Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

4. Μεταβυζαντινὴ περίοδος



Ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς Βασιλεύουσας μέχρι καὶ τὸν 19ο αἰῶνα τὸ Ἅγιον Ὄρος γνώρισε ὅλα σχεδὸν τὰ στάδια τῶν καταστάσεων τῆς παρακμῆς καὶ τῆς ἀκμῆς. Συχνὰ πλέον οἱ Ἅγιορείτες μοναχοὶ ἔφθαναν στὴν κατάπτωση καὶ τὸ μαρασμὸ ἐξαιτίας τῶν μεγάλων δυσκολιῶν ποὺ δημιουργοῦσαν σ᾿ ὁλόκληρο τὸ ἑλληνικὸ Γένος οἱ ἀλλόθρησκοι κατακτητές.

Σύντομα ὅμως πάλι οἱ ὑπόδουλοι Ἀθωνίτες μὲ ἀνεξάντλητη ὑπομονὴ καὶ συνεχῆ προσπάθεια προέβαιναν κάθε φορὰ σὲ νέα ἀνόρθωση ποὺ ἀρκετὲς φορὲς ἔφθασε στὴν πρόοδο καὶ τὴν εὐημερία. Παρὰ τὰ προνόμια, δηλαδή, ποὺ ἔδωσαν οἱ ὀθωμανοὶ στὶς ἁγιορείτικες μονές, οἱ περιπέτειες τῶν μοναχῶν ἦταν μεγάλες καὶ δυσβάστακτες κατὰ καιροὺς στὴ μακρόχρονη περίοδο τοῦ ζυγοῦ (1430-1913). Τὸ δίκαιο τῶν ἰσχυροτέρων στὴν ἀρχή, οἱ συχνὲς πιέσεις, διώξεις καὶ λεηλασίες τῶν μοναχῶν, ἀκόμη δὲ καὶ ἡ βαρύτατη φορολογία ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὅπως εἶναι γνωστό, ἐπέβαλαν οἱ τοῦρκοι καὶ συχνὰ στὴ συνέχεια ἀναμόρφωναν σὲ μεγαλύτερες πάντοτε κλίμακες ἔφεραν τὸ Ὄρος σὲ μεγάλη ἔνδεια. Οἱ Ρῶσοι καὶ οἱ Ἴβηρες μοναχοὶ ἐξαφανίσθηκαν, οἱ Βούλγαροι λιγόστεψαν καὶ οἱ Σέρβοι σημαντικὰ μειώθηκαν.

Οἱ μικρότερες μονὲς ἀναγκάστηκαν νὰ συγχωνευθοῦν σὲ μεγαλύτερες ἔτσι κατὰ τὸ τέλος τοῦ 15ου αἰῶνα ὁ ἀριθμὸς τῶν μονῶν ἔφθασε στὶς ἀκόλουθες δεκαεννιά: Μ. Λαύρας, Βατοπεδίου, Ἰβήρων, Χελανδαρίου, Ξηροποτάμου, Καρακάλλου, Ξενοφῶντος, Ἐσφιγμένου, Ζωγράφου, Δοχειαρίου, Φιλοθέου, Παντοκράτορος, Ρώσων, Κωνσταμονίτου, Ἁγίου Παύλου, Διονυσίου, Γρηγορίου, Σίμωνος Πέτρας καὶ Κουτλουμουσίου.


Στὶς μονὲς αὐτές, ποὺ λειτουργοῦν μέχρι σήμερα, ἐξακολούθησε βέβαια νὰ διατηρεῖται στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 15ου καὶ στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 16ου αἰῶνα ἡ πολιτιστικὴ παράδοση τοῦ Βυζαντίου, ἀλλὰ ἦταν σημαντικὰ ἐξασθενημένη. Ἡ παρακμὴ ποὺ παρουσίασε τότε καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ Πρώτου εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώλεια τῆς ἰδιοκτησίας του.

Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνα ἄρχισε νὰ ἀναλαμβάνει σταδιακὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Πρῶτο δεῖγμα τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς ἦταν ἡ ἀνύψωση τοῦ Κελλιοῦ Σταυρονικῆτα σὲ ὁμώνυμή του μονή, τὸ ἔτος 1533, ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Γρηγόριο, ἡγούμενο τῆς Ἠπειρωτικῆς μονῆς Γηρομερίου. Μετὰ μάλιστα ἀπὸ μία δεκαετία τὴν ἀνακαίνισε ριζικὰ ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας ὁ Α´. Ἐπίσης τὰ τρία παλιὰ συστήματα τοῦ ἁγιορείτικου μοναχισμοῦ, ἤτοι τὸ κοινοβιακό, τὸ κοινοτικὸ καὶ τὸ ἐρημιτικό, καλλιεργήθηκαν τότε καὶ ἀναπτύχθηκαν ἔστω μὲ βασικὲς τροποποιήσεις. Πολλὲς κοινοβιακὲς δηλαδὴ μονὲς ἔγιναν ἰδιόρρυθμες καὶ τὶς λαῦρες ἀντικατέστησαν οἱ σκῆτες.

Τὰ Ἡσυχαστήρια καὶ τὰ Καθίσματα αὐξήθηκαν ἀρκετά. Ἡ γνωστὴ ἀπὸ τὸν προηγούμενο αἰῶνα ἀνάπτυξη τοῦ ἡσυχασμοῦ καὶ ἡ φτώχεια τῶν μονῶν ἀπὸ τὶς ἐθνικὲς περιπέτειες ἔφεραν χαλάρωση τοῦ ὀργανωμένου κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα ἦταν ἡ στροφὴ τῶν μοναχῶν στὸν ἰδιόρρυθμο βίο. Ἐκεῖ κάθε ἕνας Ἁγιορείτης θὰ μποροῦσε πλέον εὐκολότερα νὰ συντηρηθεῖ, ἐφ᾿ ὅσον θὰ ἀσκoῦσε καὶ κάποιο ἐπάγγελμα. Τὸ ἔτος 1573 λοιπὸν βρῆκε ἰδιόρρυθμες τὶς μονὲς Μ. Λαύρας καὶ Βατοπεδίου. Καὶ ἄλλες μονές, ὅπως ἡ Φιλοθέου, ἡ Κωνσταμονίτου καὶ ἡ Ἐσφιγμένου, εἶχαν ἤδη προσανατολισθεῖ ἀπὸ λόγους παρακμῆς στὸ δρόμο τῆς μετατροπῆς. Τόση δὲ ἔνδεια εἶχε τότε ἡ μονὴ τοῦ Ξηροποτάμου, ὥστε παραχώρησε μὲ ἀμοιβὴ στὴ μονὴ Διονυσίου τὴν ἱεραρχικὴ θέση της.

Φραγμὸ στὴν κατάπτωση αὐτὴ προσπάθησε νὰ βάλει ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας, ὁ ὁποῖος ἀνέθεσε στὸν Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρο ποὺ μετέβαινε τότε στὸν Ἄθω, τὴν ἐπιτόπια ἐξέταση τῶν πραγμάτων καὶ τὴ δυνατὴ βελτίωσή τους. Ἡ συνεργασία τοῦ Ἀλεξανδρείας, τοῦ Πρώτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τῶν ἡγουμένων τῶν μονῶν εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νέο τυπικὸ ποὺ εἶχε ὡς βάση παλαιότερα τυπικά, χρυσόβουλλα καὶ σιγίλλια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τὸ νέο αὐτὸ τυπικὸ ποὺ ἐπικύρωσε μὲ σιγίλλιό του ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας τὸ ἔτος 1575 ἐπανέφερε στὶς μονὲς τὸ κοινοβιακὸ σύστημα ζωῆς, ἀπαγόρευε τὴν εἴσοδο στὸν Ἄθω ἀγενείων καὶ θηλυκῶν ζῴων, καθὼς καὶ τὴν ἔξοδο ἀπὸ αὐτὸ κελλιωτῶν μοναχῶν γιὰ τὴ συλλογὴ ἐράνων, περιόριζε τὸ ἐμπόριο τῶν μοναχῶν καὶ δὲν ἐπέτρεπε στὶς μονάζουσες γυναῖκες νὰ παραμένουν στὰ ἁγιορείτικα μετόχια. Τὸν ἄνεμο τῆς σταδιακῆς προόδου ποὺ ἄρχισε νὰ πνέει πλέον στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀρκετὰ ἐνίσχυσε τότε ἡ κατὰ μικρὰ χρονικὰ διαστήματα περιφορὰ λειψάνων ἁγίων στὶς παραδουνάβιες περιοχὲς καὶ σὲ ἄλλες ὀρθόδοξες χῶρες ἀπὸ μέρους τῶν μοναστηριακῶν μοναχῶν καὶ ἡ συλλογὴ ἐράνων γιὰ κάλυψη ἀναγκῶν τῶν μονῶν. Παράλληλα ἐνίσχυαν ἰδιαίτερα τὶς μονὲς οἱ ἡγεμόνες τῆς Βλαχίας καὶ τῆς Μολδαβίας, οἱ ἄρχοντες τῆς Ἰβηρίας καὶ οἱ τσάροι τῆς Ρωσίας. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἁγιορεῖτες ἀντιπρόσφεραν ὅτι μποροῦσαν στοὺς ὁμόδοξους τῶν χωρῶν αὐτῶν. Διὰ μέσου τῶν μοναχῶν ποὺ τοὺς ἀντιπροσώπευσαν στὰ κατὰ τόπους μοναστηριακὰ μετόχια τους καλλιεργοῦσαν τὴ θρησκευτικὴ διαφώτιση, ἐτόνωναν τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν πίστη τοῦ λαοῦ καὶ ἐνεθάρρυναν τὰ γράμματα. Κλασσικὸ παράδειγμα εἶναι ὁ Μάξιμος ὁ Βατοπαιδινός, ὁ γνωστὸς Μάξιμος ὁ Γραικός, ὁ ὁποῖος ἔδρασε ποικιλοτρόπως στὴ Ρωσία, ὅπου, παρὰ τὰ ὅσα στὴν ἀρχὴ τοῦ καταμαρτύρησαν, ἀργότερα ἀνακηρύχθηκε ἅγιος.

Στὶς ἰδιότυπες αὐτὲς ἱστορικὲς περιστάσεις ἰδιαίτερα ἀκμάζει ἕνα καινούργιο γιὰ τὸν Ἄθω καλλιτεχνικὸ ρεῦμα ζωγραφικῆς, ἡ λεγόμενη Κρητικὴ Σχολή. Οἱ Κρητικοὶ ἁγιογράφοι τῆς ἐποχῆς, ἂν καὶ ἐπηρεασμένοι εἰκονογραφικὰ ἀπὸ τὴν ἰταλικὴ κυρίως ἀναγέννηση, συνθέτουν στὶς εὐρύτατες ἐσωτερικὲς ἐπιφάνειες τῶν Καθολικῶν καὶ τῶν Τραπεζῶν τῶν μονῶν μεγαλόπνοες παραστάσεις, ἀφοσιωμένες στὴν ὀρθόδοξη πίστη, τὴ λατρεία καὶ τὴν παράδοση.

Δὲν ἄργησαν ὅμως νὰ ἀλλάξουν καὶ πάλι τὰ πράγματα μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ 17ου αἰῶνα, κατὰ τὸν ὁποῖο τὸ Ἅγιον Ὄρος μαστίζει ἡ φτώχεια καὶ ἡ ἀμάθεια. Παρὰ τὶς πλούσιες δωρεὲς πολλῶν ἀρχόντων τῶν ὁμοδόξων Χωρῶν καὶ παρὰ τὶς συλλογὲς ἐράνων ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους λαοὺς οἱ φόροι τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίδας ἦταν δυσβάστακτοι. Μὲ τὴ δήμευση τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων ἀπὸ τοὺς Τούρκους χρεοκόπησε τὸ Κοινόν, ὁπότε ἀποφάσισε ἡ Κοινὴ Σύναξη τὴν πώληση τῶν Κελλιῶν τοῦ Πρώτου σε διάφορες μονές. Ἀλλὰ καὶ αὐτὲς εἶχαν ἀρχίσει νὰ παρακμάζουν ἤδη. Ἡ Μ. Λαύρα στέγαζε 5-6 μοναχοὺς μόνο, ἡ Ξενοφῶντος, ἡ Ρώσων, ἡ Κωνσταμονίτου καὶ ἄλλες ἔφθασαν σὲ μεγάλη ἔνδεια. Ἰκμάδα οἰκονομικὴ παρουσίασε ἡ μονὴ Χελανδαρίου, ἡ ὁποία καὶ ἀγόρασε τότε τὰ περισσότερα Κελλιὰ στὶς Καρυές.

Τὸ Κοινοβιακὸ σύστημα ποὺ εἶχε ἐπαναφέρει ὁ Πατριάρχης δὲ διατηρήθηκε πολὺ χρόνο.

Σιγά, σιγὰ ὅλες οἱ μονὲς μετατράπηκαν σὲ ἰδιόρρυθμες. Καταργήθηκε ὁ θεσμὸς τοῦ ἡγουμένου στὶς μονὲς καὶ τοῦ Πρώτου στὶς Καρυές. Ἀντὶ αὐτῶν καθιερώθηκε τὸ διοικητικὸ σύστημα τῶν Ἐπιτρόπων σὲ κάθε μονὴ καὶ τῶν Ἐπιστάτων στὴν Κοινὴ Συνάξη.

Πρῶτα ἀποτελέσματα τῆς ἰδιόρρυθμης ζωῆς ἦταν ἡ ἐμφάνιση τῶν Σκητῶν στὸν Ἄθω καὶ ἡ αὔξηση τῶν μοναχῶν. Ὁ σκητιωκὸς βίος ἦταν ἀνεξάρτητος μοναχικὸς βίος.

Οἱ σκητιῶτες μοναχοί, ποὺ ἔμεναν κατὰ μικρὲς ὁμάδες σὲ χωριστὰ Κελλιά, μποροῦσαν εὐκολότερα νὰ ἀσκήσουν ὁποιοδήποτε ἐπάγγελμα. Πρώτη σκήτη ποὺ συστήθηκε ἦταν τῆς Ἁγίας Ἄννας (17ος αἰώνας) στὰ ὅρια τῆς Μ. Λαύρας τὴν ὁποία ἀποτελοῦσαν 20 - 30 Κελλιά, κτισμένα σὲ μικρὲς ἀπoστάσεις μεταξύ τους, καὶ ἡ ὁποία σὲ σύντoμo χρονικὸ διάστημα παρουσίασε ἰδιαίτερη πνευματικὴ ἄνοδο κι ἔγινε τὸ ὑπόδειγμα γιὰ τὴν ἵδρυση καὶ ἄλλων σκητῶν στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ Ἰωάννης Κομνηνὸς συγκεκριμένα σημειώνει μεταξὺ ἄλλων στὸ προσκυνητάριό του ποὺ δημοσιεύθηκε τὸ 1100 ὅτι, «οἱ ἐκεῖσε κατοικοῦντες τὴν Κυριακὴ στὸ ναὸ τοῦ Κοιμητηρίου καὶ ἐρημίται καὶ ἀσκηταὶ ζῶσι μὲ τὸ ἐργόχειρόν τους καὶ ἄλλοι μὲν σκάπτουσι ἐγκόλπια καὶ σταυροὺς ἄλλοι δὲ πλέκουσι καλυμμαύχια, ἕτεροι δὲ ποιοῦσι χουλιάρια καὶ ἄλλοι ἐξ αὐτῶν κομβολόγια καὶ ἀπὸ αὐτὰ ζωοτρέφονται,τὸ περισσότερον ἀσχολούμενοι ἐν τῇ προσευχῇ καὶ διάγοντες τὴν ζωήν τους ἐν νηστείᾳ καὶ πόνοις καὶ σκληραγωγίᾳ πολλῇ, συνάγονται δὲ πάσαν Κυριακὴν καὶ συλλειτουργοῦνται ὁμοῦ εἰς τὸ Κυριακὸν καὶ συνομιλοῦσι μετὰ ἀλλήλων ἐρωτῶντες περὶ ψυχοφελῶν ζητημάτων καὶ πράξεων ἐνάρετων μετ᾿ εὐλαβείας καὶ ταπεινώσεως φιλαδέλφως ἀποκρινόμενοι».

Τὰ οἰκονομικὰ βάρη ποὺ εἶχαν ἀκόμη οἱ μονὲς φαίνεται ὅτι ἀρκετὰ ἐλάφρυναν τότε οἱ γουναράδες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀφοῦ μέλη τῆς συντεχνίας τους ἔκαναν οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοὶ «αἱρετοὺς κριτὰς» γιὰ ὅλες τὶς ἐξωτερικὲς οἰκονομικὲς ὑποθέσεις τῶν μετοχίων τους.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ οἱ ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες συνεχιζόμενες οἰκονομικὲς δυσχέρειες τῶν μονῶν φανερώνουν τόσο τὶς δυσκολίες τῆς τουρκικῆς δεσποτείας ὅσο καὶ τὴ πλημμελῆ διαχείρηση τῶν κοινῶν χρημάτων ἀπὸ μέρους τῶν Ἁγιορειτῶν. Οἱ μοναχοὶ πληθύνονται σιγὰ σιγὰ καὶ φθάνουν στὶς 6.000. Νέα βελτίωση τῶν ἁγιορείτικων πραγμάτων ἀρχίζει πάλι νὰ φαίνεται.

Ἀξιόλογοι πνευματικοὶ ἄνδρες, ὅπως ὁ πολυμαθέστατος καὶ πολυγραφώτατος Καισάριος Δαπόντε (Ξηροποταμηνός), ὁ Ἀγάπιος ὁ Λάνδος, κ.ἄ. μὲ τὶς συγγραφές τους καὶ τὴν ὅλη δράση τους πρόσφεραν σπουδαῖο ἐθνικοθρησκευτικὸ ἔργο στὸν ὑπόδουλο ἑλληνισμό.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνα εἶναι πλέον εὐδιάκριτη ἡ σταδιακὴ ἄνοδος τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ἤδη οἱ μονὲς Μ. Λαύρας, Βατοπεδίου, Χελανδαρίου καὶ λίγο ἀργότερα, Ξηροποτάμου βρίσκονται σὲ οἰκονομικὴ ἀνόρθωση. Ἄλλες μονές, ὅπως ἡ τῶν Ρώσων, Δοχειαρείoυ, Ξενοφῶντος, Ἐσφιγμένου, Σίμωνος Πέτρας καὶ Γρηγορίου, ἂν καὶ ὑποφέρουν ἀπὸ οἰκονομικὲς δυσκολίες, τὶς ὁποῖες ἐπαυξάνουν καὶ οἱ κατὰ καιροὺς πυρκαϊές, ὅμως ὁδηγοῦνται σὲ μία οἰκονομικὴ βελτίωση, τὴν ὁποία ἀκολουθεῖ καὶ πνευματικὴ πρόοδος.

Στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 18ου αἰῶνα ἱδρύθηκαν κατὰ τὸν τύπο τῆς σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννας οἱ ἑξῆς σκῆτες: τῶν Καυσοκαλυβίων στὰ ὅρια τῆς Μ. Λαύρας, τοῦ Προδρόμου στὰ ὅρια τῶν Ἰβήρων, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὰ ὅρια τῆς Βατοπεδίου καὶ τοῦ Πύργου. Ἡ πνευματικὴ ὅμως ἄνοδος στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔγινε περισσότερο φανερὴ στὴ μετατροπὴ ἑπτὰ ἰδιόρρυθμων μονῶν σὲ κοινοβιακὲς ποὺ πραγματοποιήθηκε στὰ ἑπόμενα τριάντα πέντε χρόνια. Οἱ μονὲς αὐτὲς εἶναι: τοῦ Ξενοφῶντος (1784), Ἐσφιγμένου (1796), Σίμωνος Πέτρας (1801), Παντελεήμονος (1803), Διονυσίου (1805), Καρακάλλου (1813) καὶ Κωνσταμονίτου (1818). Μεταξὺ δὲ τῶν λογίων καὶ ἐναρέτων ἁγίων Ἁγιορειτῶν ἀνδρῶν ποὺ ἔδρασαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνη ἦταν ὁ Μακάριος Νοταρᾶς, ποὺ δημοσίευσε τὸ ἔργο: «Περὶ συνεχοῦς μεταλήψεως» καὶ τὴν «Φιλοκαλία», ὁ «πολυγραφώτατος καὶ πάντων ὑπέρτερος κατὰ τὴν φιλοπονίαν ἀναδειχθείς» Νικόδημος ὁ Καλλιβούρτσης (Ἁγιορείτης) ἀπὸ τὴ Νάξο, ὁ ὁποῖος δημοσίευσε πλῆθος ἔργων ὅπως π.χ. τὸ «Πηδάλιον» τὸ «Νέο Συναξαριστή», τὸν «Ἀόρατο πόλεμο», τὰ «Πνευματικὰ Γυμνάσματα» κ.ἄ. καὶ ὁ Θεοδώρητος ὁ Ἐσφιγμενίτης, ὁ ὁποῖος ἔγραψε ἀξιόλογη ἱστορία τοῦ Ἁγίου Ὄρους χωρὶς ὅμως καὶ νὰ τὴ δημοσιεύσει.

Ἕβδομο Τυπικό τοῦ Ὄρους θεωρεῖται ἐκεῖνο ποὺ συντάχθηκε ἀπὸ τὴν Κοινὴ Σύναξη τῶν Ἁγιορειτῶν τὸ 1810, μετὰ ἀπὸ σχετικὲς διαπραγματεύσεις τοῦ Πατριάρχη Γρηγορίου τοῦ Ε´, καὶ ἐπικυρώθηκε ἀπὸ τὴ διοίκηση τῆς Θεσσαλονίκης.

Μὲ τὸ Τυπικὸ αὐτὸ καθιερώθηκαν εἴκοσι τακτικοὶ ἀντιπρόσωποι στὴν Κοινὴ Σύναξη τῶν Καρυῶν, δηλαδὴ ἕνας ἀπὸ κάθε μονή, οἱ ὁποῖοι καὶ θὰ ἀσκοῦσαν τοῦ λοιποῦ με τοὺς τέσσερις Ἐπιστάτες, τοὺς γνωστοὺς καὶ ὡς σφραγιδοφύλακες, τὴν ἀνώτατη διοικητικὴ ἐποπτεία τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ρυθμίστηκαν ἀκόμη διάφορα πνευματικά, διοικητικὰ καὶ οἰκονομικὰ θέματα καθὼς καὶ θέματα τῶν κελλιωτῶν μοναχῶν.

Τὶς βασικὲς διατάξεις τοῦ Τυπικοῦ αὐτοῦ ἀκολουθεῖ ἡ Ἀθωνικὴ Πολιτεία μέχρι σήμερα.

Τὴν ἑπόμενη δεκαετία συνεχίστηκε κάθε εἴδους ἀνάπτυξη στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὰ κτήρια πολλῶν Ἀθωνικῶν ἱδρυμάτων μεγεθύνθηκαν, τὰ κοινὰ χρέη ἐλαττώθηκαν τὸ ἔμψυχο ὑλικὸ αὐξήθηκε καὶ πολλὲς πνευματικὲς ἀναβλαστήσεις καλλιεργήθηκαν. Τὴν ἰδιαίτερη, αὐτὴ ἀνοδικὴ πορεία τῶν ἁγιορειτικῶν πραγμάτων ἀνέκοψε ἀπότομα ἡ ἀντίδραση τῶν κατακτητῶν στὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση τοῦ 1821. Τὸ Δεκέμβριο τοῦ ἴδιου ἔτους κατέφθασε στὴν Ἀθωνικὴ Χερσόνησο ὁ Μεχμὲτ Ἀβουλαβοὺτ πασάς, ὁ ὁποῖος στρατοπέδευσε μὲ 8.000 ἄνδρες στὰ ὅρια τῆς μονῆς Χελανδαρίου. Στὸ μεταξὺ μεγάλος ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν εἶχε ἐγκαταλείψει τὸν Ἄθω καὶ εἶχε τεθεῖ κάτω ἀπὸ τὶς διαταγὲς τοῦ Ἐμμανουὴλ Παπᾶ γιὰ νὰ πολεμήσει τοὺς τυράννους.

Ὁ πασὰς ἀφοῦ κατάστειλε κάθε ἐξέγερση στὸν Ἄθω ἔφυγε. Ἄφησε ὅμως φρουρὰ 3.000 ἄνδρες στὶς Καρυὲς καὶ στὶς μονὲς καὶ ἔστειλε ὡς ὁμήρους στὴν Κωνσταντινούπολη 10 μοναχοὺς ποὺ σὲ μικρὰ χρονικὰ διαστήματα τοὺς ἀντικαθίστουσαν ἰσάριθμοι Ἁγιορεῖτες.

Οἱ συχνὲς ὑπερβάσεις τῆς παραπάνω τουρκικῆς φρουρᾶς τὴν ὁποία συντηροῦσαν καὶ μισθοδοτοῦσαν οἱ μονές, ὁ συνεχῶς αὐξανόμενος κεφαλικὸς φόρος, ἡ στέρηση τῶν προσόδων ἀπὸ τὰ βλαχομολδαβικὰ μετόχια καὶ ὁ καθημερινὸς φόβος τοῦ βίαιου θανάτου ἐρήμωσαν πάλι πολλὰ ἱδρύματα καὶ ἔφεραν παντὸς εἴδους μαρασμὸ σ᾿ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Μερικῶν μάλιστα μονῶν τὰ κειμήλια μεταφέρθηκαν σὲ ἐξωαγιορειτικὰ μετόχια τους γιὰ ἀσφάλεια, ἄλλες δὲ μονὲς ζήτησαν ἄδεια τῶν Ἀρχῶν γιὰ νὰ πουλήσουν διάφορα κτήματά τους, προκειμένου νὰ καλύψουν τὶς ἀνάγκες τῶν περιστάσεων. Εὐτυχῶς ὅμως ἡ δυσπραγία αὐτὴ δὲν διατηρήθηκε πολὺ χρόνο. Μετὰ τὸ 1828 ἄρχισαν νὰ ἀναλαμβάνουν οἱ μονές. Ὅσοι μοναχοὶ ἔζησαν ἄρχισαν πάλι τὸ ἀνορθωτικὸ ἔργο τους. Ἀνακαίνισαν κτήρια, ἀπόσβεσαν κοινὰ χρέη καὶ ἐπανέφεραν τὸ κοινοβιακὸ σύστημα ζωῆς σὲ τέσσερεις μονές, ἤτοι τοῦ Ἁγίου Παύλου (1839), Γρηγορίου (1840), Ζωγράφου (1849), Κουτλουμουσίου (1850), ἄλλων δὲ τεσσάρων, ἤτοι τῆς Δοχειαρίου (1834), Ξηροποτάμου (1835), Χελανδαρίου (1856) καὶ Ἰβήρων (1867) ἀποφασίστηκε ἡ μετατροπὴ σὲ κοινοβιακές, παρέμειναν ὅμως τελικὰ ἰδιόρρυθμες.

