκκλησιαστικής Ηγεσίας άπαντήσεως.
Καί τά συγκλονιστικά αυτά ερωτήματα θά ήδύνα-ντο νά συνοψισθούν προχείρως εις τά έξής:
Α') Έξ έπόψεως αρχής: Διατί ή Όρθόδοξος Ιεραρχία άνέχεται τήν περαιτέρω συμμετοχήν εις τό παγκόσμιον συνονθύλευμα τών αιρέσεων τού Π.Σ.Ε. παρά τήν κατάφωρον παραβίασιν θεοπνεύστων ιερών Κανόνων καί θεμελιωδών έκκλη σιολογικών άρχών, δι' ης πλήττεται αυτή αύτη ή ούσία καί ή εν γένει λυτρωτική πορεία τής Όρθοδοξίας; Πώς άνέχεται ή Όρθόδοξος Ιεραρχία τόν συμφυρμόν ορθοδόξων ιεραρχών καί πιστών λαϊκών εν μέσω αιρετικών καί μάλιστα υπό συνθήκας εξόχως μειωτικός διά τό κύρος καί τήν αίγλη ν τής Όρθοδοξίας;
Καί δεν είναι βαθύτατα θλιβερόν τό γεγονός δτι ό Ρωμαιοκαθολικισμός έν άπολύτω συνεπεία πρός τήν εκκλησιαστική ν αύτού έστω ψευδαίσθησιν, ότι. είναι ή μία, αγία... ήρνήθη νά συμμετάσχη εις τό Π.Σ.Ε., δίδων ούτω έν προκειμένω λίαν όδυνηρόν μάθημα συνεπείας εις τούς υπευθύνους Ποιμένας τής Όρθοδοξίας;
Β') Αλλά πολύ πλέον συγκλονιστικά είναι τά ερωτήματα, τά όποια γεννώνται εις τάς συνειδήσεις τού πιστού Λαού του Θεού εκ τής συνεχίσεως τής συμμετοχής εις τό παγκόσμιον συνονθύλευμα τών αιρέσεων (Π.Σ.Ε.) καί μετά τάς λίαν θλιβεράς καί έπι-κινδύνους καί τοΰτ' αυτό διαβρωτικός τού ορθοδόξου φρονήματος συνεπείας εκ τής συμμετοχής ταύτης....
Καί γεννάται τό έν, τό μέγα ερώτημα: Διατί ή Όρθόδοξος Ιεραρχία τουλάχιστον μετά τήν διαπίστωσιν τών επικινδύνων καί τοΰτ' αυτό καταστρεπτικών επιπτώσεων εκ τής συμμετοχής εις τό Π.Σ.Ε. δεν αποχωρεί εξ αύτοϋ;
Διατί εξακολουθεί νά συμμετέχη εις ένα όργανι-σμόν εντός του οποίου συντελείται τό μυστήριον τής άνομίας υπό τήν έπίδρασιν του άποσυνθετικοΰ παγκοσμίου θρησκευτικού συγκρητισμοΰ; Δεν συνιστά άμά-χητον τεκμήριον του θανασίμου κίνδυνου εκ τής συμμετοχής ταύτης τό γεγονός, ότι κορυφαίοι εκπρόσωποι τής Όρθοδοξίας εντός του Π.Σ.Ε. υπέστησαν εντός βραχυτάτου Ιρο^οΟ δ,απατός το,αύτην φθορο-ποιόν έπίδρασιν καί διάβρωσιν του ορθοδόξου αυτών φρονήματος, ούτως, ώστε άνεπιφυλάκτως, άνενδοιά-στως καί άδιστάκτως νά διακηρύττουν πρός τό πλήρωμα τής Αγίας τού Χριστοΰ Εκκλησίας άπόψεις αληθώς άπιστεύτους δι' ορθοδόξους ίεράρχας καί θεολόγους καί αί όποΐαι εάν έτολμώντο νά διακηρυχθούν
πρό τής συμμετοχής εις τήν Οικουμενική ν Κίνησιν του Π.Σ.Ε. θά έπέσυρον κεραυνοβόλον τήν έπέμβασιν τής Εκκλησίας καί τήν έπιβολήν κατά τών Παραβατών, τών άμετανοήτως εμμενόντων εις τήν πλάνην αυτών, τήν βαρυτάτην ποινήν τής καθαιρέσεως καί του αναθέματος;
Πρό ολίγων δεκαετήρίδων δέν ήτο νοητόν, ότι κορυφαίοι ορθόδοξοι ίεράρχαι καί θεολόγοι θά ήρνοϋ-ντο, ότι ή Όρθόδοξος Καθολική Εκκλησία είναι αυτή αΰτη ή μία, αγία, καθολική καί άποστολική Εκκλησία του Χρίστου; "Η ότι θά έπεχείρουν τήν κατά-λυσιν τών ορίων μεταξύ Όρθοδοξίας καί αίρέσεως καί τής εντάξεως πάντων τών αιρετικών συνονθυλευμάτων έντός τής μιας, αγίας...; Καί όμως αί θέσεις αύ-τα! όχι μόνον συνεχώς διακηρύσσονταν υπό οπαδών τής οίκ. Κινήσεως τού Π.Σ.Ε., άλλά καί προχωρούν καί εις προσπαθείας, όπως επιτύχουν τήν «ά& Γ&οίο» ε-νωσιν ορθοδόξων καί αιρετικών εμμενόντων εις τήν πλάνην αύτών διά τής συμμετοχής εις τό Κοινόν Πο-τήριον, καί δέν διστάζουν νά μεταβάλλουν τήν Όρθο-δοξίαν εις διακοσμητικόν στοιχεΐον του θρόνου τού αιρετικού Πάπα Ρώμης (24 Ίαν. 1972) ή εις πτωχο-συγγενή τής προτεσταντικής αίρέσεως έν τώ Π.Σ.Ε.!
Τό δέ έ'τι χείρον, ορθό!^ θεολόγοι προτείνουν τήν συγκρότησιν παρ' εκάστη τοπική Εκκλησία Συνόδου εξ αντιπροσώπων όλων τών έν τή περιοχή ύ-παρχουσών αιρέσεων, Συνόδου, ή οποία θά άσκή τήν ποιμαντικήν εξουσία ν έν τή πλήρει αυτής έννοία(!!!). Υπεράνω δηλαδή τής ανωτάτης εκκλησιαστής άρ-χής τής έν Ελλάδι στρατευομένης, μιας, άγίας, καθολικής καί αποστολικής Όρθοδόξου τοϋ Χρίστου Έκ-κλησίας, θά συγκροτηθή ετέρα Συνοδική αρχή, εις τήν οποίαν θά συμμετέχουν Ρωμαιοκαθολικοί, Προτε-
στάνται καί ποικίλοι άλλοι αιρετικοί καί αίρεσιάρ-χαι, διατί δχι καί ό κ. Ζωδιάτης, καί οι όποιοι θά ασκούν τήν ποιμαντική ν έξουσίαν καί επί τής Όρθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας έν τή πλήρει σημασία τής λέξεως!!
