IV. ΣΩΜΑ
Ο άνθρωπος μπορεί να εκληφθεί ως «κένταυρος», διφυής και δισυπόστατος, αφού αποτελείται από σώμα και ψυχή. Τα δυο μόρια της ανθρώπινης ύπαρξης είναι άνισα, ασύμμετρα κι αντίθετα: το σώμα είναι ορατό κι η ψυχή αόρατη, ενσώματη-ένυλη οντότητα από την μια πλευρά κι ασώματη-άυλη από την άλλη πάλι πλευρά. Πώς σχετίζονται ψυχή και σώμα; Αυτό είναι ένα κεφαλαιώδες ανθρωπολογικό ερώτημα19 το οποίο απαντάται στην νεώτερη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση εντελώς αλλιώτικα από ό,τι στην σύγχρονη μετα-νεωτερική εποχή μας.
Στην αναγεννησιακή εποχή, με επίκεντρο το δυτικό ημισφαίριο της ευρωπαϊκής ηπείρου, ισχύει ο δυαλισμός ψυχής-σώματος, δηλαδή ο απόλυτος διαχωρισμός (δύο, δυϊκός, δυϊσμός = duo, dualis, dualismus: δυαλισμός), ενώ στην μεταναγεννησιακή εποχή (από τα μέσα του 20ού αιώνα) σε πλανητικό πια επίπεδο επικρατεί βαθμιαία και κλιμακωτά ο ολισμός ψυχής-σώματος («όλον», σύνολο, συνολικό, καθολικό, ολικό) με την έννοια ότι τώρα πια ενδιαφερόμαστε πιο πολύ για ό,τι ενώνει ψυχή και σώμα παρά για οτιδήποτε χωρίζει και σχίζει αυτά τα δυο μόρια του ανθρωπίνου όντος. Πρόκειται δηλαδή για δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις στο ανθρωπολογικό ζήτημα της ψυχοσωματικής οντότητας που κωδικοποιείται ως «νεότερος δυαλισμός» και «σύγχρονος ολισμός».
1. Ο νεότερος δυαλισμός ψυχής και σώματος
Το αρχιμήδειο στήριγμα της νεότερης δυτικοευρωπαϊκής οντολογίας είναι ο δυαλισμός. Ο Καρτέσιος ή Ρενέ Ντεκάρτ (Rene Descartes, 1596-1650) είναι ο τελειότερος εκφραστής (όχι όμως ο εφευρέτης) της δυαλιστικής οντολογίας. Η πρωτοτυπία του Ντεκάρτ έγκειται στο ότι για πρώτη φορά αποκρυσταλλώθηκαν οι δύο οντότητες που νομιμοποιούν και μονιμοποιούν τον δυαλισμό: το σκεπτόμενο ον (res cogitans) και το εκτεινόμενο ον (res extensa). Η καρτεσιανή επινόηση res cogitans - res extensa είναι η καρδιά όλων των εκφάνσεων του δυαλισμού (ψυχής - σώματος, πνεύματος -ύλης, ανθρώπου - φύσης, θρησκείας - επιστήμης). Θα σημειώσουμε τρία μόνο οντολογικά θεμέλια του καρτεσιανού δυαλισμού.20
Α Η οντολογική προτεραιότητα τον σκεπτόμενου Εγώ (cogito ergo sum) είναι το πρώτο αξίωμα της φιλοσοφίας του Ντεκάρτ: «Σκέπτομαι άρα υπάρχω».21 Οι προϋποθέσεις του Ντεκάρτ ανάγονται στον μεσαιωνικό σχολαστικισμό και στον Αυγουστίνο.22 Εκείνο όμως που είναι αδιαμφισβήτητα καρτεσιανό είναι η πρωτοφανής σημασιολόγηση του Εγώ: ομφαλός της φιλοσοφίας καθίσταται πλέον το υποκειμενικό (αυτονοημένο και χειραφετημένο) Εγώ του εξατομικευμένου ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος. Τα ελάχιστα κυβικά εκατοστά του ανθρωπίνου εγκεφάλου, όπου κατά ρητή διατύπωση του Ντεκάρτ23 είναι η έδρα του κοινού νου, αποτελούν το αρχιμήδειο στήριγμα της νεότερης φιλοσοφίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ντεκάρτ δεν αποφαίνεται cogitare ergo esse («σκέπτεσθαι άρα υπάρχειν/είναι»), αλλά cogito ergo sum («εγώ σκέπτομαι, άρα εγώ υπάρχω»).
Ο ίδιος αποκαλύπτει το οντολογικό κίνητρο του ανθρωπομονισμού του: «ό,τι είναι αληθινό είναι κάτι τι... ό,τι γνωρίζω σαφώς είναι αληθινό».24 Αφού λοιπόν το αληθές είναι υπαρκτό και νοητό, το πρόβλημα έγκειται στην σύμπτωση υπαρκτού και νοητού, που άλλωστε αντανακλά και την σχολαστική θωμιστική αντίληψη για την αλήθεια: Veritas est adaequatio rei et intellectus. Ακολουθώντας την σχολαστική παράδοση, ο Ντεκάρτ θέτει ως σκοπό του την ανακάλυψη του σημείου σύμπτωσης υπαρκτού και νοητού, κι αυτόν τον σκοπό υπηρετεί η μεθοδολογική του αμφιβολία.
Ο σκοπός του εκπληρώνεται με την ανακάλυψη του Εγώ:25 το σκεπτόμενο Εγώ είναι το σημείο σύμπτωσης νοήσεως και όντος, κατά συνέπεια είναι η αλήθεια (veritas) του σχολαστικού ορισμού. Στην αλήθεια 6έ6αια αρμόζει οντολογική προτεραιότητα. Αφού η θωμιστική αλήθεια πλέον καλύπτεται από το καρτεσιανό Εγώ, δικαιολογείται πλήρως και κατανοείται απόλυτα η οντολογική προτεραιότητα που δίδεται στο Εγώ από τον Ντεκάρτ. Το καρτεσιανό Εγώ είναι η σχολαστική αλήθεια (veritas) με άλλο όνομα.
Β. Η οντολογική αποκλειστικότητα τον σκεπτόμενου όντος («ego sum res cogitans»). Η οντολογική προτεραιότητα του σκεπτόμενου Εγώ είναι κατ' αρχήν κατανοητή και απροβλημάτιστη, μέχρι αυτό το σημείο τουλάχιστον. Δυστυχώς όμως ό Ντεκάρτ δεν αρκέσθηκε σ' αυτό, αλλά αποτόλμησε ένα ακόμα Βήμα, το οποίο ήταν άλμα: ταύτισε το σκεπτόμενο Εγώ με το σκεπτόμενο ον (res cogitans) κι απέδωσε σ' αυτό οντολογική αποκλειστικότητα.
Η οντολογική αποκλειστικότητα του σκεπτόμενου όντος, αυτός ο πρωτοφανής καρτεσιανός νεωτερισμός, συντελέσθηκε κατά τον εξής τρόπο, όπως τεκμηριώνεται από την σχετική μαρτυρία του Ντεκάρτ: «Υποθέτω ότι όλα όσα 6λέπω είναι εσφαλμένα. Πιστεύω ότι τίποτε δεν υπήρξε από όσα αναπαριστά η ψευδολόγος (mendax) μνήμη μου... Τι θα ήταν αληθινό; Ίσως μόνον ό,τι είναι βέβαιο... Αλλά εγώ τουλάχιστον δεν είμαι κατιτί;... Έπεισα τον εαυτό μου ότι δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτα, ούτε ουρανός ούτε γη ούτε πνεύματα ούτε σώματα. Εγώ όμως δεν είμαι; Βεβαίως και είμαι, αρκεί μόνο να πείσω τον εαυτό μου. Αλλά υπάρχει κάποιος άγνωστος μου απατεώνας [deceptor], ισχυρότατος και δολιότατος, που διαρκώς με εξαπατά επιμελώς. Όσον όμως και αν με εξαπατά, δεν αμφιβάλλω ότι εγώ υπάρχω. Αν και με εξαπατά, εντούτοις δεν θα καταφέρει να με κάνει να πιστέψω ότι δεν είμαι, διότι σκέπτομαι ότι είμαι κατιτί. Με βάση όλα τα προαναφερθέντα πρέπει να ορίσω και να αποφανθώ ότι το: "Είμαι, υπάρχω", είναι κατ' ανάγκη αληθινό, όποτε το προφέρω ή το συλλαμβάνω με τον νου μου».26
Με βάση την καρτεσιανή συλλογιστική η οντολογική προτεραιότητα του σκεπτόμενου Εγώ είναι εύκολο και εύλογο να οδηγήσει στην οντολογική αποκλειστικότητα του σκεπτόμενου όντος, αφού πλέον μόνο η σκέψη είναι το εχέγγυο της ύπαρξης: «Η σκέψη είναι η μόνη ιδιότητα που δεν μπορεί να χωρισθεί από τον εαυτό μου. Εγώ είμαι, εγώ υπάρχω: τούτο είναι βέβαιο. Κάθε πότε όμως; Όποτε σκέπτομαι... Δεν αναγνωρίζω λοιπόν τίποτε που να μην είναι αληθινό. Είμαι λοιπόν ακριβώς ένα σκεπτόμενο ον... Είμαι ένα ον αληθές και αληθώς υπάρχον. Τι είδους ον; Είπα, σκεπτόμενο».27 Και περαιτέρω αποσαφηνίζει: «Εγώ είμαι σκεπτόμενο ον, που αμφιβάλλει, καταφάσκει, αποφάσκει, γνωρίζει λίγα, αγνοεί πολλά, θέλει, δεν θέλει, φαντάζεται και αισθάνεται επίσης».28
Οντολογικό αποκορύφωμα του καρτεσιανού ανθρωπομονισμού είναι η διαπίστωση: «Η ουσία μου συνίσταται σε ένα μόνο, ότι είμαι σκεπτόμενο ον».29 Έτσι καθιερώνεται ο ανθρωπολογικός μηχανικισμός, αφού πλέον ο Ντεκάρτ αρνείται τον αριστοτελικό ορισμό του ανθρώπου ως «ζώον λόγον έχον» (animal rationale)30 και τον αντικαθιστά με τον δικό του, θεωρώντας πλέον τον άνθρωπο ως «μηχανή αρθρώσεων»31 (machina membrorum) και το ανθρώπινο σώμα ως «μηχάνημα»32 (machinamentum). Επικυρώνεται επιπλέον και ο ψυχοσωματικός δυαλισμός, αφού ο Ντεκάρτ ορίζει ότι η «φύση του ανθρώπου συντίθεται από πνεύμα και σώμα»33 και «μεταξύ πνεύματος και σώματος υπάρχει μεγίστη διαφορά».34
Γ. Η οντολογική αυτονόμηση τον εκτεινομένον όντος (corpus est «res extensa, non cogitans»).35 Στον αντίποδα του σκεπτόμενου όντος τοποθετεί ο Ντεκάρτ το εκτεινόμενο ον: το res extensa. Το εκτεινόμενο ον αντιπαρατίθεται στο σκεπτόμενο ον, αυτονομείται και απομονώνεται για να χάσει τους τελευταίους δεσμούς και τα ελάχιστα δεσμά που το συνέδεαν με το σκεπτόμενο ομόλογο του ον επί δυόμισι χιλιετίες ευρωπαϊκής φιλοσοφικής παράδοσης. 0 δυαλισμός ενύλου – αΰλου διατυπώνεται σαφέστατα στον Ντεκάρτ: «Η ιδέα που έχω για το ανθρώπινο πνεύμα, το οποίο είναι σκεπτόμενο ον και όχι εκτεινόμενο σε μήκος, μέγεθος και Βάθος, και το οποίο δεν μετέχει σε ό,τι συνιστά το σώμα, είναι ιδιαζόντως διακεκριμένη από την ιδέα κάθε σωματικού όντος».36
Τι είναι όμως σώμα; «Ως σώμα εννοώ ό,τι μπορεί να ορισθεί από σχήμα (figura), περιγράφει τόπο (loco) και πληροί χώρο (spa-tium), ώστε να αποκλείεται δι' αυτού κάθε άλλο σώμα».37 Η γεωμετρική στατικότητα (έκταση σε μήκος, μέγεθος και Βάθος) και η μαθηματική ποσοτικότητα38 γίνονται πρωτεύουσες ιδιότητες των σωμάτων που ορίζονται ως όλα «όσα εγγίζουμε και Βλέπουμε».
Η οντολογική απομόνωση των εκτεινομένων όντων δηλώνεται ρητά από τον Ντεκάρτ: «Πρέπει λοιπόν κατ' ανάγκην να υπάρχει μια υπόσταση διαφορετική από μένα... και αυτή η υπόσταση είναι ένα σώμα ή μάλλον μια σωματική φύση».39 Τελειότερο οντολογικό δυαλισμό ανθρώπου-κόσμου δεν έχει να επιδείξει η ιστορία, με μόνη πιθανή εξαίρεση τον μανιχαϊσμό.
Δικαίως λοιπόν η φιλοσοφία του 20ού αι. εξεγείρεται σύσσωμη κατά του καρτεσιανισμού, προεξάρχοντος του Χούσερλ40 και του μαθητή του Χάιντεγκερ.41 Δικαίως σήμερα χλευάζεται η «καρτεσιανή μοναξιά»42 από φυσικούς φιλοσόφους και ο «καρτεσιανός επαρχιωτισμός»43 από πολιτικούς φιλοσόφους.
