Η περσοναλιστική ταυτότητα του σκεπτόμενου υποκειμένου
Η περί προσώπου αντίληψη της Δύσης οφείλεται κατ’ εξοχήν στη σκέψη του Αυγουστίνου, που θεμελιώνει καταλυτικά την περί Αγίας Τριάδος θεολογία στη λατινόφωνη σκέψη. Σε μια εργώδη προσπάθεια να εκχριστιανίσει με τον ιδιότυπο τρόπο του τη νεοπλατωνική κυρίως φιλοσοφία, αγνοώντας την ήδη πλούσια θεολογική συμβολή των Καππαδοκών, ανέλαβε να ερμηνεύσει το Τριαδικό δόγμα σχεδόν μόνος του, δίχως να μετέχει σε καμιά προηγούμενη θεολογική ερμηνευτική παράδοση και σχολή. Το ίδιο το έργο του Αυγουστίνου διαμόρφωσε μια τέτοια παράδοση, όταν κυρίως διαδόθηκε η μελέτη του από τον Καρλομάγνο τέσσερεις αιώνες αργότερα. Τότε η ευρωπαϊκή Δύση ανακάλυπτε σταδιακά στα κείμενα του επισκόπου Ιππώνος το ιδεώδες της ατομικής ύπαρξης. Ο Θεός εκλαμβάνεται ως το απόλυτο υποκείμενο, έχοντας ως αντικείμενο την υλική δημιουργία του.
Ο συγγραφέας των Εξομολογήσεων, προκειμένου να κατανοήσει και να εξηγήσει λογικά το δόγμα της Αγίας Τριάδος αναζήτησε, με οδηγό τη νεοπλατωνική ψυχολογία, την αναλογία του Θεού στον άνθρωπο, όχι απλώς στον ένα άνθρωπο αλλά στον έσω εαυτό του. Η ένδον ταυτότητα της ψυχής ενός ανθρώπου είναι δυνατό να εξεικονίσει την Τριαδική ύπαρξη του Θεού. Στον ανθρώπινο νου η μνήμη αποτελεί πηγή της ύπαρξης, από την οποία αναβλύζει με τη λειτουργία της ανάμνησης η γνώση αλλά και η αγάπη-βούληση διά της οποίας ο νους έλκεται προς το αγαθό. Και ο Θεός είναι ένας μεταφυσικός Νους που έχει ως Γνώση τον Λόγο- Υιό. Ως Αγαθός Νους προκαλεί την Αγάπη προς τον Λόγο-Υιό του και έτσι αυτός τον γνωρίζει ως Αγαθό. Ο σύνδεσμος της αγάπης (nexus amoris) μεταξύ του Πατρός και του Υιού είναι το Άγιον Πνεύμα. Η τριάδα της μνήμης, της γνώσης και της αγάπης αντιστοιχεί στην Αγία Τριάδα.
