1. Βιογραφική προσέγγιση του Φαύστου
Ο Φαύστος (Faustus) υπήρξε δόκιµος και επιφανής Λατίνος εκκλησιαστικός συγγραφέας. Ανδρώθηκε και ωρίµασε πνευµατικά στο θεολογικό περιβάλλον της Νότιας Γαλλίας, όπου έζησε το µεγαλύτερο διάστηµα του Ε' αιώνα. Ασκήτεψε στη µοναστική κοινότητα του Ληρίνου και άσκησε το λειτούργηµα του ηγουµένου για µεγάλο χρονικό διάστηµα, ενώ αργότερα καταστάθηκε επίσκοπος Ρηγίου στην Προβηγκία.
Τα χρονικά όρια του βίου του παραµένουν επισφαλή, αφού τόσο η ηµεροµηνία της γέννησης όσο και εκείνη του θανάτου του προσεγγίζονται σε σχέση µε γνωστά και σηµαντικά γεγονότα της ζωής του, µολονότι, κάποια από αυτά, δεν παρέχουν ασφαλή χρονολόγηση. Με βασικό κριτήριο αυτή την επισήµανση, η γέννησή του µπορεί να τοποθετηθεί ανάµεσα στη δεκαετία 400 - 410 και η κοίµησή του περί το 4901.
Ένα επιπλέον πρόβληµα προκαλείται από την ασυµφωνία των αρχαίων πηγών, σχετικά µε τον τόπο καταγωγής τού Φαύστου. Το δίληµµα, αν ήταν Βρετανός ή Γάλλος, φρονούµε πως µπορεί να ξεπεραστεί υπέρ της πρώτης εκδοχής, αν αξιολογήσει κανείς τις πηγές και προκρίνει ως ασφαλέστερης πληροφόρησης εκείνες, που όχι µόνον ήταν σύγχρονές του, αλλά και προέρχονταν από πρόσωπα µε γαλλική καταγωγή. Κατά συνέπεια, µεγαλύτερης αξιοπιστίας εµφανίζονται να είναι οι πληρο- φορίες του επισκόπου Βιέννης Άλκιµου Άβιτου (c.+525)2 και του επισκόπου Αρβέρνης (Arvernum, σηµ. Clermont - Ferrand) Σιδώνιου Απολλινάριου (+487)3, οι οποίοι υπήρξαν σύγχρονοί του και του απέδιδαν βρετανική καταγωγή. Αντιθέτως, µικρότερης αξιοπιστίας πρέπει να θεωρηθούν οι πληροφορίες των Αφρικανών επισκόπων Φακούνδου Ερµιανής (c.+570)4 και Ποσσέσσορα5, οι οποίοι τον αποκαλούν Γάλλο.
Ο Φαύστος, σε µικρή ηλικία6, πιθανώς το έτος 424, εισήλθε στη µοναστική κοινότητα του Ληρίνου7. ∆ιακρίθηκε για τον ασκητικό του ζήλο, την επισταµένη µελέτη των ιερών γραµµάτων και την ιδιαίτερη έφεσή του στη φιλοσοφία8. Οι αρετές του εκτιµήθηκαν και το έτος 433 ανέλαβε την πνευµατική καθοδήγηση της µονής9. Υπήρξε ο τρίτος κατά σειρά ηγούµενος του Ληρίνου, διαδεχόµενος το Μάξιµο, ο οποίος είχε εκλεγεί επίσκοπος Ρηγίου10.
Εγκατέλειψε το µοναστήρι ύστερα από πολλά χρόνια, προς όφελος της ποιµαντικής διακονίας, αφού το έτος 460 διαδέχτηκε και πάλι το Μάξιµο, αυτή τη φορά στην επισκοπική έδρα του Ρηγίου (Reji ή Regien ή Regium, σηµ. Riez) στην Προβηγκία11. Παρά τις πολλές του υποχρεώσεις και τις δυσκολίες που αντιµετώπισε στο έργο του, ποτέ δεν έκοψε τους δεσµούς του µε την κοινότητα του Ληρίνου12.
Στην επισκοπή του εργάστηκε άοκνα για την πνευµατική εξύψωση του ποιµνίου του και απέκτησε µεγάλη επιρροή τόσο στους πληθυσµούς όσο και στους επισκόπους της Νότιας Γαλλίας. Πολέµησε µε σφοδρότητα τους αρειανόφρονες Βησιγότθους, αλλά η αγωνιστικότητά του υπέρ της ορθόδοξης πίστης τον έφερε αντιµέτωπο µε το βασιλιά τους Εύριχο (466-484). Αυτός, όταν το 476 κατέλαβε την Προβηγκία, τον επόµενο χρόνο (477), εξόρισε το Φαύστο σε άγνωστη περιοχή. Ο εξόριστος επίσκο- πος επανέκαµψε στην έδρα του, πιθανώς το έτος 485, όταν πια είχε πεθάνει ο Βησιγότθος βασιλιάς13. Γέροντας και εξασθενηµένος από τις κακουχίες εκδήµησε προς τον Κύριο λίγα χρόνια αργότερα (c. 490).
Ο Φαύστος ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στη θεολογική διένεξη που ξέσπασε τον Ε' αιώνα για τη θεία χάρη, την ελευθερία της βούλησης και τον προορισµό. Η έριδα προέκυψε από την αντιµετώπιση της αιρετικής διδασκαλίας του Πελαγιανισµού. Ο θεολογικός προβληµατισµός που αναπτύχθηκε, κυρίως από τον ιερό Αυγουστίνο, δίχασε τους θεολόγους και δηµιούργησε αντιµαχόµενες απόψεις και πλευρές. Ο Φαύστος, µαζί µε άλλους θεολόγους της Νότιας Γαλλίας, δε δίστασε να ασκήσει κριτική στις ακραίες θέσεις του Αυγουστίνου και των υποστηρικτών του για τον προορισµό. Αυτό είχε ως αποτέλεσµα να τεθεί στο περιθώριο, επειδή η ορθοδοξία στη ∆ύση ταυτίστηκε µε τη διδασκαλία τού Βορειοαφρικανού Πατέρα14. Έτσι, τον ΙΣΤ' αιώνα, χαρακτηρίστηκε ως Ηµιπελαγιανός, χωρίς βέβαια ποτέ να καταδικαστεί από κάποια Σύνοδο15. Από την εποχή του, µέχρι και τα µέσα του Κ' αιώνα, ήταν αντικρουόµενες οι απόψεις των δυτικών θεολόγων ως προς την ορθότητα των θέσεων του Φαύστου και των οµοϊδεατών του. Στις ηµέρες µας, γίνεται µία προσπάθεια κατανόησης αυτών των θέσεων και ένταξής τους στο πνεύµα της ορθόδοξης ανατολικής θεολογίας, το οποίο άλλωστε ήταν οικείο στη µοναστική κοινότητα του Ληρίνου, τουλάχιστον µέχρι την εποχή του Φαύστου16.
2. Αίτια συγγραφής και πηγές του De Spiritu Sancto
Ο Φαύστος υπήρξε δόκιµος και παραγωγικός συγγραφέας. Τα έργα του διακρί- νονται για τη θεολογική τους εµβρίθεια, την πληθωρική χρήση της Αγίας Γραφής, τον προσήκοντα σεβασµό στην προγενέστερη πατερική παράδοση, τη σαφήνεια του λόγου και την άριστη χρήση της λατινικής γλώσσας. Στην εργογραφία του είναι ευδιάκριτος ο αντιαιρετικός χαρακτήρας, ενώ είναι παρούσα η λογική επιχειρηµατολογία, το κριτικό πνεύµα και η φιλοσοφική υποδοµή.
Ο Μασσαλιώτης πρεσβύτερος Γεννάδιος (c.+496) υπήρξε ο πρώτος γραµµατολόγος που διέσωσε αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά µε τη συγγραφική παραγωγή τού Φαύστου. Μάλιστα προβαίνει και σε µία ευµενή αξιολογική κρίση προς το πρόσωπο και το έργο του, χαρακτηρίζοντάς τον egregius doctor (εξαίρετος διδάσκαλος). Επειδή όµως ήταν σύγχρονός του, οµολογεί πως δε στάθηκε δυνατό να αναγνώσει ολόκληρη την εργογραφία του και έτσι κατέγραψε µόνον όσα από τα έργα ήταν σε άµεση γνώση του17. Ανάµεσα σε αυτά, το De Spiritu Sancto (Περί του Αγίου Πνεύµατος) καταγράφεται πρώτο, µε τη σηµείωση: composuit librum de Spiritu sancto in quo ostendit eum juxta fidem Patrum et consubstantialem et coaeternalem esse Patri et Filio, ac plenitudinem Trinitatis obtinentem (συνέταξε βιβλίο περί του Αγίου πνεύµα τος, στο οποίο καταδεικνύει, σύµφωνα µε την πίστη των Πατέρων, ότι είναι οµοούσιο
και συνα˙διο µε τον Πατέρα και τον Υιό και ότι κατέχει την πληρότητα της Τριάδος)18.
Η αρχαία µαρτυρία του Γενναδίου δεν αφήνει περιθώρια για την αµφισβήτηση της γνησιότητας του συγγράµµατος. Παρ' όλα αυτά, µέχρι τα µέσα του ΙΘ' αιώνα, οι ερευνητές πίστευαν πως το έργο ανήκει στο Ρωµαίο διάκονο Πασχάσιο (c. 500)19. Το γεγονός αυτό οφειλόταν, πιθανώς, στην υπερεκτίµηση της πληροφορίας του πάπα Γρηγορίου Μέγα ∆ιαλόγου (+604), ο οποίος απέδιδε στο διάκονο Πασχάσιο τη συγγραφή ενός έργου για το Άγιο Πνεύµα20. Ο Augustus Engelbrecht, ο οποίος στα
1891 εκπόνησε την κριτική έκδοση του De Spiritu Sancto, υποστήριξε τη γνησιότητα του έργου και απέδωσε την πατρότητά του στο Φαύστο21. Το 1965 ο Salvatore Pricoco ενίσχυσε τη θέση τού εκδότη, αξιοποιώντας µία πληροφορία του Σιδώνιου
Απολλινάριου, η οποία, παρά την ασάφειά της, τον οδήγησε στο να αποδώσει και αυτός την πατρότητα του συγγράµµατος στο Φαύστο22.
Το έργο δεν παρέχει καµία χρονολογική ένδειξη, ενώ παρουσιάζει αρκετές δυσχέρειες ακόµα και στην κατά προσέγγιση χρονολόγησή του. Είναι όµως πολύ πιθανό το De Spiritu Sancto να συντάχθηκε κατά την περίοδο της αρχιερατείας του Φαύστου και, µάλλον, αρκετά χρόνια πριν από την εξορία του (477). Το συµπέρασµα αυτό προκύπτει από τον αντιρρητικό χαρακτήρα του συγγράµµατος, ο οποίος συνδέεται άµεσα µε τη γενικότερη πολεµική που άσκησε ο επίσκοπος του Ρηγίου προς τους Αρειανούς Βησιγότθους. Η συγγραφή, µάλιστα, του έργου, πρέπει να επέδρασε καθοριστικά στο γεγονός της σκληρής αντιµετώπισής του - µακροχρόνια εξορία - από τον Εύριχο. Ακόµα ένα σηµαντικό στοιχείο, για την κατά προσέγγιση χρονολόγηση, είναι ο εντοπισµός δύο µικρών αποσπασµάτων του De Spiritu Sancto στο έργο του επισκόπου Βιέννης Κλαυδιανού Μάµερτου (c.+473) De statu animae (Περί της κατάστασης της ψυχής)23, το οποίο χρονολογείται περί το 469-470. Με βάση τα παραπάνω, φρονούµε πως η σύνταξη του συγγράµµατος πρέπει να τοποθετηθεί µέσα στην επταετία 461 - 46824.
