Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

2. Παλαιοχριστιανικὴ καὶ πρώτη βυζαντινὴ περίοδος




2. Παλαιοχριστιανικὴ καὶ πρώτη βυζαντινὴ περίοδος

Μὲ τὴ διαίρεση τῆς Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας σὲ θέματα ἀπὸ τὸ Μεγάλο Κωνσταντῖνο (324-337) ἡ Ἀθωνικὴ χερσόνησος ἐντάχθηκε στὸ Ἰλλυρικό, ποὺ κι ἐκεῖνο ἀργότερα (379) χωρίστηκε, ὅπως εἶναι γνωστό, στὸ Ἀνατολικὸ καὶ στὸ Δυτικό. Ἡ περιοχὴ τοῦ Ἄθω βρέθηκε καὶ πάλι στὰ ὅρια τοῦ Ἀνατολικοῦ, τὸ ὁποῖο στὴν ἀρχὴ μὲν ὑπαγόταν στὴ δικαιοδοσία τοῦ ἐπισκόπου Ῥώμης, μετέπειτα ὅμως προσαρτίσθηκε τὸ 421 γιὰ λίγο διάστημα καὶ ὁριστικὰ πλέον ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Λέοντα τοῦ Ἰσαύρου (716-741)- στὸν ἐπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Ἤδη ὅμως κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ οἱ κάτοικοι τῆς χερσονήσου εἶχαν πλέον ὀλιγοστέψει ἀρκετὰ ἀπὸ τοὺς πολέμους καὶ τὶς βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς καὶ ἡ παρουσία τους στὸν δημόσιο βίο ἦταν σχεδὸν ἀσήμαντη. Τοῦτο συμπεραίνεται καὶ ἀπὸ τὴ σιωπὴ τῶν ἱστορικῶν καὶ ἀπὸ τὴν ἔλλειψη συγχρόνων μνημείων στὴν περιοχή. Ἔτσι πρὸς τὸ παρὸν τουλάχιστον σκότος καλύπτει τὰ τῆς χερσονήσου τοῦ Ἄθω ἀπὸ τὸν 10ο μέχρι καὶ τὸν 7ο αἰῶνα. Ἄγνωστος εἰδικότερα παραμένει ὁ ἀκριβῆς χρόνος ποὺ διαδόθηκε στὸν Ἄθω ἡ νέα πίστη, καθὼς καὶ ἡ ἐποχὴ ποὺ ἐμφανίστηκε, ἀναπτύχθηκε καὶ διαδόθηκε ἐκεῖ ἡ μοναχικὴ ζωή. Οὔτε καὶ ἡ ἄλλη πολιτιστικὴ καὶ οἰκονομικὴ κατάσταση τῆς περιοχῆς κατὰ τὴν ἴδια περίοδο εἶναι σήμερα γνωστή.

Τὸ δυσκολογεφύρωτο αὐτὸ χάσμα ποὺ παρουσιάζει ἡ ἱστορία τῆς χερσονήσου τοῦ Ἄθω ἀπὸ τὴν πρωτοχριστιανικὴ ἐποχὴ μέχρι καὶ τὸ εἰκονομαχικὸ κίνημα ἔρχονται νὰ τὸ καλύψουν εὐσεβεῖς παραδόσεις καὶ εἰκασίες ποὺ περιέχονται σὲ διάφορα ἁγιορείτικα χειρόγραφα ποὺ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν 15ο αἰῶνα καὶ ἑξῆς. Πρόκειται γιὰ μερικὰ ἀνώνυμα ἢ ἐπώνυμα ἱστορήματα καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ποὺ ἀναφέρονται στὰ Πάτρια τοῦ Ὄρους καὶ ποὺ γιὰ νὰ θεωρηθοῦν αὐθεντικὰ καὶ ἔγκυρα παρουσιάστηκαν πὼς προέρχονται τάχα ἀπὸ τὸ ἐπίσημο τυπικὸ τῆς Ἀθωνικῆς μοναστικῆς Πολιτείας, τὸ γνωστὸ Τράγο. Ἀπὸ τὶς πλούσιες αὐτὲς παραδόσεις ποὺ δὲν τεκμηριώνονται βέβαια ἱστορικὰ παραθέτουμε σύντομα τὶς πιὸ ἀξιόλογες:

Σὲ πολλοὺς ἁγιορειτικοὺς καὶ ἄλλους κώδικες διατηρεῖται παράδοση μὲ ποικίλες παραλλαγές, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Θεοτόκος καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης σὰν συνοδός της περιέπλεαν τὸν Ἄθω λίγο χρόνο μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅταν πήγαιναν πρὸς τὴν Κύπρο γιὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸ Λάζαρο. Ὕστερα ὅμως ἀπὸ σφοδρὴ θαλασσοταραχὴ ἀναγκάστηκαν ν᾿ ἀποβιβασθοῦν στὸν δρόμο ποὺ βρίσκεται σήμερα ἡ μονὴ τῶν Ἰβήρων.

Ἂν καὶ ὁ τόπος ἦταν «κατείδωλος», ὅμως ἡ Παναγία τὸν θαύμασε καὶ στὴ συνέχεια ζήτησε ἀπὸ τὸν Υἱόν της νὰ τῆς τὸν προσφέρει σὰν χάρη. Μετὰ δὲ ἀπὸ σχετικὴ προσευχὴ ἄκουσε φωνὴ νὰ τῆς λέγει: «Ἔστω ὁ τόπος οὗτος κλῆρος σὸς καὶ περιβόλαιον σὸν καὶ Παράδεισος, ἔτι δὲ καὶ λιμὴν σωτηρίας τῶν θελόντων σωθῆναι».

Ἀπὸ τότε ἡ θεία μορφή της ἁπλώθηκε σὲ ὁλόκληρη τὴ χερσόνησο, ἡ ὁποία καὶ καθιερώθηκε ἔκτοτε σὰν «κλῆρος» καὶ «περιβόλι» δικό της. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τιμήθηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς ἄζυγους οἰκιστὲς τοῦ Ἄθω. Ἀργότερα, συνεχίζει ἡ ἴδια παράδοση, ἔφθασε στὸν τόπον ἐκεῖνον ὁ ἐπίσκοπος τῶν Ἱεροσολύμων Κλήμης (3ος αἰώνας), κήρυξε τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἵδρυσε ὁμώνυμο ναΰδριο. Στὴν παράδοση αὐτὴ μπορεῖ νὰ διακρίνει κανεὶς τὰ πρῶτα στοιχεῖα ποὺ ἑρμηνεύουν τὴν ἰδιαίτερη τιμὴ τῶν ἁγιορειτῶν μοναχῶν πρὸς τὴ Θεοτόκο.

Μία ἄλλη παράδοση λέγει ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος θέλησε νὰ κτίσει τὴν πρωτεύουσα τοῦ νέου κράτους του κοντὰ στὸν Ἀκάνθιο ἰσθμό. Ἐγκατέλειψε ὅμως τὸ σχέδιό του αὐτό, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐπέμβαση κάποιου ἐπισκόπου καὶ ἀνεχώρησε ἀφοῦ ἔκτισε τρεῖς ναοὺς στὶς θέσεις ποὺ βρίσκονται σήμερα τὸ Πρωτάτο καὶ οἱ μονὲς Ἰβήρων καὶ Βατοπεδίου.

Ἀντίθετα καὶ ἡ ἀρχικὴ μονὴ Βατοπεδίου, σύμφωνα μὲ μία ἄλλη παράδοση, θεωρεῖται κτίσμα τοῦ ἴδιου αὐτοκράτορα. Τὴν κατέστρεψε ὅμως ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης καὶ τὴν ἐπανέκτισε ἀργότερα ὁ Μέγας Θεοδόσιος γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο: Ἐνῷ ἔπλεε ὁ γιός του, Ἀρκάδιος ἀπὸ τὴ Ῥώμη στὴν Κωνσταντινούπολη ναυάγησε στὶς ἀπότομες ἀκτὲς τοῦ Ἄθω. Δὲν πνίγηκε ὅμως χάρη στὴν ἐπέμβαση τῆς Παναγίας. Θαυματουργικὰ μεταφέρθηκε στὴν παραλία, κοντὰ σ᾿ ἕνα βάτο, ὅπου καὶ τὸν βρῆκαν νὰ κοιμᾶται ἥσυχα. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἡ ὀνομασία «Βατοπαίδιον».