Αντίθετα, για τους Έλληνες Πατέρες, η γνώση, η βούληση και η αγάπη δεν δηλώνουν υποστατικές ιδιαιτερότητες αλλά την μία ουσία ως κοινές ενέργειές της. Οι υποστατικές ιδιότητες αφορούν οντολογικές σχέσεις, δηλώνουν τον τρόπο υπάρξεως των προσώπων και ασφαλώς δεν εκφράζουν ψυχολογικές εμπειρίες. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν έγκειται απλώς στις θετικές και ανθρώπινες ψυχολογικές ιδιότητες που εξαντλούν την προσωπική ετερότητα του Θεού αλλά στην περσοναλιστική ταυτότητα που αυτές προσδίδουν στη θεία ουσία, χαρακτηρίζοντας όχι ιδιαίτερα και διακεκριμένα πρόσωπα αλλά τις εσωτερικές της σχέσεις. Η ετερότητα των προσώπων συσκοτίζεται χάριν της ενότητας και της ιδιότυπης δομής της ουσίας. «Πρόσωπο είναι ένας απόλυτος όρος, όχι ένας όρος σχετικός με τον Υιό ή τη Άγιο Πνεύμα, όπως απόλυτοι είναι και οι όροι Θεός, μεγάλος, δίκαιος… Για τον Θεό, είναι λοιπόν ταυτόσημα το να είναι και το να είναι ένα πρόσωπο». Ο μονοθεϊσμός του Αυγουστίνου αφορά τελικά τη θεία ουσία (Divinitas), που προηγείται λογικά από την αρχή της θεότητας (Deitas), την οποία προάγει ο Πατήρ ως Τριάδα. «Όταν στην Τριάδα μιλούμε για το πρόσωπο του Πατρός, δεν μιλούμε για άλλο πράγμα παρά για την ουσία του Πατρός». Ο Πατήρ, συνάμα, δεν είναι μοναδική αιτία της θεότητας, αφού προάγει μαζί με τον Υιό την ύπαρξη του Πνεύματος. Η μοναδικότητα και απλότητα μιας απρόσωπης ουσίας, φαίνεται πως τελικά προτάσσεται οντολογικά από τα πρόσωπα που αναδύονται ως εσωτερικές της σχέσεις αντιθέσεως. «Γιατί λοιπόν δεν αποκαλούμε τα τρία ένα μόνο πρόσωπο, καθώς και μία μόνη ουσία και έναν μόνο Θεό;». Το περιεχόμενο του όρου πρόσωπο στον Αυγουστίνο παραμένει όχι απλώς σε εκκρεμότητα αλλά μάλλον κενό και ανακριβές, μια καθαρή τυπολογία. Στις ύστερες
επεξεργασίες της αυγουστίνειας θεολογίας από τούς σχολαστικούς, προηγείται σαφώς το κεφάλαιο περί του ενός Θεού (De Deo uno), για να ακολουθήσει εκείνο που αφορά την Τριάδα των Προσώπων (De Deo trino). Η προτεραιότητα της ουσίας έναντι του προσώπου, επισκίασε το δόγμα της Αγίας Τριάδος και χρωμάτισε ανάλογα ολόκληρο το φάσμα της θεολογικής αλλά της φιλοσοφικής σκέψης του δυτικού πολιτισμού, σαρκώνοντας ένα είδος «πρακτικού μονοθεϊσμού» με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.
Για τον Αυγουστίνο, ο άνθρωπος είναι πρόσωπο ως ατομική ύπαρξη που ταυτίζεται με την ψυχή του. Ως ένας μοναχικός εαυτός, μπορεί να νοηθεί δίχως κοινωνία, σχέση και αναφορά με άλλα πρόσωπα ή με τον υπόλοιπο κόσμο. Από αυτή την αναγωγική ενδοστρέφεια και την παρατήρηση του ατομικού εαυτού, έλκει την ιδρυτική του αρχή το πρόσωπο ως συνείδηση του σκεπτόμενου υποκειμένου στη δυτική σκέψη. Πρόκειται για την ανάδυση του σύγχρονου εγώ στην ιστορία, που προϋποθέτει μια ριζική αλλαγή της εσωτερικότητας. Ο ορισμός του Βοήθιου για το πρόσωπο ως λογική και ατομική φύση, ως βαθύτερος εαυτός που προσδιορίζεται διά της αυτοσυνειδησίας, θα προσληφθεί από τον Θωμά Ακινάτη και θα αναπτυχθεί περαιτέρω στη σχολαστική σκέψη. Το αυγουστίνειο πρόσωπο, παρόλον τον υπαρξιακό–ψυχολογικό μυστικισμό και την πνευματικότητά του, πλήρως εκκοσμικευόμενο, θεμελιώνει με την ιδιότυπη νοησιαρχία του το cogito ergo sum του Ντεκάρτ, το σκεπτόμενο υποκείμενο του Καντ, την ιστορική συνείδηση και νομοτέλεια του Χέγκελ και φθάνει ως το άτομο του Διαφωτισμού ή τον περσοναλισμό του υπαρξισμού και το υποκείμενο της νεωτερικότητας.
-------------
ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ
Δοκίμιο για μία θεολογία της ετερότητας
ΣΤΑΥΡΟΥ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ
ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.