Τὸ 1842-44 ἱδρύθηκε στὶς Καρυὲς ἡ Ἀθωνιᾶς Σχολή, ἡ ὁποία μὲ μικρὲς διακοπὲς λειτουργεῖ μέχρι σήμερα. Ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος ὁ Γ´ ἔλυσε τὸ 1864 τὸ γνωστὸ ζήτημα τῶν ἐξαρτηματικῶν μοναχῶν. Μὲ σιγγιλιῶδες συνοδικὸ γράμμα του ἐκύρωσε τὰ ἀρχαῖα κυριαρχικὰ δικαιώματα τῶν μονῶν πάνω στὰ κελλιὰ καὶ τὶς σκῆτες κι ἔτσι ἀποκαταστάθηκαν οἱ μεταξύ τους σχέσεις ποὺ εἶχαν κλονισθεῖ. Προσπάθειες ποὺ ἔγιναν γιὰ νὰ καθορισθεῖ δεκτὸ ἀπὸ ὅλους σύστημα διοικήσεως μὲ Κανονισμοὺς ποὺ συντάχθηκαν κατὰ καιροὺς (1875, 1877, 1880) δὲν τελεσφόρησαν, γιατὶ ἔθιγαν «κεκτημένα» ἀπὸ αἰῶνες δικαιώματα τῶν Ἁγιορειτῶν.

Κατὰ τὴ δεύτερη καὶ τρίτη εἰκοσιπενταετία τοῦ 19ου αἰῶνα ἀνασυγκροτήθηκε κυριολεκτικὰ ὁλόκληρο τὸ Ἅγιο Ὄρος. Τὰ ἐρείπια ξανακτίστηκαν καὶ τὰ ἄλλα κτήρια ποὺ ἄντεξαν στὴ λαίλαπα τοῦ πολέμου ἀνακαινίστηκαν, ἐπεκτάθηκαν καὶ λαμπρύνθηκαν. Ἀναπληρώθηκαν ἐπίσης ὅσα τμήματα εἶχαν γίνει παρανάλωμα τῆς φωτιᾶς, ἡ ὁποία κατὰ καλὴ σύμπτωση ἔβλαπτε συνήθως κτήρια καὶ ὄχι κειμήλια. Κτίστηκαν ἀκόμη νέες πτέρυγες πολλῶν μονῶν καὶ διάφορα μικρὰ ἢ μεγάλα τμήματα σκητῶν καὶ κελλιῶν. Ἡ ἀνόρθωση αὐτὴ ἔγινε τόσο μὲ τὰ προϊόντα τῶν ἐράνων στὶς ὁμόδοξες χῶρες ὅσο καὶ μὲ τὶς γενναῖες χορηγίες τῶν ὀρθοδόξων ἡγεμόνων τῶν σλαβικῶν κυρίως χωρῶν. Οἱ δωρεὲς αὐτὲς στὴν ἀρχὴ τουλάχιστον εἶχαν εὐσεβιστικὰ κίνητρα. Ἀργότερα ὅμως, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ ἀφύπνιση τῶν λαῶν μεταβλήθηκαν ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Ρώσους σὲ μέσα ἐπεκτατικῆς πολιτικῆς.

Οἱ μὲν Βούλγαροι, ἐκτὸς τῆς μονῆς Ζωγράφου, ποὺ ἀνέκαθεν ἦταν κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχό τους, κατέλαβαν ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰῶνα τὴ μονὴ Χελανδαρίου καὶ γύρω στὸ 833-1837 τὸ παλιὸ Κελλὶ τοῦ Ξυλουργοῦ, τὸ ὁποῖο μετέτρεψαν στὴν κοινοβιακὴ σκήτη Βογορόδιτσα, οἱ δὲ Ρῶσοι, ποὺ ἐπανῆλθαν στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος τὸ 1840, κατέλαβαν τὴν ἔρημη τότε σκήτη τοῦ Προφήτη Ἠλία (1839) καὶ τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα (1849) στὶς Καρυὲς καὶ στὶς θέσεις τους ἔκτισαν καταπληκτικὰ σὲ μέγεθος καὶ πλούτη κτήρια, τὰ ὁποῖα καὶ μετέτρεψαν σὲ κοινοβιακὲς σκῆτες. Μετὰ δὲ τὴν ἐκλογὴ Ρώσου ἡγουμένου στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος κατανοήθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες τὰ σχέδια ποὺ εἶχε ἡ πανσλαβικὴ κίνηση τῆς ἐποχῆς, τὰ ὁποῖα τελικὰ ματαίωσαν οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι.

