Το να ζει κανείς τη μοίρα του σαν εξόριστος του παρελθόντος μεσ’ στον σημερινό κόσμο, αυτή είναι η ανυπόφορη εξορία. Και ο άνθρωπος, που η ζωή του ως διπλωμάτη και προπάντων τα γεγονότα πού ‘ζησε στον πόλεμο και την κατοχή της χώρας του, τον εκράτησαν πιο πολύν καιρό στα ξένα παρά στην πατρίδα του, στα ξένα απ’ όπου η πατρίδα του του φαινόταν πάντα πιο μεγάλη και πιο γοητευτική, αυτός ο άνθρωπος θα ένιωσε τον πόνο του φοβερά. Ξέρουμε τώρα αρκετά την ευαισθησία, τη σκέψη και την τέχνη του Σεφέρη για να εξηγήσουμε τη βαθύτερη σημασία της εξορίας του και του γυρισμού του. Πρόκειται, πράγματι, για τον Ελληνισμό που τον έχει αισθανθεί και τον έχει βιώσει στο βάθος της ψυχής του. Ανάμνηση και νοσταλγία ενός παρελθόντος ασύγκριτου μεγαλείου. Και πόνος για την επιστροφή στην πραγματικότητα. Ο διάλογος του ποιήματος είναι επινόηση που πλάθει με τη φαντασία του ο ποιητής, για να θέσει αντιμέτωπους τους δύο ανθρώπους στους οποίους είναι διχασμένος ο Σεφέρης.
Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ
«Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου».
«Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση
κι’ οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι’ όμως σαν είμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κατω από τους μεγάλους ίσκιους
κι’ έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος».
«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά – σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά – σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι’ οι πλαγιές σου».
«Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μου έρχονται ως τους ώμους
κι’ όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους».
«Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά – σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι’ αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι’ οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν».
«Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεται στο χώμα».
«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σου έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι’ απ’ τους ανθρώπους».
«Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι’ ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα».
Τι στάση να υιοθετήσει κανείς για να νικήσει αυτή την αγωνία; Την ανταρσία; Τον αγώνα; Αυτό ίσως θα μπορούσε να κάνει ένας Σικελιανός. Ένας Παλαμάς. Δεν είναι αυτή η στάση του Σεφέρη, που καταφεύγει στην υποχώρηση, την καρδιά, μάλιστα, της υποχώρησης, στην εγκαρτέρηση. Ούτε η μια, όμως, ούτε η άλλη είναι συνώνυμες της φυγής. Ίσα – ίσα, ξεπερνώντας, υπερβαίνοντας την αδυσώπητη δύναμη της μοίρας, ο ποιητής φτάνει στη λευτεριά.
Στο ποίημα που έχει τίτλο: «Η Στέρνα», βλέπουμε –από το 1932, όταν ο Σεφέρης είτανε 32 χρονών- τη σιγανή και ήρεμη κάθοδο του ποιητή στη μοναξιά, τη σιωπή, στις μυστικές περιοχές της συνείδησης.
«Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ηχηρά. Τ’ αστέρια
δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει».
Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι και παίζει με το φύσημα του ανέμου. Πρόσωπα λάμπουν για μια στιγμή και σβήνουν μέσα σ’ ένα εβένινο σκοτάδι. Ο κόσμος πάνω της πληθαίνει, πάει, δεν την αγγίζει. Οι ώρες περνούν, οι ήλιοι και τα φεγγάρια,
«μα το νερό έχει δέσει σαν καθρέφτης»
(...)
«Μόνη, και στην καρδιά της τόσο πλήθος
μόνη, και στην καρδιά της τόσος μόχθος
και τόσος πόνος, στάλα – στάλα μόνος» (...)
«Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!...»
«Τα μάρμαρα το ξέρουν, που κοιτάζουν»
(...)
«ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμια
καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου».
Ξαφνιασμένος από την αδυναμία της ψυχής να επικοινωνήσει με τόν κόσμο, ο ποιητής λέει, στο τέλος:
«Μα η νύχτα δεν πιστεύει στη αυγή
κι’ η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει
έτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή,
μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή
μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη».
Ένα τελευταίο απόσπασμα θα εξηγήσει την εγκαρτέρηση –τη γαλήνια αποδοχή- του Σεφέρη. Το παίρνω από το ποίημα «Κίχλη» πού ‘χει τέσσερα μέρη. Είναι το όνομα ενός μικροκάραβου συγκοινωνίας που πλέει, στον πόλεμο, κοντά στο νήσι Πόρος, στην ανατολική πλευρά της Πελοποννήσου, ανάμεσα Αίγινας και Ύδρας.
«τό ΄λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκάρι του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη».
Πραγματικά, το ναυάγιο είναι αιώνιο.
Φωνές ανεβαίνουν απ’ την άβυσσο, που ο Σεφέρης, σαν τον Οδυσσέα, τις ακούει, μα δεν τις αναγνωρίζει,εκτός από μια: «Κι’ άλλες φωνές σιγά – σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν· ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό·
θά ‘λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα·
είτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι’ ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
Πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
Ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ·
το δίκιο σας θά ‘ναι το δικό μου· πού να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ·
Ποιος πάει για το καλύτερο ο Θεός το ξέρει».
Ύστατο μάθημα του Σωκράτη, που δέχεται τη μεγάλη εξορία, την αδικία, τη μοίρα του.
Συμπέρασμα. –Για να Κυριαρχήσεις τον Ελληνισμό πρέπει να τον Αξίζεις.
Πρέπει, ωστόσο, να καταλήξουμε σ’ ένα συμπέρασμα. Η τραγωδία δεν τελειώνει παρά με το θάνατο. «Και πόσα χρόνια χάσαμε, λέει ο ποιητής, για να πεθάνουμε». Εδώ δεν υπάρχει κάθαρσις. Σ’ αυτήν, όμως, την ακίνητη και γαλήνια φωνή του Σωκράτη, που την κάνει ο ποιητής να ξανανεβαίνει από την άβυσσο και το πρώτο ναυάγιο του ελληνισμού, δεν υπάρχει πια ούτε αμηχανία, ούτε αγωνία. Ύστερ’ από τόσες φωνές, «Φωνές που ανεβαίνουν από την πέτρα, φωνές που ανεβαίνουν από τον ύπνο», όπως στις Μυκήνες· φωνές του μυστικού νερού, όπου τόση θλίψη μαζεύτηκε γουλιά – γουλιά, φωνές της στέρνας που, όμοια με μιαν ελεύθερη ψυχή, διδάσκει τη σιωπή: φωνές που από παντού, από τη θάλασσα και από τους τάφους, ανεβαίνουν και, ξαφνικά, παγώνουν, ακίνητες, απολιθωμένες, όπως οι χειρονομίες και η κίνηση ενός απότομα σταματημένου φιλμ, όπως μέσα στο όραμα που είχε ο Σεφέρης δει με τόσο θαυμαστό τρόπο στην εργατική κοιλάδα, στην Εγκωμή, στην Κύπρο· ύστερ’ από τόσες φωνές, τρομερές, ή οδυνηρές, ή μυστικές, να! Η τέλεια γαλήνη του Σωκράτη...
Το μάθημα τελείωσε. Ο άνθρωπος ξέρει ότι η μοίρα τον συντρίβει και ότι ο αγώνας που δέχτηκε να αναλάβει είναι προκαταβολικά χαμένος. Δεν θα ξεφύγει από τους δυο σκοτεινούς Σκοπέλους, απ’ όπου πρέπει να περάσει η οδυσσειακή σχεδία του. Η μοίρα, αρματωμένο με δρέπανα άρμα που θερίζει, δεν ξέρει πόσα δημιουργήματα ελληνικού μεγαλείου και ομορφιάς κατέστρεψε και καταστρέφει αδιάκοπα. Τουλάχιστον, με τη σκέψη του, με τη συνείδησή του, που ξαγρυπνά μεσ’ τη σιωπή και την άσκηση, ένας άνθρωπος, ο Γιώργος Σεφέρης, προσπαθεί να κυριαρχήσει πάνω στη δραματική μοίρα του ελληνισμού, και, κύριος της αγωνίας του, γίνεται ο μεγάλος ποιητής, ο άξιος ποιητής της ανθρώπινης μοίρας της σημερινής Ελλάδας.
Μεταφρ. Ξεν.Ι. Καράκαλος



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.