Ένα άλλο ερώτηµα, του οποίου η απάντηση αναζητείται και πάλι στη σφαίρα των υποθέσεων, είναι αυτό που σχετίζεται µε τα αίτια που οδήγησαν το Φαύστο στη σύνταξη του πονήµατός του. Αν εκκινήσει κανείς από τη σταθερή αφετηρία του περιεχοµένου του έργου, τότε διαπιστώνει πως πρόκειται για αντιρρητική συγγραφή, η οποία προσπαθεί να θεµελιώσει τη θεότητα του Αγίου Πνεύµατος και να ανα- τρέψει, κατά κύριο λόγο, τις κακοδοξίες των Μακεδονιανών, τους οποίους ο ίδιος ο επίσκοπος Ρηγίου κατονοµάζει στο έργο του25. Εδώ ακριβώς ανακύπτει το ερώτηµα. Σκοπός του Φαύστου ήταν πράγµατι να ανατρέψει τις διδασκαλίες των Μακεδο- νιανών, που έβαλαν κατά της θεότητας του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδας και ενδεχοµένως δρούσαν στα όρια της επισκοπής του, ή στόχευε στη συγγραφή ενός έργου για το Άγιο Πνεύµα, στο οποίο συµπεριέλαβε αυτούς που κατά βάση µάχονταν την αγιοπνευµατική διδασκαλία της Εκκλησίας. Και αυτό, επειδή προβληµατίζει η ιδιαίτερη εµµονή του στους Μακεδονιανούς, οι οποίοι, σηµειωτέον, ήσαν σχεδόν άγνωστοι στη ∆ύση, αφού δε µαρτυρείται καµία παρουσία τους στις δυτικές επαρχίες, αλλά ούτε και κάποιο σύγγραµµά τους στη λατινική γλώσσα. Έτσι, µόνον υποθετικά µπορεί να απαντήσει κανείς σε αυτά τα ερωτήµατα και να καταλήξει ή στο ότι ο Φαύστος είχε πράγµατι να αντιµετωπίσει κάποια µικρή οµάδα Μακεδονιανών στην
επαρχία του, η οποία παραµένει άγνωστη, όπως ενδεχοµένως και κάποιο σύγγραµµά τους, ή ότι πληροφορήθηκε εκτενώς για τις συγκεκριµένες κακοδοξίες τους από κάποιο πρόσωπο που γνώριζε καλά τα τεκταινόµενα στην Ανατολή. Αυτό το πρόσωπο θα µπορούσε κάλλιστα να ήταν ο όσιος Ιωάννης Κασσιανός, αφού έδρασε στο εκκλησιαστικό περιβάλλον της Νότιας Γαλλίας την εποχή που ο Φαύστος βρισκόταν στο Ληρίνο. Ενδεχοµένως, να κόµιζε ο ίδιος κάποιο σύγγραµµα των Μακεδονιανών, το οποίο όµως και πάλι παραµένει άγνωστο26. Η πρώτη υποθετική απάντηση, δηλαδή ότι ο Φαύστος, πιθανώς, είχε να αντιµετωπίσει στην επαρχία του κάποια οµάδα Μακεδονιανών, φρονούµε πως ισχυροποιείται περισσότερο από το γεγονός ότι ο πρεσβύτερος Γεννάδιος αποδίδει στον επίσκοπο Ρηγίου την πατρότητα
µίας λιβελικής συγγραφής µε τίτλο: Adversus Arianos et Macedonianos (Κατά Αρειανών και Μακεδονιανών)27. Το έργο αυτό δε σώθηκε, αλλά µαζί µε το De Spiritu Sancto πρέπει να αποτελούσαν µία ισχυρή αντιαιρετική απάντηση του Φαύστου στους αρνητές της θεότητας του Αγίου Πνεύµατος. Οπωσδήποτε, η συγγραφή δύο συναφών πραγµατειών µε ίδιους αποδέκτες, ισχυροποιεί την υπόθεση της ύπαρξης οµάδας Μακεδονιανών στην επαρχία του Ρηγίου, η οποία, όµως, δεν τεκµηριώνεται
µέχρι σήµερα από την ιστορική διερεύνηση.
Ο Φαύστος, προκειµένου να συντάξει το De Spiritu Sancto, στηρίχτηκε στην εργογραφία των προγενέστερων Πατέρων και διδασκάλων της ανατολικής και δυ- τικής Εκκλησίας28. Παρά το γεγονός αυτό, το έργο του δεν παρουσιάζει στοιχεία δουλικής εξάρτησης από τις πηγές του. Έτσι, διατήρησε σε ικανό βαθµό την ανεξαρ- τησία του λόγου και την αυτοτέλεια της σκέψης του.
Οι δυτικές συγγραφές, που επέδρασαν στη σκέψη και τη θεολογία του επισκόπου Ρηγίου, υπήρξαν τα συγγράµµατα του αγίου Ιλαρίου Πικτάβων (+367) De synodis seu de fide Orientalium (Περί των Συνόδων ή περί της πίστεως των Ανατολικών)29 και το De Trinitate (Περί Τριάδος)30. Επίσης, το έργο του ιερού Αυγουστίνου (+430) De Trinitate libri XV (Περί Τριάδος, βιβλία ΙΕ')31, τα δύο συγγράµµατα του αγίου Αµβροσίου Μεδιολάνων (+397) De fide ad Gratianum (Περί πίστεως, προς Γρατιανόν)32 και De Spiritu Sancto (Περί του Αγίου Πνεύµατος)33, οι 24 ∆ιαλέξεις των
Πατέρων (Conlationes Patrum XXIV)34 του οσίου Ιωάννη Κασσιανού (c. +435), το ψευδο-αθανασιανό σύγγραµµα De Trinitate et Spiritu Sancto (Περί Τριάδος και Αγίου Πνεύµατος)35, που χρονολογείται στα τέλη του ∆' ή στις αρχές του Ε' αιώνα και µε πιθανό τόπο προέλευσης την Ισπανία ή τη Νότια Γαλλία. Επίσης, το σύγγραµµα του Τυράννιου Ρουφίνου (+411) Commentarius in Symbolum Αpostolorum (Υπόµνηµα στο Σύµβολο των Αποστόλων)36 και το Commonitorium (Υπόµνηµα)37 του αγίου Βικεντίου Ληρινίτη (c. + 450).
Σε ό,τι αφορά τη χρήση ανατολικών συγγραµµάτων από το Φαύστο, αυτή έγινε εφικτή χάρη στις λατινικές µεταφράσεις, που είχαν εκπονήσει ο άγιος Ιερώνυµος (+420) και ο Τυράννιος Ρουφίνος. Έτσι, εντοπίζονται επιδράσεις από το Περί Αρχών (De Principiis)38 του Ωριγένη (+254)· από το Περί του Αγίου Πνεύµατος (De Spiritu Sancto)39 σύγγραµµα του ∆ιδύµου Αλεξανδρέα (c.+398)· από τους Λόγους 26, 38, 39 και 41 του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου (+390)40 και από τα έργα του Μ. Βασι- λείου (+379) Περί του Αγίου Πνεύµατος προς τον εν αγίοις Αµφιλόχιον Επίσκοπον Ικονίου41 και Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνοµίου, Λόγος Γ', Περί του Αγίου Πνεύµατος42. Η πρόσβαση του Φαύστου στα συγκεκριµένα βασιλειανά συγγράµµατα υπήρξε έµµεση, αφού δε γνώριζε τα ελληνικά. Έτσι, µέσω του αµβροσιανού συγγράµµατος De Spiritu Sancto, όπου γίνεται εκτενής χρήση των παραπάνω έργων, έγινε κοινωνός της θεολογίας του Καππαδόκη διδασκάλου, έστω και σε µικρό βαθµό.
Ο Φαύστος χρησιµοποίησε στη συγγραφή του απλή και κατανοητή γλώσσα, µε ισχυρές επιδράσεις από την εκκλησιαστική ορολογία. ∆εν υιοθέτησε αιχµηρό λόγο
για την αντιµετώπιση των αιρετικών διδασκαλιών. Απέφυγε τα περιττά ρητορικά σχήµατα, ενώ, κατά την ανασκευή των κακοδοξιών, χρησιµοποίησε τη µέθοδο των ερωταποκρίσεων και το δεύτερο ενικό πρόσωπο. Με αυτόν τον τρόπο προσέδωσε στο έργο του µία εικονική µορφή διαλόγου και παράλληλα εξασφάλισε τη ζωντάνια του ύφους.
Το περιεχόµενο του De Spiritu Sancto αναπτύσσεται σε δύο βιβλία. Η διάρθρωση των βιβλίων είναι επιµεληµένη, αφού το πρώτο αποτελείται από δεκατρία κεφάλαια και το δεύτερο από δώδεκα. Η ανάπτυξη των κεφαλαίων είναι σχεδόν ισοβαρής, ενώ όλα φέρουν τίτλο.
Κρίναµε χρήσιµο να παραθέσουµε τους τίτλους των κεφαλαίων, στην πρωτότυπη λατινική γλώσσα και σε µετάφραση, ώστε να αποκτήσει ο αναγνώστης µία συνοπτική εικόνα της θεµατικής και του περιεχοµένου του συγγράµµατος.
ΚΕΦΑΛΑΙΑ Α' ΒΙΒΛΙΟΥ
1. Omnino spiritum sanctum aperte de capite fidei, id est de symbolo intellegentum43.
(Από την επιτοµή της πίστεως, που είναι το Σύµβολο, το Άγιο Πνεύµα να είναι ειλικρινώς κατανοητό από όλους).
2. Quod non in ecclesiam sicut in spiritum sanctum, sed remota in praepositione ecclesiam catholicam credere debeamus44.
(Γιατί <οφείλουµε να πιστεύουµε> όχι "εις την" Εκκλησία, όπως ακριβώς "εις το" Άγιο Πνεύµα, αλλά αφαιρούµενη η πρόθεση "εις" οφείλουµε να πιστεύουµε "την" Καθολική Εκκλησία).
3. Christum a spiritu sancto utpote deo non genitum, sed creatum45.
(Χριστόν, υπό του Αγίου Πνεύµατος ως Θεού, όχι γεννηθέντα, αλλά κτισθέντα [κατά την ανθρωπότητα]).
4. De unitate testimoniis adseranda propheticis.
(Για την ενότητα διαβεβαιώνουν οι µαρτυρίες των Προφητών)
5. De trinitate vel liberales etiam disciplinas de tribus sensisse personis.
(Περί της Τριάδος ή περί των τριών προσώπων ακόµα και οι ελευθέριες επιστήµες εξέφρασαν άποψη).
6. Dum facies patris filius dicitur, patri aequaevus agnoscitur.
(Όταν ο Υιός ονοµάστηκε πρόσωπο του Πατρός, αναγνωρίστηκε οµήλικος µε τον
Πατέρα).
7. Spiritum patris ipsum esse spiritum sanctum.
(Το Πνεύµα του Πατρός είναι το ίδιο το Άγιο Πνεύµα).
8. De digito dei.
(Περί του δακτύλου του Θεού).
9. Non obesse spiritus sancti deitati, quod nec ingenitus videatur esse nec genitus. (∆εν αντιβαίνει στη θεότητα του Αγίου Πνεύµατος το ότι δε θεωρείται ούτε αγέννητο ούτε γεννητό).
10. Spiritum sanctum perfectorum esse charismatum largitorem. (Το Άγιο Πνεύµα είναι ο χορηγός των τέλειων χαρισµάτων).
11. De actibus apostolorum adsertio trinitatis iteratur, ubi et Christus contra
Novatianos ad dandam paenitentiam missus adseritur.
(Από τις Πράξεις των Αποστόλων επαναλαµβάνεται η διαβεβαίωση περί της Τριάδος, όπου διακηρύσσεται, κατά των Νοβατιανών, ότι και ο Χριστός στάλθηκε για να χορηγήσει τη µετάνοια).
12. Dei proprium esse, ut sanctificet creaturam. (Ίδιον του Θεού είναι, να αγιάζει την κτίση).
13. Localem non esse spiritum sanctum.
(Το Άγιο Πνεύµα δεν είναι τοπικό [δεν έχει τοπικό χαρακτήρα]).
ΚΕΦΑΛΑΙΑ Β' ΒΙΒΛΙΟΥ
1. Quia nulla creatura rationabilis cognatae creaturae possit infundi.
(Γιατί κανένα λογικό δηµιούργηµα δεν µπορεί να εγχέεται σε συγγενές δηµιούργηµα).
2. Utrum iuxta imperitorum opinionem spiritus sanctus sicut filius incarnatus sit, quia et ipse in Mariam supervenit, an tantum filius de virgine procreatus sit. (Ποιο από τα δύο, κατά τη γνώµη των αµαθών, το Άγιο Πνεύµα ενσαρκώθηκε όπως ο Υιός, επειδή και αυτό επήλθε στη Μαρία, ή µόνον ο Υιός ετέχθη από την Παρθένο).
3. Obiectio Macedonii, qua impie spiritum sanctum excellentiorem adserit creaturam. (Η αντιλογία του Μακεδόνιου, µε την οποία διακήρυξε ασεβώς το Άγιο Πνεύµα ως κτίσµα υπερέχων).
4. Macedonius dualitatem adserens negat spiritum sanctum propriam habere personam. (Ο Μακεδόνιος, διακηρύσσοντας τη δυαδικότητα, αρνείται ότι το Άγιο Πνεύµα έχει ίδιον πρόσωπον).
5. Obiectio, quod sermo ille, quem legimus: nisi quis renatus fuerit ex aqua et spiritu sancto, aquam pariter et spiritum sanctum creaturam esse testatur.
(Σε αυτή τη ρήση, που διαβάζουµε: "εάν κάποιος δεν αναγεννηθεί εξ ύδατος και Πνεύµατος Αγίου" υπάρχει αντίρρηση ότι µαρτυρείται πως το ύδωρ και το Άγιο Πνεύµα είναι εξίσου κτίσµατα).
6. Ubi quaeritur, utrum spiritus sancti appellatio cognomen putetur an nomen.
(Όπου ζητείται, ποιο από τα δύο, η προσηγορία Άγιο Πνεύµα λογίζεται επωνυµία ή όνοµα).
7. Quod spiritus sanctus prophetas specialiter implere et deus credi pariter et vocari evidentibus testimoniis approbatur.
(Γιατί αποδεικνύεται µε προφανείς µαρτυρίες ότι µε ιδιαίτερο τρόπο το Άγιο Πνεύµα πληροί τους Προφήτες και εξίσου πιστεύεται και καλείται Θεός).
8. Ubi templum dei templum esse sancti spiritus demonstratur.
(Αποδεικνύεται ότι όπου υπάρχει ναός του Θεού είναι και του Αγίου Πνεύµατος).
9. Ubi contra Novatianos deus gentibus paenitentian ad vitam dedit, qui utique deus spiritus sanctus esse per ipsum ordinem lectionis ostenditur.
(Όπου ο Θεός, κατά των Νοβατιανών, έδωσε στα έθνη τη µετάνοια εις ζωήν, και ο Οποίος βέβαια Θεός µε την ίδια τάξη του κειµένου κατέδειξε ότι υπάρχει το Άγιο Πνεύµα).
10. Ubi ad Corinthios prima spiritus sanctus deus esse virtutum distributionibus declaratur.
(Όπου, στην πρώτη προς Κορινθίους, γίνεται φανερό από τις διανοµές των δυνάµεων ότι το Άγιο Πνεύµα είναι Θεός).
11. Advertendum, quod sicut unum deum ita unum dicit spiritum sanctum, quod de plebeia creatura vel, quod dividat singulis prout vult, dici nullo modo possit. (Πρέπει να προσβλέπουµε <στη Γραφή>, γιατί όπως ακριβώς λέει "ένα Θεό" οµοίως "ένα Άγιο Πνεύµα", ή "διανέµει στον καθένα όπως ακριβώς θέλει", επειδή
µε κανέναν τρόπο δεν µπορεί να οµιλεί έτσι για ένα απλό κτίσµα).
12. Ubi eos, qui spiritus sancti templum effecti sunt, ita dicit proficere debere, ut deum portare in corpore mereantur.(Όπου λέει σε αυτούς, ότι όποιος αποτελεί ναό του Αγίου Πνεύµατος οφείλει να προκόπτει, επειδή αξιώθηκε να µεταφέρει το Θεό στο σώµα του).
Β΄
1. Θεολογικά κριτήρια και προϋποθέσεις
Ο Φαύστος στηρίζει την ανασκευή των πνευµατολογικών κακοδοξιών των Μακεδονιανών σε δύο βασικές θεολογικές αλήθειες. Πρώτα απ΄ όλα, στην οικουµενική πίστη της Εκκλησίας, η οποία διαδόθηκε εν Αγίω Πνεύµατι από τα ιερά πρόσωπα, διατυπώθηκε στην Αγία Γραφή και επισφραγίστηκε στην πληρότητά της από τους 318 θεοφόρους Πατέρες στο Σύµβολο της Α' Οικουµενικής Συνόδου46. Ακολούθως, υπογραµµίζει τη βεβαιότητα της σωτηρίας, που η ίδια η Εκκλησία, ως
µητέρα της αναγέννησης των πιστών (regenerationis matrem), διασφαλίζει στα µέλη της, ύστερα από την ειλικρινή οµολογία τους στον τριαδικό Θεό κατά το µυστήριο του αγίου βαπτίσµατος47.
Αξίζει ιδιαίτερης προσοχής το γεγονός ότι, τόσο στο Περί του Αγίου Πνεύµατος σύγγραµµα του Μ. Βασιλείου όσο και στο οµότιτλο έργο του ∆ιδύµου Αλεξανδρέα, επισηµαίνεται η αρραγής ενότητα ανάµεσα στην τριαδική οµολογία της πίστης και στο µυστήριο του αγίου βαπτίσµατος, ως θεµελιακών προϋποθέσεων για τη σωτηρία
των µελών της Εκκλησίας48. Αντίστοιχη είναι και η θεώρηση στο De Spiritu Sancto του αγίου Αµβροσίου Μεδιολάνων, ο οποίος χρησιµοποίησε εκτεταµένα τις προηγούµενες συγγραφές, αφού γνώριζε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα49.
Το κείµενο του Φαύστου, συναφές και οµότιτλο µε τις παραπάνω συγγραφές, δείχνει να επηρεάζεται άµεσα από αυτές, τόσο στη φιλολογική όσο και στη θεολογική του απόδοση. Ωστόσο, φρονούµε πως δεν πρόκειται για µία στείρα ταυτολογία, αλλά
µάλλον για τη χρησιµοποίηση του κύρους και της πρότερης εµπειρίας των Πατέρων στον αγώνα τους κατά των Ηµιαρειανών Πνευµατοµάχων. Αυτό, άλλωστε, µαρτυρεί µε τον πιο εύγλωττο τρόπο και τη λειτουργία της αρχής της συµφωνίας των Πατέρων (consensus Patrum).
Εκκινώντας από την πιο πάνω σταθερή εκκλησιοκεντρική και σωτηριολογική αφετηρία, ο επίσκοπος του Ρηγίου διαστέλλει την εν Αγίω Πνεύµατι ορθή και ακριβή πίστη της Καθολικής Εκκλησίας από την αποπνευµατικοποιηµένη και αυθαίρετη αιρετική δοξασία του ασεβούς Μακεδόνιου50, ο οποίος έθεσε τον εαυτό του έξω από τους κόλπους της Εκκλησίας και στερήθηκε την προσφερόµενη σωτηρία51.
Η αντιδιαστολή που γίνεται ανάµεσα στην ορθότητα της πίστης - η οποία κατοχυρώνεται από τις Συνόδους - και την κακοδοξία, ανάµεσα στη σωτηρία του πιστού και την απώλεια του αµετανόητου ασεβούς, ήταν οικεία στο θεολογικό περιβάλλον της Νότιας Γαλλίας. Εκτός από το βιβλικό της υπόβαθρο και τη συνεί- δηση της Εκκλησίας, η αλήθεια αυτή είχε διατυπωθεί µε σαφήνεια το έτος 434 στο πρώτο Commonitorium (Υπόµνηµα)52 του αγίου Βικεντίου, συναθλητή του Φαύστου στη µοναστική κοινότητα του Ληρίνου. Παραµένοντας στην επισήµανση αυτή, φρο- νούµε ότι ο Φαύστος, µε τη διατύπωση του τίτλου τού πρώτου κεφαλαίου τού Α' Βιβλίου της συγγραφής του, έρχεται να επιβεβαιώσει µία άλλη θέση του Βικεντίου, ο οποίος ισχυρίζεται πως είναι απαραίτητη η κατανόηση (intelligentia) της εκκλησια- στικής αυθεντίας (εννοεί τις Συνόδους), αφού η Γραφή, στις περισσότερες περιπτώ- σεις, ερµηνεύτηκε από τους αιρεσιάρχες σύµφωνα µε τη βούλησή τους. Μεταξύ των αιρετικών, µάλιστα, µνηµονεύεται και ο Μακεδόνιος53.
Η ταύτιση των απόψεων των δύο ανδρών, στις εκκλησιολογικές αρχές της Καθολικής Εκκλησίας, δεν υποµνηµατίζει µόνον την ορθή εκκλησιαστική τους συνείδηση, αλλά αναδεικνύει και την υγιή πνευµατικότητα που αναπτύχθηκε στο περιβάλλον του Ληρίνου. Με βάση τα παραπάνω, πιστεύουµε πως ενισχύεται η άποψή µας για εξάρ- τηση του επισκόπου Ρηγίου από το έργο του αγίου Βικεντίου, σε επίπεδο θεολογικών αρχών.
Ο Φαύστος, ως εραστής της κατά Θεόν αλήθειας, επισηµαίνει πως, για να πιστέψει κάποιος αυθεντικά στο Θεό, σηµαίνει ότι έχει εναποθέσει µε ευλάβεια την ελπίδα του σε Αυτόν· Τον έχει αναζητήσει µε βαθιά πίστη και έχει µετατεθεί προς Αυτόν µε µία ολοκληρωτική αγάπη· έχει παραδοθεί και αφεθεί εξ' ολοκλήρου στην κυριότητά Του, γι' αυτό Τον καθοµολογεί και Τον λατρεύει54. Η ολοκληρωτική και αυτόβουλη εγκατάλειψη του πιστού στη θεία Μακαριότητα, εκτός του ότι µαρτυρεί την εµπειρική σχέση του Φαύστου µε το Θεό, τίθεται ως βασική προϋπόθεση, προκειµένου να οµιλήσει κανείς για τις βαθιές αλήθειες της πίστης. Έτσι, σε συνέχεια των προηγούµενων θέσεών του, για µία ακόµα φορά γίνεται φανερό πως επιχειρεί να διακρίνει την πίστη από την ασέβεια· τον ευσεβή από τον ασεβή αιρετικό, µε κυρίαρχο ειδοποιό κριτήριο, αυτό της βιωµένης πνευµατικής εµπειρίας.
Η τριαδολογία του Φαύστου είναι βιβλικοπατερική και συνεπής προς τις θεολογικές αποδείξεις της προγενέστερής του ανατολικής και δυτικής παράδοσης. Στο ζήτηµα, όµως, της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύµατος, εξαρτάται από τις προϋπο- θέσεις και τη διδασκαλία που διατύπωσε ο Ιλάριος Πικτάβων, ο Αµβρόσιος Μεδιο- λάνων και ακολούθως ο ιερός Αυγουστίνος. Κατά συνέπεια, παρουσιάζει και αυτός την αντίστοιχη µε εκείνους βασική αδυναµία της σαφούς διακρίσεως ανάµεσα στην
α˙δια Τριάδα και την οικονοµική Της φανέρωση στον κόσµο55. Η σύγχυση που επικρατεί στη σκέψη του επισκόπου Ρηγίου, σχετικά µε το θέµα αυτό, και η οποία εκδηλώνεται µε την ταύτιση όρων που αφορούν τις α˙διες σχέσεις της Αγίας Τριάδας µε εκείνους που ορίζουν την οικονοµική Της φανέρωση στον κόσµο, δεν οφείλεται τόσο στη γλωσσική ανεπάρκεια της λατινικής όσο στην αδυναµία σαφούς αντιλήψεως ανάµεσα στη Θεολογία και την Οικονοµία, καθώς και στην προσπάθειά του να φανεί συνεπής προς τα θεολογικά κριτήρια της προαυγου- στίνειας, αλλά και της αυγουστίνειας θεολογικής παράδοσης. Αυτό πιστοποιείται από το ζήτηµα της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύµατος, όπου ο Φαύστος προσπαθεί να συµβιβάσει τις διδασκαλίες των αγίων Ιλαρίου Πικτάβων και Αµβροσίου Μεδιο- λάνων µε εκείνη του ιερού Αυγουστίνου. Είναι φανερό ότι, ενώ αποδίδει την α˙δια εκπόρευση του Αγίου Πνεύµατος στον Πατέρα (ex Patre procedit), ταυτοχρόνως υιοθετεί και τη διπλή εκπόρευσή Του, από τον Πατέρα και τον Υιό (ex utroque procedit), µε σαφή οικονοµικά κριτήρια. Βέβαια, δεν επιχειρηµατολογεί για την απόδειξή της µε το εύρος των επιχειρηµάτων που χρησιµοποιεί ο Αυγουστίνος56, ούτε καθιστά µε τρόπο κατηγορηµατικό τον Υιό αρχή (principium) του Αγίου Πνεύµατος, όπως ρητά το διατυπώνει ο Βορειοαφρικανός Πατέρας57. Πάντως, είναι γεγονός ότι η πνευµατολογική διδασκαλία του επισκόπου Ιππώνος, στηριζόµενη στις προϋπάρχου- σες δυτικές θεολογικές προϋποθέσεις, αλλά και νεωτερίζουσα σε σχέση µε αυτές, διαδόθηκε πολύ γρήγορα και έγινε αποδεκτή µέσα στον Ε΄ αιώνα από επιφανείς δυτι- κούς θεολόγους, πλησιόχωρους προς το Φαύστο, όπως ο Ευχέριος Λυώνος (+450) και ο Άλκιµος Άβιτος, επίσκοπος Βιέννης (c.+525)58. Επιπροσθέτως, ο ίδιος ο πάπας Λέων ο Μέγας (+461) διατύπωσε το έτος 447 τη διδασκαλία της διπλής εκπόρευσης του Αγίου Πνεύµατος (ex utroque)59. Η διδασκαλία αυτή έτυχε καθολικής αποδοχής, ήδη από τον ΣΤ΄ αιώνα, όχι µόνον από την Εκκλησία της Ισπανίας, όπου υιοθετήθηκε επισήµως, αλλά και από το σύνολο των θεολόγων της ∆ύσης60.
2. Το Άγιο Πνεύµα είναι Θεός
Ο Φαύστος φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά τις αιρετικές απόψεις των Μακεδο- νιανών, οι οποίες παρουσιάζονται αντίστοιχες µε εκείνες που είχαν αντιµετωπίσει, πριν από έναν περίπου αιώνα, οι Πατέρες της Ανατολής.
Ο κεντρικός άξονας του De Spiritu Sancto περιστρέφεται γύρω από την κατοχύ- ρωση της θεότητας του Αγίου Πνεύµατος. Από το περιεχόµενο του συγγράµµατος προκύπτει πως οι αρνητές του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδας υποστήριζαν ότι
Ο Φαύστος υπερασπίζεται τη θεότητα του Αγίου Πνεύµατος και αντιτίθεται στις απόψεις των Μακεδονιανών για την κτιστότητά Του, προβάλλοντας την πίστη της Εκκλησίας, η οποία οµολογεί την τριαδικότητα του Θεού: credo in deum patrem, credo in filium eius unicum dominum nostrum, credo et in spiritum sanctum68. Έχοντας, όµως, υπόψη του την περιεκτική διατύπωση του Συµβόλου της Νίκαιας, αναφορικά µε το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, καθώς και τα µεταγενέστερα πνευµατολογικά προβλήµατα που γεννήθηκαν στους κόλπους της Εκκλησίας, υποστηρίζει πως είναι αδιανόητο να µας παροτρύνει η ίδια η Εκκλησία, µε το Σύµβολο που θέσπισε και το οποίο στηρίζεται στην Αγία Γραφή, να πιστεύουµε σε ένα κτίσµα. Αυτό, που µας παραγγέλλει να πιστεύουµε, είναι Θεός. Επιπροσθέτως, κανένα κτίσµα δεν µπορεί να απολαµβάνει αυτή την ιδιαίτερη τιµή69.
Προς επίρρωση των λόγων του, ο Φαύστος αναφέρεται στα κλασικά τριαδολογικά χωρία του βιβλίου της Γένεσης 1, 1 και 1, 26-27, καθώς και στο Τρισάγιο του Ησαια6, 3. Υποστηρίζει, λοιπόν, ότι στα χωρία αυτά, η χρήση του ενικού αριθµού δηλώνει την αδιαίρετη ενότητα της θείας ουσίας και δυνάµεως, ενώ η χρήση του πληθυντικού αριθµού καταδεικνύει την Τριάδα και πιστοποιεί τη διάκριση των προσώπων70. Ανάλογη είναι και η αναφορά του στα αγιογραφικά χωρία Ησ. 11, 2-3 και 61, 1· Ιωήλ
3, 1· Ψαλ. 50, 13· Ματθ. 3, 16 και 10, 20· Μάρκ. 13, 11 και Λουκ. 12, 11, µε τα οποία αποδεικνύεται ότι το Πνεύµα Κυρίου ή το Πνεύµα του Θεού ή το Πνεύµα του Πατρός είναι το ίδιο το Άγιο Πνεύµα. Έτσι, πιστοποιείται η θεότητα και η προσωπική ετερό- τητα του Αγίου Πνεύµατος71.
Ο επίσκοπος του Ρηγίου, προκειµένου να υπερασπιστεί την οµοουσιότητα του Αγίου Πνεύµατος µε τον Πατέρα και τον Υιό, αλλά και το οµοδύµαµον της Αγίας Τριάδας, συνδυάζει τρία αγιογραφικά χωρία (Λουκ. 11, 20α· Ψαλ. 8, 4· Ησ. 40, 12) και τα ερµηνεύει τριαδολογικά. Στην επιχειρηµατολογία του ακολουθεί τα πνευµατο- λογικά συγγράµµατα του ∆ιδύµου Αλεξανδρέα και του Αµβροσίου Μεδιολάνων, οι οποίοι είχαν ανασκευάσει πρωτύτερα το επιχείρηµα των Μακεδονιανών για την κτιστότητα και κατωτερότητα του Αγίου Πνεύµατος σε σχέση µε τον Πατέρα και τον Υιό, στηριζόµενοι στο χαρακτηρισµό Του ως δακτύλου του Θεού (digitus Dei)72. Ο Φαύστος συνθέτει τη σκέψη των δύο προηγούµενων Πατέρων, αλλά είναι εµφανές πως υιοθετεί κυρίως την αποδεικτική του Αµβροσίου, ο οποίος χρησιµοποιεί και τα τρία χωρία που παραθέτει ο επίσκοπος του Ρηγίου, ενώ ο ∆ίδυµος χρησιµοποιεί αποκλειστικά το χωρίο του Λουκά 11, 20.
Σύµφωνα µε το Φαύστο, η ρήση του Ιησού: si ego in digito dei eicio daemones (ε δέ ν δακτύλ θεο κβάλλω τά δαιµόνια, Λουκ. 11, 20α) καταδεικνύει την ενότητα της θείας ουσίας και την ενότητα των ενεργειών της Τριάδας, χωρίς να υποκρύπτεται κάποια ανοµοιότητα στη δόξα Της. Για την αποφυγή κάθε σύγχυσης, αλλά και για να ενδυναµώσει την αποδεικτική του, χρησιµοποιεί και το χωρίο Ψαλ. 8, 4: quoniam videbo caelos tuos, opera digitorum tuorum (θα βλέπω τους ουρανούς σου, έργο των δακτύλων σου)· καθώς και εκείνο του Ησ. 40, 12: quis appendit tribus digitis molem
terrae? (ποιος ζυγίζει το βάρος της γης µε τρία δάκτυλα;)73.
Ανάλογη µε την προηγούµενη είναι και η αναφορά του, σύµφωνα µε την ιερωνυµική Vulgata, στο χωρίο Αµώς 4,13α: ecce ego firmans tonitruum et creans spiritum (διότι ιδού εγώ σχηµατίζων τα βουνά και κτίζων τον άνεµο), το οποίο αποτελούσε ένα από τα πλέον σηµαντικά επιχειρήµατα των Πνευµατοµάχων για την κτιστότητα του Αγίου Πνεύµατος. Η προσέγγιση του Φαύστου είναι ανάλογη µε εκείνη του ∆ιδύµου Αλεξανδρέα, του Μ. Βασιλείου και του Αµβροσίου Μεδιολάνων. Αν και φαίνεται να συγκλίνει περισσότερο προς τη σκέψη του ∆ιδύµου, είναι ο µόνος από τους τρεις, που αναφέρει ρητά πως το εβραϊκό πρωτότυπο κείµενο αποδίδει την ακριβή σηµασία του όρου spiritus (πνεύµα). Και τούτο, επειδή το σηµαινόµενο του όρου µπορεί να είναι διαφορετικό, εάν δεν καταδειχθεί η ιδιαίτερη σηµασία του. Αποδεικνύει, έτσι, τη σαθρότητα των επιχειρηµάτων των Μακεδονιανών, χαρακτηρίζοντάς τα γυµνά και κούφια74.
Ο επίσκοπος του Ρηγίου υπογραµµίζει ότι η Καθολική πίστη τιµά το τριπλό µεγαλείο της Μίας θεότητας75, στην οποία υπάρχουν τρία ονόµατα, αλλά όχι τρία βασίλεια· τρεις προσηγορίες, αλλά όχι τρεις δυνάµεις· τρεις υποστάσεις, αλλά όχι τρεις ουσίες76. Το Άγιο Πνεύµα συµπεριλαµβάνεται στις αγιογραφικές µαρτυρίες, οι οποίες πιστοποιούν την ενότητα της θείας ουσίας. Σε αυτές τις µαρτυρίες, η ενότητα της θείας ουσίας οµολογείται κατά τέτοιο τρόπο, που επιβάλλει να πιστεύουµε ότι είναι επίσης παρούσα η διακεκριµένη κυριότητα των προσώπων και η αδιαίρετη πολλαπλότητα77. Σε ό,τι αφορά την κυριότητα και τη διάκριση των προσώπων, ο Φαύστος οµολογεί πως Άλλος είναι ο Πατήρ, Άλλος ο Υιός και Άλλος το Άγιο Πνεύµα, ενώ αναφορικώς προς τη θεία ουσία δεν ισχύει το άλλο78. Η ισοτιµία µεταξύ των προσώπων µπορεί να υπάρχει εκεί, όπου υφίσταται η ισότητα των αρετών και των αξιωµάτων. Για το λόγο αυτό, το Άγιο Πνεύµα κατέχει το προνόµιο του ιδιαίτερου προσώπου και µαζί µε τον Πατέρα και τον Υιό το µοναδικό προνόµιο της θείας Μεγαλειότητας79. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η Τριάδα υφίσταται µέσα στην ενότητα της θείας ουσίας80.
Σύµφωνα µε το Φαύστο, από την Αγία Γραφή προκύπτει και η ετερότητα των διαφορετικών έργων των τριών προσώπων. Έτσι, σε κάποιες περιπτώσεις, ο Πατέρας πραγµατώνει διαφορετικά έργα µόνος Του· σε κάποιες άλλες, διά µέσου του Υιού· σε
άλλες, πάλι, διά του Αγίου Πνεύµατος. Αυτό, όµως, συµβαίνει χωρίς να αίρεται το προνόµιο της κοινής δυνάµεως και της αδιαίρετης συµφωνίας. Η αδιαφοροποίητη διάκριση στην Τριάδα εισάγεται κατά τέτοιο τρόπο που, ενώ εµφανίζεται στο κάθε θείο πρόσωπο η ποικιλία των ενεργειών, ωστόσο, και στα τρία πρόσωπα, παραµένει η ενότητα της θελήσεως. Η ύπαρξή µας, ως ανθρώπων, αναφέρεται πρωτίστως στον Πατέρα, αφού ν α τ (in quo) ζούµε και κινούµεθα και υπάρχουµε (Πράξ. 17, 28)· το να είµαστε ως υπάρξεις όντα έλλογα, σοφά και δίκαια, οφείλεται κατ' ιδιαίτερο τρόπο στο Λόγο, δηλαδή στον Υιό, που είναι Λόγος, Σοφία και ∆ικαιοσύνη· στο πρόσωπο του Αγίου Πνεύµατος οφείλεται η χορήγηση των τέλειων πνευµατικών
δωρεών, η αναγέννηση της ύπαρξής µας, ο ανακαινισµός και ο αγιασµός της81.
Οι παραπάνω θέσεις του επισκόπου Ρηγίου εκφράζουν µε επιτυχία την ενότητα των τριαδικών υποστάσεων, µε τη διασφάλιση της ταυτότητας δυνάµεως, ενεργείας και θελήσεως, ενώ κατοχυρώνουν και τη Μοναρχία του Πατέρα. Η διδασκαλία του φαίνεται να εξαρτάται άµεσα από τον άγιο Αµβρόσιο Μεδιολάνων, ο οποίος, βέβαια, απηχεί τη βασιλειανή διδασκαλία82.
Ο Φαύστος αποδίδει στο Άγιο Πνεύµα το εκπορευτόν (procedentem)83, ως τον ιδιαίτερο τρόπο της υπάρξεώς Του, αντιµετωπίζοντας το ερώτηµα των Μακεδονιανών, εάν το Άγιο Πνεύµα είναι γεννητόν (genitum) ή αγέννητον (ingenitum). Η αντιµετώπιση του ζητήµατος απηχεί την επιχειρηµατολογία των Πατέρων του ∆' αιώνα. Έτσι, όπως ήδη απέδειξε, το Άγιο Πνεύµα, εκτός του ότι δεν µπορεί να θεωρηθεί κτίσµα, δε θεωρείται αγέννητο, γιατί θα ταυτιζόταν µε τον Πατέρα· δε θεωρείται, όµως, ούτε γεννητό, γιατί θα ταυτιζόταν µε τον Υιό και θα υπήρχε κίνδυνος να θεωρηθεί ως ένας άλλος Υιός84. Άλλωστε, το γεννητόν και το αγέννητον καταδεικνύουν διαφορά προσώπου και όχι ουσίας· ούτε, όµως, διαφορά δυνάµεως ή Μεγαλειότητας85. Όταν ο Υιός οµιλεί για το Άγιο Πνεύµα αναφέρει: et ego rogabo
patrem et alium paracletum dabit vobis (κ γώ ρωτήσω τόν πατέρα καί ;αλλον παράκλητον δώσει µ ν, Ιω. 14, 16). Από το λόγο του Κυρίου προκύπτει πως µε την προσηγορία Παράκλητος νοείται το Άγιο Πνεύµα, το Οποίο διακρίνεται ως πρόσωπο, οµοούσιο µε τον Πατέρα και τον Υιό, της αυτής δυνάµεως και δόξας86. Η εκπόρευση
του Αγίου Πνεύµατος από τον Πατέρα καταδεικνύει πως Αυτό κατέχει τρία θεία προνόµια, δηλαδή: ότι υπάρχει ως ξεχωριστό πρόσωπο· ότι εξακολουθεί να υφίσταται χωρίς κάποιο χρονικό όριο· ότι υπάρχει από την ουσία του Πατέρα87.
Από τη Γραφή, όµως, προκύπτει και αυτό που καταδεικνύει την Τριάδα. Όπως έχουµε για τον Υιό: ego in patre et pater in me ( γώ ν τ πατρί καί πατήρ ν µοί, Ιω. 14, 11)· κατά τον ίδιο τρόπο έχουµε για το Άγιο Πνεύµα ότι: spiritus scrutatur etiam profunda dei (πάντα ρευν , καί τά βάθη το θεο , A' Kορ. 2, 10)· και ακόµα ότι: spiritus, qui ex patre procedit (παρά το πατρός κπορεύεται, Ιω. 15, 26)88. Το εκπορευτόν (procedentem) του Αγίου Πνεύµατος δε δηλώνει ότι Αυτό είναι τρίτο σε τάξη ή σε σειρά, αλλά καταδεικνύει την ενότητα της θείας Μεγαλειότητας, γιατί όποιος προέρχεται (progreditur) από τα εσώτατα του Θεού δεν αναγνωρίζεται ως
κτίσµα του Θεού, αλλά ότι είναι ουσία Tου89. Εάν το Άγιο Πνεύµα δεν υπήρχε από τον Πατέρα και δεν κατοικούσε σε Αυτόν κατά τη φύση, εγχεόµενο (infusus) στα εσώτατα του Πατρός, δε θα µπορούσε να εκπορεύεται (procedere) από τον Πατέρα90. Το Άγιο Πνεύµα είναι πάντα µαζί µε τον Πατέρα και πάντα εκπορεύεται από Αυτόν, όπως η θερµότητα από τη φωτιά. Αδιαλείπτως προάγεται (profertur), γνωρίζει να εξέρχεται, αλλά αγνοεί το χωρισµό. Εάν η πρόοδος (processio) του Αγίου Πνεύµατος
δεν ήταν α˙δια (sempiterna), θα φαινόταν σαν να είναι µία τοπική ουσία91. Εάν η ασώµατη δόξα, η οποία αυτοεµπεριέχεται, δεν εισδύει κατ΄ αµοιβαίο τρόπο στον καθένα, χωρίς ανάµιξη (sine permixtione), η θεότητα θα ήταν συγκεχυµένη. Η ανάµιξη (permixtio)92 ακυρώνει την κυριότητα των τριών υποστάσεων, ενώ η αµοιβαία έγχυση, η οποία µπορεί να εκληφθεί ως µεσιτεύουσα ανάµεσα στην ουσία και τα πρόσωπα, µας εµφανίζει την κάθε διακριτή υπόσταση. Επειδή είναι ίδιον της ουσίας να υπάρχει και είναι ίδιον των προσώπων να υπάρχει το καθένα καθεαυτό93.
Σε ό,τι αφορά την εν χρόνω αποστολή (missio) του Αγίου Πνεύµατος στον κόσµο, ο Φαύστος υποστηρίζει ότι το τρίτο πρόσωπο αποστέλλεται από τον Πατέρα και τον Υιό: mitti a patre et filio dicitur. Φαίνεται, όµως, ότι αδυνατεί να κάνει σαφή διάκρι- ση ανάµεσα στα ρήµατα αποστέλλειν (mittere) και εκπορεύεσθαι (procedere), µε αποτέλεσµα να τα ταυτίζει σηµασιολογικά. Έτσι, στηριζόµενος στην ιερωνυµική απόδοση (Vulgata) του χωρίου της Εξόδου 3, 14: ego sum qui sum, et: qui est misit me (εγώ είµαι εκείνος που υπάρχει, και: εκείνος που είναι µε απέστειλε) καταλήγει να αποδέχεται ότι ο όρος misit, που χρησιµοποιείται στο χωρίο, είναι ταυτόσηµος µε τον
όρο procedit. Κατά συνέπεια, οδηγείται στην ταύτιση της α˙διας εκπόρευσης του Αγίου Πνεύµατος µε την εν χρόνω αποστολή Του στον κόσµο. Η σύγχυση αυτή, συµπορεύεται και µε την προϋπάρχουσα αδυναµία της δυτικής θεολογικής παράδο- σης να διακρίνει µε συνέπεια την α˙δια υπαρκτική πρόοδο του Αγίου Πνεύµατος από τον Πατέρα και την εν χρόνω αποστολή Του στον κόσµο από τον Πατέρα και τον Υιό. Έτσι, ο Φαύστος, συνεπής προς τα παραπάνω, αποδίδει την εκπόρευση του Αγίου Πνεύµατος στην κοινή ουσία του Πατέρα και του Υιού: et de ipsorum
substantia procedere94. Οδηγείται, µάλιστα, σε αυτή τη θέση, στηριζόµενος στα χωρία Ιω. 20, 22 και Ρωµ. 8, 9. Έτσι, αντιλαµβάνεται ότι το πνε µα Κυρίου [Χριστο ] (spiritum domini) και το λάβετε πνε µα γιον (accipite spiritum sanctum), που αναφέ- ρονται στα συγκεκριµένα χωρία, πιστοποιούν την εκπόρευση του τρίτου προσώπου και από τον Υιό. Κατά συνέπεια, οµολογεί πως το Άγιο Πνεύµα εκπορεύεται και από
τους δύο: spiritus sanctus ex utroque procedit95. Άµεσο επακόλουθο αυτής της θεώρησης είναι η αντίληψη πως η διαφορά ανάµεσα στη γέννηση του Υιού και την εκπό- ρευση του Αγίου Πνεύµατος συνίσταται στο ότι όποιος γεννάται, γεννάται από έναν· ενώ, όποιος εκπορεύεται, προέρχεται και από τους δύο: ex utroque progreditur96.
Η άποψη του Claudio Micaelli97 ότι η θεώρηση της διπλής εκπόρευσης (ex utroque) του Αγίου Πνεύµατος εξασφάλιζε στη ∆ύση το αναµφισβήτητο πλεονέκτηµα της άµεσης και καθολικής κατανόησης της διακρίσεως ανάµεσα στο γεννητόν και το εκπορευτόν, απλώς και µόνον ως ένα αριθµητικό γεγονός που κατοχύρωνε τις υποστάσεις και τον ιδιαίτερο τρόπο της ύπαρξής τους, κυρίως για λόγους αντιαιρε- τικούς, φρονούµε πως εµφανίζει µόνο τη µία πτυχή του ζητήµατος. Προσπαθεί, έτσι, να αποσιωπήσει ή να δικαιολογήσει την εγνωσµένη αδυναµία της δυτικής
RIASSUNTO
Fausto di Riez, De Spiritu Sancto.
Appressamento storico-letterario e teologico.
Possiamo ricostruire le tappe principali della vita e dell' opera letteraria di Fausto, attraverso le testimonianze dei suoi contemporanei, come il prete Gennadio di Marsiglia, il vescovo di Vienna Alcimo Avito e Sidonio Apollinare. Fausto fu originario della Gran Bretagna, nato intorno al 400-410. Si trasferì in Gallia, dove divenne abate del famoso monastero di Lérins nel 433. Dotato di una forte personalità e di una notevole cultura, dedito ad un' austera ascesi, diede prova di grande fermezza nella guida del celebre monastero. Intorno al 460 fu eletto vescovo di Riez. Morì, probabilmente, verso il 490.
Fausto scrisse alcune opere e compose un libro sullo Spirito Santo, contro i Pneumatomachi Macedoniani, il quale fu probabilmente composto tra gli anni 461- 468. L' opera si articola in due libri, nei quali si dimostra la piena divinità dello Spirito Santo. Il vescovo di Riez afferma che lo Spirito Santo non è una creatura, ma è Dio consostanziale e coeterno col Padre e col Figlio. Esiste nella Sua sussistenza personale, elargisce i perfetti doni spirituali, si diffonde contemporaneamente in una moltitudine di uomini, nel giorno di Pentecoste, senza perdere la propria integrità. Santifica le creature, non ha un carattere locale, ha riempito di Sé i profeti, abita nel cuore dell' uomo, distribuisce agli uomini i Suoi doni come vuole.
L' argomentazione di Fausto non presenta un carattere particolarmente originale. Tale, possiamo trovarla nelle opere omonime dei Padri orientali ed occidentali del quarto secolo, come di Basilio Magno, di Didimo il cieco e di Ambrogio di Milano. La sua dottrina trinitaria avvicina soprattutto il pensiero di Sant' Ilario, di Sant' Ambrogio e di Sant' Agostino. Per quanto riguarda la processione dello Spirito Santo, Fausto usa i criteri teologici della tradizione occidentale, prima e dopo Agostino. Questi criteri riguardano la confusione tra l' eternità e l' economia della Santa Trinità, come anche la mancanza della distinzione chiara tra la sonstanza di Dio e le Sue energie. Cosi, Fausto, mentre afferma la processione eterna dello Spirito Santo dal Padre (ex Patre procedit), adotta anche la doppia processione dal Padre e dal Figlio (ex utroque procedit), confondendo tra la relazione eterna di origine dal Padre e l' invio nel mondo dal Padre e dal Figlio.
1 Πληροφορίες σχετικά µε το βίο του Φαύστου βλ. P. Godet, "Fauste de Riez", Dictionnaire de Théologie Catholique V² (1924), 2101-2105· ∆. Μπαλάνου, Πατρολογία (Οι Εκκλησιαστικοί Πατέρες και Συγγραφείς των οκτώ πρώτων αιώνων), εν Αθήναις 1930, 569-
570· G. Weigel, Faustus of Riez.An historical introduction, Philadelphia 1938· F. Tollu, "Fauste, de Riez (Ve s.)", Catholicisme. Hier - Aujourd' hui - Demain 4(1956), 1122-1123· P.
Viard, "Fauste de Riez, évêque (5e siècle)", Dictionnaire de Spiritualité Ascétique et Mystique Doctrine et Histoire 5(1964), 113-118· ∆. Οικονοµίδη, "Φαύστος. Επίσκοπος
Riez.", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία 11(1967), 1007· Π. Χρήστου, Εκκλησιαστική Γραµµατολογία. Πατέρες και Θεολόγοι του Χριστιανισµού, Α' , Θεσσαλονίκη 1991², 388-389· Institutum Patristicum Augustinianum, Patrologia.I Padri latini (secoli V - VIII), επιµ. A. Di Berardino, 1996, 254-259· Φ. Σ. Ιωαννίδη, Εκκλησιαστική Γραµµατεία της ∆ύσης (Β' - Ζ' αι.), τεύχος Α', Θεσσαλονίκη 2002, 117-119.
2 "ortu Britannum, habitaculo Regiensem", Άβιτου Βιέννης, Epistola IV, Avitus Viennensis episcopus domno Gundobado regi, PL 59, 219C.
3 "Legi volumina tua, quae Riochatus antistes ac monachus, atque istius mundi bis peregrinus, Britannis tuis pro te reportat", Σιδώνιου Απολλινάριου, Epistolae, Liber Nonus, IX, Sidonius domino papoe Fausto saluten, PL 58, 623C.
4 "sic aliquando etiam Faustus Gallus", Φακούνδου Ερµιανής, Liber contra Mocianum Scholasticum, PL 67, 855. Ο Φακούνδος έδρασε στα µέσα του ΣΤ' αιώνα και, κατά συνέπεια, δεν υπήρξε σύγχρονος του Φαύστου. Η έδρα του βρισκόταν πολύ µακριά από τη Νότια Γαλλία, ενώ ο ίδιος δεν είχε σχέσεις µε το εκκλησιαστικό περιβάλλον αυτής της περιοχής.
5 "Fausti cujusdam natione Galli Reginae civitatis episcopi", PL 63, 489C. Η πληροφορία του επισκόπου Ποσσέσσορα (ΣΤ' αι.) διασώζεται µε τη µορφή Έκθεσης (Relatio) προς τον πάπα Ορµίσδα (+523) και εµπεριέχεται ανάµεσα στις Επιστολές (Epistolae) και τα ∆ιατάγµατα
(Decreta) του πάπα. Ο εκδότης της εργογραφίας του Φαύστου A. Engelbrecht θεωρεί πιθανό, ο χαρακτηρισµός
Γάλλος, να του αποδόθηκε εξαιτίας της µακράς δράσης του στη συγκεκριµένη περιοχή· βλ. A. Engelbrecht, Fausti Reiensis et Ruricii Opera, Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum
Latinorum, vol. XXI, Vindobonae MDCCCLXXXXI (1891), VI [στο εξής, CSEL]. Κατά τη γνώµη µας, η εκτίµηση αυτή απεικονίζει την αλήθεια και επιλύει το πρόβληµα. Άλλωστε, η σύγχρονη έρευνα συγκλίνει στη βρετανική καταγωγή του Φαύστου. Βλ. M. Simonetti, "Fausto di Riez", Dizionario Patristico e di Antichità Cristiana 1(1983), 1336-1338· Institutum Patristicum Augustinianum, Patrologia, ό.π. , 254· Φ. Σ. Ιωαννίδη, Εκκλησιαστική Γραµµατεία της ∆ύσης, ό.π. , 117. Από τους παλαιότερους Έλληνες ερευνητές, ο ∆. Μπαλά- νος, Πατρολογία, ό.π. , 569, υποστήριξε τη βρετανική καταγωγή, ενώ ο ∆. Οικονοµίδης, "Φαύστος. Επίσκοπος Riez", ό.π., 1007 και ο Π. Χρήστου, Εκκλησιαστική Γραµµατολογία, ό.π. , 388, ήταν υπέρ της γαλλικής καταγωγής του.
6 "quam tu adhuc juvenis inter hostiles conspicatus catervas", Σιδώνιου Απολλινάριου, Epistolae, ό.π. , PL 58, 625A.
7 Η µοναστική κοινότητα του Ληρίνου ιδρύθηκε το έτος 410 από τον άγιο Ονοράτο και βρισκόταν στο οµώνυµο αρχιπέλαγος της Νότιας Γαλλίας. Υπήρξε πόλος έλξης πολλών εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων της ∆ύσης και γνώρισε µεγάλη πνευµατική άνθηση. Οι
µοναχοί της διατηρούσαν άριστες σχέσεις µε αρκετά µοναστικά κέντρα της Ανατολής, από τα οποία δέχτηκαν ισχυρές επιδράσεις. Βλ. S. Pricoco, L' isola dei santi.Il cenobio di Lerino e le origini del monachesimo gallico, Roma 1978.
8 Σιδώνιου Απολλινάριου, Epistolae, ό.π. , PL 58, 625A-B· Γενναδίου, Liber de scriptoribus ecclesiasticis 85, PL 58, 1109A.
9 "Faustus, ex abbate Lerinensis monasterii", Γενναδίου, Liber de scriptoribus, ό.π. .
10 R. Luquet, Saint Maxime, évêque de Riez, Digne 1928.
11 Ο A. Engelbrecht, Fausti Reiensis, ό.π. , ΙΧ, προσδιορίζει την εκλογή του Φαύστου στον επισκοπικό θρόνο του Ρηγίου το έτος 452. Ο S. Pricoco, L' isola dei santi, ό.π. , 55, υποστηρίζει πως η εκλογή πρέπει να έγινε το έτος 460. Οπωσδήποτε, η επιχειρηµατολογία του δεύτερου πείθει περισσότερο για την υιοθέτηση αυτής της ηµεροµηνίας.
12 A. Engelbrecht, Fausti Reiensis, ό.π. , VIII.
13 Πλούσιες πληροφορίες για τα γεγονότα και την εκκλησιαστική ιστορία εκείνης της περιόδου στη Γαλλία παρέχουν οι µελέτες τών: É. Griffe, La Gaule chrétienne à l' époque romaine, 2, L' Église des Gaules au Ve siècle, Paris 1957· A. Rouselle, Croire et guérir. La foi en Gaule dans l' Antiquité tardive, Paris 1990· W. E. Klingshirn, The Making of a Christian Community in Late Antique Gaul, Cambridge 1994.
14 Είναι χαρακτηριστικό ότι ο συντάκτης του Decretum Gelasianum (ΣΤ' αι.) χαρακτηρίζει ως απόκρυφα τα έργα του Φαύστου. Βλ. Notitia librorum apocryphorum qui non recipiuntur, V, PL 59, 164A. Πρβλ. A. Engelbrecht, Fausti Reiensis, ό.π. , XVI.
15 Η µνήµη του, ως τοπικού αγίου, τιµάται στη Νότια Γαλλία στις 28 Σεπτεµβρίου. Βλ. G. Stilting, De S. Fausto Episcopo Regiensi, in provincia Galliae, commentarius historicus, Acta Sanctorum Septembris, VII, Antverpiae MDCCLX (ανατ. Bruxelles 1970), 651-715· επίσης
Acta Sanctorum Ianuarii, II, Antverpiae MDCXLIII (ανατ. Bruxelles 1966), 28-29.
16 C. Tibiletti, "Libero arbitrio e grazia in Fausto di Riez", Augustinianum 19(1979), 259-285·του ίδιου, "Fausto di Riez nei giudizi della critica", Augustinianum 21(1981), 567-587· A. Th. Smith, De gratia: Faustus of Riez's treatise on grace and its place in the history of theology, Paris 1990.
17 Γενναδίου, Liber de scriptoribus, ό.π. , PL 58, 1109-1110. Καταγράφονται το De Spiritu Sancto (Περί του Αγίου Πνεύµατος), το De Gratia (Περί της Χάρης), δύο Επιστολές και το Adversus Arianos et Macedonianos (Κατά Αρειανών και Μακεδονιανών), το οποίο δε σώθηκε. Η κριτική έρευνα προσπάθησε να το ταυτίσει µε το De ratione fidei (Η περί της πίστεως θεωρία), αν και υπάρχουν προβλήµατα µε τη γνησιότητα του συγγράµµατος. Βλ. τη σχετική επιχειρηµατολογία στη µελέτη τού J. Huhn, "De ratione fidei als ein werk des Faustus von Reji", Theologische Quartalschrift 130(1950), 176-183. Εκτός από τα παραπάνω συγγράµµατα αποδίδονται στο Φαύστο άλλες δέκα Επιστολές (Epistulae) - σε σύνολο δώδεκα
- καθώς και αρκετές Οµιλίες (Sermones). Την κριτική έκδοση των έργων του εκπόνησε το έτος 1891 ο A. Engelbrecht, στον τόµο 21 της σειράς CSEL. Σε αυτή την έκδοση θα γίνονται στο εξής οι αναφορές µας στο κείµενο. Νεότερη κριτική έκδοση των Οµιλιών του εκπόνησε το έτος 1970 ο Fr. Glorie, στους τόµους 101, 101Α και 101Β της σειράς Corpus Christia- norum, series Latina [στο εξής, CCL].
18 Γενναδίου, Liber de scriptoribus, ό.π. , PL 58, 1109A.
19 Το σύγγραµµα εκδόθηκε ως έργο του διακόνου Πασχασίου και από τον J.- P. Migne, PL
62, 9-40. Με το όνοµα του Πασχασίου διασώζεται στους Κώδικες P = Parisinus 12203 του Ι' αι., R = Reginensis 194 του ΙΒ' αι. και στη lectio vulgata (v). Ο µοναδικός Κώδικας, αλλά ταυτοχρόνως ο αρχαιότερος και πιο αξιόπιστος, που διασώζει το έργο µε την ονοµασία του Φαύστου είναι ο V = Palatinus 241 των αρχών του Θ' αι. και όχι του Ι' αι. όπως σηµειώνει ο A. Engelbrecht, Fausti Reiensis, ό.π. , 101.
20 "Pascasius huius apostolicae sedis diaconus, cuius apud nos rectissimi et luculenti de sancto Spiritu libri extant", Γρηγορίου Μέγα, Liber Dialogorum, IV, 42, 3-5, Sources Chrétiennes
265(1980), 150 [στο εξής, SCh]. Βλ. επίσης την ελληνική µετάφραση του αποσπάσµατος από τον πάπα Ζαχαρία (+752): "Πασχάσιός τις νόµατι διάκονος τούτου το ποστολικο θρόνου πάρχων, ο τινος (sic) καί βίβλοι παρ' µ ν ε σιν ρθόταται καί φωτειναί περί το
γίου πνεύµατος", Γρηγορίου, ∆ιάλογοι Ιστορικοί, IV, ΜΘ' , PL 77, 395-398.
21 A. Engelbrecht, Fausti Reiensis, ό.π. , ΧΙΙΙ.
22 S. Pricoco, "Sidonio tra Claudiano Mamerto e Fausto di Riez e la datazione del De Spiritu
Sancto", Nuovo Didaskaleion 15(1965), 115-140 (βλ. κυρίως στη σελ. 135).
23 PL 53, 697-780. Ο E. L. Fortin, Christianisme et culture philosophique au cinquième siècle, Paris 1959, 45, υποστήριξε στη µελέτη του ότι εντόπισε δύο αποσπάσµατα του De Spiritu Sancto στο έργο του Κλαυδιανού Μάµερτου De statu animae.
24 Ο εκδότης των Επιστολών του Φαύστου B. Krusch, Monumenta Germaniae Historica, Auctores Antiquissimi, VIII, Berlin 1887, LVIII, υποστήριξε ότι το De Spiritu Sancto γράφτηκε κατά τη διάρκεια της εξορίας του. Η εκδοχή αυτή θεωρήθηκε εξαρχής αστήριχτη
και δέχτηκε την κριτική τού A. Engelbrecht, Faustus Reiensis, ό.π. , ΧΙΙΙ. Ο τελευταίος όµως δεν πρότεινε κάποια άλλη χρονολόγηση. Αστήριχτη, επίσης, είναι και η εκδοχή τού M. Simonetti, "Fausto di Riez", ό.π. , 1337, ο οποίος πρότεινε τη συγγραφή του έργου µετά το έτος 470. Περισσότερο ακριβής υπήρξε ο G. Weigel, Faustus of Riez, ό.π. , 83, που υποστήριξε ότι το έργο γράφτηκε κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του Φαύστου, χωρίς
όµως να προτείνει κάποια συγκεκριµένη περίοδο. Ο S. Pricoco, "Sidonio tra Claudiano Mamerto e Fausto di Riez", ό.π. , 137-139, ισχυρίστηκε ότι το De Spiritu Sancto γράφτηκε πριν το 471.
25 Φαύστου Ρηγίου, De Spiritu Sancto, I, 1, 20· I, 2, 1· I, 3, 16· II, 2, 5· II, 3, 18· II, 4, 1· II, 4,
18, A. Engelbrecht, CSEL 21(1891), 102· 104· 105·135· 138.
26 Πρβλ. M. Simonetti, "Fausto di Riez e i Macedoniani", Augustinianum 17(1977), 334-336.
27 "Legi ejus et adversus Arianos et Macedonianos parvum libellum in quo coessentialem praedicat Trinitatem", Γενναδίου, Liber de Scriptoribus, ό.π. , PL 58, 1109B. Βλ. και υποσηµείωση 17 της παρούσας.
28 M. Simonetti, "Le fondi del De spiritu sancto di Fausto di Riez", Studi in onore di E. Rapisarda, Siculorum Gymnasium 29(1976), 413-425. 29 PL 10, 471-546.
30 PL 10, 9-472· P. Smulders, CCL 62-62A (1979-1980). Επίσης, βλ. M. Figura - J. Doignon - G. M. Durand - Ch. Morel - G. Pelland, Hilaire de Poitiers, La Trinité, tome I (livres I-III),
SCh 443, Paris 1999. Η έκδοση δεν έχει ακόµα ολοκληρωθεί.
31 W. J. Mountain - Fr. Glorie, CCL 50-50A (1968). Βλ. και Μ. Παπαθωµόπουλου - Ισ.
Τσαβάρη - G. Rigotti, Αυγουστίνου, Περί Τριάδος βιβλία πεντεκαίδεκα άπερ εκ της Λατίνων διαλέκτου εις την Ελλάδα µετήνεγκε Μάξιµος ο Πλανούδης. Εισαγωγή, Ελληνικό και Λατινικό Κείµενο, Γλωσσάριο, τόµ. Ι-ΙΙ, Ακαδηµία Αθηνών - Βιβλιοθήκη Α. Μανούση 3, Αθήναι 1995· επίσης, ∆. Ράιου, "Η editio princeps της πλανούδειας µετάφρασης του De Trinitate: Προβληµατισµοί και Προτάσεις", Βελλά, Επιστηµονική Επετηρίδα Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής Βελλάς Ιωαννίνων 1(2001), 49-109.
32 O. Faller, CSEL 78,8 (1962).
33 Ο. Faller, CSEL 79,9 (1964), 15-222.
34 M. Petschenig, CSEL 13 I-II (1886). Ελληνική µετάφραση του συγγράµµατος εκπόνησε ο Κ. ∆υοβουνιώτης, Ιωάννου Κασσιανού, ∆ιαλέξεις Πατέρων, Αλεξάνδρεια 1913.
35 PG 26, 1191-1218· επίσης V. Bulhart, CCL 9(1957), 165-205.
36 PL 21, 335-386· M. Simonetti, CCL 20(1961), 125-182.
37 PL 50, 637-686. Βλ. επίσης και την έκδοση των Εκλογών (Excerpta), από τον J. Madoz στην PL Supplementum 3, 23-45. Ελληνική µετάφραση του έργου εκπόνησε ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας κυρός Αθηναγόρας Κοκκινάκης, "Ιερού
Βικεντίου του Ληρινίτου Υποµνήµατα (Commonitoria), Μετάφρασις και Σχόλια", Θεολογία 49(1978), 30-56, 218-241, 423-442, 672-691.
38 PG 11, 111-414. Νεότερες εκδόσεις του έργου βλ. P. Koetschau, Origenes' Werke 5, Die Griechischen Christlichen Schriftsteller der ersten drei Jahrhunderte 22, Leipzig 1913, 7-364· Η. Grouzel - M. Simonetti, SCh 252-253(1978), 268-269(1980), 312(1984). Ελληνική
µετάφραση του Α' µέρους του συγγράµµατος εκπόνησε ο Αρχιµανδρίτης Ιππόλυτος Μιχαηλίδης. Η µετάφραση δηµοσιεύτηκε τµηµατικώς στο περιοδικό Νέα Σιών 12(1912), 365-397· 18(1923), 306-308, 375-376, 492-498, 566-571· 19(1924), 246-252. Τη µετάφραση αυτή ξεκίνησε να αναδηµοσιεύει το περιοδικό Απόστολος Βαρνάβας 62(2001) κεξ. , µε την επιµέλεια του Ανδρέα Μιτσίδη.
39 PG 39, 1031-1086· PL 23, 107-162· βλ. νεότερη έκδοση από τον L. Doutreileau, SCh 386(1992). Ελληνική µετάφραση του έργου εκπόνησε ο Σεβασµιότατος Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ.κ. Μελέτιος Καλαµαράς, ∆ιδύµου του Τυφλού, Περί του Αγίου Πνεύµατος, Θεσσαλονίκη 1973. Ελληνική µετάφραση του ίδιου συγγράµµατος εκπόνησαν και οι: π. Γρ. Νόβακ - Ι. Παµπούκης, Λόγος περί του Αγίου Πνεύµατος, Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων, Αποστολική ∆ιακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, τόµ. 49, Αθήναι 1975, 207-264 [στο εξής, ΒΕΠΕΣ].
40 A. Engelbrecht, Tyranii Rufini, Orationum Gregorii Nazianzeni novem.Interpretatio, CSEL, 46, Pars I, Vindobonae - Lipsiae 1910.
41 B. Pruche, SCh 17bis (1968). Επίσης, βλ. ΒΕΠΕΣ 52 (1975), 231-300.
42 B. Sesboüé - G. M. de Durand - L. Doutreleau, SCh 305(1983), 144-175. Επίσης, βλ.ΒΕΠΕΣ 52(1975), 220-227.
43 Ο Φαύστος χρησιµοποιεί στο σύγγραµµά του τον τύπο του Αποστολικού Συµβόλου που διασώζει ο Ρουφίνος στο έργο του Commentarius in Symbolum Apostolorum, PL 21, 335-
386· επίσης, το τοπικό βαπτιστήριο Σύµβολο του Ρηγίου, θυγατρικό του αρχαίου βαπτιστη- ρίου Συµβόλου της Ρώµης, καθώς και εκείνο της Α' Οικουµενικής Συνόδου. Βλ. τα κείµενα στον Ι. Καρµίρη, Τα ∆ογµατικά και Συµβολικά Μνηµεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησί-
ας, Α' , εν Αθήναις 1952, 46-47, υποσ. 2· 127· και στον J. N. D. Kelly, Early Christian Cre- eds, London 1960², 102-103, 178-179.
44 Πρόκειται για επίδραση από το σύγγραµµα του Ρουφίνου, Commentarius, ό.π. , PL 21, 372·
375. Πρβλ. J. N. D. Kelly, ό.π. , 152.
45 Βλ. De Spiritu Sancto, I, 3, CSEL 21(1891), 105-106. Ο Φαύστος υιοθετεί τη διατύπωση του αγίου Αµβροσίου Μεδιολάνων: "sicut de filio dei frequenter legimus quia secundum
carnem et factus est et creatus", De Spiritu Sancto, II, 6, 58, CSEL 79,9 (1964), 109· αλλά και του αγίου Βικεντίου του Ληρίνου: "Non ergo alter Christus Deus, alter homo; non alter increatus, alter creatus;…sed unus idemque Christus Deus et homo, idem non creatus et creatus", Commonitorium Primum, XIII, PL 50, 656.
46 Φαύστου Ρηγίου, De Spiritu Sancto, Ι, 1, 1-16, ό.π. , 102. Ερµηνευτική δυσκολία παρουσιάζει η πρόταση: "in quibus verbis etian trecentorum decem et octo sacer numerus sacerdotum emergentem Arrii ac Macedonii damnavit errorem", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 1,
18-20, 102. Εδώ, ο επίσκοπος του Ρηγίου ή εσφαλµένα φρονεί πως η καταδίκη του Μακεδόνιου συνέβη στη Σύνοδο της Νίκαιας ή µε το λόγο του εξαίρει τη νικαιϊκή πίστη, η οποία έθε- σε τα θεµέλια της καταδίκης των Πνευµατοµάχων. Αυτό το τελευταίο, άλλωστε, το επιβεβαί- ωσε µε τον Α' Κανόνα της η Β' Οικουµενική Σύνοδος (381). Ειδική αναφορά στους Μακεδο- νιανούς γίνεται στον Ζ' Κανόνα της Συνόδου. Η θέσπιση όµως του συγκεκριµένου Κανόνα, από τη Σύνοδο του 381, αµφισβητείται. Βλ. Αµ. Αλιβιζάτου, Οι Ιεροί Κανόνες, Αποστολική
∆ιακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1997³, 39, 43-44· Παύλου Μενεβίζογλου, Μητροπολίτου Σουηδίας, "Οι Κανόνες 5ος, 6ος και 7ος της Β' Οικουµενικής Συνόδου", Μνήµη Συνόδου Αγίας Β' Οικουµενικής (εν Κωνσταντινουπόλει 381), Α' , Οικουµενικόν Πατρι- αρχείον - Πατριαρχικόν Ίδρυµα Πατερικών Μελετών 1983, 443-457.
47 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 1, 5-9, 103· Ι, 2, 6-15, 104.
48 Μ. Βασιλείου, Περί του Αγίου Πνεύµατος προς τον εν αγίοις Αµφιλόχιον επίσκοπον Ικονίου, Ι, 26· ΙΒ', 28· ΚΖ', 68, 22-29, ΒΕΠΕΣ 52(1975), 251-252· 253-254· 289· ∆ιδύµου Αλεξανδρέα, Περί του Αγίου Πνεύµατος, 24, PG 39, 1054A-1055A.
49 Αµβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto, I, 3, 41· III, 18, 138, ό.π. , 31· 208-209.
50 Αρειανόφρονας Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (342-346, 351-360), ο οποίος ανήκε στην οµάδα των Οµοιουσιανών, που θεωρούσε το Άγιο Πνεύµα ως κτίσµα. Οι οπαδοί του ονοµάστηκαν Μακεδονιανοί και εµπόδιζαν τη συµφωνία των Οµοιουσιανών µε τους Ορθόδο- ξους. Οι Πνευµατοµάχοι καταδικάστηκαν από τη Β' Οικουµενική Σύνοδο (381), η οποία επι- σφράγισε την ευαγγελική πίστη της Νίκαιας. Βλ. το παλαιό, αλλά ιδιαιτέρως εµπεριστατωµένο άρθρο του G. Bardy, "Macédonius et les Macédoniens", Dictionnaire de Théologie Catholi- que, IX² (1926), 1464-1478· επίσης Γ. Στογιόγλου, "Μακεδόνιος ο Α΄", Θρησκευτική και Ηθι- κή Εγκυκλοπαιδεία 8(1966), 503-505· του ίδιου, "Πνευµατοµάχοι", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία 10(1967), 479-481· Ι. Καλογήρου, "Το Τριαδικόν δόγµα κατά τον ∆' αιώνα, Επιστηµονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης
13(1968), 336-340· Βλ. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Α' , Αθήναι 1994², 510-511· 536-542.
51 "Macedonius, qui extra catholicam exul salutis exculsus est", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , I, 2, 1-2, 104.
52 Βικεντίου, Commonitorium Primum, II-ΙΙΙ, XXVII-XXVIII, PL 50, 639-641· 674-678.
53 Βικεντίου, ό.π. , ΙΙ, PL 50, 640. Πρβλ. την αντίστοιχη θέση που διατυπώνει ο επίσκοπος
Ρηγίου, ο οποίος επιµένει στην κατανόηση του Συµβόλου, αναφορικά µε τη θεότητα του Αγίου Πνεύµατος: "Omnino spiritum sanctum aperte de capite fidei, id est de symbolo intellegendum", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 1, 3-4, 102.
54 "in deum vero credere nisi qui pie in eum speraverit non probatur. in deum ergo credere hoc est fideliter eum quaerere et tota in eum dilectione transire. credo ergo in illum, hoc est dicere: confiteor illum, colo illum, adoro illum, totum me in ius eius ac dominium trado atque transfundo. in professionis huius reverentia universa divino nomini debita continentur obsequia", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 1, 15-21, 103.
55 Βλ. τις εύστοχες επισηµάνσεις του Γ. Μαρτζέλου, "Οι απαρχές και οι προϋποθέσεις του Filioque στη δυτική θεολογική παράδοση", Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου µε θέµα το Άγιον Πνεύµα (11-14 Νοεµβρίου 1991), Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1992, 381-406.
56 Για το θέµα αυτό βλ. Γ. Μαρτζέλου, "Οι απαρχές και οι προϋποθέσεις του Filioque", ό.π. , 392-404. Επίσης, βλ. D. Popescu, "Il problema del Filioque: Ekporeusis e Processio. Il metodo teologico", Nikolaus 26(1999), 261-269.
57 "Si ergo et quod datur principium habet eum a quo datur quia non aliunde accepit illud quod ab ipso procedit, fatendum est patrem et filium principium esse spiritus sancti, non duo principia, sed sicut pater et filius unus deus et ad creaturam relative unus creator et unus dominus, sic relative ad spiritum sanctum unum principium; ad creaturam vero pater et filius et spiritus sanctus unum principium sicut unus creator et unus dominus", Αυγουστίνου Ιππώνος, De Trinitate, V, XIV, 30-37, CCL 50(1968), 223· πρβλ. "ac per hoc spiritus sanctus ut etiam de filio procedat sicut procedit de patre ab ipso habet patre", του ίδιου, De Trinitate, XV, XXVII, 18-19, CCL 50A(1968), 530. Οι δυτικοί ερευνητές προσπαθούν να πείσουν ότι τα παραπάνω αποσπάσµατα διασφαλίζουν τη Μοναρχία του Πατέρα και υπό το πρίσµα αυτής της θεολογικής προϋπόθεσης πρέπει να ερµηνευθούν. Η απόπειρα σύνδεσης των παραπάνω αποσπασµάτων µε το Συντακτήριο Λόγο (ΜΒ΄, 15) του Γρηγορίου Θεολόγου, PG 36, 476, φρονούµε πως είναι ατυχής. Βλ. B. de Margerie, "L' Esprit vient du Père par le Fils. Réflexions sur le monopatrisme catholique", Orientalia Christiana Periodica 60(1994), 337-362 (κυρίως στις σελ. 338-339)· πρβλ. του ίδιου, "L' Esprit qui dit 'Père' ", Orientalia Christiana Periodica 49(1983), 153-163 (κυρίως στη σελ. 158-159)· Em. Lanne, " La Processio dello Spirito Santo nella tradizione occidentale", Nikolaus 26(1999), 245-260 (κυρίως στις σελ. 251-254).
58 "ut sicut est proprium Spiritui sancto a Patre Filioque procedere; istud catholica fides, etiamsi renventibus non persuaserit, in suae tamen disciplinae regula non excedit… Quia si Spiritus, ut acquiescitis, a Patre Filioque vel mittitur vel procedit", Άβιτου Βιέννης,Fragmenta Libri de divinitate Spiritus Sancti, PL 59, 386D.
59 "qui et Patris, et Filii, et Spiritus sancti unam atque eamdem asserunt esse personam, tamquam idem Deus nunc Pater, nunc Filius, nunc Spiritus sanctus nominetur; nec alius sit qui genuit, alius qui genitus est, alius qui de utroque processit", Λέων Μέγας, Epistola XV,
Ad Turribium Asturicensem Episcopum, De Priscillianistarum erroribus, 1, PL 54, 680C-681A. Βλ. επίσης, J. - M. Garrigues, "Procession et ekporèse du Saint Esprit. Discernement de la tradition et réception oecuménique", Istina 17(1972), 345-366 (κυρίως στις σελ. 361-363). Χρήσιµη είναι και η µελέτη του J. - Cl. Larchet, "La question du Filioque à propos de la récente 'Clarification' du conseil Pontifical pour la promotion de l' unité des Chrétiens",
Θεολογία 70(1999), 761-812.