Ἄλλες παραδόσεις ἐπίσης ἀποδίδουν στὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο τὸν Μέγα καὶ τὸ γιό του Κώνστα τὴν ἵδρυση τῆς μονῆς Κωνσταμονίτου (4ος αἰώνας) καὶ ἄλλες παρουσιάζουν τὴ Βασίλισσα Πουλχερία, τὴ θυγατέρα τοῦ Ἀρκαδίου, ἀδελφὴ τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ καὶ σύζυγον τοῦ Μαρκιανοῦ ὡς πρώτη κτιτόρισσα τῶν μονῶν Ξηροποτάμου καὶ Ἐσφιγμένου.

Διατηρεῖται ἀκόμη παράδοση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Πωγωνάτος (668-685) μετέφερε τοὺς κατοίκους τοῦ Ὄρους, τοὺς γνωστούς με τὸ ὄνομα Τζακωνίτες ἢ Τσάκωνες στὴν Πελοπόννησο καὶ παραχώρησε τὴ χερσόνησο στοὺς μοναχούς.

Ἂν καὶ οἱ παραπάνω εὐσεβεῖς παραδόσεις καὶ οἱ παρόμοιες πρὸς αὐτὲς δημιουργήθηκαν καθαρὰ γιὰ λόγους γοήτρου, ὅπως εὔκολα μπορεῖ νὰ καταλάβει κανείς, καὶ συνεπῶς δὲν ἀντέχουν σ᾿ ἕνα κριτικὸ ἔλεγχο, ἐν τούτοις στὸ σύνολο τοὺς νομίζουμε ὅτι καταλήγουν στὸ ἀκόλουθο ἀσφαλὲς συμπέρασμα: Ὅτι ἡ διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ στὴν περιοχὴ τοῦ Ἄθω εἶχε συντελεστεῖ ἤδη κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (324-337) καὶ ὅτι ἡ μοναχικὴ ζωὴ ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται ἐκεῖ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 5ου αἰῶνα.

Τὴν πρώτη θέση ἐνισχύουν οἱ παλαιοχριστιανικὲς βασιλικὲς ποὺ πρόσφατα ἀνακαλύφθηκαν στὴ γειτονικὴ Θάσο καὶ ἀνήκουν μία στὴν Κωνσταντίνεια ἐποχή, ἄλλες στὸν 5ο καὶ ἄλλες στὸν 6ο αἰῶνα. Ὁ ἴδιος ἀκόμη συσχετισμὸς μπορεῖ νὰ γίνει καὶ μὲ τὶς μεγάλες παλαιοχριστιανικὲς βασιλικὲς τῶν γειτονικῶν πόλεων τοῦ Ἄθω, δηλαδὴ τῶν Φιλίππων καὶ τῆς Θεσσαλονίκης (5ος καὶ 6ος αἰώνας), τῶν ὁποίων τὸ μέγεθος καὶ ἡ δόμηση φανερώνουν ἀνεπτυγμένο ὁπωσδήποτε χριστιανικὸ βίο. Ἐξάλλου στὶς πόλεις αὐτὲς δίδαξε, ὅπως εἶναι γνωστό, τὴ νέα πίστη ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, (Πράξ. 16, 10-40, 17, 1-9). Πῶς λοιπὸν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν εἶχε διαδοθεῖ ὁ χριστιανισμὸς στὴν Ἀθωνικὴ χερσόνησο ἀπὸ τὸν 3ο ἤδη αἰῶνα ἢ καὶ παλαιότερα, ἀφοῦ στὶς γειτονικὲς τοῦ Ὄρους πόλεις τῶν Φιλίππων καὶ τῆς Θεσσαλονίκης εἶχε ἀκουσθεῖ τὸ ἀποστολικὸ κήρυγμα καὶ ἱδρύθηκαν σ᾿ αὐτὲς τὸν 5ο καὶ τὸν 6ο αἰῶνα μεγαλοπρεπεῖς βασιλικές, ποὺ διατηροῦνται ὁλόκληρες ἡ τμηματικὰ μέχρι σήμερα καὶ ποὺ προϋποθέτουν παλαιότερη παράδοση καὶ ἀφοῦ ἀκόμη στὴν πιὸ κοντινὴ Θάσο ἀνακαλύφθηκε καὶ Κωνσταντίνεια βασιλική;

Τὴ δεύτερη θέση ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἐξάπλωση τῆς μοναχικῆς ζωῆς ἐπικουρεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸν 5ο αἰῶνα παρουσιάζεται ὀργανωμένη ἡ μοναχικὴ ζωὴ στὴν ἐπίσης γειτονικὴ τοῦ Ὄρους Ἤπειρο. Ἀλλὰ καὶ στὴν χερσόνησο τοῦ Ἄθω εἶχαν ἀρκετὰ ἀραιώσει οἱ κάτοικοι κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἐπειδὴ εἶχαν καταστραφεῖ οἱ Ἀθωνικὲς πόλεις, ἄρα ὁ τόπος ἦταν τότε πρόσφορος γιὰ μία ἐρημικὴ ζωή. Ἡ ἐμφάνιση ἐπίσης καὶ ἡ ἐξάπλωση τῶν Ἀράβων στὶς ἀνατολικὲς καὶ τὶς νότιες χῶρες τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας διέλυσε πάμπολλα μοναστικὰ κέντρα ποὺ ὑπῆρχαν σ᾿ αὐτές, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀπομακρύνθηκαν οἱ μοναχοὶ καὶ ζήτησαν νέους τόπους γιὰ νὰ συνεχίσουν τὴν ἄσκησή τους. Οἱ πολλὲς ἀκόμη παραδόσεις «περὶ μεταβάσεων» στὸν Ἄθω διαφόρων εἰκόνων, κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ὅπως π.χ. τῆς Πορταΐτισσας τῶν Ἰβήρων, τῆς Γλυκοφιλούσας τοῦ Φιλοθέου, τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τοῦ Κωνσταμονίτου καὶ ἄλλων, προκειμένου νὰ ἀποφύγουν τὸ μίσος τῶν εἰκονομάχων προϋποθέτουν ἀναπτυγμένη παράδοση δυὸ περίπου αἰώνων. Ἐὰν τὸ πράγμα ἔχει ἔτσι, ὅπως νομίζουμε, τότε φθάνουμε στὸν 5ο αἰῶνα, στὸν ὁποῖο τοποθετεῖται ἡ πρώτη ἐξάπλωση τῆς μοναχικῆς ζωῆς στὴν Ἀθωνικὴ χερσόνησο.

Γραπτὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ὕπαρξη μοναχῶν στὸν Ἄθω μᾶς παρέχει ὁ Βυζαντινὸς ἱστορικὸς Ἰωσὴφ Γενέσιος (10ος αἰώνας). Μᾶς πληροφορεῖ ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων ποὺ ἔλαβαν μέρος στὴ σύνοδο ποὺ συγκλήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 843 ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Θεοδώρα γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν εἰκόνων ἦταν καὶ Ἀθωνίτες μοναχοί.

Τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχουν παλαιότερες μαρτυρίες γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωὴ στὸν Ἄθω αὐτό, νομίζουμε, ὀφείλεται στὸ χαρακτήρα ποὺ εἶχε ὁ μοναχικὸς βίος ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 5ου ἕως τὶς ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰῶνα τότε, ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ μοναχισμὸς ἦταν ἀκόμη ἀνοργάνωτος καὶ ἀσυστηματοποίητος, εἶχε δηλαδὴ ἐρημιτικὴ καὶ μάλιστα σπηλαιώδη μορφή.

Γιὰ τὴν περίοδο πάλι τῆς εἰκονομαχίας (726-780, 813-843) ἡ σιωπὴ ὀφείλεται στὴ φυγὴ τῶν μοναχῶν πρὸς τὴν ἔρημο καὶ στὴν προσπάθειά τους νὰ κρύβονται ἀπὸ τοὺς διῶκτες τοὺς εἰκονοκλάστες.

Στὰ μέσα τοῦ 9ου αἰῶνα ἔδρασαν στὴν περιοχὴ τοῦ Ἄθω δυὸ ἐξέχουσες μοναχικὲς μορφές: Πέτρος ὁ Ἀθωνίτης καὶ Εὐθύμιος ὁ Θεσσαλονίκης. Οἱ προσωνυμίες «Ἀθωνίτης» καὶ «Θεσσαλονίκης» δόθηκαν σὲ μεταγενέστερες ἐποχές. Καὶ οἱ δυό, ὕστερα ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, ἔζησαν μοναχικὴ ζωή, ἀλλὰ διαφορετικοῦ τύπου. Ὁ Πέτρος ὁ Ἀθωνίτης, παλαιὸς ἀξιωματικὸς ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, παρέμεινε πενήντα τρία ὁλόκληρα χρόνια σ᾿ ἕνα σπήλαιο πρὸς τὸ ἄκρο τῆς χερσονήσου (ἐρημιτικὸς βίος) ὁ Εὐθύμιος ὁ Θεσσαλονίκης ἵδρυσε λαύρα κοντὰ στὰ σημερινὰ Βραστὰ (κοινοτικὸς βίος).

Λίγες δεκαετίες ἀργότερα οἱ μοναχοὶ ποὺ ζοῦσαν στὴν περιοχὴ τοῦ Ἰσθμοῦ ἄρχισαν σταδιακὰ νὰ προχωροῦν στὰ ἐνδότερα τῆς χερσονήσου. Ἔκτισαν μικρὲς ξύλινες καλύβες γύρω ἀπὸ ἕνα μεγαλύτερο πέτρινο ναό, τὸ Κυριακό. Κάθε καλύβα στέγαζε μικρὸν ἀριθμὸ μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι τελοῦσαν κάτω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καὶ διοικητικὴ ἐποπτεία τοῦ Γέροντα, προσώπου δηλαδὴ ποὺ διακρινόταν στὴν ἀρετή, στὴ σύνεση καὶ στὴ σοφία. Πολλὰ κελλιὰ καλύβες μαζὶ ποὺ ἦταν ἀνεξάρτητα μεταξύ τους ἀποτελοῦσαν τὴ λαύρα. Οἱ Γέροντες τῶν κελιῶν μιᾶς λαύρας συγκροτοῦσαν συνάξεις τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο κάτω ἀπὸ τὴν προεδρεία τοῦ «Πρώτου», στὶς ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

Ὁ «Πρῶτος» διοικοῦσε τοὺς μοναχοὺς τοῦ δικοῦ του κελλίου, ἐπόπτευε ὅμως παράλληλα καὶ προστάτευε καὶ τὰ ἄλλα κελιὰ τῆς περιοχῆς του.

Πρῶτες λαῦρες μνημονεύονται δυό· ἡ γνωστὴ καὶ ὡς μονὴ τοῦ Κλήμεντος ποὺ ἦταν κοντὰ στὴ σημερινὴ μονὴ Ἰβήρων καὶ «ἡ ἐπὶ τοῦ Ζυγοῦ», δηλαδὴ ἐκείνη ποὺ βρισκόταν στὴν ὁμαλὴ περιοχὴ ἀπὸ τὸν λαιμὸ τῆς χερσονήσου πρὸς τὸ μέσον της, ἡ ὁποία ἦταν καὶ ἡ σπουδαιότερη. Ἐκεῖ εἶχε διαμορφωθεῖ καὶ τὸ κέντρο τῶν μοναχῶν, ἡ γνωστὴ Καθέδρα τῶν Γερόντων, ἡ ὁποία ἤδη τὸ 934 σὲ χρυσόβουλλο Ῥωμανοῦ τοῦ Λεκαπηνοῦ ὀνομάζεται «ἀρχαία», ἄρα πρέπει νὰ συγκροτήθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 9ου αἰῶνα.

Ἔκτοτε οἱ μοναχοὶ εἰσχωροῦν σταδιακὰ πρὸς τὸ ἄκρο τῆς χερσονήσου, ἱδρύουν λαῦρες καὶ λίγο ἀργότερα καὶ μονές, ὅπου συγκεντρώνονται πολυάριθμοι νέοι οἰκιστές.

Ἡ νέα αὐτὴ κατάσταση φαίνεται ὅτι ἀποδυνάμωσε τὴν Καθέδρα τῶν Γερόντων καὶ ὁ Πρῶτος μετέφερε τότε τὴν Ἕδρα του στὴν Μέση ποὺ ἦταν στὰ ἐνδότερα καὶ ποὺ ὀνομάστηκε ἀργότερα (11ος αἰώνας) Καρυὲς ἀπὸ τὰ πολλὰ καρυόδενδρα ποὺ ἀναπτύσσονται ἐκεῖ ὅπου ἵδρυσε νέα λαύρα. Σιγὰ σιγὰ ἡ ἐποπτεία τοῦ Πρώτου τῆς λαύρας τῶν Καρυῶν ἀναγνωρίσθηκε καὶ ἀπὸ τὶς διοικήσεις καὶ τῶν ἄλλων λαυρῶν. Ἔτσι ὁ Πρῶτος τῆς Λαύρας τῆς Μέσης Καρυῶν ἔγινε Πρῶτος ὁλόκληρης τῆς Ἀθωνικῆς χερσονήσου καὶ ὁ τίτλος του αὐτὸς διατηρήθηκε μέχρι τὸν 14ο αἰῶνα.

Στὸ μεταξὺ εἶχε εἰσαχθεῖ στὴν περιοχή του κοινοβιακὸ σύστημα ζωῆς ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Κολοβό, μαθητὴ τοῦ Εὐθυμίου τοῦ Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἵδρυσε μονὴ στὰ Σιδηροκαύσια κοντὰ στὴν σημερινὴ Ἱερισσό, κατόρθωσε νὰ ἐκδοθοῦν ὑπὲρ αὐτῆς ἐπίσημα ἔγγραφα, τὸ ἀρχαιότερο ἀπὸ αὐτὰ (872) ἀλλὰ μὴ σῳζόμενο σήμερα εἶναι ἕνα αὐτοκρατορικὸ χρυσόβουλλο τοῦ Βασιλείου τοῦ Α´ τοῦ Μακεδόνος (867-886), μὲ τὸ ὁποῖο οἱ μοναχοί της μονῆς ἀναγνωρίζονται κύριοι τῆς περιοχῆς καὶ προστατεύονται ἀπὸ τὶς ἐνοχλήσεις τῶν γειτόνων καὶ μάλιστα κληρικῶν.

Τὸ δεύτερο αὐτοκρατορικὸ ἔγγραφο εἶναι ἕνα χρυσόβουλλο τοῦ ἴδιου αὐτοκράτορα (874), ἀπὸ τὸ ὁποῖο παραθέτουμε παρακάτω σὲ μετάφραση τὰ ἀκόλουθα: «Γιὰ κείνους ποὺ προτιμοῦν τὴν ἐρημικὴ ζωὴ καὶ φροντίζουν νὰ παραμένουν μόνοι στὸ λεγόμενο Ὄρος Ἄθω μέσα σὲ εὐτελεῖς σκηνές, τὶς ὁποῖες οἱ ἴδιοι ἐτοποθέτησαν (ἔτσι), ὥστε νὰ μὴ συγχρωτίζονται καὶ νὰ μὴν ἐπηρεάζονται ἀπὸ τοὺς πλησιέστερους κατοίκους, μὲ τοὺς ὁποίους γειτονεύουν, ἀλλὰ νὰ ἐκτελοῦν ἥσυχα καὶ ἀτάραχα τὶς σκέψεις τῶν λογισμῶν τους, Θεοσυνέργητος Βασιλεία μας θεώρησε δίκαιο, ὅπως μὲ τὸ παρὸν χρυσόβουλλον τοὺς ἐξασφαλίσει ἀθόρυβο καὶ ἀτάραχο βίο γιὰ νὰ εὔχονται ὑπὲρ τῆς γαληνότητός μας καὶ ὑπὲρ παντὸς συστήματος τῶν χριστιανῶν,... καὶ μὴ τοὺς ἐπηρεάσει κανείς... οὔτε νὰ εἰσέρχονται στὸν Ἄθω μερικοὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶναι ποιμένες μὲ τὰ ποίμνιά τους καὶ βουκόλοι μετὰ τὰ βουκόλιά τους ...». Στὸ ἔγγραφο αὐτὸ δὲν μνημονεύονται οὔτε «μοναστήρια» μὲ τὴ μεταγενέστερη ἔννοια οὔτε τό «Ἅγιον Ὄρος» ὡς ὄρος ἁγίων.

Μὲ μεταγενέστερο χρυσόβουλλο τοῦ Λέοντα τοῦ Σοφοῦ (886 - 912) τιμωρήθηκαν μοναχοὶ τῆς μονῆς Κολοβοῦ γιατὶ ἔδειξαν ἁρπακτικὲς διαθέσεις. Ὁριακὲς ἐξ ἄλλου διαφορὲς μεταξὺ μοναχῶν καὶ κατοίκων τῆς περιοχῆς τῆς Ἱερισσοῦ ρυθμίστηκαν μὲ χρυσόβουλλο τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Ζ´ τοῦ Πορφυρογέννητου (913 - 959).

Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ φαίνεται ὅτι εἶχαν ἱδρυθεῖ καὶ διάφορα μονύδρια, ὅπως τοῦ Ξηροποτάμου, τῶν Ἰβήρων, τοῦ Ζωγράφου, κ.ἄ. Στὰ μονύδρια αὐτά, ποὺ ἐμφάνιζαν τὴ μορφὴ ἀναπτυγμένου κελιοῦ καὶ εἶχαν διοικητικὴ αὐτοτέλεια, ζοῦσαν 8-15 συνήθως μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσαν τὸ κοινοβιακὸ σύστημα ζωῆς. Αὐτὰ τὰ μονύδρια διευρύνθηκαν ἀργότερα καὶ ἀποτέλεσαν τὶς ὁμώνυμες μονές, γιὰ τὶς ὁποῖες θὰ γίνει παρακάτω λόγος.
------------------------------------
sourse : http://users.uoa.gr/

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
!-

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 

FACEBOOK

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Histats

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΩΝ

extreme

eXTReMe Tracker

pateriki


web stats by Statsie

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΟ FACEBOOK

 PATERIKI


CoolSocial

CoolSocial.net paterikiorthodoxia.com CoolSocial.net Badge

Τελευταία Σχόλια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRANSLATE

+grab this

ON LINE

WEBTREND

Κατάλογος ελληνικών σελίδων
greek-sites.gr - Κατάλογος Ελληνικών Ιστοσελίδων

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

MYBLOGS

myblogs.gr

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ - JOIN US

Καταθέστε τα σχόλια σας με ευπρέπεια ,ανώνυμα, παραπλανητικά,σχόλια δεν γίνονται δεκτά:
Η συμμετοχή σας προυποθέτει τούς Όρους Χρήσης

Please place your comments with propriety, anonymous, misleading, derogatory comments are not acceptable:
Your participation implies in the Terms of Use


| ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ © 2012. All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Γιά Εμάς About | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |