ΠΡΑΞΗ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ
Λόγοι ωφέλιμοι από την εμπειρία των Πατέρων
Όταν τηρούμε τις εντολές του Χριστού, δεν προσφέρουμε τίποτε
σ΄ εκείνον, γιατί δεν έχει από τίποτε ανάγκη και είναι δωρεοδότης όλων των
αγαθών. Τους εαυτούς μας ευεργετούμε με το να προξενούμε σ΄ εμάς την αιώνια ζωή
και την απόλαυση των ανέκφραστων αγαθών. Αποδεικνύουμε με την τήρηση των
εντολών τη θεοειδή καταγωγή μας και την ευγένειά μας, επειδή δεν δεχόμαστε την
κατάπτυστη διαστροφή της κτηνωδίας η της πλάνης.
Αγαθοεργία είναι η τήρηση των εντολών. Στην ουσία όμως δεν
είναι σκοπός τα καλά έργα αλλά η πίστη μας προς το Χριστό. Αυτή αξιολογείται.
Καλά έργα πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν. Αυτά όμως δεν σώζουν τον άνθρωπο.
Μόνο η πίστη στο Χριστό σώζει, η οποία εκφράζεται με τα έργα, τα οποία γίνονται
ως τήρηση των εντολών. Ούτε λοιπόν πίστη άεργη, ούτε έργα άπιστα ωφελούν.
Η πίστη και υποταγή στο Χριστό από τους ανθρώπους, τους
απογόνους της πτώσης και της φθοράς, δεν είναι θέμα προτίμησης και εκλογής αλλά
καθήκον επιβεβλημένο. Όποιος μας αντιτάσσεται στο να κατορθώσουμε τις εντολές
του Θεού, με κάθε αιτία και αφορμή, είτε πατέρας είναι, είτε μητέρα, είτε
οποιοσδήποτε από τους συγγενείς, αποβάλλεται. κατά την εντολή του Χριστου μας
«ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. ι' 37).
Ο Κύριός μας ορίζει σαφέστατα: «Ος αν θέ λη την ψυχήν αυτού
σώσαι, απολέση αυτήν ος δ' αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει
αυτήν» (Ματθ. ιστ' 25). Η απώλεια της ψυχής είναι αλληγορία. Μεταπτωτικά
παραμορφωθήκαμε και πέσαμε στο «παρά φύσιν». «Πεπραμένοι υπό την αμαρτίαν»,
κατά τον Παύλο, με «εγκειμένην διάνοιαν επί τα πονηρά», αποκτήσαμε εμπαθή και
διαφθαρμένη συνήθεια. Αυτήν εννοεί ο Κύριος ότι πρέπει να απολέσουμε για την
εντολή του. Τότε, με τη Χάρη του θα «εύρωμεν την ψυχήν» «μεταμορφωθέντες κατ'
εικόνα του πλάσαντος και αναπλάσαντος ημάς εις ζωήν αιώνιων». Χρειάζεται όμως
προσοχή. Εάν κάποιος μετά την καλή αρχή του ενάρετου βίου και την πνευματική
προαγωγή ραθυμήσει, βλάπτεται. Εάν υποχωρήσει, αναστρεφόμενος ανάμεσα στα
εμπαθή αίτια, δεν είναι δύσκολο πολύ γρήγορα, λόγω της συνήθειας που
επιστρέφει, «τα έσχατα να γίνουν χείρονα των πρώτων» (Ματθ. ιβ' 45). Τόση είναι
η δύναμη της αμαρτίας όταν επανέρχεται όπως, χαρακτηριστικά το λόγιο αναφέρει,
το « πυρ κατά καλάμης, λίθος κατά πρανούς, χαράδρα τας διεξόδους ευρύνουσα».
Η ψυχή όσο βρίσκεται στο «παρά φύσιν», εξαγριωμένη και
γεμάτη από τα αγκάθια των ηδονών, είναι κατοικητήριο πονηρών θηρίων, δαιμόνων
και παθών. Μπορεί όμως, εάν θελήσει, όσο ζει στον κόσμο αυτόν, με τη θεία Χάρη,
να ανανεύσει, να αφυπνισθεί και να έξημερωθεί με την επιμέλεια της κατά Θεό
ζωής. Τότε, ω τότε! «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών»; Μεγάλη η χαρά στους ουρανούς
για την επιστροφή της. Τα πονηρά θηρία και τα πάθη θα εκδιωχθούν, άγγελοι εξ
ουρανού θα συμπαρίστανται και η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος θα ενοικήσει στην
ψυχή. Κανείς τότε δεν θα μπορεί να αφαιρέσει τη χαρά και την ευφροσύνη της και
κανείς δεν θα την εμποδίσει να καρποφορήσει πολλαπλάσια τη δωρεά τον Χριστού.
Οι Πατέρες μας, ονομάζουν την προσευχή όπλο πνευματικό και
απαραίτητο και δεν είναι δυνατό χωρίς αυτό να βγει κανείς στον αόρατο πόλεμο.
Καθαρή προσευχή δεν μπορεί να αποκτήσει κανείς, αν δεν επιμένει καρτερικά κοντά
στο Θεό με ειλικρινή και άκακη καρδιά. Γιατί αυτός, ο γλυκύς μας σωτήρας
Ιησούς, είναι «ο διδούς ευχήν τοις ευχομένοις και διδάσκων ανθρώπους γνώσιν »
(Ψαλμ. 1γ', 1θ).
Όταν βρισκόμαστε στο στάδιο του αόρατου πολέμου, δεχόμαστε
αναρίθμητες προσβολές ποικίλων προλήψεων και παθών. Η διάκριση όμως, μας κάνει
σαφείς τις διαφορές ώστε να γνωρίζουμε το καθήκον. Όλα τα πάθη παρενοχλούν ως
προσβολή, ως κρούση, ως υπόμνηση και ζητούν την επιστροφή μας στην αισχρότατη
δουλεία τους. Αυτό δεν οφείλεται σ' εμάς. Δεν εξαρτάται από μας να εμποδίσουμε
την προσβολή, την κρούση, την υπόμνηση και ούτε μας δημιουργεί κάποια ενοχή.
Μπορούμε όμως, εάν θέλουμε, με τη βοήθεια και τη συμμαχία της θείας Χάρης να
αντιστεκόμαστε και να μη κάνουμε συνδυασμό μ' αυτά. Την αντίστασή μας φανερώνει
το «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεως σου και εξελούμαι σε» (Ψαλμ. μθ', 15) και
πάλιν «εάν πνεύμα του εξουσιάζοντος αναβή επί σε τόπον σου μη αφής» ('Εκ κλ.
ι', 4).
Τρία είναι τα γενικώτερα πάθη, μέσω των οποίων γεννιούνται
όλα τα άλλα: Η φιληδονία, η φιλαργυρία και η φιλοδοξία. Σ αυτά ακολουθούν άλλα
πέντε πονηρά πνεύματα. Εκείνος λοιπόν που νίκησε τους τρεις αρχηγούς και
ηγεμόνες, φονεύει μαζί και τους άλλους πέντε και υποτάσσει όλα τα πάθη.
Μας απευθύνεται συνήθως το ερώτημα: Γιατί, χωρίς τη θέλησή
μας, μας ταλαιπωρούν και καταπιέζουν πονηρές μνήμες και ειδικώτερα κατά την ώρα
της προσευχής; Όλες αυτές οι εικόνες, που εμφανίζονται είναι αποτυπωμένες
αναμνήσεις των προηγούμενών μας πράξεων, οι οποίες δημιούργησαν την ενοχή μας και
χρειάζεται γι' αυτές μετάνοια.
Όταν τα απρεπή αυτά νοήματα παύσουν να υπάρχουν, με τη Χάρη
του Χριστού, τότε έχουμε πραγματική μετάνοια και προκοπή, οπότε υπάρχει και
πραγματική άφεση.
Όσα από τα πάθη είναι σωματικά καταβάλλονται με σωματική
άσκηση και κακοπάθεια. όσα είναι ψυχικά, καταργούνται με ταπεινοφροσύνη,
πραότητα και αγάπη.
