Η ΑΠΟΘΑΡΡΥΝΣΗ ΕΝΑΣ ΥΠΟΥΛΟΣ
ΕΧΘΡΟΣ
Ο Κύριος μας γνωστοποιεί ποιος έμπρακτα τον αγαπά: «Ο έχων
τας εντολάς μου και τηρών αυτάς εκείνος εστιν ο αγαπών με. Ο μη αγαπών με ου
τηρεί τους λόγους μου» (Ιω, ιδ΄ 21, 24). Η τήρηση, λοιπόν, των εντολών
επισφραγίζει την έμπρακτη αγάπη μας προς το Χριστό. Είναι η επίμονη άρνηση των
εμπαθών πράξεων και σκέψεών μας. Είναι η άρνηση του παραλόγου, της παρά φύση
ζωής, του παλαιού ανθρώπου, που είναι η πλήρης παραχάραξη της προσωπικότητας
που περιείχε το πρωτόκτιστο κάλλος του «κατ΄ εικόνα και ομοίωσιν».
Εάν ο σκοπός της δικής μας δημιουργίας είναι η εκπλήρωση του
«ενοικήση εν ημίν ο Θεός και εμπεριπατήσει και έσται ημίν εις Πατέρα ημείς δε
υιοί και θυγατέρες», ποια πρέπει να είναι η δική μας αναστροφή και όλες μας οι
ενέργειες;
Επειδή δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στον πρωταρχικό μας
στόχο, τουλάχιστο ας κρατήσουμε τη μετάνοια, που η θεία παναγαθότητα μας
χάρισε για να επαναφέρουμε σχετική ισορροπία.
Αρα η τήρηση των εντολών ως νομοθεσία δεν είναι κυριαρχική
απαίτηση δεσπότη προς υποτελείς, αλλά επείγουσα αναγκαιότητα αρρώστων και
μελλοθανάτων που έχουν ανάγκη ανάρρωσης και θεραπείας. Εάν κατά τη Γραφή «ψυχή
η αμαρτάνονσα αυτή αποθανείται» (Ιεζ. ιη' 4) και « εν σώματι καταχρέω αμαρτίας
Θεός ουκ εισελεύσεται» (πρβλ. Σοφ. Σολ. α' 4) επιβάλλεται απαραίτητα η
εφαρμογή των εντολών ως του απόλυτου μέσου για τη σωτηρία.
Πολύ συχνά ακούεται η αφελέστατη κρίση: «Μα δεν σκότωσα
κανένα για να είμαι ένοχος!». Ο κατώτερος σταθμός της διαστροφής! Για τον
άνθρωπο που πλάστηκε «κατ' εικόνα Θεού και ομοίωσιν» δεν είναι μόνο το έγκλημα
ένοχή. Το έγκλημα είναι όρος της κτηνωδίας. Και για την απραξία της ενάρετης
ζωής καταλογίζεται ευθύνη. «Τω ειδότι ουν καλόν ποιείν και μη ποιούντι αμαρτία
αυτώ εστιν» (Ιακ. δ' 17).
Ο επιτυχημένος τρόπος της τήρησης των εντολών είναι πρώτα η
πρακτική αντίσταση κατά των πονηρών συνηθειών και των παθών που αποκομίσαμε
από την προηγούμενη ζωή της αμέλειας και δεύτερο, ο αποχωρισμός μας από τα
αίτια και τις ύλες που μας παρακινούν και που με αυτά επιβάλλεται η έξη της
αμαρτίας. Σ αυτό επιμένουν οι Πατέρες ως έμπειροι εφαρμοστές αυτής της
επιτυχίας. Αρα «καιρός ημάς εξ ύπνου εγερθήναι. Τα αρχαία παρήλθεν ιδού γέγονεν
καινά τα πάντα» (Β' Κορ. ε' 17).
Λέγει ο Κύριός μας: «Όπου ειμί εγώ εκεί και ο διάκονος ο
εμός έσται» ('Ιω. ιβ' 26) και πάλιν «ο μη ων μετ' εμού κατ' εμού εστι και ο μη
συνάγων μετ' εμού σκορπίζει» (Ματθ. ιβ' 3θ). Ο παμπόνηρος και πολυμήχανος
εχθρός μας διάβολος πολεμά με ανεπτυγμένο και συστηματικό πρόγραμμα. Και το
πλείστον του δικού μας γένους βρίσκεται σε άγνοια του μυστηριώδους τούτου
τρόπου της μάχης και της πάλης. Πέραν των ακατονόμαστων τρόπων και μορφών της
πλάνης και απάτης που προβάλλει «εξ αριστερών», με την περιεκτική κακοήθεια,
δεν σταματά να πολεμά και «εκ δεξιών».
Ένα εξαιρετικό όπλο, που χρησιμοποιεί στους καιρούς μας,
είναι η ολέθρια αποθάρρυνση, που οδηγεί στην απογοήτευση παρά στην ελπίδα και
το θάρρος που ανήκει στους πιστούς που ζουν με τη Χάρη και την πίστη. Η
αποθάρρυνση, εάν δεν ανακοπεί και προχωρήσει, γίνεται απόγνωση και απελπισία.
Αυτό είναι το τέρμα των δεινών της ανθρώπινης δυστυχίας, το τέρμα του ολέθρου
και της καταστροφής, στην οποία καταντήσαμε μεταπτωτικά.
Απαράβατος σχεδόν κανόνας της δικής μας ευτέλειας είναι η
τρεπτότητα και μεταβολή που προήλθε από την πτώση. Η διάνοια υφίσταται διαρκώς
την τροπή και μεταβολή «επί τα πονηρά» και άρα κανένας δεν εξαιρείται «καν μία
ημέρα εστίν η ζωή αυτού». Ο παμπόνηρος εχθρός και εκδικητής παρακάθεται σ' αυτό
το κέντρο.
Με την ορθή πρόθεσή μας να ευαρεστήσουμε το Θεό υπογράφονται
οι συνθήκες του κανόνα της ζωής μας. Τα πάθη όμως που επικρατούν, οι συνήθειες,
το περιβάλλον και ιδιαίτερα η απειρία της πάλης αυτής, μας προκαλεί ολισθήματα
αφού υπάρχουν και αυτές οι αλλοιώσεις, ως κακοί γείτονες.
Αυτή η αρρώστια της αποθάρρυνσης έχει και φυσικά ερείσματα,
έχει και επίκτητα που οφείλονται στο φθόνο του διαβόλου. Είναι φυσικό να
δημιουργείται αποθάρρυνση αμέσως μετά το πρακτικό λάθος και το σφάλμα του
ανθρώπου, όπως δημιουργείται ο πόνος μετά το τραύμα και όπως ακολουθεί η σκια
πίσω από κάθε σώμα. Ο διάβολος μετά το σφάλμα επιδιώκει με αυτό το όπλο να
εξουδετερώσει τελείως το θύμα του. Και να γιατί. Όλη η δραστηριότητα τον
ανθρώπου έγκειται στο ζήλο και την προθυμία του. Ο ζήλος είναι η κινητήρια
δύναμη όλης της πρακτικής ενέργειας. Ο Κύριος μας αναφέρει σαφέστατα: «Έ
στωσαν υμών αι οσ φ ύες περιεζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι» (Λουκ. ιβ' 35).
Το ζώσιμο της «όο σφύος» και οι «καιόμενοι λύχνοι» αυτόν το ζήλο συμβολίζουν.
Αν αυτόν τον κρατούμε και ενεργεί, σηκώνει αυτός το βάρος του κόπου όλης της
δραστηριότητας του διπλού μας καθήκοντος. Της πάλης προς τα πάθη και του
γενικού κακού και της εφαρμογής των θείων εντολών. Γνωρίζοντας ο εχθρός μας τη
μεγάλη σημασία αυτού του μέσου της επιτυχίας, ευμέθοδα φροντίζει να το
αδρανοποιήσει και να μας αφοπλίσει στον αγώνα εναντίον του. Με την
αποθάρρυνση και απογοήτευση ο εχθρός προσβάλλει και αφανίζει αυτόν το ζήλο, που
είναι όλη η πρόθεση και η θέρμη της απόφασης και έτσι ο άνθρωπος παραδίδεται
στη μάχη άνευ όρων. Περισσότερο λειτουργούν σε μας οι φυσικοί παράγοντες παρά
οι σατανικές επιβουλές, που πιο πολύ παραχωρούνται στους προχωρημένους στην
αρετή και την πείρα.
Το πρώτο τραύμα στη φύση μας, που συνέβη μετά την παρακοή
των πρωτοπλάστων, ήταν βλέπετε ο φόβος και η δειλία που γεννούν την
αποθάρυνση. Οι Πατέρες μας, που ήταν έμπειροι στη νοητή πάλη, μας ερμηνεύονν με
σαφήνεια αυτά τα μυστικά της μάχης προς τον εχθρό. Απαραίτητος κανόνας στο
χώρο της μετάνοιας είναι η επίγνωση με λεπτομέρεια του τρόπου της πάλης επειδή
αλάνθαστη ζωή δεν υπάρχει και άρα η μετάνοια παραμένει ως μόνιμο καθήκον. Για
να επιτύχει κάποιος στην εργασία της μετάνοιας πρέπει με κάθε τρόπο να
εκτοπίσει την αποθάρυνση για να μείνει μαζί του αμετάβλητη η θέρμη του θείου ζήλου,
με το θάρρος του οποίου θα γίνουμε νικητές.
Θα εξηγήσουμε σύντομα τι είναι ο θείος ζήλος και πόσο μας
βοηθά η ενέργειά του.
Ο Κύριος μας αναφέρει, στο ευαγγέλιό του, ότι «πυρ ήλθον
βαλείν επί την γην και τι θέλω ει ήδη ανή φ θη!» (Λουκ. ιβ' 49). Αυτό το πυρ
που ο Κύριός μας άναψε με την παρουσία του ανάμεσά μας, είναι ο θείος ζήλος,
που μας ερεθίζει για την τήρηση των θείων εντολών, που είναι το χριστιανικό
μας καθήκον. Αυτόν το θείο ζήλο, αυτήν τη θέρμη της ευλάβειας, γεννά ο θείος
φόβος και το φόβο γεννά η πρώτη πίστη που μας οδηγεί στη θεογνωσία. Το στοιχείο
που συγκρατεί αλλά και αυξάνει το θείο ζήλο είναι η ακρίβεια της συνείδησης, η
ακριβής κατά το δυνατό τήρηση των θείων εντολών.
Εκείνος που κρατά αυτήν την τάξη στη χριστιανική του
διαγωγή κάνει το θείο ζήλο να παραμένει αλλά και να αυξάνεται και κατά το θείο
λόγιο «λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος σου και φως ταις τρίβοις μου» (Ψαλμ. ριη'
1θ5). Όπως προαναφέραμε αυτή η θέρμη της ευλάβειας ως ενέργεια του θείου
ζήλου, σηκώνει το βάρος του κόπου της ποικίλης αγωνιστικότητας και έτσι ο αγωνιστής
με προθυμία εκτελεί τα καθήκοντά του και ας είναι κουραστικά στην
πραγματικότητα. Αυτός είναι ο λόγος που οι πολυάριθμοι αθλητές της πίστης
πραγματοποίησαν με ευκολία τους τόσο σκληρούς και αδυσώπητους αγώνες, αιματηρούς
ή αναίμακτους, χάρη στην ευσέβεια.
Όποιος, λοιπόν, θέλει με τη Χάρη του Χριστού να αθλήσει
νόμιμα, ας κρατήσει αχώριστο μαζί του το μακάριο ζήλο και η επιτυχία του θα
είναι βέβαιη και πραγματική.
Γνωρίζοντας ο παμπόνηρος εχθρός μας τη σημασία και ωφέλεια
τον θείου ζήλου, προσπαθεί ευμέθοδα να την εκτοπίσει και με έξυπνο τρόπο αποθαρρύνει
όλους τους αγωνιστές. Οι Πατέρες λένε το εξής παράδειγμα: Όπως ο κυνηγός
επιδιώκει να κτυπήσει το θήραμά του στο κεφάλι για να το εξουδετερώσει αμέσως,
έτσι και ο διάβολος κτυπά την προθυμία, το ζήλο, που επέχει θέση κεφαλής, και
εξουδετερώνει δια μιας το θυμα του. Μετά την απογοήτευση ο αγωνιστής
παραδίδεται στην αδράνεια και απροθυμία και όλο το σύστημα της μετάνοιας μένει
ανενεργό.
Ο διάβολος με ποικίλους τρόπους και δολιότητα ξεγελά τους
ανθρώπους για να αμαρτήσουν και κρυβει τη βαρυτητα της ευθύνης και της ενοχής
έως ότου τους παρασυρει. Μετά μεγαλοποιεί το γεγονός και το μικρό το
παρούσιάζει ως υπέρογκο.
Μετά το σφάλμα μας ο διάβολος εξεγείρεται ως γίγαντας της
δικαιοσυνης και απειλεί θρασύτατα ελέγχοντας τη δήθεν άρνηση και προδοσία. Και
είναι φρικαλέα η σκηνή όπου ο βυθιος δράκοντας της απώλειας, ο κύριος
συντελεστής κάθε αποστασίας και άρνησης, το τέρμα του σκότους και του
αφανισμού, κρίνει και καταδικάζει τους υιούς του Θεού ως φταίχτες και
αμαρτωλούς, ο αναμάρτητος!!!
Πραγματικά «ώδε η σοφία εστίν» ('Αποκ. ιγ' 18) και η σύνεση.
Ο Κύριος μας πληροφορεί, στη θεία αποκάλυψη, ότι «ζω εγώ, ου βούλομαι τον
θάνατον του αμαρτωλού, ως το αποστρέψαι τον ασεβή από της οδού αυτού της
πονηράς, και ζήν αυτόν» (Ιεζ. λγ' 11) και ότι «ουκ έστιν θέλημα έ μπροσθεν του
πατρός υμών του εν ουρανοίς ίνα απόληται εις των μικρών τούτων» (Ματθ. ιη' 14).
Κλείνουμε, λοιπόν, τα αυτιά μας στα γαβγίσματα του ολέθριου τέρατος της απάτης,
που προκαλεί την αποθάρρυνση και με αναπεπταμένη την πίστη και την ελπίδα στο
γλυκύτατό μας σωτήρα και λυτρωτή, σηκωνόμαστε προθυμότεροι και με θάρρος
συνεχίζουμε τη μετάνοιά μας και διώχνουμε τις επιβουλές του εχθρού. Γνωρίστε
και μάθετε απαίσιοι τύρρανοι «ότι μεθ ημών ο Θεός. Εάν γαρ πάλιν ισχύσητε και
πάλιν ηττηθήσεσθε και ην αν βουλήν βουλεύσησθε διασκεδάσει Κύριος. Και λόγον,
ον εάν λαλήσητε, ον μη εμμείνη εν υμίν. Τον δέ φόβον υμών ου μη φοβηθώμεν, ουδ'
ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ υμών ο Θεός» (πρβλ. Ησ. η' 12).
Πολλή προσοχή χρειάζεται σ΄ αυτό το σημείο, γιατί αποκομίζει
μεγάλα κέρδη ο απατεώνας λόγω της απειρίας μας, για να μην πούμε της αμέλειάς
μας. Ειδικά οι πνευματικοί οδηγοί οφείλουν να προφυλάσσουν αυτούς που
αγωνίζονται από τις ύπουλες αυτές παγίδες.
Η Χάρη του Θεού είναι βέβαια πλήρης και τέλεια αλλά η
ανθρώπινη ασθένεια είναι και βαριά και συνεχής. Επομένως η επίτευξη της ελευθερίας
και της ανάστασής μας είναι μακρόχρονη και χρειάζεται υπομονή και σταθερή
απόφαση. Αυτό τονίζει ο Κύριός μας λέγοντας: «Ο υπομείνας εις τέλος ούτος
σωθήσεται» (Ματθ. ι' 22) και πάλιν «εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών»
(Λουκ. κα' 19).
Εάν για την απόκτηση της πείρας των τεχνικών μεθόδων και
πραγμάτων και γενικά για τη γνώση της ματαιότητας διαθέτουμε τόσο χρόνο, δεν
χρειάζεται χρόνος για την ολική μεταβολή του διαφθαρμένου χαρακτήρα και της
ισόβιας συνήθειας, ώστε να μεταφερθούμε στη θεοειδή και υπερφυσική κατάσταση
του αγιασμού, που είναι η μερίδα και θέση των τέκνων του Θεού;
Εκείνοι που αγωνίζονται με ευσέβεια για τη σωτηρία τους και
αγόγγυστα, με τη βοήθεια της χάρης, έφτασαν στο τέλος του δρόμου, ευχαριστούν
τη θεία παναγαθότητα. τη σωτηρία τους κληρονομούν με βεβαιότητα, αλλά πολλές
φορές δεν διαπιστώνουν σ' αυτήν τη ζωή τα σύμβολα του αγιασμού που γνωρίζει η
πανσωστική πρόνοια τον Κυρίου. τα αναμένουν στη μέλλουσα μισθαποδοσία κατά την
αψευδή θεία επαγγελία ότι «ους προώρισε, εκάλεσε και εδικαίωσε, τού τους και
εδόξασε» (πρβλ. Ρωμ. η΄ 30). Βαδίζοντες «δια πίστεως και ουχί δι' είδους» δεν
ανταλλάσσουμε υλικά πράγματα. Πιστεύουμε στο Θεό και σωτήρα μας και δεν
αγοράζουμε τη σωτηρία. Πειθαρχώντας στις σωτήριες εντολές περιμένουμε
την αμοιβή ως υιική κληρονομιά. Δεν έχούμε ποσοτική
αξιολόγηση εργασίας ή χρόνου μέσα στον οποίο έγινε, αλλά αμοιβή πατρικής
στοργής προς τους αγαπημένους. Και οι πρώτοι και οι μέσοι και οι έσχατοι
κληρονομούν κατά τον ίδιο τρόπο την πατρική βασιλεία.
Σ αυτούς, λοιπόν, που εύκολα αποθαρρύνονται υποδεικνύουμε
να είναι προσεκτικοί για να μη φεύγουν «χωρίς διώκοντος» και να μη φοβούνται
εκεί όπου δεν υπάρχει φόβος. Το θάρρος, που ο θεοπρεπής ζήλος χαράζει στην ψυχή
μας, είναι ολη η κινητήρια δύναμη. Με αυτήν αποφασίζουμε, αντιστεκόμαστε,
αγωνιζόμαστε και ομολογούμε. Γνωρίζοντας ο εχθρός μας αυτά τα μυστικά,
ευμέθοδα προσπαθεί να εξουδετερώσει αυτήν την τόσο χρησιμώτατη ενέργεια, το
θάρρος, και έτσι να παραδοθεί ο άνθρωπος, ως θύμα, άνευ όρων!
Το «εάν πέσης έγειραι και σωθήσει» τι άλλο σημαίνει παρά την
άρνηση της αποθάρρυνσης; Όταν ο άνθρωπος αγωνίζεται, το όλίσθημα είναι φυσικό
φαινόμενο λόγω των τόσων αντιξοοτήτων που υπάρχουν και της απειρίας. Το
ολίσθημα δεν σημαίνει ούτε ένοχή, ούτε άρνηση, ούτε προδοσία. Είναι η σκληρή
φύση των πραγμάτων, που ο μαθητευόμενος συναντά μέχρις ότου κατακτήσει το
πτυχίο του.
Ύστερα ο εργοδότης και Κύριος, στου οποίου τον αμπελώνα
εργαζόμαστε, δεν είναι άλλος παρά ο Πατέρας και σωτήρας μας, που ορκίζεται στο
όνομά του για τη σωτηρία μας και προκαλεί χαρά στον ουρανό για τη δική μας
επιστροφή και μετάνοια. Ουδέποτε, λοιπόν, να γίνεται παραδεκτή η αποθάρρυνση
όσο και αν τα πράγματα τη δικαιολογούν. Δεν δεχόμαστε μεσίτη η δικολάβο,
μεταξύ μας και του Θεού, το διάβολο. Στο Θεό φταίξαμε; Στο Θεό απολογούμαστε.
αφού μόνος του μας παραχωρεί μετάνοια για το σφάλμα «έως εβδομηκοντάκις επτά»
δηλαδή απεριόριστα.
Πολεμώντας την αποθάρρυνση δεν εννοούμε την αδιαφορία η
αναίδεια στην ιερώτατη πάλη της μετάνοιας. Διακρίνουμε όμως τις αναρίθμητες
μορφές της ανθρώπινης αδυναμίας και το λαβύρινθο των αλλοιώσεων, που ανύστακτα
μας πολεμούν και τη δολιότητα του εχθρού, που επιδιώκει την ολοκληρωτική ήττα
του θύματός του, αφού η απόγνωση ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Αναρίθμητα
παραδείγματα, τόσο στην Αγία Γραφή όσο και στις διηγήσεις των Πατέρων, μας
πείθουν για την άπειρη αγαθότητα και φιλανθρωπία του Θεού και Πατέρα μας, αλλά
και για τη δολιότητα και πονηριά του σατανά, που υπερβάλλει και μεγεθύνει τις
καταστάσεις για να αποθαρρύνει τον άνθρωπο.
Τονίζοντας ο κορυφαίος των πατέρων μας, αββάς Ησαΐας, τη
σημασία του θάρρους και της ένθεης τόλμης, μας γράφει το εξής θαυμάσιο απόφθεγμα:
«Η δυναμις των θελόντων κτήσασθαι τας
αρετάς αύτη εστίν ίνα εάν πέσωσι μη μικρο ψυχήσωσιν, αλλά
πάλιν φροντίσωσιν». Μαζί με τη βοήθεια τον Θεού, η ανδρεία καρδία είναι βοήθεια
στην ψνχή όπως και η ακηδία (αμέλεια) είναι βοηθός σε κάθε κακία.
Οι έμπειροι Πατέρες εφιστούν την προσοχή μας ώστε να μη
υποχωρούμε εύκολα, όσο κι' αν φαίνεται ευλογοφανής η αίσθηση της αποθάρρυνσης.
Σε τι άλλαξε η σχέση και η θέση του σωτήρα και μάλλον Πατέρα μας Χριστού; Δεν
σκεφτήκαμε να τον αρνηθούμε ούτε πάλι μας αγαπούσε και τον απατήσαμε. «Ο ειδώς
τα πάντα προ γενέσεως αυτών» γνώριζε τον καθένα από μας, τους οποίους προόρισε
και κάλεσε η μάλλον τράβηξε. «Ουδείς δύναται ελθείν πρός με, εάν μη ο Πατήρ ο
πέμψας με ελκύση αυτόν» (Ιω. στ' 44). Αρα αφού μας τράβηξε στη θεία επίγνωση
και υποταγή, είμαστε οι τεταγμένοι στο θείο προορισμό, που υπάρχουν οι
ακατάλυτες και θείες επαγγελίες του.
Ο παμπόνηρος διάβολος επισημαίνει τις απροσεξίες και τα λάθη
που συμβαίνουν και οφείλονται στην αδυναμία και απειρία μας, στην περίοδο του
γίγνεσθαι, που «ανένδεκτον του μη ελθείν τα σκάνδαλα» (Λουκ. ιζ' 1).
Από που όμως ο δραπέτης των ουρανών, ο πονηρότατος δούλος,
που κατέπεσε και συντρίφτηκε παίρνει την εξουσία να παριστάνει το δικηγόρο
και τον κριτή; Οι Πατέρες μας ενθαρρύνουν «οσάκις αν πέσης έγειραι και σωθήση».
Από που, λοιπόν, παίρνει την εξουσία η καταραμένη αποθάρρυνση να μας
υποβιβάζει και να εμποδίζει την προς τα εμπρός πορεία μας; Εάν από απροσεξία
γίνει πιστευτή η αποθάρρυνση αμέσως ο εχθρός την προσαυξάνει σε απογοήτευση και
στη συνέχεια οδηγεί στην καταραμένη και ολέθρια απόγνωση, που είναι ο
αποκεφαλισμός, το τέρμα του θριάμβου του παμπόνηρου εχθρού μας, που μας
παρουσιάζεται ως αναμάρτητος και αδέκαστος κριτής! Το τέρας της απώλειας!
Ασφαλώς δεν περιγράψαμε σε έκταση το σκοτεινό σύμπλεγμα της
δράσης του πονηρού, μέσω της απόγνωσης, που μ' αυτήν επιδιώκει να μας κλείσει
το δρόμο της μετάνοιας. Με τα ταπεινά αυτά σχήματα, που σημειώσαμε,
παρακαλούμε τους τίμιους εργάτες της μετάνοιας, να μην παραδέχονται ποτέ
κανένα είδος αποθάρρυνσης απ', όπου και αν παρουσιάζεται μέχρι και αυτού ακόμη
τον αισθητού πτώματος στο στίβο τον αόρατου πολέμου. «Τω Θεώ ημάρτομεν, τω Θεώ
απολογούμεθα» . Εφ' όσον στους αποστόλους ο Κύριος παράγγειλε όχι « επτάκις»
αλλά «εβδομηκοντάκις επτά» να συγχωρούν και ο ίδιος συγχωρεί τους φταίχτες.
Κανείς να μη σβήνει τη φωτιά τον θείου ζήλου που είναι η κινητήρια δύναμη στο
στάδιο της μετάνοιας και ολόκληρης της φιλόθεης πολιτείας και αγωγής μας.
Με επαινετό θάρρος να συνεχίζεται η μαρτυρική οδός της
μετάνοιας και με οργή να απωθείται ο πονηρός διάβολος, που δικολαβεί δήθεν για
την ενοχή μας. « Το αίμα Ιησού του υιού αυτού
(δηλαδή του Θεού) καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α Ι ω.
α' 7). Με το έλεος και τη Χάρη του Χριστού « εσμεν σεσωσμένοι δια της πίστεως
και τούτο ουκ εξ υμών, Θεού το δώρου» (Εφ. β' 8). Για ποιά παράλειψη ελέγχει η
απόγνωση του πονηρού; «Ουκ εξ έργων των εν δικαιοσύνη ων εποιήσαμεν ημείς αλλά
δια τον αυτού έλεον έσωσεν ημάς» (Τιτ. γ' 5). Βαδίζοντας «δια πίστεως και ου
δια είδους» (Β' Κορ. ε' 7), περιμένουμε τη σωτηρία μας από τη φιλανθρωπία του
Χριστού μας και όχι ως αποτέλεσμα εξαγοράς που η απόγνωση παριστάνει ως
ανεπαρκή. Και το ποιό σημαντικό είναι ότι ο διάβολος παρίσταται αυστηρός κριτής
και ως αναμάρτητος!!!
Όλοι οι άγιοι με την πίστη πέτυχαν στο στίβο της
αγωνιστικότητας και δεν εκτελούσαν καλά έργα για εξαγορά της σωτηρίας.
Ομολογούμε ότι ευθυνόμαστε για την τήρηση των εντολών και την ακρίβεια της
μετάνοιας και ουδέποτε αρνούμαστε η οπισθοχωρούμε. Δεν ξεχνούμε το ασθενές της
φύσης μας, τη βαρύτητα των αλλοιώσεων, τη διαβολική κακότητα και πονηριά, που
ως ο νόμος της βαρύτητας μας έλκουν προς τα κάτω. Εάν κάποτε τα ποικίλα αυτά
συμπτώματα μας εμποδίζουν, δεν θεωρείται αυτό ήττα ή προδοσία ή υποχώρηση.
Είναι η φύση των πραγμάτων, που επιβάλλει η εξορία μας στην εδώ ζωή. μέχρις
ότου η θεία Χάρη, με την επιμονή μας και τη θεία παναγαθότητα του σωτήρα μας,
μας απαλλάξει, έφ' όσον το δόγμα και το σύνθημά μας είναι «προσδοκία
αναστάσεως νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος» . Το ιερό λόγιο μας πληροφορεί
ότι « καν μία ημέρα εστίν η ζωή ημών» στον παρόντα κόσμο, δεν θα μείνουμε
ελεύθεροι από κάποια ενοχή και απ' αυτό αποκρούεται κάθε προσβολή αποθάρρύνσης.
Με πολλά παραδείγματα, τόσο η Γραφή όσο και οι άγιοι Πατέρες
μας, μας ενθαρρύνουν στην πίστη και την ελπίδα στη θεία παναγαθότητα, που ο
Κύριός μας με το σώμα του -την Εκκλησίαπαρέχει σε όσους μετανοούν. Το
παράδειγμα τον Μανασσή -βασιλιά του Ισραήλ- του οποίου η εξομολογητική
προσευχή βρίσκεται στην ακολουθία του Μ. Αποδείπνου, είναι ο παρηγορητικώτερος
τρόπος για κάθε αμαρτωλό οποιασδήποτε ηλικίας ή κατάστασης.
0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.