Η ψυχοσωματική ιατρική του φιλοσοφούντος καθηγητή νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης Βίκτορα φον Βαϊτσέκερ44 και άλλων45 κατατείνει στην υπέρβαση του ψυχοσωματικού δυαλισμού της καρτεσιανής νεωτερικότητας. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αναζήτησης επιστημονικού ολισμού και ταυτόχρονης υπέρβασης του καρτεσιανού δυαλισμού έλαβε χώρα κατά το φθινόπωρο του 1935 στην Γερμανία διαλογική συνάντηση τεσσάρων πρωτοκορυφαίων επιστημόνων διαφορετικών κλάδων, όπως ήταν ο πυρηνικός φυσικός Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, ο ψυχίατρος Βίκτορ φον Βαϊτσέκερ, ο φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ και ο φυσιολόγος Άϊχελις.46
2. Ο σύγχρονος ολισμός ψυχής και σώματος
Α Φύση και λόγος. Ανάμεσα στην φύση και στον άνθρωπο υπάρχουν ομοιότητες και διαφορές. Κοινός παρονομαστής τυχαίνει να 'ναι το πάθος. Τόσο ο άνθρωπος όσο και κάθε άλλο έμβιο ον πάνω στον κόσμο, από τα απλούστερα μέχρι τα συνθετότερα, χαρακτηρίζεται από το πάθος. Ό,τι ζει αυτό πάσχει και συμπαθεί, πονά και συμπονά, αισθάνεται και συναισθάνεται, νιώθει και υποφέρει.
Το πάθος εκδηλώνεται με πάμπολλους τρόπους. Ο πιο χαρακτηριστικός από όλους είναι το όριο: κάθε έμβιο ον βρίσκεται μέσα στα όρια της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, του «είναι» και του «μηδενός». Ό,τι αρχίζει τελειώνει, ό,τι γεννιέται πεθαίνει, ό,τι ακμάζει παρακμάζει. Τα έμβια όντα πάσχουν την αύξηση που σημαίνει ότι βαίνουν προς τον θάνατο τους με την μη αντιστρεπτή διαδικασία της μετάβασης από την ακμή στην παρακμή, από τα νιάτα στα γηρατειά, από την ανωριμότητα στην ωρίμανση και τελικά στην υπερωρίμανση!
Η φύση είναι φθίση: καθετί το φυσικό είναι φθαρτό. Το πάθος της φθοράς εμφωλεύει στην φύση και στον άνθρωπο εξίσου. Πτυχές της φθίσης της φύσης είναι η θνητότητα, η αναγκαιότητα και η ατομικότητα. Όλα τα έμβια όντα υπόκεινται στον θάνατο από την γέννηση τους, γεννιούνται διχασμένα σε ένα από τα δύο φύλα (αρσενικό ή θηλυκό), βιώνουν την ύπαρξη τους μέσα στα ασφυκτικά όρια του ατόμου και, τέλος, υπακούουν στην άτεγκτη ανάγκη με την μορφή της μοίρας, της νομοτέλειας, της αιτιότητας κ.λπ. Εκδοχές της ανάγκης του πάθους είναι ότι τα έμβια όντα πονάνε και πεινάνε, διψάνε και γερνάνε, νοσούν και υπνώττουν, ασθενούν και πεθαίνουν.
Αν το πάθος είναι ο κοινός παρονομαστής ανθρώπου και φύσης, τότε ο διαφορετικός αριθμητής αυτού του κλάσματος της ύπαρξης είναι ο λόγος. Ο άνθρωπος έχει λόγο που στερείται η φύση ακόμα και στο ζωικό ή στο φυτικό βασίλειο των εμβίων όντων. Ο άνθρωπος είναι έμψυχο, έμβιο και έλλογο ον. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος διαθέτει την ικανότητα της κρίσης και της σύγκρισης, μπορεί να εντοπίζει σχέσεις, να προβαίνει στον καθορισμό ομοιοτήτων και διαφοροποιήσεων, να διατυπώνει απόψεις για όμοια και ανόμοια, μικρά και μεγάλα μεγέθη, ισότητες και ανισότητες. Όλα αυτά σημαίνουν ότι ο άνθρωπος βιώνει σχέσεις. Στην ελληνική παράδοση η σχέση ονομάζεται λόγος.
Ο λόγος δεν είναι μια μονομερής εγκεφαλική δραστηριότητα, αλλά συνιστά κατιτί πάρα πολύ ευρύτερο. Στην κυριολεξία ο λόγος είναι σχέση. Αυτό μπορούμε σήμερα πια να το αντιληφθούμε, αν ανακαλέσουμε στην μνήμη μας τα στοιχειώδη μαθηματικά μας. Λέμε ότι ο λόγος 1:2 είναι ταυτόσημος με τον λόγο του 4:8 ή του 5:10 κ.ο.κ. Σε κάθε κλάσμα λόγος είναι η σχέση των μερών μεταξύ τους και προς το όλο. Ο λόγος λοιπόν είναι σχέση.
Το όργανο του ανθρώπινου οργανισμού που επιτελεί την λειτουργία του λόγου τυχαίνει να είναι ο εγκέφαλος, ο νους, η διάνοια. Γι' αυτό φανταζόμαστε τον λόγο σαν μια εγκεφαλική ενέργεια. Αυτό είναι αλήθεια, μα μόνο η μισή αλήθεια, διότι κακώς κάκιστα συγχέουμε το μέσο με τον σκοπό, το όργανο με την λειτουργία που αυτό επιτελεί. Ο νους είναι το μόνο εργαλείο του λόγου και όχι ο ίδιος ο λόγος. Το μυαλό λειτουργεί λογικά, αλλά το λογικό του ανθρώπου δεν περιορίζεται στο εγκεφαλικό του μόριο.
Δυστυχώς καταντήσαμε να παρανοούμε τον άνθρωπο και να τον υποβαθμίζουμε σε μιαν υδροκεφαλική ύπαρξη παρεξηγώντας το καρτεσιανό «σκέπτομαι άρα υπάρχω» σαν να εξαντλείται δήθεν ο άνθρωπος στην νόησή του. Ευτυχώς που ήρθαν ο εξελικτισμός και η ψυχανάλυση47 για να μας υπενθυμίσουν την τόσο καίρια αλλά και τόσο λησμονημένη αλήθεια ότι ο άνθρωπος έχει νόηση, αλλά δεν είναι μόνο νόηση.
Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος είναι σχέση και όχι απλώς μια εγκεφαλική, διανοητική λειτουργία του ανθρώπου. Με τον λόγο ως σχέση είναι που διαφοροποιείται ο άνθρωπος από την φύση. Ο λόγος ενέχει την βούληση και με αυτόν τον τρόπο αποβαίνει ο φορέας της ελευθερίας του ανθρώπου.
Η βούληση είναι που κάνει τον άνθρωπο να πει το «ναι» ή το «όχι» κι έτσι να εναντιωθεί στην φύση. Το ζώο που μπορεί να πει «όχι» στην φύση του λέγεται άνθρωπος. Αυτό συμβαίνει χάρη στην προσωπική του πρωτοβουλία που επιλέγει, προτιμά, προκρίνει, κρίνει και συγκρίνει, επιδοκιμάζει και αποδοκιμάζει, θέλει ή δεν θέλει κ.ο.κ. Η βούληση, η θέληση και η γνώμη αποβαίνουν η αυθεντική μοίρα του ανθρώπου που γράφει ιστορία κάθε φορά που αντιτίθεται στην φύση του.
Πολιτισμός είναι η παρέμβαση του ανθρώπου μέσα στην φύση, δηλαδή πρόκειται για την παρεμβολή της βούλησης μέσα στην φύση κι ενάντια σε αυτήν. Ο άνθρωπος χάρη στην γνώμη του είναι το ζώο που επιβιώνει χωρίς να προσαρμόζεται στο φυσικό του περιβάλλον, που ζει δίχως να υποτάσσεται στην μοίρα του, χωρίς να γίνεται δούλος της ανάγκης της φύσης.
Η ιστορία δεν είναι άλλο παρά η αντίρρηση της ανθρώπινης θέλησης στην ισχύ της φύσης. Φυσικό είναι να υποτάσσεται ο ανίσχυρος στον ισχυρό. Η φύση των πραγμάτων απαιτεί κάτι τέτοιο: να δικαιώνεται η ισχύς και να διατηρείται η ισορροπία των δυνάμεων, δηλαδή να επικρατεί η κατίσχυση των δυνατών.
Η ιστορία γράφεται, όταν συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: ο ανίσχυρος δίκαιος αντιτάσσεται σθεναρά στον πανίσχυρο άδικο και τελικά κρίνεται τι θα συμβεί. Άλλοτε ισχύει το δίκαιο κι άλλοτε πάλι δικαιώνεται η ισχύς. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα αυτό που μετρά είναι η ανθρώπινη βούληση ως πρωταγωνιστής της πραγματικότητας ενάντια στην τυφλή βία της φύσης που φαίνεται στην συνήθη φορά των πραγμάτων.
Η ελευθερία είναι το άνθος του δένδρου που λέγεται άνθρωπος: σπείρεται με τον λόγο και καρπίζει με την βούληση. Μια ευθεία γραμμή συνδέει εσώτατα και στενότατα την ελευθερία, την θέληση και τον λόγο. Σε όλα αυτά συμποσούται η διαφορά του ανθρώπου από την φύση και συνάμα σε αυτό το ζωτικό τρίπλευρο επικρέμαται η ανθρωπιά του ανθρώπου. Ελευθερία και ανθρωπιά είναι συνώνυμα.
Άνθρωπος είναι το ζώο της ελευθερίας. Οι κλασικοί όροι για τον άνθρωπο, το αριστοτελικό «πολιτικόν ζώον» και το θεολογικό «ζώον θεούμενον» του Γρηγόριου Ναζιανζηνού, υπονοούν την ελευθερία ως την καταστατική αρχή της ανθρωπιάς του ανθρώπου.
Ο λόγος είναι ο σπόρος της ελευθερίας και η βούληση συνιστά τον καρπό της. Όποιος είναι ανελεύθερος, αυτός είναι άβουλος. Πρώτα απ' όλα αυτός είναι άλογος και παράλογος, δηλαδή άσχετος άνθρωπος, «ιδιώτης» σύμφωνα με την αρχαιοελληνική ορολογία, αδαής και ανόητος. Τελικά ένα τέτοιο ον δεν είναι άνθρωπος αλλά ανθρωποειδές.
Ένα κάποιο πρώτο συμπέρασμα των παραπάνω στοχασμών θα μπορούσε να είναι η απόλυτη οντολογική προτεραιότητα του λόγου στον άνθρωπο. Με την απαραίτητη όμως διευκρίνιση ότι ο λόγος είναι σχέση. Μόνον ως σχέση ο λόγος αναιρεί και υπερβαίνει την φύση κι έτσι μόνον η φθίση της φύσης ματαιώνεται. Η σχέση αίρει την φύση. Ο λόγος είναι η υπέρβαση της φύσης, επειδή ακριβώς νοείται και λειτουργεί ως σχέση. Λόγος, βούληση και ελευθερία θεμελιώνονται στην σχέση κι έτσι αναιρούν την φθίση της φύσης, προάγοντας κάθε έμβιο ον από ανθρωποειδές σε άνθρωπο.
Β. Λόγος και δόλος. Δεν υπάρχει άδολος λόγος. Μόνο το παιδί και ο σοφός διαθέτουν άδολο λόγο. Το ίδιο ισχύει για τον άγιο και για τον ήρωα. Το παιδί είναι άδολο, επειδή γνωρίζει πάρα πολύ λίγα πράγματα και ζητά πάρα πολλά, αφού είναι γεμάτο από ανάγκες, όντας ανήμπορο μέσα σ' ένα σύμπαν που διαρκώς φαίνεται να το απειλεί. Ο σοφός επίσης είναι άδολος, διότι γνωρίζει πάρα πολλά και ζητά πάρα πολύ λίγα. Ο άγιος είναι ανιδιοτελής, γι' αυτό μένει άδολος. Ο ήρωας είναι αλτρουιστής, αυτοθυσιάζεται για το κοινό καλό και για ανώτερα ιδανικά.
Ο δόλος είναι η σκιά του λόγου. Όπου φθάνει το φως λόγου, εκεί πέφτει η σκιά του δόλου. Σαν κάθε σώμα που μες στο φως συνοδεύεται από την σκιά του, έτσι κι ο λόγος φωτίζει με την λάμψη του και σκιάζεται από τον δόλο του φορέα του. Παιδιά, σοφοί, άγιοι και ήρωες μένουν διαφανείς σαν το καθάριο κρύσταλλο αφήνοντας να τους διαπερνά ο λόγος με τις ακτίνες του χωρίς καμιά κηλίδα δόλου.
Δόλος είναι το συμφέρον, η ιδιοτέλεια, η φιλαυτία, η σκοπιμότητα, η χρησιμοθηρία, ο ωφελιμισμός. Η κακή πρόθεση και ο νοσηρός ψυχισμός είναι που γεννούν τον δόλο. Στον δόλιο λόγο σκεφτόμαστε άλλο και λέμε άλλο. Νιώθουμε διχασμένοι: άλλο θέλουμε κι άλλο πράττουμε. Άλλο επιθυμούμε κι άλλο κάνουμε.
Ο δόλος είναι η αμφιθυμία του λόγου. Μια καταστατική ιδιότητα του ανθρώπου είναι η αμφιθυμία: αγαπάμε αυτό που μισούμε και μισούμε ό,τι αγαπάμε. Φθονούμε αυτό που θαυμάζουμε. Τον αδύνατο τον συμπονούμε και τον περιφρονούμε συνάμα. Τον δυνατό τον θαυμάζουμε και τον φοβόμαστε ταυτοχρόνως. 0 προστάτης μας είναι και δυνάστης μας, γι' αυτό τον αγαπούμε και τον μισούμε συγχρόνως. Ηδονή και οδύνη συνυπάρχουν κι εναλλάσσονται μέσα στον ψυχισμό του ανθρώπου. Αυτό είναι και λέγεται αμφιθυμία.
Ο δόλος χωρίζει ό,τι ο λόγος ενώνει. Πρωταρχική λειτουργία του λόγου είναι η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Η κοινωνία αποτελεί την δεξαμενή του ανθρώπινου λόγου. Ο λόγος είναι διάλογος. Δεν είναι ούτε εριστικός αντίλογος ούτε αυτιστικός μονόλογος. Αέγω σημαίνει διαλέγομαι. Ζητώ θα πει συζητώ. Η αναζήτηση εξισούται με την συζήτηση.
Η αμφιθυμία υπονομεύει τον λόγο ψυχολογικά. Λογικά ο δόλος είναι η αμφιθυμία του λόγου. Εάν η αμφιθυμία είναι ψυχολογική έννοια, ο δόλος αποτελεί λογική κατηγορία. Η ενοποιητική δράση του λόγου αίρεται από την διχαστική λειτουργία του δόλου. Ο λόγος ως διάλογος συνιστά κεντρομόλο δύναμη. Αντιθέτως, ο δόλος αποτελεί δύναμη κεντρόφυγο. Αν ο λόγος είναι η συνεκτική ύλη της ανθρώπινης κοινωνίας, τότε ο δόλος γίνεται η διαλυτική ουσία του σύμπαντος μας.
Ο λόγος είναι διάλογος και ο δόλος γίνεται διάβολος! Αυτό που χωρίζει, εκείνο που διχάζει, οτιδήποτε διασπά την ενότητα, αυτό διαβάλλει, λειτουργεί διαβολικά, γίνεται κυριολεκτικά διάβολος. «Βάζει» κατιτί που χωρίζει, «διαβάλλει», σχίζει, διασπά, θρυμματίζει και κατακερματίζει. Το μωσαϊκό διαλύεται στις ψηφίδες του. Η ενότητα καταντά διάσπαση. Η σύνθεση εκφυλίζεται σε αποσύνθεση. Η δόμηση αντιστρέφεται σε αποδόμηση. Η σχέση μεταστρέφεται σε σχάση, δηλαδή σε αναίρεση της σχέσης.
Ο λόγος φέρει την σχέση, ενώ ο δόλος γεννά την σχάση. Στον αντίποδα της ενότητας τοποθετείται η διάσπαση αντίπαλος της σχέσης είναι η σχάση, αντίδικος του Λόγου γίνεται ο δόλος. Ο λόγος είναι διαλογικός, σχεσιακός, κοινωνικός και επικοινωνιακός, μετοχικός και συμμετοχικός.
Με τον λόγο σχετίζεται το απόλυτο χωρίς να σχετικοποιείται. Δεν καταντά το απόλυτο σχετικό, δεν θρυμματίζεται το όλον στα μέρη του, ούτε κατακερματίζεται το σύνολο στα στοιχεία του, μήτε θραύεται το μωσαϊκό στις ψηφίδες του. Έτσι δεν σχετικοποιείται το απόλυτο. Αντιθέτως, το απόλυτο σχετίζεται, δηλαδή το Εγώ δεν αρκείται στην διαφορά του από το Άλλο του, δεν αυτοϊκανοποιείται με την απολυτότητά του, δεν ναρκισσεύεται με την ανωτερότητα του, δεν μωραίνεται με την ιδιαιτερότητα του. Το Εγώ επιθυμεί διακαώς την αναφορά του προς το Άλλο, το Ίδιον τείνει προς το Άλλο, το Εγώ φέρεται προς το Αυτό.
Ο δόλος επιφέρει την σχάση, διότι τοποθετεί το Εγώ υπεράνω του Άλλου, αντιθέτει και αντιπαραθέτει τα μέρη προς το όλον και μεταξύ τους. Δεν αρκείται στους πόλους, αλλά επεισάγει πολώσεις. Δεν ανέχεται τις διακρίσεις, αλλά επιφέρει διασπάσεις. Συμπαθεί τις αντιθέσεις και αντιπαθεί τις συνθέσεις. Από τις ποικιλίες και διαφορές επινοεί αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις. Ο δόλος είναι ο φορέας της ιδιοτέλειας και της φιλαυτίας. Έτσι υπονομεύει την φιλαλληλία, τορπιλίζει την φιλανθρωπία και περιφρονεί την φιλοθεΐα. Ο δόλος είναι διαβολικός, εγωιστικός, ναρκισσιστικός, αυτιστικός και ατομικιστικός. Αντιθέτως, ο λόγος είναι διαλογικός, κοινωνικός, αλτρουιστικός, φιλάλληλος και φιλαλήθης.
Ο καθημερινός άνθρωπος αιωρείται ανάμεσα στο παιδί και στον σοφό που είναι άδολα όντα. Όλοι εμείς φερόμαστε σαν δόλια όντα με γνώμονα την ιδιοτέλεια και την φιλαυτία μας, το συμφέρον και τον εγωισμό μας. Στην απορία «τις άρα μείζων εστίν εν τη βασιλεία των ουρανών;» (Ματ. 18,1) δίνεται η απάντηση: «αμήν λέγω υμίν, εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλεία των ουρανών, όστις ουν ταπεινώσει εαυτόν ως το παιδίον τούτο, ούτος εστίν ο μείζων εν τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 18, 3-4).
Ποιος άραγε αντέχει τον άδολο λόγο του σοφού και του παιδιού; Ποιος δεν αυτοϊκανοποιείται με τον δόλιο λόγο του δοκησίσοφου που αλαζονικά κυκλοφορεί ολόγυρα μας στην ρητορεία της κομματικής προπαγάνδας, της αγοραίας διαφήμισης και της θρησκεύουσας κατήχησης; Ο φιλόσοφος λόγος, ο οποίος αιωρείται ανάμεσα στην σοφία και στην σοφιστεία, κείται μεταξύ λαϊκής θυμοσοφίας και λογίας δοκησισοφίας, ταλανίζεται εν μέσω του σολωμικού ποιητή και του σοφολογιωτάτου, είναι λόγος άδολος;
Γ. Λόγος και πάθος. Πάθος δεν είναι η εμπάθεια ούτε η αντιπάθεια. Πάθος είναι η συμπάθεια με την κυριολεκτική σημασία του όρου: συνπάθος! Δεν μας ενδιαφέρει ο παθητός και περιπαθής άνθρωπος, ο ψυχοπαθολογικός τύπος του εμπαθούς ατόμου με την προκατάληψη, την εριστικότητα, την υστεροβουλία, την στρεψοδικία, την εκδικητικότητα, την ανταγωνιστικότητα κ.λπ. Μας απασχολεί ο περιπαθής άνθρωπος, που όντας έμπλεως παθών συμπάσχει με τον συνάνθρωπο του, συμμετέχει στα πάθη του, συμμερίζεται τα παθήματα του, υποφέρει το δικό του πάθος και στρέφει με συμπόνια το βλέμμα του στα πάθη των άλλων ανθρώπων.
Ο άνθρωπος και το πάθος είναι συνώνυμα. Για να καταλάβεις έναν άνθρωπο αρκεί και χρειάζεται να εννοήσεις το πάθος του. Κάθε άνθρωπος είναι το πάθος του. Αυτό που καθορίζει τον άνθρωπο αφετηριακά (όχι τελεσίδικα όμως!) είναι το πάθος κι όχι ο λόγος. «Πάσχω άρα υπάρχω» (Μπερνπάεφ)48 διισχυρίζεται η ανατολική παράδοση σε ρητή και συνειδητή διαστολή προς την δυτική νεωτερικότητα που επιμένει: «σκέπτομαι άρα υπάρχω» (Ντεκάρτ).
Ολόκληρη σειρά ρήσεων της παραδοσιακής σοφίας διαδηλώνει κάτι τέτοιο. Η λαϊκή θυμοσοφία θέλει «τα παθήματα μαθήματα» και «ο παθός μαθός». Η αρχαιοελληνική τραγωδία: «τον πάθει μάθος».49 Η ανατολική εκκλησιαστική ορθοδοξία διδάσκει: «ου μόνον μαθών, αλλά και παθών τα θεία».50
Το πάθος με τον λόγο είναι που διαφοροποιούν τον άνθρωπο από το ζώο και από τη μηχανή. 0 άνθρωπος είναι το ον με έλλογο πάθος, δηλαδή ο άνθρωπος είναι το πάθος του και έχει τον λόγο του. Στον άνθρωπο το πάθος ανήκει στο «είναι» του και ο λόγος στο «έχειν» του. Το ζώο έχει μόνο πάθος και στερείται λόγου, τουλάχιστον έναρθρου λόγου και οπωσδήποτε διασκεπτικού λογισμού.
Η μηχανή είναι λόγος χωρίς διόλου πάθος. Η τελειότερη υπολογιστική μηχανή, όπως ένας υπερτέλειος ηλεκτρονικός υπολογιστής, διαθέτει λόγο στον υπέρτατο βαθμό, αλλά στερείται πάθους εντελώς. Μηχανή είναι τα απαθές έλλογο ον. Ζώο είναι το άλογο εμπαθές ον. Άνθρωπος είναι το εμπαθές έλλογο ον.
Ας μην λησμονηθεί ποτέ- ότι η απάθεια είναι ανύπαρκτη στον άνθρωπο. Στην μυστική θεολογία η απάθεια νοείται όχι ως απουσία πάθους, αλλά ως υπέρβαση του πάθους: «απάθεια, ουχί το μη αισθηθήναι των παθών εστίν, αλλά το μη δέξασθαι αυτά».51
Φιλοσοφία είναι η φιλία της σοφίας, δηλαδή ο έρωτας της αλήθειας, η αγάπη του πνεύματος, το πάθος του λόγου. Γι' αυτό η φιλοσοφία καθορίστηκε ως «μελέτη θανάτου», δηλαδή λόγος επί του πάθους, αφού ο θάνατος είναι το πάθος των παθών του ανθρώπου. Δεν φιλοσοφεί ο αθάνατος μόνον, δηλαδή ο απαθής άνθρωπος, τουτέστιν ο ανύπαρκτος!



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.