Στὶς 2 Νοεμβρίου τοῦ 1912 μοίρα τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου μὲ ἐπικεφαλῆς τὸ «Ἀβέρωφ» κατέφθασε στὴ Δάφνη καὶ ναυτικὰ ἀγήματα κατέλαβαν τὴ χερσόνησο. Τὰ μοναστήρια ποὺ πεντακόσια σχεδὸν χρόνια ἔκρυβαν μέσα τοὺς τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους, πανηγύρισαν τὴν πραγματοποίηση τοῦ ὀνείρου τους μὲ κωδονοκρουσίες καὶ πανηγύρεις. Ἀντίδραση τῶν Ρώσων καὶ Βουλγάρων ἀπέτυχε.. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἁγιορειτικῶν μονῶν, ὕστερα ἀπὸ ὁλονύκτια ἀγρυπνία στὸ ναὸ τοῦ Πρωτάτου σύνταξαν μπροστὰ στὴν ἐφέστια εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὸ «Ἄξιόν ἐστιν», μνημειῶδες ψήφισμα, μὲ τὸ ὁποῖο διέταξαν «ἵνα ἡ ἑλληνικὴ σημαία ἐξακολουθεῖ εἰς τὸ διηνεκὲς νὰ κυματίζει ἐπὶ πασῶν τῶν ἱερῶν μονῶν καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτῶν, ὡς σύμβολον κυριότητος τὸ ἴδιο Σῶμα κήρυξε ἀναλλοιώτους τὰς θεμελιώδεις βάσεις του ἐν ἰσχύει αὐτοδιοικήτου μοναστηριακοῦ πολιτεύματος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὑπὸ τὴν πνευματικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀπέκρουσε ἐντόνως... τὴν ἰδέαν τῆς διεθνοποιήσεως, ἢ οὐδετεροποιήσεως ἢ συγκυριαρχίας ἢ συμπροστασίας... γιατὶ θεωρεῖ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀναποσπάστως ἡνωμένον μετὰ τοῦ ὅλου ἐδάφους τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου... καὶ προσεκάλεσε τοὺς Ἁγιορείτας πατέρας καὶ ἀδελφούς, τοὺς ζηλωτὰς τῆς δόξης τῶν ὁμολογητῶν καὶ μαρτύρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, νὰ ἑτοιμασθῶσιν διὰ τὸν ἁμαράντινον τοῦ μαρτυρίου στέφανον», σὲ περίπτωση ποὺ θὰ ἀποσποῦσαν τὴ χερσόνησο τοῦ Ἄθω ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ ἔδαφος.

Ὕστερα, ἀπὸ ἀντιφατικὲς ἀποφάσεις τῶν μεγάλων δυνάμεων τῆς ἐποχῆς (1913), στὶς ὁποῖες ὁδηγοῦσαν οἱ ρωσικὲς ἀξιώσεις πάνω στὸν Ἄθω, ἡ Συνθήκη τοῦ Λονδίνου (1923) ἀναγνώρισε τὴν ἑλληνικὴ κυριαρχία σ᾿ ὁλόκληρο τὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1924 συντάχθηκε ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὸν ὁποῖο κατοχύρωσε Νομοθετικὸ Διάταγμα καὶ τὸ Ἑλληνικὸ Σύνταγμα τοῦ ἔτους 1926 μὲ τὰ ἄρθρα του 106-109. Τὰ ἴδια αὐτὰ ἄρθρα ἐπαναλαμβάνουν καὶ τὰ μετέπειτα συντάγματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μὲ φραστικὲς μόνο ἀλλαγές.

Στὸ μεταξὺ προκλήθηκαν πνευματικὰ προβλήματα στοὺς Ρώσους Ἁγιορεῖτες μοναχούς.

Ὅπως κατὰ τὶς ἔριδες τῶν ἡσυχαστῶν (14ος αἰώνας) καὶ τῶν μνημοσύνων (18ος αἰώνας) ταλαιπωρήθηκαν πολλοὶ Ἁγιορεῖτες μοναχοὶ ἔτσι καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1912-1914 ταράχθηκε πάλι ὁ Ἄθως καὶ μειώθηκαν ἀριθμητικὰ οἱ ρῶσοι Ἁγιορεῖτες μοναχοί, ὕστερα ἀπὸ τὴ διαμάχη ποὺ προέκυψε μεταξὺ τῶν τελευταίων γύρω ἀπὸ τὴ δύναμη τῆς ἀπαγγελίας τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πρόβλημα γεννήθηκε στὸν Καύκασο τὸ ἔτος 1907, ὅταν ὁ Ἱερομόναχος Ἱλαρίων, ἀντιπρόσωπος τοῦ Μετοχίου «Σίμων ὁ Χαναναῖος» τῆς ρωσικῆς ἁγιορείτικης μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, δημοσίευσε βιβλίο μὲ τίτλο «Ἐπὶ τῶν ὀρέων τοῦ Καυκάσου», στὸ ὁποῖο ὑποστήριξε ὅτι ἡ συνεχὴς ἀπαγγελία τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ σῴζει τὸν ἄνθρωπο καθόσον ὁ Θεὸς ἐνυπάρχει στὸ ὄνομά του. Τὸ βιβλίο αὐτό, ποὺ γνώρισε ἄλλες δυὸ ἐκδόσεις (1910, 1912) προκάλεσε θεολογικὲς συζητήσεις, ἀντιρρήσεις καὶ ἔριδες ἀκόμη καὶ ἐκδόσεις πολλῶν ἐντύπων στοὺς ρωσικοὺς κυρίως μοναχικοὺς κύκλους μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Οἱ ὑποστηρικτὲς τῶν θέσεων τοῦ Ἱλαρίωνα, ποὺ οἱ ἀντιφρονοῦντες τοὺς ὀνόμαζαν «Ὀνοματολάτρες», μὲ θεωρητικὸ ἀρχηγό τους τὸ μοναχὸ τῆς ρωσικῆς σκήτης τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, Ἀντώνιο Bulatovic, ἄρχισαν νὰ πιέζουν σοβαρὰ τοὺς Ρώσους Ἁγιορεῖτες μοναχοὺς ποὺ δὲν ἐδέχοντο τὶς ἀπόψεις τους. Μεταξὺ τῶν τελευταίων ἦταν οἱ ἱερομόναχοι Ἀλέξιος ἀπὸ τὴν ἔρημο τῆς Θηβαΐδος καὶ Χρύσανθος ἀπὸ τὴν σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, καθὼς καὶ ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς τῶν Ρώσων Μισαήλ, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ πιέστηκαν, προσέφυγαν στὴν ἀρχὴ μὲν στὴν Ἱερὰ Κοινότητα τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας, τῆς ὁποίας ἡ ἐπέμβαση δὲν ἔφερε κανένα ἀποτέλεσμα, ἀργότερα δὲ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ὁποῖο καταδίκασε τοὺς ὀνοματολάτρες. Παράλληλα ἔγιναν καὶ σχετικὲς ἐνέργειες ἀπὸ τοὺς ἀντι-ονοματολάτρες, πρὸς τὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία ἡ ὁποία ἔστειλε στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Νίκωνα νὰ λύσει τὸ πρόβλημα. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπέτυχε ἡ προσπάθεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἄγημα τοῦ ρωσικοῦ ναυτικοῦ μετήγαγε τὸν Ἰούνιο τοῦ 1913, 833 Ρώσους Ἁγιορεῖτες μοναχούς. Τοὺς μετέφερε μὲ ρωσικὸ πολεμικὸ πλοῖο στὴν Ὀδησσὸ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἄλλους ἀπέστειλαν καὶ περιόρισαν σὲ διάφορες μονὲς καὶ ἄλλους, μάλιστα τοὺς δόκιμους, ἐπέστρεψαν στὰ πατρικὰ σπίτια τους.

Ἔτσι, ἡ θεολογικὴ αὐτὴ διαμάχη, ποὺ εἶχε διεθνεῖς ἐπιπτώσεις, σταμάτησε στὸ Ἅγιον Ὄρος, συνεχίστηκε ὅμως ἀργότερα στὴ Ρωσία, ἐξακολουθεῖ δὲ νὰ συζητεῖται ἀκόμη καὶ σήμερα στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη.

Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γ´ μὲ σιγίλλιό του (1913) ρύθμισε τὸ ἐπίμαχο θέμα τοῦ λεγόμενου «Τριμεριδίου» ποὺ δημιούργησε ἀκόμη καὶ ἔριδες μεταξὺ τῶν Κελλιωτῶν καὶ τῶν Μοναστηριακῶν μοναχῶν.

Κατὰ τὴ γερμανικὴ κατοχὴ (1941-1944) παρέμεινε ἡ αὐτονομία τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὕστερα ἀπὸ ἐπιστολὴ μὲ εἴκοσι σφραγίδες τῶν μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους πρὸς τὸν Χίτλερ, μὲ τὴν ὁποία τοῦ ζητοῦσαν νὰ θέσει τὴν Ἀθωνικὴ Πολιτεία κάτω ἀπὸ τὴν προσωπική του προστασία.

Τὸ 1963 οἱ Ἁγιορεῖτες ἑόρτασαν πανηγυρικὰ τὴν πρώτη χιλιετηρίδα τοῦ ὀργανωμένου μοναχικοῦ βίου στὸν Ἄθω. Στὶς πλούσιες ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις παραβρέθηκαν ἀντιπρόσωποι οἱ προκαθήμενοι ὅλων τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ πολυάριθμοι παρατηρητὲς τῶν ἑτεροδόξων.

Τὴ μείωση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἁγιορειτῶν μοναχῶν ποὺ παρατηρήθηκε κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες διαδέχθηκε ἐλπιδοφόρα αὔξηση, τῆς ὁποίας πρῶτο ἀποτέλεσμα ἦταν ἡ μετατροπὴ τῶν ἑξῆς πέντε ἰδιορρύθμων μονῶν σὲ κοινοβιακές: Σταυρονικῆτα (1971), Φιλοθέου (1973), Μ. Λαύρας (1981), Δοχειαρίου (1981) καὶ Ξηροποτάμου (1982). Ἔτσι οἱ κοινοβιακὲς μονὲς φθάνουν σήμερα τὶς 16. Ἂν καὶ τὰ πνευματικὰ φαινόμενα δὲν ἐκφράζονται ποτὲ μὲ ἀριθμούς, ὅμως ἡ πρόσφατη αὔξηση τῶν Ἀθωνιτῶν μοναχῶν στὴν ὑλιστικὴ ἐποχή μας θεωρεῖται ὅτι προοιωνίζει νέα ἄνθηση τοῦ ἁγιορείτικου μοναχισμοῦ.



------------------------


------------------------------------
sourse : http://users.uoa.gr/



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 

FACEBOOK

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Histats

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΩΝ

extreme

eXTReMe Tracker

pateriki


web stats by Statsie

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΟ FACEBOOK

 PATERIKI


CoolSocial

CoolSocial.net paterikiorthodoxia.com CoolSocial.net Badge

Τελευταία Σχόλια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRANSLATE

+grab this

ON LINE

WEBTREND

Κατάλογος ελληνικών σελίδων
greek-sites.gr - Κατάλογος Ελληνικών Ιστοσελίδων

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

MYBLOGS

myblogs.gr

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ - JOIN US

Καταθέστε τα σχόλια σας με ευπρέπεια ,ανώνυμα, παραπλανητικά,σχόλια δεν γίνονται δεκτά:
Η συμμετοχή σας προυποθέτει τούς Όρους Χρήσης

Please place your comments with propriety, anonymous, misleading, derogatory comments are not acceptable:
Your participation implies in the Terms of Use


| ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ © 2012. All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Γιά Εμάς About | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |