Οι θεολογικές καταβολές της ετερότητας
Στην κατεύθυνση ενός εναλλακτικού πολιτιστικού παραδείγματος, η θεολογία του προσώπου, όπως την εξέφρασαν οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, πέρα από οποιαδήποτε θρησκευτική έκπτωση και ιστορική θεσμοποίησή της, κομίζει έναν βαθύτερο λόγο για την ετερότητα που μπορεί να νοηματοδοτήσει και να εμπνεύσει διαλεκτικά έναν σύγχρονο πολιτισμό, πέρα από κάθε εγκόσμιο ή μεταφυσικό ολοκληρωτισμό. Η έννοια της ετερότητας καθώς αναπτύσσεται στη σκέψη των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας αποτελεί μιαν κατ’ εξοχήν σχεσιακή και αναφορική πραγματικότητα που δεν οχυρώνεται στο ίδιον και στην απόρριψη του διαφορετικού αλλά αντλεί το νόημα και το είναι ακριβώς από την κοινωνία ως κενωτικό άνοιγμα στον Άλλον. Η ετερότητα δεν είναι μια ατομική διεκδίκηση που θεμελιώνεται στον φόβο του άλλου ή στην προστασία από τον άλλο, μια μειοψηφική έκφραση και διαφορά που επιζητεί την ανεκτικότητα της πλειοψηφίας αλλά αποδοχή του άλλου και αναίρεση της διαίρεσης μέσα από ένα πλέγμα διαπροσωπικών σχέσεων. Πρόκειται, κατά βάση, για μια γόνιμη και εμπνευσμένη συνάντηση του ελληνικού και του βιβλικού ιδεώδους, για την αμοιβαία σύνθεση του οντολογικού ερωτήματος με την προσωπική φανέρωση του Αλλότριου μέσα στην κτίση και την ιστορία.
Παρά το οξύμωρον του πράγματος, το σύγχρονο ιδεώδες της ετερότητας αλλά και η αξία και ο σεβασμός της προσωπικότητας του ανθρώπου ή του ατόμου και των δικαιωμάτων του έχει θεολογικές ρίζες και καταβολές. Μέσα από μια μακρά διαδικασία εκκοσμίκευσης και περιθωριοποίησης του δυτικού Χριστιανισμού, η νεωτερικότητα αποσυνέδεσε τελικά την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και την έννοια του προσώπου του στο πλαίσιο μιας αυτόνομης ηθικής. Ο περσοναλισμός του ανθρωπισμού και του υπαρξισμού αντιλαμβάνεται πλέον το πρόσωπο ως μια ενδοκοσμική πραγματικότητα, δίχως οποιαδήποτε μεταφυσική θεμελίωση και αναφορά. Ωστόσο, ο περσοναλισμός αυτός προέκυψε ιστορικά από την αντίληψη για το πρόσωπο ως ατομική αυτοσυνειδησία που εισήγαγε στη δυτική θεολογία ο άγιος Αυγουστίνος και εξέφρασε καταλυτικά ο «τελευταίος Ρωμαίος φιλόσοφος και πρώτος σχολαστικός» Βοήθιος με τον περίφημο ορισμό του: persona est naturae rationabilis individual substantia. Πρόσωπο είναι η ατομική υπόσταση της λογικής φύσεως. Η αρχική εισαγωγή, όμως, αλλά και η σαφέστατα διαφοροποιημένη από την παραπάνω σημασιοδότηση της έννοιας του προσώπου έγινε για πρώτη φορά στην ιστορία της σκέψης από τη θεολογία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, για να εκφράσει την πίστη και το βίωμά της στην Αγία Τριάδα. Καθώς επισημαίνει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, «το πρόσωπον ως έννοια και βίωμα είναι γέννημα και θρέμμα της πατερικής θεολογίας», μια ιστορική και υπαρξιακή πραγματικότητα που φαίνεται να μην έλαβε την δέουσα θέση ούτε καν στην ιστορία της φιλοσοφίας. Η θεολογική σκέψη των Ελλήνων Πατέρων όχι μόνο δεν συνιστά τον «τερματητή του φιλοσοφικού διαλόγου» αλλά συνέχισε αδιάκοπα την ανοικτή φιλοσοφική αναζήτηση με ριζικές υπαρξιακές καινοτομίες και όχι απλώς με μεταφυσικές προτάσεις ή μυστικιστικές αποδράσεις.
Πράγματι, η περί προσώπου θεολογία έχει ως αφετηρία την έκφραση της βιβλικής πίστης και πρωτοχριστιανικής εμπειρίας στον Τριαδικό Θεό, μέσω της
ταυτότητας του Χριστού. Η πίστη στην Αγία Τριάδα ως σε τρία ξεχωριστά πρόσωπα προέκυψε μέσα από την πίστη και έκφραση της αρχέγονης Εκκλησίας για την ταυτότητα του Χριστού. Η πίστη αυτή περιελάμβανε σαφώς την περί Θεού βιβλική εμπειρία της Παλαιάς Διαθήκης. Ως απόλυτη υπερβατικότητα έναντι του κόσμου, ο Θεός είναι απόλυτα ελεύθερος έναντι οποιασδήποτε λογικής, ηθικής ή κοσμικής αρχής και ανάγκης. Συνάμα, δίχως να αποτελεί μιαν απρόσωπη δύναμη, ο Θεός αυτός αποκαλύπτεται και ενεργεί προσωπικά όχι μέσα στην κοσμική φύση αλλά στην ιστορία των ανθρώπων και αναγνωρίζεται μέσα από έμπρακτες προσωπικές σχέσεις μαζί τους. Πάνω σε αυτόν τον εμπειρικό καμβά, οι αξιώσεις του Χριστού για το πρόσωπό του, το βίωμα της Εκκλησίας αλλά και το πολιτιστικό περιβάλλον της όψιμης αρχαιότητας, θα διαμορφώσουν έναν πολύ παράδοξο μονοθεϊσμό, αυτόν της Αγίας Τριάδος. Ο Χριστός εκφράζει μιαν αποκλειστική σχέση υιότητας με τον Θεό και αξιώνει ότι είναι ο εσχατολογικός «υιός του ανθρώπου», αυτός που θα κρίνει τελικά και αμετάκλητα την ιστορία. Η πίστη και το βίωμα στην ανάσταση, την αποχώρηση και συνάμα παραμονή του Χριστού, εν ετέρω τρόπω, διά του «άλλου παρακλήτου», στο ιστορικό προσκήνιο αλλά και η προσδοκία της ένδοξης επανόδου του στον κόσμο, δεν εξέφραζε μόνο το περιεχόμενο της ταυτότητας του Χριστού αλλά οδηγούσε και σε μια θεμελιώδη τροποποίηση της περί Θεού αντίληψης των Εβραίων της εποχής εκείνης και όχι μόνο. Ο Θεός ενεργεί στην Εκκλησία ως Πνεύμα Άγιον που πραγματοποιεί την παρουσία του Χριστού. Μέσα από μια τέτοια εμπειρία η αρχαία Εκκλησία εξέφρασε ήδη στην Καινή Διαθήκη την πίστη της στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα και την βίωσε με τον πλέον αποφασιστικό τρόπο στη βαπτισματική και ευχαριστιακή της εμπειρία και πράξη. Η έκφραση όμως του υπαρξιακού αυτού βιώματος στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τον πολιτισμό που επικρατούσε, έθετε το πρόβλημα της θεολογικής και φιλοσοφικής έκφρασης της πίστης στον Θεό ως Αγία Τριάδα. Ο Θεός είναι ένας ή τρεις ιδιαίτερες υπάρξεις; Αν τα τρία αυτά πρόσωπα είναι τρία όντα, πώς αποφεύγεται η τριθεΐα και διαφυλάσσεται ο βιβλικός μονοθεϊσμός από την ειδωλολατρική πολυθεΐα; Η αρχαία Εκκλησία σε μια δημιουργική συνάντηση με την ελληνική φιλοσοφία και τον πολιτισμό - ήδη από τα κείμενα της Καινής Διαθήκης που είναι έργο των ελληνιστικών χριστιανικών κοινοτήτων - θα υπερβεί όχι μόνο τη διαμάχη με τον Ιουδαϊσμό αλλά και το σκόπελο των ανατολικών μυθολογικών λαβυρίνθων του Γνωστικισμού και θα εκφράσει στέρεα το υπαρξιακό της βίωμα στην Αγία Τριάδα. Για το περιεχόμενο αυτής της συνάντησης, αν πρόκειται, δηλαδή, για εξελληνισμό του Χριστιανισμού ή
εκχριστιανισμό του Ελληνισμού, το κρίσιμο βήμα θα γίνει δύο αιώνες αργότερα με τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, κυρίως και κατεξοχήν με την καθοριστικής σημασίας σύνθεση των Καππαδοκών.
Μέσα στη δίνη του Γνωστικισμού στην Εκκλησία και στην κυριαρχία του Μέσου Πλατωνισμού στη φιλοσοφία, μια σειρά από τριαδολογικές αιρέσεις θα προσπαθήσουν να εκφράσουν την πίστη στην Αγία Τριάδα ως ταυτότητα του ενός και μοναδικού προσώπου. Άλλοτε ο Υιός δεν θεωρούνταν ως πρόσωπο και άλλοτε ούτε καν ως Θεός. Ειδικά ο Σαβελλιανισμός δέχονταν ένα είδος ομοουσίου των Τριών προσώπων και συνάμα το ομοϋπόστατόν τους, καθόσον η ουσία και η υπόσταση ταυτίζονταν στη φιλοσοφική ορολογία της εποχής. Ο ένας και μοναδικός Θεός τροποποιούσε τον εαυτό του και διαδραμάτιζε τρεις διαφορετικούς ρόλους ή είχε τρία διαφορετικά πρόσωπα-προσωπεία. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια θεολογία που θεμελιωνόταν στην ουσία ως μοναδικό οντολογικό κατηγόρημα του Θεού. Ο Θεός είναι το απόλυτο Ένα. Αλλά και ο Φίλων ενωρίτερα, ο περίφημος Ιουδαίος ελληνιστής φιλόσοφος, υπήρξε και αυτός συνεπής προς την αρχαιοελληνική φιλοσοφική παράδοση που είναι κατά βάση μονοθεϊστική, εκφράζοντας την αντίληψη ότι ο Θεός είναι ένας και μόνος. Προς αυτή τη θέση αντέδρασαν οι Απολογητές του Β΄ αι. (Ιουστίνος-Αθηναγόρας, Θεόφιλος), υποστηρίζοντας με την πενιχρή ορολογία τους ότι ο Θεός είναι ένας αλλά όχι μοναχικός. Αλλά και ο Ειρηναίος Λυώνος με τη θεολογική και φιλοσοφική γλώσσα που είχε στη διάθεσή του θεωρούσε τον Υιό και το Πνεύμα ως τα μόνα όντα που υπάρχουν εκ της ουσίας του Θεού και Πατρός. Τα τρία όντα που συγκροτούν την Αγία Τριάδα δεν είναι αφηρημένες δυνάμεις του ενός Θεού αλλά πραγματικές και συγκεκριμένες υπάρξεις σε άρρηκτη σχέση μεταξύ τους. Ο Υιός είναι το όνομα, η περιγραφή ή το πρόσωπο του κρυμμένου Πατρός. Μετά τον Θεόφιλο, ο Τερτυλλιανός είναι ο πρώτος λατινόφωνος θεολόγος που χρησιμοποιεί τον όρο Τριάς και διακρίνει τα πρόσωπα στην ενιαία θεότητα. Η ορολογία του για την Αγία Τριάδα, «una substantia, tres personae», μία ουσία, τρία πρόσωπα, θα περάσει στην Ανατολή διαμέσου του Ιππολύτου, του μικρασιάτη αυτού θεολόγου που έδρασε στη Ρώμη στο μεταίχμιο του Β΄ και Γ΄ αι. Στην ελληνόφωνη Ανατολή, η μετάφραση των όρων αυτών παρουσιάζει προβλήματα μοναρχιανισμού ή Σαβελλιανισμού. Ο όρος substantia σήμαινε υπόστασις, δηλαδή, ουσία, ενώ ο όρος persona, αντιδάνειο του ελληνικού όρου πρόσωπον δεν σήμαινε παρά προσωπείο ή ρόλο. Πρόκειται, συνεπώς, για έννοια δίχως οντολογικό περιεχόμενο. Ο Θεός του Ωριγένη, κατά τον Γ΄ αι., είναι η αναλλοίωτη και άπειρη πηγή της πατρότητας και συνάμα της
κοινωνικότητας. Η Τριάς αποτελεί και την πρώτη άχρονη και προαιώνια εκδίπλωση του Θεού από τη μοναδικότητα στην ετερότητα. Ο Ωριγένης είναι ίσως ο πρώτος θεολόγος που ερμηνεύει την Τριάδα ανεξαρτήτως από την εμπλοκή της στο έργο της σωτηρίας. Χρησιμοποιώντας τον πλατωνικό όρο ουσία, αναφέρεται στο κοινό χαρακτηριστικό της Τριάδος, ενώ με τον αριστοτελικό όρο υποκείμενον ή τον στωικό υπόστασις εκφράζει την ιδιαιτερότητα των θείων προσώπων, διαβαθμίζοντας δυναμικά το καθένα. Η μετάφραση στα λατινικά του όρου υπόστασις που χρησιμοποιούσε ο Ωριγένης δημιουργούσε, ωστόσο νέα προβλήματα. Η διατύπωση του Ωριγένη θα μπορούσε να αποδοθεί στη λατινόφωνη ορολογία ως una substantia, tres substantiae, έκφραση δίχως κανένα λογικό νόημα και τριαδικό περιεχόμενο.
-------------
ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ
Δοκίμιο για μία θεολογία της ετερότητας
ΣΤΑΥΡΟΥ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ
ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.