Καί συγκλονίζεται άληθώς ή ορθόδοξος συνείδη-σις καί διερωτάται: Τί σνγκλονιστικώτερον άναμένει ακόμη ή Σεπτή Ιεραρχία της Εκκλ ησιας τής Ελλάδος νά ϊδγι ή νά άκούστι διά νά άποφασίστ\ τήν άποχώ-ρησιν εκ τον Π.Σ.Ε.; Έάν εντός βραχυτάτου χρονικού διαστήματος υπέστη τοιαύτην διάβρωσιν τό όρθόδο-ξον φρόνημα κορυφαίων ορθοδόξων εκπροσώπων έν τω Π.Σ.Ε., οΰτως, ώστε νά προτείνονται ύπ' αυτών τά άνωτέρω πρωτοφανή καί άνήκουστα καί άδιανόητα, δέν άνησνχεϊ μήπως παρατεινομένης τής συμμετοχής ταύτης ύποστή τοιαύτην αμβλυνσιν τό καθόλου ορθόδοξο ν φρόνημα, ούτως ώστε ή προταθείσα άνωτέρω Σύνοδος έξ Αιρετικών νά άποβή τετελεσμένον γεγονός;....
...Εις τά άνωτέρω συγκλονιστικά ερωτήματα, τά όποια συνταράσσουν τό πλήρωμα τής Όρθοδοξίας εις τήν έποχήν μας καί ωθούν τά βλέμματα αύτοΰ πρός τήν Σεπτή ν Ίεραρχίαν εις βωβήν έκκλησιν διασφαλίσεως τής Όρθοδοξίας ιδία εκ τής αίρέσεως του Οικουμενισμού, ας έπιτραπή καί εις τόν ύποφαινόμενον νά πρόσθεση ταπεινώς καί μέ άπέραντον σεβασμόν πρός τήν σεπτήν χορείαν τών ορθοδόξων Ιεραρχών τής έν Ελλάδι στρατευομένης Αγίας τού Χριστού Εκκλησίας καί τήν ιδική ν του έκκλησιν, μίαν έκκλησιν, ή όποία προέρχεται άπό έναν άπλούν πιστόν, ό όποιος παρά τήν άμαρτωλότητα καί άναξιότητά του ή-λεήθη υπό τού έν Τριάδι Προσκυνητού Θεού, νά διέλ-θη τόν μέχρι τούδε βίον του εις τάς αύλάς τού Κυ-
ρίου, καί νά άφοσιωθή εις τήν σπουδήν καί τήν μελέτη ν του Ιερού Πηδαλίου, τής Ιεράς καί Παγκοσμίου Όλκάδος. Αποτέλεσμα αυτής ακριβώς τής κοινωνίας μετά τών θεοπνεύστων Κανόνων καί τής θεολογίας τών πνευματοκινήτων Πατέρων τής Αγίας του Χρίστου Εκκλησίας είναι καί ή συναίσθησις του χρέους, πρός κατάθεσιν καί τής ιδικής του μαρτυρίας καί δή καί ως Καθηγητού του Κανονικού Δικαίου, τοσούτω δέ μάλλον επιβεβλημένης καθ' όσω κατά τήν ώραν ταύτην τής μεγάλης δοκιμασίας ή λαΐλαψ του παγκοσμίου θρησκευτικού συγκρητισμού προσπαθεί, ως εϊ-δομεν, νά άφαρπάση καί άχρηστεύση έκτός τών δογμάτων ιδία τό Πηδάλιον τής Ιεράς Όλκάδος επί τω
σκοπώ, οπως διαστρεψη τήν πορειαν αυτής και καταπόντιση τό πλήρωμα τής Όρθοδοξίας μέσα εις τό χάος καί τήν άβυσσον τής αίρέσεως.
"Ας έπιτραπή, λοιπόν, καί εις έμέ νά διαπιστώσω, ότι ό μεγαλύτερος έν προκειμένω κίνδυνος δέν προέρχεται τόσον από τους έκτός τής Όρθοδοξίας αιρετικούς, οσον από τους εντός αύτής αχθοφόρους τών άπο-συνθετικών θεωριών του Οικουμενισμού, οί όποιοι συνεχώς ομιλούν περί τού δήθεν επιβεβλημένου συγχρονισμού τής Όρθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας καί δή καί τών ιερών αύτής Κανόνων, έννοούντες μάλιστα καί τήν δυνατότητα θεσπίσεως νέων κανόνων ά-ντιστρατευομένων πρός τό πνεύμα τών παλαιοτέρων! Ένώ δήλα δή ομιλούν συνεχώς περί πρωτευόντων καί δευτερευόντων κανόνων καί προβαίνουν εις διάκρισιν μεταξύ ούσίας καί μορφής, περιεχομένου καί μετα-βαλλομένων μέσων διά τών οποίων εκφράζεται τούτο καί προτείνουν έν συνεχεία τόν συγχρονισμό ν του επουσιώδους δήθεν καί δευτερεύοντος, έν τοις πράγμα-σιν άνατρέπουν αυτό τούτο τό βάθρον επί τού οποίου
οικοδομείται τό δογματικόν καί κανονικόν σύστημα τής Εκκλησίας....
...Διά τήν συντριβήν τοΰ Πύργου τής Βαβέλ τής αίρέσεως τοΰ Οίκουμενισμοΰ έν τω χω ρω τής Όρθοδοξίας άρκεΐ ή προβολή καί ή άμετακίνητος έμμονή τών Ποιμένων τής Όρθοδοξίας εις τό Ιερόν Πηδάλιον ώς έκφράζεται τοΰτο εις τόν Α' Κανόνα τής Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, έν τω όποίω συμπυκνοΰται ή πεμπτουσία τοΰ δικαίου τής Χάριτος καί διακηρύσσεται ή θε-όπνευστος προέλευσις τών Ιερών Κανόνων, τό αιώνιο ν κύρος αύτών καί ή επί τη βάσει αύτών άξιολόγη-σις άπάσης τής ποιμαντικής δραστηριότητος τών Ποιμένων τής Εκκλησίας. Ιδού τό πλήρες κείμενον τοΰ θεοπνεύστου Κανόνος: «Τοις τήν ιερατική ν λαχοϋσιν αξία ν, μαρτύριά τε καί κατορθώματα, αί τών κανόνι-
κων διαταξεων εισιν νποτνπωσεις ας ασμένως δεχομενοι, μετά τοΰ θεοφάντορος Δαβίδ άδομεν πρός τόν δεσπότην Θεόν λέγοντες" Έν τή όδώ τών μαρτυρίων σου έτέρφθην, ώς έπί παντί πλούτω' καί ένετείλω δι-καιοσύνην, τά μαρτύριά σου εις τόν αιώνα" συνέτισόν με καί ζήσομαι. Καί εις τόν αιώνα ή προφητική φωνή εντέλλεται ή μι ν φυλάττειν τά μαρτύρια τοΰ Θεού, καί ζην έν αύτοΐς, δηλονότι άκράδαντα καί ασάλευτα διαμένοντα, ότι καί ό θεόπτης Μωϋσής ούτω φησίν" Έν αύτοΐς ουκ έστι προσθεΐναι, καί άπ' αυτών ουκ εστίν ά-φελεϊν. Καί ό θείος Απόστολος Πέτρος έν αύτοΐς έγ-καυχώμενος βοά" Εις ά έπιθυμοΰσιν άγγελοι παρακΰ-ψαι. Καί ό Παϋλός φησι' Καν ημείς, ή άγγελος εξ οι5-ρανοΰ εύαγγελίζηται νμϊν, παρ' δ εύηγγελισάμεθα ύμϊν άνάθεμα έστω. Τούτων ούν ούτως όντων καί διαμαρτυρομένων ή μι ν, άγαλλιώμενοι έπ' αύτοις, ώς εϊ τις εύροι σκύλα πολλά, άσπασίως τούς θείους Κανόνας έν-στερνιζόμεθα καί όλόκλη ρον τήν αύτών διαταγήν καί
άσάλευτον κρατύνομεν, τών εκτεθέντων υπό τών άγιων σαλπίγγων του Πνεύματος, τών πανευφήμων Αποστόλων, τών τε εξ άγίων οικουμενικών συνόδων, καί τών τοπικώς συναθροισθεισών επί έκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καί τών άγίων Πατέρων ημών. Έξ ενός γάρ άπαντες καί του αύτοΰ Πνεύματος αύγασθε-ντες, ώρισαν τά συμφέροντα. Καί ους μέν τω άναθέμα-τι παραπέμπωσι, καί ήμεΐς άναθεματίζομεν" ους δέ τή καθαιρέσει, καί ήμεϊς καθαιρούμεν, ους δέ τω άφορι-σμω καί ήμεΐς άφορίζομεν" ους δέ έπιτιμίω παραδιδό-ασι καί ήμεΐς ώσαύτως ύποβάλλομεν...»
(ΡΑΛΛΗ-ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα τών θείων καί ιερών Κανόνων, τόμ. 2, σελ. 555-556).
Μέ αύτήν ακριβώς τήν άκράδαντον πεποίθησιν, ότι, άπαντες οί ιεροί Κανόνες έθεσπίσθησαν κατ' έμ-πνευσιν τού "Αγίου Πνεύματος, ότι ουδεμία άλλοίωσις του πνεύματος τών ιερών Κανόνων υπό τής θνητής άν-θρωπίνης διανοίας ήτο επιτρεπτή, έφύλαττον οί άξιοι τής άποστολής των Ποιμένες διά μέσου τών αιώνων ακράδαντα καί ασάλευτα τά μαρτύρια του Θεού ουχί καινοτομοΰντες ή καταργουντες ή μεταβάλλοντες τόν νόμο ν του Θεοΰ, αλλά μεταμορφούμενοι αυτοί οί ίδιοι καί άνακαινιζόμενοι διά τής Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, τού κατευθύνοντος τήν Εκκλησία ν εις πά-σαν Άλήθειαν καί τελεσιουργούντος τήν άπολύτρω-σιν τών πιστών.
Ιδού διατί καί τό σύγχρονον πλήρωμα τής Όρθοδοξίας, κατά τήν ώραν αύτήν τής μεγάλης δοκιμασίας καί τών κλυδωνισμών τής Παγκοσμίου καί Οικουμενικής Όλκάδος έκ τής ένσκηψάσης λαίλαπος του παγκοσμίου θρησκευτικού συγκρητισμού του Π.Σ.Ε. έχει έστραμμένον πλήρες ελπίδων τό βλέμμα πρός τήν Σεπτήν χορείαν τών Όρθοδόξων Ιεραρχών, τών συγ-
κροτούντων τήν Σύνοδον τής έν Ελλάδι Ιεραρχίας καί δέεται έκ βαθέων όπως τό Πανάγιον Πνεύμα, τό όποιον άπαν συγκροτεί τόν θεσμόν τής Εκκλησίας, κατευθύνη αύτούς εις σωτηρίους άποφάσεις, εις τήν διακυβέρνησιν τής Αγίας τοΰ Χριστού Όρθοδόξου Εκκλησίας άποκλειστικώς καί^ μόνον επί τή βάσει τού Πηδαλίου καί τής Ιεράς έν γένει Παραδόσεως τής Όρθοδοξίας, τήν άπω θη σι ν πάσης βεβήλου χειρός έκ τοΰ Πηδαλίου καί ιδία τήν άποχώρησιν έκ τοΰ Π.Σ.Ε., τής πηγής αύτής τών συγχρόνων δεινών τής Όρθοδοξίας....
Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΦΥΛΑΞ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Κατά τήν διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Σέ μιά εποχή κατά τήν οποία όλα τά πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά ακόμη συστήματα έχουν ως πρωταρχική επιδίωξη τόν προσεταιρισμό του λαοΰ γιά τήν επίτευξη τών στόχων τους, προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία καί σπουδαιότητα ή ορθή αξιολόγηση καί μάλιστα ή πλήρης αξιοποίηση του λαϊκού στοιχείου, εις τήν επίτευξη του ά-πολυτρωτικοΰ έργου τής Εκκλησίας.
Ή τοιαύτη ένταξη τού λαϊκού στοιχείου εις τήν στρατεία τής Αγίας τοΰ Χρίστου Εκκλησίας καθίσταται όλως επείγουσα καί επιτακτική επειδή κατά καιρούς άνάξιοι καί επίορκοι ποιμένες καί επίσκοποι, επιλήσμονες γενόμενοι τών δοθεισών άπ' αύτούς ενώπιον Θεού καί άνθρώπων, κατά τή χειροτονία τους, πανηγυρικών διαβεβαιώσεων, παραβιάζουν καί άνα-τρέπουν εκ βάθρων τήν κανονική τάξη τής Έκκλη-
Τό άρθρο αυτό του Καθηγητού κ. Κων/νου Δ. Μουρατίδου είναι από τό Δελτίο τής «Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων», Ία-νουάριος-Μάρτιος 1994.
36
σίας καί άντιμετωπίζουν τόν πιστό λαό του Θεού, ώς ξένο σώμα, τό όποιο πρέπει νά περιθωριοποιηθή καί νά άδρανοποιηθή, παραμένοντας άβουλος θεατής τών τεκταινομένων σέ βάρος τής Εκκλησίας εκ μέρους τών έπισκόπων γιά τούς όποιους ισχύουν οί λόγοι τού Κυρίου διά του Προφήτου Ιερεμίου (κεφ. 12, 10): «Ποιμένες πολλοί διέφθειρα ν τόν αμπελώνα μου, έμό-λυναν τήν μερίδα μου, έδωκαν τήν μερίδα τήν έπιθυ-μητήνμου εις έρημον άβατον...».
Εις τά έλάχιστα περιθώρια τού παρόντος άρθρου δέν είναι βεβαίως δυνατόν νά έξαντληθή τό περίπλοκο πρόβλημα τής θέσεως τοϋ λαϊκοϋ στοιχείου εντός τού εκκλησιαστικού οργανισμού.
Γι' αυτό καί θά περιορισθούμε νά άπαντήσουμε εις τό έρώτημα αν ή θέση τών λαϊκών έντός τής εκκλησιαστικής διοργανώσεως συνίσταται εις τήν παθητική άπλώς άποδοχή τής ποιμαντικής διακονίας
του κλή ρου ή αντιθέτως οι λαικοι έχουν ως αποστολή τήν ενεργό συμπαράσταση εις τό εκκλησιαστικό ποιμαντικό έργο καί είναι από κοινού μέ τόν κλήρο υπερασπιστές καί φύλακες τής όρθοδοξίας.
Ή άπάντηση εις τό άνωτέρω έρώτημα δίδεται μέ βάση τήν θεόπνευστη πράγματι διδασκαλία τού άγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, ή οποία είναι καί ή πληρεστέρα σχετική πατερική διδασκαλία, άπό τήν οποία καί έπισημαίνομε τίς κάτωθι θεμελιώδεις άρχές, σχετικές μέ τήν θέση τών λαϊκών έντός τής Εκκλησίας καί τήν σχέση αυτών πρός τόν κλήρο.
1. «"Εν σώμά έσμεν οί πάντες», κλήρος καί λαός
Ή Αγία τού Χριστού Εκκλησία, ώς ενιαίος καί ά-διαίρετος θεανθρώπινος οργανισμός, έχουσα κεφαλή
τόν Κύριον Ημών Ίησοϋν Χριστόν απαρτίζεται άπό τό σύνολο τών πιστών, κληρικών καί λαϊκών, οί όποιοι άποτελοΰν τό σώμα τοΰ Χριστοΰ.
Ή διάκριση τών μελών τής Εκκλησίας σε κληρικούς καί λαϊκούς ούδεμία εισάγει διαίρεση μεταξύ αύτών καί μάλιστα μέ τήν έννοια περισσοτέρων δικαιωμάτων καί όλιγοτέρων υποχρεώσεων.
Όλα τά μέλη τής Εκκλησίας άδιακρίτως, κλήρος καί λαός, άποτελοΰν τόν «λαόν τοΰ Θεού», τό «έκλε-κτόν γένος καί βασίλειον ίεράτενμα», τό «άγιον έθνος», τό όποιο καλοΰνται οί ποιμένες νά διαποιμά-νουν καί νά διακονούν μέ ταπείνωση καί άγάπη καί σέ καμμία περίπτωση μέ καταπίεση, «ώς κατακυριεύο-ντες τών κλήρων», όπως παρατηρεί ό Απόστολος Πέτρος.
Διακονία καί ταπείνωση άποτελοΰν τό περιεχόμενο τών εκκλησιαστικών λειτουργημάτων σέ άντίθεση πρός τά κοσμικά άξιώματα, τά όποια συμφώνως πρός τήν κατηγορηματική διακήρυξη τοΰ Κυρίου χαρακτηρίζονται άπό τήν κυριαρχική, καταπιεστική καί έξου-θενωτική έξουσία: «Οι άρχοντες τών έθνών κατακυ-ριεύουσιν αυτών καί οί μεγάλοι κατεξουσιάζουσι ν αύτών. Ούχ ούτως έσται έν ύμΐν' άλλ' ώς εάν θέλτ] έν ύ-μΐν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος καί ός εάν θέλτ) έν ύμϊν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος" ώσπερ ό υιός τοΰ άνθρώπου ούκ ήλθε διακονηθήναι, άλλά διάκο νήσαι καί δούναι τήν ψυχή ν αύτοΰ λύτρον αντί πολλών» (Ματθ. 20, 25-28).
Ή πεμπτουσία τοΰ εκκλησιαστικού λειτουργήματος είναι ή μέχρις αύτοθυσίας διακονία έν άγάπη άπό τόν ποιμένα τών έμπιστευθέντων άπό τό "Αγιο Πνεΰμα εις αύτόν πιστών: «Ό ποιμήν ό καλός τήν ψυχή ν αύτοΰ τίθησιν υπέρ τών προβάτων αύτοΰ» (Ίωάν. 10, 11).
2. Ή αρχή τής ισότητος τών μελών τής Εκκλησίας
Μέσα στήν Εκκλησία ή προελθοϋσα από τήν αμαρτία διάκριση τών ανθρώπων σέ ανωτέρους καί κατωτέρους, δούλους καί ελευθέρους, άρχοντες καί άρ-χομένους ουσιαστικά καταργήθηκε. Όπως παρατηρεί σχετικώς ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος: «Ή γάρ πίστις καί ή τον πνεύματος Χάρις τήν έκ τών κοσμικών άξιωμάτων ανωμαλία ν περιελονσα εις μίαν άπα-
ντας επλασε μορφην και εις ενα απετνπωσε χαρακτήρα τόν βασιλικό ν» (ΡΟ 50, 75).
Μέ τό μυστήριο τού βαπτίσματος όλοι οί πιστοί, κληρικοί καί λαϊκοί, μετέχουν εις τό τριπλό άξίωμα του Κυρίου: «Οντω καί σύ γίνη βασιλεύς καί ιερεύς καί προφήτης έν τω λοντρω» (ΡΟ 61, 417 εξ.).
Όπως είναι αυτονόητο, ή συμμετοχή τών λαϊκών εις τήν ίερωσύνη του Κυρίου δέν έχει τήν έννοια, ούτε ταυτίζεται μέ τήν ειδική ίερωσύνη, ή οποία προσκτάται μέ τή χειροτονία.
Είναι πάντως χαρακτηριστικό, ότι ό ί. Χρυσόστομος άποκαλεϊ όλους τούς πιστούς «πλήρωμα ίερατι-κόν» (ΡΟ 67, 204).
Γι' αυτό καί ή σπουδαιοτέρα διάκριση τών μελών τής Εκκλησίας σέ κλήρο καί λαό δέν διαταράσσει τήν άρχή τής ίσότητος καί τής ένότητος μεταξύ αύ-τών, δεδομένου ότι, όπως παρατηρεί ό ί. Χρυσόστομος, ή διάκριση τού πληρώματος σέ πρόβατα καί ποιμένες άφορα εις τήν ανθρωπινή πλευρά τής Εκκλησίας καί υπάρχει χάριν τής αποτελεσματικής διαποι-μάνσεως τών πιστών. Ενώπιον όμως τού Χριστού δέν υπάρχει ή διάκριση αυτή. Ποιμένες καί ποιμαινόμενοι
είναι δλοι ποιμαινόμενοι, μέ μοναδικό άρχιποίμενα τόν Θειο τής Εκκλησίας Δομήτορα.
Ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος απευθυνόμενος πρός τούς πιστούς υπογραμμίζει όλως ιδιαιτέρως τήν βασικής σημασίας ώς πρός τήν ουσιαστική ισότητα καί ένότητα μεταξύ κλήρου καί λαού διαπίστωση αυτή διά τής άκολούθου φράσεως: «Είπον γάρ πολλάκις πρός τήν ύμετέραν άγάπη ν, δτι πρόβατα καί ποιμένες πρός τήν άνθρώπων είσίν διάκρισιν, πρός δέ τόν Χριστό ν πάντες πρόβατα, καί γάρ οί ποιμαίνοντες καί οί
ποιμαινομενοι υφ ενος του ανω ποιμενος ποιμαινο-νται» (ΡΟ 52, 784).
Παρά τήν σπουδαιότητα καί τό άπολύτως άπαραί-τητο αύτής, ή ίερωσύνη δημιουργεί εξωτερικές μόνο διακρίσεις μεταξύ κληρικών καί λαϊκών χωρίς νά θί-γη τήν ισότητα μεταξύ αύτών: «Τά πάντων κεφαλαιω-δέστερα, παρατηρεί ό ί. πατήρ, κοινά πάντων έστι, τό βάπτισμα, τό διά πίστεως σωθήναι, τό τόν Θεό ν έχει ν πατέρα, τό τοΰ αυτοΰ Πνεύματος άπαντας μετέχει ν» (ΡΟ 62, 81).
Δηλαδή τά πιό ούσιώδη καί σημαντικά χαρίσματα γιά τήν απολύτρωση καί τήν θέωση τών άνθρώπων, πού έξεπήγασαν άπό τό άπολυτρωτικό έργο τοΰ Κυρίου μας άνήκουν έξίσου εις όλους τούς πιστούς, κληρικούς καί λαϊκούς, άδιακρίτως. Καί αυτά είναι τό βάπτισμα, ή σωτηρία διά τής πίστεως, τό νά έχουν όλοι τόν Θεόν Πατέρα, νά μετέχουν στήν θεία Ευχαριστία καί νά γίνονται κοινωνοί τοΰ Αγίου Πνεύματος πού είναι ή πηγή τών χαρισμάτων καί οδηγεί τούς πιστούς εις πάσα ν τήν άλήθειαν.
Έάν δέ οί ιερείς καί άρχιερεϊς υπερτερούν άπό τούς λαϊκούς ώς πρός τό μέγεθος τοΰ λειτουργήματος τό όποιο άσκοΰν, ή ύπεροχή αυτή έξισορροπεΐται άπό
τίς μεγαλύτερες εύθύνες πού έχουν σέ περίπτωση παραβάσεως τού θείου θελήματος, όπως εκφράζεται εις τό θειο δίκαιο καί τούς κανόνες τής Εκκλησίας.
Γι' αύτό καί ό ιερεύς, εάν ύποπέση στό αυτό άμάρ-τη μα με ενα πιστό θα υποστή μεγαλύτερη ποινή.
Ή τελική πάντως αξιολόγηση τών πιστών δέν θά έξαρτηθή άπό τό μέγεθος τού αξιώματος ή τού λειτουργήματος πού άσκησαν εις τήν Εκκλησία άλλά άπό τόν τρόπο πού τό άσκησαν, άπό τούς άγώνες καί τήν προσπάθεια πού κατέβαλαν γιά τήν υπερνίκηση
τών παθών καί τού παλαιού άνθρώπου καί γιά νά φθά-ουν σε υψη αγνοτητος και αρετής με τήν αγαπη και
τά έργα αύτής.
Δέν είναι συνεπώς παράδοξο εάν ένας άπλός καί άφανής πιστός έχη προβάδισμα εις τήν βασιλεία τού Θεού, έναντι κορυφαίων άξιωματούχων τής Εκκλησίας όπως μητροπολιτών, άρχιεπισκόπων καί οικουμενικών πατριαρχών, μερικοί άπό τούς οποίους μπορει να μείνουν και έκτος τής βασιλείας του Θεου, όπως ό προδότης Ιούδας.
Υπέρτατο κριτήριο βάσει τού οποίου θά προσδιορισθεί ή τελική θέση τών πιστών εις τήν βασιλεία τού Θεού είναι ή άγάπη: «Έν τούτω γνώσονται πάντες, ότι έμοί μαθηταί έστέ, εάν αγαπάτε άλλήλους. Ή δέ άγάπη, παρατηρεί ό ί. Χρυσόστομος, ουχί θαυμάτων, άλλά πολιτείας εστί. Πλήρωμα γάρ νόμου ή άγάπη. Είδες τό γνώρισμα τών μαθητών; Είδες τήν εικόνα τής αποστολής; Είδες τήν μορφή ν; είδες τόν τύπον; μηδέν πλέον ζήτει' ό γάρ Δεσπότης άπεφήνατο, ότι άγάπη χαρακτηρίζει τούς μαθητάς: "Αν τοίνυν εχης άγάπη ν, Απόστολος γέγονας καί τών Αποστόλων πρώτος» (ΡΟ 51, 82).
Ή παραθεώρηση τής θεμελιώδους αύτής άρχής
τής ουσιαστικής ίσότητος τών μελών τής Εκκλησίας καί τής ένότητος τών εκκλησιαστικών λειτουργημάτων άποτελεΐ μιά άπό τίς κυριώτερες αιτίες τών κατά καιρούς έμφανιζομένων άνωμαλιών καί διαταραχών τής άρμονίας εις τήν Εκκλησία.
Ό ί. Χρυσόστομος καταφέρεται μέ σφοδρότητα εναντίον κάθε προσπαθείας τών κληρικών νά μεταβάλλουν τή θεμελιώδη άρχή τής ίσότητος μεταξύ κλήρου καί λαού σέ ούσιαστική άνισότητα. Αναφερόμενος εις τήν Εκκλησία τών Ιεροσολύμων κατά τήν εποχή τών Αποστόλων τονίζει τό ενδιαφέρον καί τήν προσπάθεια πού κατέβαλλαν οί άπόστολοι καί οί λοιποί μαθηταί γιά τήν ενότητα καί τήν συμμετοχή τοϋ πιστού λαοΰ εις τό επιτελούμενο υπό τής Εκκλησίας ά-πολυτρωτικό έργο, σέ άντίθεση μέ τήν κατάσταση πού επικρατούσε στήν Εκκλησία τής εποχής του, όπως καί σήμερα, κατά τήν όποία άντί τής ένότητος καί τής συνεργασίας μεταξύ κλήρου καί λαοΰ ύπάρχει άντίθεση καί σύγκρουση.
Κυριώτερη αιτία τής διασπάσεως ήταν ή έπαρση τών κληρικών καί ή αρνησή τους νά διακονούν μέ αδελφική ταπείνωση καί άγάπη τό ποίμνιο πού τούς εμπιστεύθηκε τό "Αγιο Πνεύμα κατά τή χειροτονία τους, λησμονουντες οτι χωρίς τήν ενεργό συμμετοχή καί συμπαράσταση τών λαϊκών είναι αδύνατο νά εκπληρώσουν άποτελεσματικώς τήν υψηλή καί εξόχως δυσχερή αποστολή τους. (Παράβ. Ρ.Ο. 60, 265).
...Γενικώτερα, ό ί. Πατήρ τονίζει, ότι κάθε προσπάθεια έγωϊστικής προβολής καί υποτιμήσεως τοΰ πλησίον εύρίσκεται σέ πλήρη άντίθεση πρός τόν πα-νίερο χώρο τής Εκκλησίας: «Ου γάρ αρχόντων τϋφός έστι τά ενταύθα; ουδέ άρχομένων δουλοπρέπεια, άλλ' άρχή πνευματική, τοΰτο μάλιστα πλεονεκτούσα, τω τό
πλέον τών πόνων καί τής υπέρ ήμών άποδέχεσθαι φροντίδος, ού τάς τιμάς πλείους ζητεΐν» (ΡΟ 61, 527).
Έάν αυτός ό Κύριος ήμών Ιησούς Χριστός, ό μονογενής Υιός καί Λόγος τού Θεού μέ άκρα ταπείνωση, έκένωσε εαυτόν, γενόμενος ύπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυρού γιά τή σωτηρία τών άνθρώ-πων, θ' άπετέλει μεγίστη διαστροφή καί άληθινή προδοσία, ή έπαρση, περιφρόνηση καί έξουθένωση εκ μέρους άναξίων έπισκόπων, καί γενικώτερα κληρικών, τού πιστού λαού τού Θεού.
Λέγει σχετικώς ό μέγας Πατήρ τής Εκκλησίας, αναφερόμενος στούς σχετικούς λόγους τού Κυρίου: «Ει ούν εγώ, φησίν, ό Κύριος καί ό διδάσκαλος, ένιψα υμών τούς πόδας καί ύμεΐς αλλήλους οφείλετε νίπτει ν. Τούτο γάρ τό υπόδειγμα έδωκα ύμΐν, ίνα καθώς εγώ έποίησα ύμΐν, ούτω καί ύμεΐς ποιήτε. Καί μήν ουκ έστι τό αυτό. Αυτός μέν γάρ διδάσκαλος καί Κύριος, ύμεΐς δέ αλλήλων όμόδουλοι... Πουν νυν οί δια-πτύοντες τούς όμοδούλους, που νυν οι τάς τιμάς άπαι-τοϋντες; Τοΰ προδότου τούς πόδας ό Χριστός ένιψε, του ιεροσύλου καί κλέπτου καί παρά τόν καιρόν τής προδοσίας καί άνιάτως έχοντα τραπέζης κοινωνόν έπο ίη σε' καί σύ μέγα φρονείς καί τάς όφρϋς άνασπάς; Ει γάρ ((ούκ έστι δούλος μείζων του Κυρίου αύτοΰ ουδέ άπόστολος μείζων τοΰ πέμψαντος αυτόν παρ' έμοΰ δέ ταύτα γέγονε πολλω μάλλον χρή ταύτα παρ' υμών γενέσθαι"»(ΡΟ 59, 385 εξ.).
3. Ή συνοδικότης τής εκκλησιαστικής διοργανώσεως
Έάν γιά τήν όμαλή καί άρμονική λειτουργία παντός ζώντος οργανισμού έπιβάλλεται ή συμμετοχή όλων εις αύτόν τών μελών, πού τό απαρτίζουν, σύμφω-
να με το λειτούργημα που έχουν, τούτο ισχύει πολυ περισσότερο γιά τήν Εκκλησία, τό πλήρωμα τής οποίας άποτελεΐ, όπως είπαμε, τό λαό τοϋ Θεοΰ καί τό βασίλειο ίεράτευμα.
Ό ϊδιος ό Κύριος είπε: «ου γάρ είσι δύο ή τρεις συνηγμένοι εις τό έμόν όνομα, εκεί είμι έν μέσφ αύτών» (Ματθ. 18, 20) σέ άντίθεση πρός τό «ούαι τω έ-νι». Δηλαδή ή Εκκλησία, λειτουργεί συνοδικά όχι μόνο στόν χώρο τής ιεραρχίας, άλλά σέ όλη τήν θεαν-θρώπινη διάσταση τοΰ οργανισμού της, γι' αυτό καί ό ίερός Χρυσόστομος άποκαλει τήν Εκκλησία «συστήματος καί συνόδου όνομα» (ΡΟ 55, 493).
Οί ποιμένες έχουν πρωταρχική υποχρέωση νά ενθαρρύνουν, νά συντονίσουν καί νά άξιοποιήσουν τό σύνολον, ει δυνατόν, τών δυναμένων πιστών, γιά τό ά-γιαστικό, διδακτικό καί διοικητικό έργο τής Εκκλησίας, πού έπιτελεΐται δικαιωματικώς, όπως είναι αύτο-νόητο, άπό τούς έπισκόπους καί τούς άλλους κληρικούς.
Εις τήν συμμετοχήν αύτήν όσον τό δυνατόν μεγαλυτέρου άριθμοΰ πιστών διαβλέπει ό Χρυσόστομος τήν άσφάλειαν καί τήν έγγύηση τής άποτελεσματικής έκπληρώσεως τοΰ άπολυτρωτικοΰ έργου τής Εκκλησίας: «Τούτο γάρ καί άσφάλεια πλείονα καί ημών έπί-δοσιν μείζονα κατασκευάζει πρός άρετήν» (ΡΟ 61, 527).
Ώς πρός ιδεώδες καί πρότυπον ολοκληρωτικής συμμετοχής τών πιστών εις τό έπιτελούμενον υπό τής Εκκλησίας έργον προσέβλεπε, όπως είδαμε, ό ί. Χρυσόστομος πρός τήν άποστολική Εκκλησία καί ειδικότερα εις τήν συμπεριφορά τοΰ άποστόλου Πέτρου, ό όποιος κατά τήν έκλογήν τοΰ Ματθία εις άντικατά-σταση τοΰ έκπεσόντος προδότου Ιούδα εις τό άπο-
στολικόν αξίωμα έκάλεσε σέ συνεργασία τό «κοινόν» δηλαδή τό πλήρωμα τής Εκκλησίας, γιά νά εκλέξουν καί νά υποδείξουν τούς άξιους νά καταλάβουν τό άπο-στολικό λειτούργημα.
Ήταν τοιαύτη ή επικρατούσα εις τήν άποστολική Εκκλησία άγάπη καί ενότητα τών πιστών, ώστε ό ιερός Χρυσόστομος νά διακηρύσση, ότι εις τήν άποστολική Εκκλησία επικρατούσε «αγγελική τάξη καί κατάσταση». Καί προσέθετε: «Τοιαύτας βούλομαι τάς Εκκλησίας είναι καί νυν» (ΡΟ 60, 34).
Ή δύναμη τής συνόδου τών πιστών, δηλαδή ολοκλήρου τοΰ πληρώματος τής Εκκλησίας, κλήρου καί λαού, είναι μεγίστη, ύπερτέρα άκόμη καί τών οικουμενικών συνόδων, όταν έκδηλούται ώς συνείδησις τής Εκκλησίας. Όπως είναι δέ γνωστό, Σύνοδοι συγκλη-θεΐσαι ώς οίκουμενικαί, όπως ή Σύνοδος τής Εφέσου καί τής Φερράρας-Φλωρεντίας άπεκηρύχθησαν καί κατεδικάσθησαν άπό τήν συνείδησιν τής Εκκλησίας καί παρέμειναν εις τήν Ιστορία τής Εκκλησίας ώς ψευδοσύνοδοι.
Ή συνείδηση αύτη τής Εκκλησίας, ώς ή κορυφαία έκφραση τής όμοθύμου γνώμης τοΰ λαού τοΰ Θεού, κληρικών καί λαϊκών, είναι ό άποδέκτης τοΰ πληρώματος τών χαρισμάτων τοΰ "Αγίου Πνεύματος καί συνεπώς κάθε ζών μέλος τής Εκκλησίας έχει υποχρέωση ανάλογα μέ τά δοθέντα εις αυτό χαρίσματα νά συμβάλη μέ όλες τίς δυνάμεις του εις τήν άποτελεσμα-τικώτερη εκπλήρωση τού άπολυτρωτικού έργου τής επί γής στρατευόμενης "Αγίας τοΰ Χριστού Εκκλησίας.
4. "Υπερασπιστής τής Αληθείας καί φύλαξ τής ένότητος τής όρθοδοξίας
Οί άνωτέρω θεμελιώδεις άρχές εις τήν έκκλησιο-λογία τοϋ ίεροϋ Χρυσοστόμου, πού προσδιορίζουν μέ τόν πιό κατηγορηματικό τρόπο τή θέση τών λαϊκών εντός τοΰ έκκλησιαστικοϋ όργανισμοΰ καί μάλιστα εξαίρουν τήν άνάγκη ένεργοΰ συμμετοχής τους εις τήν διαμόρφωση τής καθόλου έκκλησιαστικής διοργανώσεως, συμπυκνοΰνται εις τήν προβολή τοΰ πιστοΰ λαοΰ τοΰ Θεού, ώς τοΰ ύπερασπιστοΰ τής άποκαλυφθεί-σης έν Χριστώ αληθείας άπό κάθε προσπάθεια τών αιρετικών γιά τήν νόθευσή της, καθώς καί τοΰ όρθοδόξου εκκλησιαστικού ήθους άπό τις δημόσιες διαστροφές καί προσβολές του ιδία, όταν προέρχονται άπό ιερωμένους.
Τό χρέος τής προασπίσεως τής τυχόν άπειλουμέ-νης μέ άλλοίωση Αληθείας άπό μέρους τών πιστών είναι τόσο μέγα καί ιερό, ώστε ό ί. Χρυσόστομος νά άπαιτή άγώνα ύπέρ αύτής μέχρι θανάτου: «Ει δέ που, τήν εύσέβειαν παραβλαπτομένην ΐδοις, μή προτίμα τήν όμόνοιαν τής άληΘείας, αλλ1 ϊστασο γενναίως έως Θανάτου» (60, 611).
Θεωρεί δέ ό μέγας ούτος Πατήρ τής Εκκλησίας, ότι ή παραμέληση άπό τούς πιστούς τοϋ καθήκοντος τής υπερασπίσεως τής "Αληθείας ισοδυναμεί μέ πράξη προδοσίας πού τούς κατατάσσει μεταξύ τών εχθρών τής Εκκλησίας (ΡΟ 48, 856)....
Τό χρέος αυτό τής προασπίσεως τής Αληθείας, όπως είναι αυτονοητο, οχι μονον δεν ατονεί ουδε εξασθενεί, άλλ' άντιθέτως καθίσταται άκόμη πιό έπιτακτικο και επιβεβλημενο, οταν ο επιχειρων τήν νοθεία τής Αληθείας είναι άνώτατος έκκλησιαστικός τιτλοΰ
χος, άρχιεπίσκοπος ή πατριάρχης. Δεδομένου δτι, όσο υψηλότερο είναι τό άξίωμα καί τό κϋρος τοΰ έπι-χειροΰντος τήν νοθεία, τόσο μεγαλύτερος είναι ό κίνδυνος.
Γι' αύτό καί ό Απόστολος Παΰλος δέν διστάζει νά διακηρύξη: «καί έάν ήμεϊς (δηλ. οί άπόστολοι) ή άγγελος έξ ουρανού, εύαγγελίζηται ύμΐν, παρ' δ εύηγ-γελισάμεθα ύμΐν, ανάθεμα έστω» (Γαλ. 1, 8).
Όταν πρόκειται περί τής προασπίσεως τοΰ ύπερ-τάτου άγαθοΰ, πού είναι ή άποκαλυφθεΐσα άπό τόν Χριστό Αλήθεια, τότε ή έπίκληση τοΰ άξιώματος τοΰ έπιχειροΰντος τήν νοθεία είναι τελείως άπαράδεκτος καί συνιστά έπιστρεφόμενο βέλος, δεδομένου ότι «Άξίωμα προσώπου ού προσίεται, όταν περί Αληθείας ό λόγος ή».
Ανάλογη μέ τήν άποστολή τών έπισκόπων καί τών κληρικών γενικώτερα γιά τήν διασφάλιση καί πιστή τήρηση τών ιερών κανόνων καί θεσμών τής Εκκλησίας είναι καί ή ευθύνη τους σέ περίπτωση παραβιάσεως καί άνατροπής τους. Όσον υψηλότερο είναι τό λειτούργημα, τόσο μεγαλυτέρα καί ή ευθύνη: «Πάλιν ό τήν έπισκοπήν λαχών, δσω πρός μείζονα όγκο ν άναβέβηκε, το σου τω πλείονα άπαιτηθήσεται λόγο ν, ούχί διδασκαλίας μόνον καί πενήτων προστασίας, άλλά καί χειροτονιών δοκιμασίας καί μυρίων έτερων» (ΡΟ 51, 23 καί 56, 48).
Οί βαρύτερες εύθύνες τών έπισκόπων καί τών κληρικών γενικώτερα άπό τίς εύθύνες τών λαϊκών συνεπάγονται καί βαρύτερες κυρώσεις: «Διά τούτο ό ιερεύς τά αύτά τοις άρχομένοις άμαρτάνων, ού τά αύτά πείσεται, άλλά πολλά5 χαλεπώτερα... Έπόρνευσέ τις ιερωμένος νυν, αύτη μάλιστα πάντων ή κορυφή τών κακών. Είδες ενός άμαρτήματος πόσαι διαφοραί; Ετέ-
ρα ή πρό τοΰ νόμου, άλλη ή μετά τόν νόμον, ή τοΰ ιερωμένου άλλη, ή τής κατηχουμένης καί τής πιστής...» (ΡΟ 57, 341. 58, 693).
Ή κατά τών παρανομούντων κληρικών επιβολή τών προβλεπομένων άπό τούς Ιερούς κανόνας κυρώσεων είναι άπολύτως άναγκαία καί έπιβεβλημένη γιά τή διασφάλιση τών πνευματικών έκείνων προϋποθέσεων, πού είναι άπαραίτητοι πρός άποτελεσματική έκπλή-ρωση τοϋ ποιμαντικού έργου εις τήν Εκκλησία.
Εις τήν διασφάλιση αυτή τών πνευματικών προϋποθέσεων, άπαραίτητος είναι ή συμπαράσταση τών λαϊκών εις τό έργο τών άρμοδίων οργάνων τής Εκκλησίας καί μάλιστα τών έπισκόπων, τόσο γιά τήν διαφύλαξη τής κανονικής τάξεως όσο καί του όρθοδό-ξου ήθους κλήρου καί λαοΰ.
Ή σπουδαιότητα καί τό άπολύτως άπαραίτητο τής ενεργού συμπαραστάσεως τών λαϊκών εις τό έργο τής διασφαλίσεως τοΰ όρθοδόξου ήθους περιγράφεται κατά τρόπο συγκλονιστικό άπό τόν Ιερό Χρυσόστομο εις τήν άκόλουθη περικοπή: «τί ποιείς άνθρωπε; Πα-ρεβιάσθη ό νόμος, κατεφρονήθη σωφροσύνη, πλημμελήματα τοσαΰτα έτολμήθη παρά τίνος τών ιερωμένων, τά άνω κάτω γέγονε καί ού φρίττεις; Αλλ* ό μέν προφήτης καί αυτά τά άναίσθητα στοιχεία καλεί πρός έ-κτασιν καί κοινωνίαν τοΰ θρήνου τών κοινή πεπλημ-μελημένων κακών. Έξέστη ό ουρανός, λέγων, καί έ-φριξεν ή γή επί πλεΐον σφόδρα. Καί πάλιν' Πενθήσει ό Κάρμηλος, πενθήσει οίνος, πενθήσει άμπελος. Καί
τα μεν αψυχα πενθεί και στενει και συναγανακτει τω Δεσπότη, σύ δέ ό λογικός ουκ άλγεΐς; ουκ επιτιμάς, ού γίνη χαλεπός τιμωρός τών τοΰ Θεού νόμων, άλλά καί κοινωνείς;» (ΡΟ 55, 252).
Οί λίαν προχωρημένες αύτές θέσεις τοΰ ίεροΰ Χρυσοστόμου γιά τή θέση τών λαϊκών έντός τής Εκκλησίας φθάνουν στήν άποκορύφωσή τους στήν έκκληση πού κάνει στούς πιστούς τής Αντιοχείας νά αποκαταστήσουν τήν ένότητα τής Εκκλησίας ή οποία είχε διασπασθεί μέ τό Μελετιανόν σχίσμα (Ρ.Ο. 62, 88).
Δέν διστάζει μάλιστα στήν έκκλησή του αυτή χαρακτηρίζοντας ώς «μοιχεία» τό διαμορφωθέν σχίσμα εκ μέρους τών αιρετικών άρειανών, νά έμπιστευθή στήν κρίση του Λαού τοδ Θεου τήν λήψη τής οριστικής αποφάσεως σχετικώς μέ τήν παράταξη, ή οποία έχει τό δίκαιο καί συνεπώς νά άποκατασταθή ή ένότητα στήν Εκκλησία μέ τήν προσχώρηση εις αύτήν τής άντιπάλου παρατάξεως: «Μοιχεία τό πράγμα έστι ν. Ει δέ ου δέχη περί εκείνων ταύτα άκούειν, ούκοΰν ούδέ
περι ημων των γαρ δυο το ετερον παρανόμως γεγενη-σθαι δει. Ει μέν ούν περί ήμών ταύτα ύποπτεύετε, έτοιμοι παραχωρήσαι τής άρχής ότω περ αν βούλη-σθε' μόνον ή Εκκλησία έστω μία' ει δέ ύμεΐς έννό-μως γεγενήμεθα, πείσατε καταθέσθαι τούς παρανόμους επί τόν θρόνο ν άναβεβηκότας. Ταύτα εϊπον ούχ ώς έπιτάττων, άλλ' ύμάς ασφαλιζόμενος καί φρουρών. Επειδή έκαστος ηλικία ν έχει, καί τών αύτώ πεπραγμένων δώσει τάς δίκας, παρακαλώ μή τό πάν έφ' ήμας (δηλ. τούς ιερείς) ρίψαντας, νομίζει ν άνευθύνους είναι ύμάς αυτούς, ίνα μή μάτην άπατώντες εαυτούς κόπτη-τε» (ΡΟ 62, 88).
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
250 Χρυσοστομικά παραδείγματα Πνευματικές εμπειρίες άγ. Ίωάν. Κρονστάνδης Λόγοι Αγ. Λουκά Κριμαίας, τόμ. 3 Ό άγιος Σεραφείμ της Βιρίτσα, Β' έκδοσις Αποκαλυπτικό υπόμνημα τοϋ Μοτοβίλωφ
καί ό άγιος Σεραφείμ τοΰ Σάρωφ Γεροντικό Ρουμάνων Πατέρων Εγκόλπιο Γεροντικό τοϋ 20οϋ αιώνος Διδαχές πατρικές Γέροντος Φιλοθεου Αγιασμένες μορφές της Ρουμανικής Εκκλησίας Ό Γέροντας Παϊσιος Όλάρου της Ρουμανίας 01 πύλες της μετανοίας πατρός Πετρωνίου Ό Γέροντας Δομέτιος τοϋ Ριμέτς Ρουμανίας Ψυχωφελείς διάλογοι τοϋ Γέρ. Αρσενίου Βίος, λόγοι, νουθεσίες Γέρ. Αρσενίου Μπόκα Ή πνευματική τέχνη της σωτηρίας μας Όρθόδοξοι προσανατολισμοί Ή νέα όσία Φωτεινή της Καππαδοκίας Ή βασιλεία τών Ουρανών Τό έλεος τοϋ Θεού, Άρχιμ. Ίωάν. Κοτσώνη Λαϊκό λειμωνάριο
Οι φόβοι τοϋ κόσμου καί ό φόβος τοϋ Θεοϋ Γιά νά μή πλανηθούμε άπό τόν Αντίχριστο Απίστευτα καί όμως αληθινά 'Οπτασίες καί διηγήσεις γιά την άλλη ζωή Περί αμαρτίας καί μετανοίας Ή ζωή τών Αγίων εικονογραφημένη, έκυκλοφόρησαν 18 τεύχη.
Θά τά βρήτε στά χριστιανικά βιβλιοπωλεία καί στίς εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη» Σπαρτάκου 6,

















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.