Την εμπαθή επιθυμία μαραίνει η εγκράτεια ενωμένη με την
ταπεινοφροσύνη. την αγριότητα του θυμού καταπραύνει η αγάπη και η συμπάθεια. το
λογισμό που περιπλανιέται εδώ και εκεί, τον συγκεντρώνει η επίμονη προσευχή με
ενθύμηση του Θεού και έτσι καθαρίζεται το τριμερές της ψυχής. Αυτό υπονοεί ο
Απόστολος όταν λέγει: Ειρήνην διώκετε μετά πάντων και τον αγιασμόν, ου χωρίς
ουδείς όψεται τον Κύριον» (`Εβρ. ιβ' 14).
Εκείνους που ζουν μέσα στον κόσμο και είναι κοντά στα αίτια
και τις ύλες των παθών, οι δαίμονες τους πολεμούν και παλεύουν να τους ρίξουν
στην αμαρτία που γίνεται με την πράξη. Όσους βρίσκονται μακρυά από τις ύλες και
τα αίτια, τους ενοχλούν με τους λογισμούς και τις μνήμες. Και είναι πολύ
φοβερώτερος ο δεύτερος πόλεμος από τον πρώτο. Γιατί ο πόλεμος με τα πράγματα
έχει ανάγκη από χρόνο και τόπο και ευκαιρίες. Ενώ ο πόλεμος του νου είναι
άμεσος και ταχύς, πιο ελεύθερος και δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί. Σ αυτήν
την ασώματη μάχη, μας έχει δοθεί ως όπλο η καθαρή και επίμονη προσευχή, γι'
αυτό και έχει νομοθετηθεί να γίνεται αδιάλειπτα.
Κάθε συγκατάθεση εμπαθούς λογισμού προς μια απαγορευμένη
επιθυμία, δηλαδή υποχώρηση ηδονική, θεωρείται ενοχή στον αγωνιζόμενο.
Προηγείται πάντοτε ο λογισμός με το παθητικό μέρος να σκοτίζει το νου, μετά
λυγίζει, κλίνει η ψυχή προς την ηδονή, γιατί δεν μπορεί να αντισταθεί στην
πάλη. Αυτό λέγεται συγκατάθεση. Όταν η κατάσταση αυτή πολυκαιρίσει κινεί το
πάθος. Και ύστερα έρχεται σιγά-σιγά η διάπραξη της αμαρτίας.
Η πίστη είναι ένα αγαθό της εσωτερικής διάθεσης της ψυχής.
Αυτή γεννά μέσα μας το θείο φόβο. Ο θείος φόβος διδάσκει την τήρηση των
εντολών, η οποία λέγεται πρακτική. Η απρόσκοπτη εφαρμογή της πρακτικής, με τη
Χάρη του Χριστού, οδηγεί προς την απάθεια και ελευθερία. Γέννημα της απάθειας
είναι η αγάπη, η οποία είναι εκπλήρωση των εντολών.
Ο τελειότερος τρόπος της φυσικής λειτουργίας των δυνάμεων
της ψυχής είναι ο εξής: Το λογικό μέρος της ψυχής ασχολείται επίμονα και
σταθερά με τη θεωρία των αρετών. το επιθυμητικό στρέφεται με ένταση προς τη
θεωρία αυτή και το δοτήρα της Χριστό και το θυμικό οπλίζεται κατά των δαιμόνων.
Το ολέθριο πάθος της μνησικακίας οι Πατέρες μας διατάσσουν
να το αποστρεφόμαστε με κάθε τρόπο. Αυτό και μόνο μεταστρέφει την ψυχή στο
διαβολικό ήθος και είδος και απομακρύνει εντελώς την παρουσία και ενέργεια της
Χάρης και επισύρει όχι το έλεος αλλά τη δίκαιη οργή και αγανάκτηση του Θεού, ο
οποίος είναι και ονομάζεται αγάπη. Μάλλον να προσεύχεσαι θερμά για χάρη εκείνου
που σε λύπησε και να τον ευεργετείς σε ό,τι μπορείς, για να σώσεις την ψυχή σου
από το θάνατο και για να μην είσαι χωρίς παρρησία στην προσευχή σου.
Σε ταπεινές ψυχές αναπαύεται ο Κύριος, στις υπερήφανες
αναπαύονται όλα τα πάθη της ατιμίας. Τίποτε άλλο δεν δυναμώνει αυτά τα πάθη όσο
οι υπερήφανοι λογισμοί και τίποτε άλλο δεν τα ξεριζώνει όσο η μακάρια
ταπείνωση. Γι' αυτό δίκαια ονομάζεται παθοκτόνος.
Εκείνος που πρόθυμα φροντίζει για τη σωφροσύνη με στόχο την
μακαριώτατη αγνότητα, την οποία μπορούμε να ονομάσουμε και απάθεια, δεν πρέπει
να λυπάται το σώμα καθόλου. Στο φρόνημα και το λογισμό να έχει πάντοτε
ταπείνωση. Πολύ βοηθά και η συνεχής επίκληση του ονόματος του Κυρίου.
Τα εργαλεία, που συντελούν για την απόκτηση των αρετών είναι
οι σωματικοί κόποι με γνώση. όπως και τα γεννήματα των παθών τα δημιουργεί η
ραθυμία. Η προσοχή και αποχή από την κατάκριση είναι ισχυρή ασφάλεια στους
αγωνιζόμενους. Η φυλακή της γλώσσας φανερώνει τον πρακτικό αγωνιστή. Η
συμπάθεια γενικά και η κατά δύναμη ελεημοσύνη οδηγεί προς την αγάπη και η
αγάπη, όιπως πάντοτε, είναι η θύρα της αγνότητας.
Ο άσκοπος περισπασμός είναι η ρίζα των παθών και η
σκληροκαρδία γεννά την οργή.
Το πένθος, που η αυτομεμψία προκαλεί, ξεριζώνει όλες τις
κακίες χωρίς ταραχή και το να μη ελέγχουμε τον πλησίον φέρνει την
ταπεινοφροσύνη.
Προσοχή στους επαίνους των ανθρώπων γιατί γεννάται η
υπερηφάνεια ανεπαίσθητα, χωρίς να το καταλάβουμε.
Η μνήμη τού Θεού και ειδικά των θείων κριμάτων προκαλεί το
θείο φόβο στην ψυχή. όποιος καταπατεί τη συνείδηση, σκορπίζει ο,τιδήποτε καλό
άπέκτησε με κόπο.
Μέγα όπλο κατά της αμέλειας είναι η προς το Θεό αγάπη και η
προς αυτήν επίδοση, είναι η εν γνώσει σιωπή.
Η προς τον πλησίον υπακοή, εάν έχει το ίδιο φρόνημα και ζει
μαζί μας, είναι σημείο ότι ο νους απέκτησε αίσθηση των αρετών. ενώ η
ιδιορρυθμία είναι δείγμα της αγνωσίας.
Ολεθριώτατο πάθος κατά των αγωνιζομένων είναι η κενοδοξία,
εάν γίνεται παραδεκτή, όπως κεφάλαιο των αρετών είναι η ταπεινοφροσύνη.
Κεφάλαιο των παθών και της κακίας είναι η γαστριμαργία.
Εκείνος που έμαθε να προσπίπτει συνεχώς μπροστά στο Θεό μαζί
με άλλα αγαθά που κερδίζει είναι και να υπομένει τα σκώμματα και τις ύβρεις
χωρίς ταραχή. τα δάκρυα αυτής της εργασίας δεν επιδέχονται εχθρική επιβουλή.
Σε εκείνον που με αγαθή πρόθεση αγάπησε τον κόπο της
περιεκτικής φιλοπονίας γεννάται μίσος προς τα πάθη. Η οκνηρία όμως πάλι τα
επαναφέρει χωρίς κόπο.
«Δια πίστεως
περιπατούμεν, ου δια είδους» (Β' Κορ. ε' 7). Η ενδιάθετη και ορθή πίστη γεννά
το φόβο του Θεού. Ο φόβος του Θεού παρακινεί στην ακριβή τήρηση των θείων
εντολών. Η εφαρμογή των θείων εντολών ολοκληρώνει τη λεγόμενη «πρακτική», που
είναι η αρχή και βάση της «θεωρίας». Της θεωρίας καρπός και τέρμα είναι η
αγάπη. Κι' αν ο Θεός μας είναι η αγάπη, «ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει
και ο Θεός εν αυτώ» (Α Ι ω. δ' 16).
Η περιέργεια και η διάχυση των άσκοπων μετακινήσεων είναι
επιζήμια γιατί σκορπίζει τη θέρμη της Χάρης και μαραίνει τον αγνό πόθο. Δίκαια
λέγει η Γραφή «ρεμβασμός επιθυμίας μεταλλεύει νουν άκακον» (Σοφ. Σολ. δ' 12).
Μνήμη θανάτου και των μελλόντων
Η πρώτη αρχή και υγιής βάση της ησυχίας είναι η παραμονή σ'
ένα τόπο και η ακριβής τήρηση κατάλληλου προγράμματος με επιμονή.
Στην αρχή, συγκέντρωση τον νου από τον ακατάσχετο
μετεωρισμό, με πρώτη τη μνήμη τον θανάτου. Όχι μνήμη θανάτου αόριστα και
γενικά. Μνήμη της τελευταίας στιγμής, της έσχατης, του αποχωρισμού της ψυχής
σου από το σώμα. Όπου άγγελοι και δαίμονες παρίστανται και αγωνίζονται ποιος θα
πάρει την ψυχή που τρέμει και στενάζει.
Σκέψου το ψέμα και τη ματαιότητα της εδώ ζωής και υπολόγισε
πόσο άσκοπη είναι η αιχμαλωσία της ψυχής απ' αυτήν. Να θυμάσαι την κρίση και τη
δικαιοσύνη του Θεού που ακολουθεί αμέσως και που αποδίδεται στον καθένα σύμφωνα
με τις πράξεις του. Δεν είναι πλέον Θεός ελέους, οικτιρμών και φιλανθρωπίας,
όπως στην παρούσα ζωή, αλλά «Θεός εκδικήσεων» και δικαιοσύνης γιατί «εν τω Αδη
ουκ έστι μετάνοια».
Εάν η διαγωγή μας δεν ήταν ακριβής και ούτε η μετάνοιά μας
τουλάχιστον ολοκληρωμένη και μας απορρίψουν από τη μερίδα των σωζομένων, αυτά
που μας περιμένουν και όσους άλλους κατακριθούν, είναι τρομερά και μόνο να τα
διηγηθεί κανείς. «Γέενα, λίμνη πυρός, σκώληξ ακοίμητος, βρυγμός οδόντων» και
άλλα φρικτά βασανιστήρια και το μεγαλύτερο όλων, η αιώνια παράτασή τους.
Πολλοί συνετοί από τη θεωρία αυτήν απόκτησαν τα σωτήρια
δάκρυα και έσβησαν με αυτά το φρικιαστικό τούτο κατάντημα.
Αντίθετη προς τη μνήμη της κρίσης είναι η αντίστοιχη θεωρία
των δικαίων. Αυτοί με τη χάρη και το έλεος του Χριστού έγιναν και έμειναν
ευλαβείς και προσεκτικοί. Εν αισθήσει περιμένουν τη θεία παναγαθότητα να τους
υποδεχθεί και να τους απαλλάξει από τους κόπους και πόνούς της εδώ εργασίας
τους.
Πόση, ω πόση η προσδοκία και η χαρά τους, όταν θα ακούσουν
το κέντρο της αγάπης τους να τους προσκαλεί κοντά του. «Δεύτε προς με πάντες οι
κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. ια' 28).
Ως απαρχή συγκέντρωσης και πνευματικής εργασίας αυτός ο
τρόπος είναι επωφελέστατος και η δοκιμή θα πείσει τους ενδιαφερομένους.
Περιεκτική κακοπάθεια και προσευχή
Αλλος τρόπος που συνδέεται με την ιερή αυτή ησυχία είναι η
κατά δύναμη περιεκτική κακοπάθεια που συμβολίζει την άρση του σταυρού, που
πήραμε ως εντολή. Πρώτη και κύρια αρχή η νηστεία, η κατά δύναμη αγρυπνία, η
σιωπή και αποκοπή από τους λόγους και τις πράξεις αυτού τον κόσμου. ιδιαίτερα όμως
-και ανώτερη όλων- η προσευχή, που πρέπει η εμμονή μας σ' αυτή να είναι κατά το
δυνατό μεγάλη. Τόση είναι η σημασία της -ο Παύλος τη δογματίζει αδιάλειπτη-
γιατί και στην αιωνιότητα αυτή θα παραμείνει σ' όσα λογικά όντα δημιούργησε ο
Θεός.
Στο έργο της προσευχής οι Πατέρες συνιστούν την επιμονή
γιατί η παναρετή αυτή είναι η πιο κουραστική για την πολλαπλή και μεγάλη
προσφορά της. Γι' αυτό διαταχτήκαμε να μη «εκκ ακώμεν» αλλά να «αιτώμεν, να
ζητώμεν, να κρούωμεν» (πρβλ. Ματθ. ζ' 7) ώστε η πρόθεσή μας να γίνει φανερή ότι
« εν αισθήσει και γνώσει» α παιτούμε τη θεία συμπαράσταση. Η προσευχή είναι
καθαρή εργασία του νου. `Ο νους που συνήθισε στην αδιαφορία και το σκορπισμό
δεν θέλει τον περιορισμό και τη δέσμευση στο μονολόγιστο τρόπο της προσευχής.
Προσθέστε σ' αυτό και τις συσσωρευμένες εικόνες των προλήψεων, που είναι
τυπωμένες στην οθόνη της φαντασίας και ελκύουν το νου στις παλαιές συνήθειες.
Έχουμε όμως και τον πονηρότατό μας εχθρό που αντιστέκεται και πολεμά όσους
θέλουν να προσεύχονται. Γενικά οι παλαιές συνήθειες, ως μέρος του κόσμου
τούτου, εμποδίζουν την παρουσία της μέλλουσας ζωής.
Η καλή όμως επιμονή, με τη βοήθεια της θείας Χάρης, υπερνικά
όλες τις δυσκολίες εάν παραμείνουμε και ζητούμε. Στην αρχή πάντοτε
παρουσιάζεται δυσκολία όπως σε κάθε δραστηριότητα. Η δυσκολία όμως δεν είναι
δείγμα αποτυχίας η λανθασμένης ενέργειας. Γνωρίσαμε εκ πείρας, παρακινούμενοι
από τους πνευματικούς μας πατέρες, να επιμένουμε στην επίκληση του πανάγιου
ονόματος του σωτήρα μας, έστω και αν ο νους σκορπίζεται. Η επιμονή γεννά τη
συνήθεια και αυτή απαλλάσσει από τον προηγούμενο κόπο της προσπάθειας. Αλλά και
ο πανάγαθός μας σωτήρας, που τον επικαλούμαστε με επιμονή, είναι αδύνατο να
παραβλέψει αντούς που προσπίπτουν ικετευτικά. Αυτός που «έτι αμαρτωλών όντων
ημών υπέρ ημών απέθανε» (Ρωμ. ε' 8), «θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και
της δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς» (Ψαλμ. ρμδ' 19).
Τονίζούμε ιδιαίτερα σε όσους θέλούν να μπουν στο στάδιο της
πολύαθλης μετάνοιας το θέμα της προσοχής. Οι δολιώτατοι εχθροί μας δεν αργούν
να επαναφέρουν τα πάθη και τις συνήθειες, που έχουν ηττηθεί πριν από εμάς, εάν
η προσοχή μας νυστάξει για λίγο. Όταν ακούαμε κάποτε τους έμπειρους Γέροντές
μας να μας εύχονται πείρα παρά Χάρη απορούσαμε, γιατί δεν γνωρίζαμε τη δύναμη
των λόγων τους. Όταν μπήκαμε σιγά - σιγά στο στάδιο της πρακτικής μετάνοιας
μάθαμε πρακτικά τη σημασία της ευχής. Όποιος με προσεκτική εργασία στον αόρατο
πόλεμο απόκτησε το λάφυρο της πείρας πολλές χάριτες μπορεί να κερδίσει «ου γαρ
τα νοήματα των εχθρών του αγνοεί» . Η δωρεάν όμως Χάρη χωρίς πείρα είναι πολύ
δύσκολο να κρατηθεί.
Οι έμπειροι Πατέρες κρίνουν ότι ευκολώτερα προκόβει στην
αρετή η ψύχή που επιστρέφει με μετάνοια, εάν αγωνίζεται ορθά και με ευλάβεια,
παρά αυτή που πρόκοψε αλλά με την αμέλεια επέστρεψε στην προηγούμενη ζωή. Η
δεύτερη θα συναντήσει πολλούς αντιπάλους, μετά την προδοσία, όταν θελήσει να
επανορθώσει το σφάλμα. Το ολίσθημα προκάλεσε η απροσεξία και γι' αυτό η θεία
Χάρη, που ανέσυρε προηγουμένως από την ακάθαρτη ζωή τον άνθρωπο, έχει προσβληθεί
και εύκολα δεν ξαναπροσέρχεται ως σύμμαχος. Τότε η λύσσα της αποθάρρυνσης, που
πιέζει προς την απόγνωση, είναι ορμητική και χωρίς έμπειρο οδηγό η έκβαση είναι
αμφίβολη.
Η πρόφαση της οικονομίας
Μιά άλλη απατηλή μέθοδος των επίβουλων εχθρών είναι η πρόφαση
της οικονομίας λόγω της κόπωσης και της εξάντλησης που συμβαίνει στον αγωνιστή.
Τότε οι απατεώνες γίνονται οικτίρμονες και υποκινούν στη δήθεν οικονομία με τη
χαλάρωση τον προγράμματος. Εδώ χρειάζεται πολλή διάκριση. Όλη η ωφέλεια της
προκοπής στο έργο της μετάνοιας προήλθε και από τη θεία Χάρη αλλά και από τον
ανθρώπινο παράγοντα, που εκφράζεται με την ακρίβεια της φιλοπονίας. Η επιμονή
στο πρόγραμμα είναι η πεμπτουσία του όλου στόχου. Αυτό συμπληρώνει την
ομολογία, που είναι ο γενικός πανανθρώπινος σκοπός.
Η πρώτη άρνηση προκάλεσε την πτώση και από αυτήν γεννήθηκε
όλη η αθλιότητα της φθοράς και των δεινών. Με την υποταγή και ομολογία, ο
Κύριός μας, εγκαινίασε την ανάσταση και σωτηρία και μας επανέφερε στην
ισορροπία. Η ακρίβεια του ενάρετου προγραμματισμού είναι η σταθερώτερη ομολογία
γιατί, κατά το λόγο του Κυρίου, οπαδοί του είναι όσοι αρνούνται και αυτήν την
ψυχή τους «δια τους λόγους των χειλέων του».
Οι Πατέρες ανεπιφύλακτα συνιστούν την ακρίβεια τον
προγράμματος ως αλάνθαστου σωσιβίου στη διασπασμένη προσωπικότητά μας αφού
γίναμε μετά την πτώση θύματα κάθε κακής επιρροής.
Ασκοπες διαχύσεις
Αλλος παράγοντας που προκαλεί ανυπολόγιστη ζημιά στον
αγωνιζόμενό στο στάδιο της μετάνοιας είναι οι άσκοπες διαχύσεις. Αυτές
παραλύουν την προσοχή της εσωστρέφειας, που στηρίζει την ισορροπία των
αισθήσεων και ειδικά τον νου, που είναι ο οφθαλμός. Το «πάση φυλακή τήρει σην
καρδίαν» (Παρ. δ' 23) παραμελείται και εύκολα τα πάθη, οι συνήθειες και οι
προλήψεις κυριαρχούν. Το «έστωσαν αι οσφύες περιεζωσμέναι και οι λύχνοι
καιόμενοι» (Λουκ. ιβ' 35), που ο Κύριος διατάζει, με αυτήν την απροσεξία της
κατάργησης της φυλακής καταφρονείται. Η τήρηση της σιωπής είναι το καλύτερο
χαλινάρι κατά των διαχύσεων και γενικά τον άσκοπου μετεωρισμού. Η συστολή των
διαχύσεων και η συγκράτηση της γλώσσας ενισχύονν τη θέρμη και την παραμονή του
θείου ζήλου και αυξάνει η προθυμία της ενάρετης ζωής στην οποία εκδηλώνεται η
αγάπη προς το Θεό. Δίκαια λοιπού ειπώθηκε σ' αύτούς που αγωνίζονται με ζήλο
«φεύγε, σιώπα, ησύχαζε».
«Πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα»
Εάν κατά το ιερό λόγιο «ουχί του ανθρώπου η οδός αυτού» και
« υμών αι τρίχες πάσαι ηριθμημέναι εισίν» (Ματθ. ι' 3θ), οφείλουμε να
αναθέσονμε τα πάντα με την πίστη στο Χριστό και τίποτε σε καμμιά περίπτωση
στους εαυτούς μας ή σε κάποιον άλλο παράγοντα. Αυτός ο τρόπος της ανάθεσης των
πάντων στο Χριστό, με την πίστη, έχει διπλή ιδιότητα, γιατί δύο είναι τα αίτια
και στοιχεία που μας περιβάλλουν.
Το ένα είναι η παντός είδους φιλαυτία, που κατά το σύστημα
τον παλαιού ανθρώπου μας πιέζει προς τη φιληδονία και τη φιλαρέσκεια και που
μόνο η αυταπάρνηση με την πίστη προς το Χριστό καταβάλλει. Το δεύτερο είναι οι
πειρασμοί και οι δοκιμασίες, που οφείλονται στην πανσωστική πρόνοια του Κυρίου
μας και που γίνονται υποφερτοί με την πίστη προς το Χριστό έφ' όσον «πάντα
δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. θ'23). Τόση είναι η δύναμη αυτής της πίστης, ώστε
να περιφρονούνται από τις στρατιές των μαρτύρων και παντοειδών αθλητών και οι
γονείς και οι αξίες και ακόμη αυτή η ίδια η ζωή.
Η ενέργεια της πίστης, όταν αναλυθεί πρακτικά, έχει την αρχή
της στα ακόλουθα ιδιώματα. Γεννάται η επιθυμία όσων καλών υπόσχονται Οι θείες
επαγγελίες και ο φόβος για όσες τιμωρίες θα ακολουθήσουν τους αποστάτες. Και τα
δύο, επιθυμία και φόβος, διεγείρουν τη συνείδηση προς την τήρηση των θείων
εντολών. Η έμπρακτη τήρηση των εντολών διεγείρει μέσα μας το θείο ζήλο, τη
θέρμη, την ευλάβεια. Αυτά μειώνουν τον κόπο της προσπάθειας επειδή επικρατεί η
καλή συνήθεια και το πρόγραμμα, που είναι το σταθερό σωσίβιο ειδικά στους ασθενείς
χαρακτήρες.
Προσοχή και επιμονή
Εκείνος που με τη Χάρη του Χριστού αξιώθηκε να κάνει την
καλή αυτήν εργασία οφείλει να έχει πολλή προσοχή και επιμονή γιατί ο εχθρός
γνωρίζοντας την προκοπή που θα ακολουθήσει, δεν θα διστάσει να προκαλέσει ζημιά
«εξ αριστερών». Με προφάσεις αγάπης και οικονομίας παρακινεί να υποχωρήσουμε
στο πρόγραμμα και στην προσοχή, που προκαλούν τη θέρμη και το ζήλο και τότε
αρχίζει η οπισθοχώρηση, εάν για λίγο επικρατήσει η αμέλεια.
Εάν κατανοούσαμε τα σωτήρια λόγια του Παύλου «ευδοκώ εν
ασθενείαις, εν ύβρεσιν, εν ανάγκαις» (Β' Κορ. ιβ' 1θ) και «πάντες οι θέλοντες
ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται» (Β' Τιμ. γ' 12), θα καταργείτο η
επίμονη αυθάδεια του παράλογου και καταραμένου «γιατί;», που είναι η βάση του
δικαιώματος, η σπονδύλική στήλη της αποστασίας και του αναρχισμού, η αιτία της
πτώσης και της διαστροφής αυτών που δημιουργήθηκαν «λίαν καλώς» από το
δημιούργό.
Η επανόρθωση και αποθεραπεία, που πραγματοποίησε η σάρκωση
του Θεού Λόγου βρίσκεται στο ταπεινό φρόνημα, στην απάρνηση του δικού μας
θελήματος, στο νόμο της αλληλεγγύης, σύμφωνα με τον οποίο «αλλήλων τα βάρη
βαστάζομεν».
Η αιτία της σύνολικής καταστροφής βρίσκεται στη φιλαύτία,
που σημαίνει ιδιοτέλεια, αυταρέσκεια και φιληδονία. Η απομόνωση όλων αύυτών στηρίζεται
στη φιλοπονία, με την αυταπάρνηση που κατορθώνεται από τη Χάρη, με την ευμέθοδο
άσκηση.
Μητέρα κάθε παράβασης και προδοσίας είναι η ηδονή και μητέρα
κάθε επανόρθωσης και επιτυχίας, με τη βοήθεια της Χάρης, είναι η οδύνη της
κόπωσης την οποία προκαλεί η αυταπάρνηση. Αν και είναι απαραίτητη η προσφορά
της δικής μας θέλησης με την περιεκτική φιλοπονία, χωρίς τη συνδρομή της θείας
Χάρης είναι αδύνατη η επιτυχία σύμφωνα με το λόγο τον Κυρίου ότι «χωρίς εμού ου
δύνασθε ποιείν ουδέν» ('Ιω. ιε' 5). Η πατερική εμπειρία -παλαιότερη και
νεώτερη- μας πείθει ότι οι αγωνιζόμενοι πρέπει να έχουν πολλή προσοχή από τη
δυνατή επίθεση της αμέλειας, που ακούραστα συμπορεύεται με τους αγωνιζομένους.
Στην αρχή η ίδια η Χάρη, που προσβλήθηκε, ραθυμεί να
επανέλθει. Επανέρχεται με όχι συνηθισμένους πόνους και δάκρυα αλλά και με
πολλούς και επίμονους κόπους. Επιπλέον, η αμέλεια που επικράτησε, γίνεται
δυσκαταπολέμητη έχοντας συνεργούς τους δαίμονες. Μεγαλύτερο όμως δεινό, που
αποτρέπει τη μετάνοια, είναι το πνεύμα της λύπης που υποστηρίζει την
αποθάρρυνση.
Χρησιμώτατοι σύμμαχοι της κοπιαστικής αυτής εργασίας είναι
οι σωματικοί κόποι και το ταπεινό φρόνημα, όσο μπορεί κανείς, και τα δάκρυα της
προσευχόμενης και θλιμμένης καρδιάς. « ίδε την ταπείνωσίν μου και τον κόπον και
άφες πάσας τας αμαρτίας μου» (Ψαλμ. κδ' 18) και «των δακρύων μου μη
παρασιωπήσης» (πρβλ. Ψαλμ. λη' 13) και πάλι « εγενήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος
ημέρας και νυκτός και το πόμα μου μετά κλαυθμού εκίρνων» (Ψαλμ. μα' 4, ρα' 1θ).
Οι πατέρες μας συνιστούν -σαν ένα παρά πολύ αποδοτικό τρόπο
άσκησης- τη σύζευξη και συνένωση της πρακτικής με τη γνώση, ως των καλύτερων
μέσων προκοπής. Η γνώση αναπτερώνει τη νοερά ουσία στη θεωρία των υψηλότερων
πνευματικών θεωριών, ενώ η πρακτική νεκρώνει «τα μέλη τα επί της γης» τις
παράλογες δηλαδή σωματικές κινήσεις. Όταν αυτές νεκρωθούν βλαστάνουν τα άνθη
των αρετών.
Εκείνος που με αυτόν τον τρόπο σταύρωσε τη σάρκα «συν τοις
παθήμασι και ταις επιθυμί αις» (Γαλ. ε' 16) μπορεί μαζί με τον Παύλο να λέγει:
«Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β' 2θ).
«Εκείνος εστιν ο
βαστάζων τα στίγματα του Χριστού εν τη θνητή σαρκί αυτού, ο της σαρκός το άνθος
μαράνας δι' ασκήσεως και υποταγής, ο τους λοιδορούντας και υβρίζοντας
ανεχόμενος και συγχωρών και το εξ αυτού μετά ανθρώπων ειρηνεύων» (Πατερική
ρήση).
Αρετές και κακίες αλληλοεξαρτώνται
Στήν πρακτική άσκηση δεν έχει τόση σημασία ποιά εργασία
είναι επωφελέστερη, γιατί όλες οι αγαθοεργίες η αρετές συνδέονται και
εξαρτώνται η μια από την άλλη. Αυτό σημαίνει ότι κάθε αρετή έχει τη θέση της
και πρέπει να ενεργείται όταν έλθει η ώρα της. Με την εργασία της προσευχής
συνδέεται η αγάπη. Με την αγάπη συνδέεται η χαρά, με τη χαρά η πραότητα.
Πραότητα χωρίς την ταπεινοφροσύνη είναι ανέφικτη. Από αυτή γεννάται η διακονία.
Στην ιερώτατη αυτή σειρά έπονται η ελπίδα, η πίστη και η υπακοή στην οποία
βρίσκεται η απλότητα που μακαρίζει ο Κύριος. «Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα
παιδία ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. ιη' 3).
Και οι κακίες πάλι κατά τον ίδιο τρόπο συνδέονται και
εξαρτώνται. Το θυμό ακολουθεί το μίσος, την υπερηφάνεια η κενοδοξία και
συνεχίζει ο όλεθρος της πτώσης και τον θανάτου. Ακολουθεί η απιστία και η
σκληροκαρδία από την οποία γεννάται η αμέλεια και απ' αυτήν η χαύνωση. Μετά
ακολουθεί η άνευ όρων παράδοση εάν δεν υπάρξει με τη Χάρη του Χριστού
πνευματικά έμπειρος συμπαραστάτης.
Μνήμη Θεού
Ο Κύριος, όπως επανειλημμένα αναφέραμε, λέγει ότι «χωρίς
εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» ('Ιω. ιε' 5). Στη τάξη και σειρά της πνευματικής
εργασίας πιστεύω ότι η πρώτη βάση είναι η μνήμη τον Θεού. Όσοι θέλουν να
στρατευθούν στην ιερή αυτή άθληση προκαλούμε να βάλουν ως καλή αρχή αυτήν την
προσπάθεια. «Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή άναπνευστέον» και τότε ως «νομίμως
αθλούντες» θα έχουν αχώριστα μαζί τους τον κραταιόν εν πολέμοις Κύριον».
Όταν η μνήμη του Θεού είναι παρούσα με τη συνεχή επίκληση, ο
νους δέχεται φωτισμό ώστε να μην πλανάται στις κρίσεις του. ταυτόχρονα όμως
ξυπνά και το ζήλο, που σηκώνει το βάρος του κόπου, ώστε η φιλοπονία να γίνεται
υποφερτή. Αυτά είναι τα εισαγωγικά. Εάν η μνήμη του Θεού παραταθεί με
περισσότερη επιμονή ξυπνά την αίσθηση της αγάπης του Θεού, που είναι το
κεφάλαιο της «εν Θεώ» προκοπής.
Αν και κάθε φιλόπονη εργασία που γίνεται για την κατόρθωση
της αρετής είναι επωφελής, δεν είναι ανώτερη της μνήμης του Θεού.
Περιστρεφόμενο το πανάγιο όνομα του Κυρίου, με την επίκληση, κάνει αισθητή την
παρουσία του ίδιου του σωτήρα, το όνομα του οποίου δεν είναι μια απλή λέξη αλλά
μια ζωντανή ενέργεια. Αυτός είναι ο λόγος που οι Πατέρες μας διδάσκουν «Ιησού
ονόματι μάστιζε πολεμίους». Το ίδιο νόημα έχει και η παρακίνηση του Παύλου σε
αδιάλειπτη προσευχή. Σ αυτόν που προσκαρτερεί στην προσευχή «ποιήσει ο Θεός την
εκδίκησιν εν τάχει» α φού ημέρα και νύκτα παρακαλεί. Το «γρηγορείτε και
προσεύχεσθε» (Ματθ. κστ' 41) και «μη εκκα κείν εν ταις προσευχαίς» (πρβλ. Λουκ.
ιη' 41) χαρακτηρίζουν την επιμονή που απαιτείται. Με την επιμονή αυτή κάθε
μεθοδεία και σατανικότητα τον εχθρού ανατρέπεται, αλλά θεραπεύονται και της
φύσης οι αστάθειες και ανωμαλίες.
Η θεόσδοτη πατερική διδασκαλία, αλλά και η φυσική συνέπεια,
μας πείθει ότι απαραίτητος νόμος και όρος επιτυχίας σε κάθε προσπάθειά μας,
είναι να αποθέτουμε στο Θεό τόσο την αρχή όσο και το τέλος του επιδιωκόμενου
σκοπού και σ' αυτόν να αποβλέπουμε. «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου σύνεσις δε αγαθή
πάσι τοις ποιούσιν αυτήν» (Ψαλ. ρι' 1θ).
Η θεοειδής κατασκευή μας
Ένας τρόπος για να βρούμε το σκοπό της ζωής μας κοντά στο
Θεό, είναι η μνήμη της θεοει δούς μας κατασκευής, ως «κατ' εικόνα και καθ'
όμοίωσιν» με το δεσπότη και Θεό μας. Αρα επιβάλλεται να γίνουμε όμοιοι και να
αφομοιωθούμε με το πρωτότυπο.
Δεύτερος τρόπος είναι η ενθύμηση ότι η προσωπικότητά μας
υπέστη συντριβή και έχουμε διά νοια « εγκειμένην επι τα πονηρά εκ νεότητός
μας».
Τρίτος και επωφελέστατος τρόπος είναι ο ανακαινισμός μας,
που έγινε με την παρουσία και το φωτεινό παράδειγμα του ανακαινιστή της φύσης
μας.
Εάν οι τρεις αυτοί τρόποι συνεχώς περιστρέ φονται στη
διάνοια και πρόθεσή μας, ασφαλώς η απόφαση και η δράση μας θα είναι
επιτυχημένες και η μερίδα του κλήρου μας θα είναι με τους σεσωσμένους, με τη
Χάρη τον Χριστού.
Απομάκρυνση των αιτίων
Η προσεκτική χρήση των μέσων που επιβάλλει η περιεκτική
μετάνοια είναι το επόμενο στάδιο για τους φιλόπονους αθλητές. Ο τρόπος, ο
τόπος, τα πρόσωπα και τα πράγματα με τα οποία περι στρεφόμαστε πρέπει να
αντιμετωπίζονται « εν σοφία», γιατί ο απαίσιος, επίβουλος και ισόβιος εχθρός, ο
νόμος της διαστροφής και ο παλαιός άνθρωπος, εκβιάζουν στη συνεχή παράβαση των
σωτηριωδών μέσων της ανάπλασής μας. Εάν το «δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» το
να πέφτουμε στο ίδιο σφάλμα πολλές φορές πως θα το χαρακτηρίσουμε; Και η αιτία
είναι το ότι δεν άπομακρύνουμε το αίτιο που πιέζει τη συνήθεια της κακής
πράξης.
Σοφά οι Πατέρες μας τονίζουν ότι «παρόντων των αιτίων η μάχη
είναι επισφαλής». Η αποφυγή των αισθητών αιτίων είναι ωφέλιμη εάν συνδέεται με
τη λογική αντίσταση στα εμπαθή νοήματα. Η μόνη όμως λύτρωση και σωτηρία, από
όλα όσα αντιστέκονται και εμποδίζουν την ίασή μας, είναι η Χάρη του Κυρίου μας,
που χωρίς αυτήν δεν μπορεί κανείς να διασωθεί.
Να το συμπέρασμα από όλες τις Γραφές: Η πιο καλή αρχή είναι
η απομάκρυνση από τα αίτια, η αντίσταση κατά των αντίθετων νοημάτων και η
συνεχής επίκληση τον θείου ονόματος του πανάγαθου σωτήρα μας. Ολόκληρος ο
δαίδαλος του αίσθητού και αόρατου πολέμου γι' αυτούς που θέλουν να αξιωθούν των
θείων επαγγελιών, περικλείεται στα τρία αυτά είδη.
Όπως περιγράψαμε τους τρόπους και όρους που μας εμποδίζουν
στην προκοπή, υπάρχουν και οι ευνοϊκοί όροι που μας βοηθονν στη σωτηρία μας,
εάν είμαστε προσεκτικοί και πρόθυμοι.
Αναφέραμε προηγουμένως τη μνήμη της θεοειδούς καταγωγής μας,
ως βάσης των σκέψεων και αποφάσεών μας. Περισσότερο όμως στην παρούσα ζωή
επιδρά, δυστυχώς, η μεταπτωτικά διεστραμμένη φύση μας. Και το πλέον επείγον
μέλημα και καθήκον μας είναι να μην εμπιστευόμαστε τα συναισθήματά μας και τις
ευλογοφανείς προφάσεις. «Πάντα ημίν έξεστιν αλλ' ου πάντα συμφέρει» (Α' Κορ.
στ' 12). Και αυτή ακόμη η χρεία -που συνδέεται με τη βιολογική μας υπόσταση δεν
πρέπει να γίνεται πιστευτή, χωρίς να ελεγχθεί αν πράγματι είναι μόνο χρεία.
Μπορεί, κάτω από τα όποια σκιρτήματα, να υποκρύπτεται η πολύμορφη επιθυμία, που
με κάθε τρόπο προσπαθεί να μας αιχμαλωτίσει.
Λόγω της «εγκειμένης επί τα πονηρά διανοίας και διαθέσεώς
μας», πρέπει να βρισκόμαστε σε επιφυλακή, κατά το «πάση φυλακή τήρει σην
καρδίαν ίνα μη εισπηδήση ο θάνατος δια των θυρίδων» (Παρ. δ' 23). Και αυτά
ακόμη τα φοβερά θηρία, από τον ερεθισμό της φυσικής χρείας, πέφτουν στις
παγίδες του θανάτου. Ένα πανίσχυρο αντίδοτο σ' αυτή την επιβουλή είναι για μας
η πίστη στην πρόνοια και κηδεμονία τον Κυρίου. Με αυτόν τον τρόπο, αφού «αυτώ
μέλλει περί ημών» και «ουχί του ανθρώπου η οδός αυτού», κατευνάζουμε τη βία των
προφάσεων στον τομέα της αναγκαιότητας, όπου και στήνεται η παγίδα.
Εάν «ουδείς δύναται ποιήσαι μίαν τρίχα λευκήν η μέλαινα ουδέ
προσθήναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα» (Ματθ. στ' 27), αυτό δεν σημαίνει
ότι όλα τα ρυθμίζει η πανσωστική δεξιά του προνοητή Κυρίου και όχι η ανθρώπινη
προσπάθεια και μέριμνα; Το « επίρρι ψ ον επί Κύριον την μέριμνάν σου και αυτός
σε διαθρέψει» (Ψαλμ. νδ'23), δεν φανερώνει τη θεία κηδεμονία, που είναι
μεγαλύτερη από τη δική μας προσπάθεια;
Από την προσωπικότητά μας αφαιρέθηκε μετά την πτώση η
κυριότητα και είμαστε πλέον θύματα της επιρροής. Επιδρούν ακώλυτα σε μας όσα
μας περιβάλλουν και με αυτά ο εχθρός ερεθίζει τις αισθήσεις στο όνομα δήθεν της
χρείας. Εδώ φαίνεται η εξυπνάδα των αγωνιζομένων που «πάση φυλακή» τηρούν την
καρδιά τους. Τα αισθητά πράγματα προκαλούν. Μεγαλύτερος κίνδύνος όμως υπάρχει
από τα εμπαθή νοήματα που πιέζουν τους αδύνατους χαρακτήρες να υποχωρήσουν
γιατί δήθεν είναι ανάγκη και όχι επιθυμία. « Τις σοφός και φυλάξει ταύτα και
συνήσει τα ελέη τον Κυρίου;» . Τους αστήρικτους και όσους παρασύρονται στις
ακατονόμαστες προφάσεις της φιλαυτίας και φιλαρέσκειας αποκλαιόμενος ο προφήτης
και βασιλιάς Δαυΐδ γράφει: « Είδον ασυνετούντας και εξετηκόμην» (Ψαλμ. ριη'
158).
Μέγα στήριγμα στη ζωή μας είναι η μελέτη των Γραφών. Ειδικά
των διηγήσεων που περιγράφουν τους αγώνες των αθλητών και όσων πέτυχαν το βραβείο
των θείων επαγγελιών. Ακούραστα πρέπει να ασχολείται με αυτές όποιος επιθυμεί
τη σωτηρία του αφού και αυτές οι αλλοιώσεις μας πιέζουν την πρόθεση με την
ξηρασία και μερικές φορές με την αποθάρρυνση.
Αλλοιώσεις
Κακός γείτονας και επίβουλος ειδικά για τους αστήρικτους και
αυτούς που αρχίζουν την νοητή πάλη του αόρατου πολέμου είναι οι αλλοιώσεις ή
τροπές, όπως τις ονομάζούν οι Πατέρες, τις οποίες αντιλαμβάνεται η διάκριση και
η σύνεση των εμπείρων.
Η προσωπικότητά μας, που διασπάστηκε με την πτώση, προκάλεσε
την ακαταστασία και την τρεπτότητα, ώστε ο άνθρωπος να μη μένει ποτέ σταθερός
σε μια θέση και αίσθηση και γνώμη. Επιδρούν στον ασταθή χαρακτήρα του οι λόγοι,
οι σκέψεις, τα πράγματα, τα πρόσωπα, η δίαιτα, το κλίμα και όσα γενικά
συμβαίνουν. Σ όλα αυτά συμπλέκεται ακούραστα η δαιμονική κακουργία και
αλλοιώνει τη σταθερότητα των συναισθημάτων. Όλος αυτός ο δαίδαλος ονομάζεται
«αλλοίωσις». Όλος αυτός ο φαύλος κυκλος -των «παρά φύσιν» αλλοιώσεων-
αποσβένουν το ζήλο και αμβλύνουν την προθυμία.
Υπάρχούν όμως και οι φυσικές αλλοιώσεις που προκαλούνται από
τα δικά μας λάθη, όσες φορές παραβαίνουμε τα καθήκοντά μας και τις εντολές. Εάν
«πάσα παράβασις και παρακοή λαμβάνει ένδικον μισθαποδοσίαν» (πρβλ. `Εβρ. β' 2)
άρα «κρινόμενοι υπό τον Κνρίον παιδευόμεθα» (Α' Κορ. ια' 32) και φυσικά
στερούμαστε την παρουσία και ενέργεια της θείας Χάρης, που λυπήσαμε με την
έμπρακτη ενοχή μας. Αυτή η αλλοίωση, που οφείλεται στη δική μας ενοχή
χρειάζεται μετάνοια και ταπείνωση για να θεραπευτεί. Η πρώτη όμως αλλοίωση, που
την περιγράψαμε ως παράλογη, χρειάζεται περιφρόνηση και θερμότερη πίστη στη
θεία Πρόνοια, που μας διοικεί και κατευθύνει. Πάντως δεν είναι τόσο εύκολη η
αποβολή της, χωρίς ένθεο θάρρος και συμβουλή εμπείρων, επειδή ο εχθρός διάβολος
κερδίζει πολλά απ' αυτήν. Η δική μας δραστηριότητα συνίσταται στο θείο ζήλο και
την προθυμία, που είναι, κατά κάποιον τρόπο, η κινητήρια δύναμη. Γνωρίζοντας ο
εχθρός αυτήν την κινητήρια δύναμη, στρέφεται εναντίον της για να μας αφοπλίσει
και έτσι να μας αποθαρρύνει.
Επιμονή στο πρόγραμμα
Απαραίτητο στοιχείο εναντίον της τροπής και των αλλοιώσεων
είναι το πρόγραμμα, ως απαραίτητος κανόνας της μετάνοιας. Το πρόγραμμα γεννά
την έξη (συνήθεια) και η έξη απαλλάσσει από τη βία του κόπου. Ευκολώτερα τότε
παραμένει ο ζήλος που δεν τον μειώνει η διακοπή χάριν της επιμονής στο
πρόγραμμα. Ο άσκοπος ρεμβασμός της ακαταστασίας και επιπολαιότητας
παραμερίζεται με την επιμονή στο πρόγραμμα και συνεχίζεται ανεμπόδιστα το
απόλυτο καθήκον της μετάνοιας. Εάν και πριν από την πτώση -που η προσωπικότητα ήταν
ακέραιη- δόθηκαν εντολές, που ακριβώς δηλώνουν το πρόγραμμα, πόσο μετά την
πτώση και συντριβή χρειάζεται προγραμματισμός;
Κλέβοντας φιλόσοφα από το χρόνο τον εικοσιτετραώρου, που
ολόκληρος δαπανάται χωρίς μέτρο για τα ταπεινά στοιχεία της βιολογικής μας
σύστασης, τον αφιερώνουμε στο πρόγραμμα για την ψυχή μας και έτσι υποτασσόμαστε
κατά τη Γραφή στο πλήρες μας καθήκον και αποδίδουμε «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι
και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. κβ' 21). Για τη βιολογική μας συντήρηση
φροντίζουμε, γιατί αν αρνηθούμε να το κάνουμε θα πεθάνουμε. Γιατί αδιαφορούμε
στις πνευματικές μας υποχρεώσεις, που ο κίνδυνος είναι φοβερός και η ζημιά θα
είναι ανεπανόρθωτη; Εάν προγραμματίσουμε μικρό μέρος της ημέρας για την ψυχή
μας, θα γίνει αφορμή επιτυχίας στον αγώνα μας, που θα είναι η σωτηρία μας, η
ένωσή μας με το Θεό και η κληρονομιά των θείων επαγγελιών.
Ο εκούσιος προγραμματισμός μας δεν είναι ασφαλώς θεία
νομοθεσία, αλλά μια προσοχή. Υπαγορεύεται από την πείρα ώστε να μην
παρασυρόμαστε από το παράλογο, που προκαλεί με τα συστήματά του ο κόσμος που
μας περιβάλλει. Όπου φαρμόζεται πρόγραμμα φανερώνεται η εξάρτησή μας από το
Θεό, που είναι πλήρης ομολογία ότι είμαστε πιστοί. Με αυτόν τον τρόπο η θεία
Χάρη παραμένει ενδημούσα μαζί μας και μόνο έτσι, κατά τον Παύλο, «πάντα
ισχύομεν εν τω ενδύναμούντι ημάς Χριστώ» (πρβλ. Φιλ. δ' 13).
Το σπουδαιότερο μέρος του προγράμματος είναι η τακτική
προσευχή. Μετά είναι ο χρόνος της αυτοσυγκέντρωσης, που θα ανακαλύψουμε την
ποιότητα του εαυτού μας και θα λάβουμε νέες αποφάσεις για να επανορθώσουμε τη
ζημιά που έγινε ή να αυξήσουμε την ωφέλεια, εκμεταλλευόμενοι την προηγούμενη
πείρα μας.
Ειδικά σε όσους ζουν μέσα στον κόσμο, απαραίτητος όρος
πρακτικής χριστιανικής εργασίας είναι η πριν απο τον ύπνο και πριν από την
έναρξη της εργασίας προσευχή. Η μελέτη πνευματικών συγγραμμάτων άγιων και
δόκιμων συγγραφέων, των οποίων η πείρα είναι αναγνωρισμένη και αποδεδειγμένη με
τον επακολουθήσαντα αγιασμό η έπαινό τους, είναι απαραίτητη. Για τις αμαρτίες
μας ο Θεός επέτρεψε σήμερα την απουσία έμπειρων αγίων ανδρών. «Εξαποστελώ λιμόν
επί την γήν, ου λιμόν άρτων ουδέ δίψαν ύδατος, αλλά λιμόν του ακούσαι τον λόγον
Κυρίον» (Αμώς η' 11). Η μελέτη πνευματικών συγγραμμάτων γίνεται καθήκον, που
συμπληρώνει την αγνωσία και απειρία μας, λόγω και του κατακλυσμού των
πλανεμένων και σατανικών ιδεών και προκλήσεων, που παρασύρουν όχι μόνο αυτούς
που βρίσκονται έξω από την Εκκλησία αλλά και τους πιστούς. Δίκαια η αποκάλυψη
μας πληροφορεί ότι στους δικούς μας έσχατους καιρούς, «ει δυνατόν πλανηθήσονται
και οι εκλεκτοί» (πρβλ. Ματθ. κδ' 22).
Ταπείνωση και Αυτομεμψία
Σωτήριος τρόπος αντίστασης κατά των παθών, τόσο των σαρκικών
όσο και των ψυχικών είναι η επίμονη αυτομεμψία, που προκαλεί την αυτογνωσία και
την ταπείνωση και κατευνάζει την ορμή των επιθέσεων απ' όπου και αν
προέρχονται. «Εταπεινώθην και έσωσέ με ο Κύριος» (Ψαλμ. ριδ' 8), λέγει η Γραφή,
γιατί όντως « ταπεινοίς δίδωσι χάριν» ('Ιακ. δ' 6).
Κάθε προσβολή του περιεκτικού παραλόγου, είτε από τους
δαίμονες είτε από τα πάθη, προέρχεται από τη δική μας υποχώρηση, στην οποία
συνεργεί η φιλαυτία, με αποτέλεσμα την υποδούλωση του αυτεξουσίου μας.
Ανατρέπει αμέσως το ταπεινό φρόνημα που ετοίμασε η αυτομεμψία και αυτό πρέπει
να είναι γνωστό στους εργάτες της μετάνοιας.
Ισχυρότερο όπλο κατά του διαβόλου από την ταπείνωση δεν
υπάρχει. Πολλά από τα είδη και μέσα της πρακτικής ζωής της μετάνοιας ο διάβολος
είτε τα μιμείται είτε τα περιφρονεί. Μόνο το ταπεινό φρόνημα και την πράξη
τρομάζει και φεύγει. Αλλωστε δεν είναι δύσκολο στον ταπεινό άνθρωπο να σκεφτεί
τις ατέλειες και τα λάθη του, που ακριβώς μαρτυρούν την πραγματική του μορφή.
Δεν είναι αμαρτωλότητα μόνο το έγκλημα και η ατιμία, στα
οποία ο άνθρωπος αναζητεί την ενοχή του. Αλίμονο! Αυτό είναι κτηνωδία και
δαιμονισμός. Στον αληθινό χριστιανό αμαρτία και ενοχή θεωρείται η έλλει ψ η του
αγιασμού γιατί και από την κατασκευή μας έχουμε ως φυσική τη θεοείδεια και από
την ανάπλασή μας με τη σάρκωση του Θεού Λόγου ανεβήκαμε ψηλότερα εφ' όσον «όσοι
έλαβον αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» ('Ιω. α' 12). Πως
πάλιν μας παρακινεί προστακτικά «άγιοι γίνεσθε ότι ο πατήρ ημών άγιος εστι» (Α'
Πέτρ. 1,15), εάν δεν κληρονομούσαμε απ' αυτόν αυτήν την ιδιότητα; Ο παρήγορος
και πάνω από κάθε αξία και δόξα λόγος του Κυρίου μας -που μόνο η ενθύμησή του
συγκλονίζει και την πέτρινη καρδιά- ποια άλλη σημασία έχει, παρά τον πλήρη
θεανθρωπισμό μας, όταν εκφράζεται προς το συνάναρχο Πατέρα: «Συ, πάτερ, εν εμοί
καγώ εν σοι... ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμεν» ('Ιω. ιζ' 21-22).
Η έλλειψη αυτής της αξίας και η απουσία αυτών των συναισθημάτων
είναι η αφορμή κάθε θλίψης και πόνου. Εκείνος που επιθυμεί τη σωτηρία και την
ανάστασή του πρέπει να πενθεί και όχι να αναζητεί στο πτώμα της αποσύνθεσης,
της κτηνωδίας και του δαιμονισμού την ενοχή του.
Δεν είναι ουτοπία ούτε αφηρημένη θεωρία ή διήγηση οι θείες
επαγγελίες. Πραγματοποιήθηκαν ανά τους αίώνες και ακομη παρατείνονται και
βραβεύουν τους μαθητές του Χριστού και τους τίμιους εργάτες της μετάνοιας που
συνεχώς επισφραγίζουν την πραγματικότητα της πατρικής διαθήκης. Αυτοί, υπήκοοι
της εντολής -ως γνήσιοι υιοί- κληρονομούν με τον αγιασμό το χαρακτήρα της
θεοείδειας του Πατέρα τους.
Με παράπονο εκφράζεται ο Κύριός μας για την αδράνεια και
αδιαφορία μας: «Ο μη ων μετ' εμού κατ' εμού εστι, και ο μη συνάγων μετ' εμού
σκορπίζει» (Ματθ. ιβ' 3θ).
Δώσε μας, Πανάγαθε Δέσποτα, το θείο σου φωτισμό και το φόβο
σου ώστε πάντοτε μόνο μαζί σου να συνάγουμε, φυλάττουμε και τηρούμε και ποτέ
μόνοι μας!
Αφού θέλουμε να ανήκουμε στο Θεό, οφείλουμε αγώνα και
προσοχή. Έτσι δεν θα προδώσουμε -με τις αμαρτίες και τα πάθη μας- τη λογική μας
θέση και σύσταση, όπως ο Ιούδας αισθητά τον Κύριο και δεν θα τον αρνηθούμε,
όπως ο Πέτρος. Αρνηση της λογικής μας φύσης και γνώμης γίνεται όταν -από δειλία
ή φόβο- αφήνουμε το καθήκον της αρετής. Κάθε θλίψης και λύπης κατάληξη είναι η
χαρά. κάθε κόπου η ανάπαυση και κάθε ατιμίας η τιμή και η δόξα. Και γενικά η
κατάληξη και το τέλος όλων των κόπων της αρετής είναι να ενωθούμε με το Θεό και
αχώριστα με αυτόν να παραμείνούμε. Ο φιλανθρωπότατος Θεός έγινε άνθρωπος, για
να επιστρέψει και ενώσει τη δική μας φύση με τον εαυτό του, αφού η πτώση την
είχε διαστρέψει, ώστε και προς τον εαυτό της να επαναστατεί και προς το
περιβάλλον να είναι ακατάστατη.
Υπενθυμίζουμε στους φιλόθεους και φιλόπονους, υποκινούμενοι
από τους Θεόσοφους Πατέρες μας και τούτο: Να μην παραμελούν κάποιο πάθος, που
δεν ξερίζωσαν ακόμη γιατί το περιφρονούν ως ασήμαντο. Και τούτο, γιατί ο εχθρός
διάβολος -που το φύτεψε- το κρατά ως ενέχυρο και δεν θα αργήσει να επαναφέρει
και τα άλλα πάθη, τα οποία με κόπο αποσπάστηκαν. Αυτά εννοεί ο Κύριος λέγοντας
«έρχεται ο του κόσμου άρχων και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» ('Ιω. ιδ' 3θ). Η
παραμέληση του πάθους η της συνήθειας που επικρατεί είναι κατά κάποιο τρόπο ένα
είδος προδοσίας και κρατώντας την ως ενέχυρο ο εχθρός επιτίθεται με αναίδεια.
Αλλά και ο αγωνιζόμενος δεν έχει πλήρη παρρησία στην πάλη γιατί «ω τις ήττηται
τούτω και δεδούλωται» (Β' Πέτρ. β' 19) και ο δούλος στερείται της ελευθερίας
που του δίνει την παρρησία στην πάλη και αντίσταση.
Και μια άλλη πάλι μάστιγα και εξαιρετικό εμπόδιο για τους
αγωνιζομένους είναι η κακή συνήθεια της πολυλογίας. Αν και κρίνεται πολλές
φορές ως αθώα εκδήλωση έχει ολέθρια αποτελέσματα. Χωρίς ο πολύλογος να το
αντιληφθεί, πέφτει στην κατάκριση, στο ψέμα, στην ειρωνεία, στη μεγαλαυχία
(καύχηση), στους αστεϊσμούς, στη μωρολογία (ανόητα λόγια) και γιατί όχι και
στην αισχρολογία που είναι καταρράκωση της προσωπικότητας και ο τέλειος σβησμός
του θείου ζήλου και της Χάρης. Δίκαια γράφεται ότι «εκ πολυλογίας ουκ εκφεύξη
αμαρτίαν» (Παρ. ι' 19) αλλά και το Κυριακό λόγιο ας θυμόμαστε που εκφράζει την
καταδίκη του «αργού λόγου» (Πρβλ. Ματθ. ιβ' 36).
Πρώτος κανόνας της πνευματικής μας εργασίας και σπουδής
οφείλει να είναι η εκρίζωση και κατάργηση των παθών και της κακής συνήθειας.
Δεύτερος άθλος η απόκτηση των αρετών και της άριστης έξης, ώστε άκοπα και
σχεδόν χωρίς προσπάθεια να εργαζόμαστε το αγαθό παντού, πάντοτε και σε κάθε
περίσταση. Έτσι αποδεικνύουμε την ελευθερία και κυριότητα της «εν Χριστώ»
προσωπικότητάς μας αφού απ' αυτόν λάβαμε την θεοαγχιστεία ώστε με εξουσία να
εισερχόμαστε στην υιοθεσία με τη Χάρη του.
0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.