60 Βλ. την εµπεριστατωµένη µελέτη του R. Grégoire, "Il problema trinitario nella teologia altomedievale occidentale", Nicolaus 26(1999), 169-186.Αυτό είναι κτίσµα: adserit Macedonius creaturam esse spiritum sanctum61. Σε αρκετές περιπτώσεις, θέλοντας να Το διακρίνουν από τα υπόλοιπα κτίσµατα, Το χαρακτήριζαν ως υπερέχων κτίσµα: creaturam, sed excellentiorem omnibus creatu- ris62. Σε άλλες, πάλι, περιπτώσεις, Το ταύτιζαν µε τον ίδιο τον Πατέρα: aut certe ipsum patrem esse credendum63 και Το χαρακτήριζαν ως πατρική δύναµη: paternam putas esse potentiam64. Αρνούνταν, επίσης, την προσωπική ετερότητα του Αγίου Πνεύµατος και εισήγαγαν κατ' αυτόν τον τρόπο τη δυαδικότητα, µε αποτέλεσµα να αµφισβητούν το Τριαδικό δόγµα της Εκκλησίας: deinde dualitatem intromittis et dicis spiritum sanctum propriam non habere personam65. Στα πλαίσια αυτής της κακόδοξης θεώρησης εντασσόταν και η αναζήτηση του υποστατικού ιδιώµατος του Αγίου Πνεύµατος. Έτσι, µε προκλητικό και δικανικό τρόπο ζητούσαν να πληροφο- ρηθούν εάν το Άγιο Πνεύµα είναι αγέννητο ή γεννητό: quaeris a me, utrum spiritus sanctus ingenitus an genitus66 και, εάν η προσηγορία Άγιο Πνεύµα είναι όνοµα ή επωνυµία: utrum appellatio spiritus sancti…nomen an fortasse cognomen sit67.
61 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , ΙΙ, 2, 5-6, 135. Πρβλ. Μ. Βασιλείου, Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνοµίου, Λόγος Γ' , Περί του Αγίου Πνεύµατος, 6-7, ΒΕΠΕΣ 52(1975),225-227· Μ. Βασιλείου, Περί του Αγίου Πνεύµατος προς τον εν αγίοις Αµφιλόχιον επίσκοπον
Ικονίου, Κ∆' , 55, 27-33, ΒΕΠΕΣ 52(1975), 279· ∆ιδύµου Αλεξανδρέα, Περί του Αγίου Πνεύµατος,,6, PG 39, 1037C-1038C· Αµβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto,Ι, 2, 28, ό.π., 28. Βλ. και Π. Χρήστου, "Η περί του Αγίου Πνεύµατος διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου", Επιστηµονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσα- λονίκης 10(1965), 225-240.
62 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , ΙΙ, 3, 20-21, 135. Πρβλ. Μ. Βασιλείου, Περί του Αγίου Πνεύµατος,ΙΣΤ', 38· Κ', ό.π. , 262-264, 274-275· του ίδιου, Ανατρεπτικός του Απολογητικού Γ', 2, ό.π. ,221-222· ∆ιδύµου Αλεξανδρέα, Περί του Αγίου Πνεύµατος, 7· 13, PG 39, 1038C-1039B·
1045Β-C· Αµβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto, Ι ,7, 83-85, ό.π. , 50-51.
63 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 7, 23-24, 110.
64 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 7, 27, 110.
65 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , ΙΙ, 4, 4-5, 138.
66 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 9, 10-11, 115. Πρβλ. Μ. Βασιλείου, Ανατρεπτικός του Απολογητικού Γ', 6, ό.π. , 225-226· του ίδιου, Περί του Αγίου Πνεύµατος, ΙΗ', ό.π. , 268-271· Αµβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto, I, 9, 106, ό.π. , 61.
67 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , ΙΙ, 6, 4-6, 146. Πρβλ. Αµβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto, Ι,
13, 133-136, ό.π. , 72-74· ∆ιδύµου Αλεξανδρέα, Περί του Αγίου Πνεύµατος, 2, PG 39, 1033C-1034C.
68 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 1, 20-22, 102.
69 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 2, 3-7, 105.
70 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 6, 15-27, 108· Ι, 6, 1-14, 109· Ι, 7, 6-13, 112. Είναι εµφανέστατη η επίδραση του Φαύστου από τον άγιο Αµβρόσιο Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto, II, prol. 1-3, ό.π. , 86-87· ΙΙΙ, 21, 159-164, 216-219· καθώς και από τον ιερό Αυγουστίνο, De Trinitate,
VII, 12, 140-146, CCL 50(1968), 266. Πρβλ. Μ. Βασιλείου, Ανατρεπτικός του Απολογητικού Γ', 3, ό.π. , 222-223· του ίδιου, Περί του Αγίου Πνεύµατος, ΙΣΤ', 38, 3-16, ό.π. , 264.
71 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 6, 17-21, 109· Ι, 7, 110-113. Βλ. και τη µελέτη του Στ. Καλαντζάκη, "Το Πνεύµα του Θεού στην Παλαιά ∆ιαθήκη", Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου µε θέµα Το Άγιον Πνεύµα, ό.π. , 189-218 (κυρίως στις σελ. 212-216).
72 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 8, 10-26, 113· Ι, 8, 1-7, 114. Πρβλ. ∆ιδύµου Αλεξανδρέα, Περί του Αγίου Πνεύµατος, 20-21, PG 39, 1051A-D· Αµβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto, ΙΙ, 9, 90· ΙΙΙ, 3, 11-12· ΙΙΙ, 5, 32-34, ό.π. , 122· 154-155· 162-163.
73 Ο Φαύστος παραθέτει τα παλαιοδιαθηκικά χωρία σύµφωνα µε τη Vulgata. Έτσι, αποδίδει το χωρίο Ησ. 40, 12 ως εξής: "quis adpendit tribus digitis molem terrae?". Ο Αµβρόσιος χρησιµοποιεί το ίδιο χωρίο, αλλά το παραθέτει στα λατινικά σύµφωνα µε τους Ο', όπου δε
χρησιµοποιείται η έκφραση των τριών δακτύλων. Βλ. Ησ. 40, 12α: "Τίς µέτρησεν τ χειρί τό δωρ καί τόν ο ρανόν σπιθαµ καί π σαν τήν γ ν δρακί;" [ Ο' ]· πρβλ. "Quis mensus est manu aquam et caelum palmo et universam terram clausa manu?", Αµβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto, ΙΙ, 9, 90, ό.π., 122.
74 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , ΙΙ, 3, 24-27, 136· ΙΙ, 3, 1-24, 137. Πρβλ. ∆ιδύµου Αλεξανδρέα, Περί του Αγίου Πνεύµατος, 15, PG 39, 1047C-1048A· Μ. Βασιλείου, Ανατρεπτικός του Απολο- γητικού Γ', 7, ό.π. , 226-227· Αµβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto, ΙΙ, 6, 48-53, ό.π.,
104-107. Την ερµηνευτική προσέγγιση του ∆ιδύµου Αλεξανδρέα στο χωρίο Αµ. 4, 13 βλ. στη µελέτη του Μ. Α. Ορφανού, Η ψυχή και το σώµα του ανθρώπου κατά ∆ίδυµον Αλεξανδρέα (τον Τυφλόν), Ανάλεκτα Βλατάδων 21, Πατριαρχικόν Ίδρυµα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1974, 49.
75 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 4, 5-6, 106.
76 "tria nunc in una deitate doceamus, tria nomina non tria regna, tres appellationes sed non tres potestates, tres essentias vel subsistentias sed non tres substantias", Φαύστου Ρηγίου, ό.π.,Ι, 5, 13-16, 107· πρβλ. του ίδιου, ό.π. , ΙΙ, 6, 146-147.
77 "in his testimoniis <sacris> etiam spiritus sanctus continetur, in quibus ita confitenda est divinae substantiae de spiritu sancto unitas, ut in eis inesse credenda sit etiam personarum distincta proprietas et indivisa pluralitas.", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 4, 6-9, 107.
78 "in proprietate personae alter est pater, alter est filius, alter spiritus sanctus, sed in divinitate non aliud", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , ΙΙ, 4, 21-23, 138. Η διατύπωση αυτή απηχεί τη σκέψη τού αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιστολή 101, Προς Κληδόνιον Πρεσβύτερον, Επιστολή Πρώτη, 44-46, ΒΕΠΕΣ 60(1980), 263. Φρονούµε πως ο επίσκοπος του Ρηγίου γίνεται κοινωνός της σκέψης του αγίου Γρηγορίου µέσω του Βικεντίου Ληρινίτη, ο οποίος
σαφέστατα την είχε υιοθετήσει: "In Trinitate alius atque alius, non aliud atque aliud; in Salvatore aliud atque aliud, non alius atque alius. Quomodo in Trinitate alius atque alius, non aliud atque aliud? Quia scilicet alia et persona Patris, alia Filii, alia Spiritus sancti; sed tamen Patris et Filii et Spiritus sancti non alia et alia, sed una eademque natura. Quomodo in Salvatore aliud atque aliud, non alius atque alius? Quia videlicet altera substantia divinitatis, altera humanitatis; sed tamen deitas et humanitas non alter et alter", Commonitorium Primum, XIII, PL 50, 655.
79 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , ΙΙ, 4, 7-10, 139.
80 "trinitatem in unitate subsistere", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 5, 27, 107.
81 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 10, 8-26, 117· Ι, 10, 1-15, 118. Πρβλ. Μ. Βασιλείου, Περί του Αγίου Πνεύµατος, ΙΣΤ΄, 38, 7-41, ό.π. , 262· ΙΗ΄, 47, ό.π. , 270-271· Ιλαρίου Πικτάβων, De Trinitate, II, 1, PL 10, 51A· Αµβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto, I, 3, 50-51, ό.π. , 35-
36· ΙΙ, 12, 130, ό.π. , 137.
82 Αµβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto, II, 12, 130, ό.π. , 137· πρβλ. Μ. Βασιλείου, Περί του Αγίου Πνεύµατος, ΙΗ΄, 47, ό.π. , 270-271.
83 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 9, 21, 115. Ο ιδιαίτερος τρόπος της υπάρξεως του Αγίου Πνεύµατος αποδίδεται σαφώς από τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, στους Λόγους 26 και 39. Οι Λόγοι αυτοί είχαν µεταφραστεί στα λατινικά από το Ρουφίνο και το περιεχόµενό τους ήταν
γνωστό στον επίσκοπο του Ρηγίου. Βλ. την κριτική έκδοση της λατινικής τους µετάφρασης στον Α. Εngelbrecht, In semet ipsum de agro regressum, 19, 18-23, ό.π. , CSEL 46(1910),188· του ίδιου, De luminibus, 12, 15-17, ό.π. , CSEL 46(1910), 122.
84 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 9, 115-117· πρβλ. τη λατινική µετάφραση του 39ου Λόγου του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στον A. Engelbrecht, De luminibus, ό.π. , 12, 19-20, 122· 12,1-5, 123. Βλ. επίσης, Αµβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto, I, 9, 106, ό.π. , 61.
85 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 9, 18-20, 116.
86 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 10, 8-15, 119· πρβλ. τη λατινική µετάφραση του 41ου Λόγου του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στον A. Engelbrecht, De Pentecoste et de Spiritu Sancto, ό.π., 12, 16-21, 155. Η οµοιότητα µεταξύ των δύο αποσπασµάτων είναι εµφανέστατη.
87 "quod ergo spiritus sanctus a patre procedit, tria in eo privilegia deitatis ostendit, id est, ut in persona sua subsistere et sine ulio spatio temporis permanere et omnino ex substantia patris probetur existere.", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 13, 11-14, 128· πρβλ. και Ι, 13, 18-21, 128. Επίσης, πρβλ. "Ipse certe per se Dominus, Spiritum, inquit, veritatis qui a Patre procedit (Joan. XV, 26). Enimvero non dicendo processit, sed procedit, non tempus procedentis docuit, sed praeterito futuroque submoto, sub interminabilis aeternitate praesentiae virtutem processionis ostendit;", Άβιτου Βιέννης, Fragmenta Libri de divinitate Spiritus Sancti, PL 59,
385D. Επίσης, βλ. Αυγουστίνου Ιππώνος, De Trinitate, XV, XXVI, CCL 50A(1968), 524-529.
88 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 11, 13-16, 128· πρβλ. και Ι, 9, 18-19, 115.
89 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 9, 21-24, 115.
90 "nisi hic spiritus sanctus ex patre esset et in eo naturaliter in patris interna infusus habitaret, procedere ex padre non posset", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 11, 16-18, 122.
91 "semper cum illo, semper ex illo, sicut calor ex igne, ita sine intermissione profertur, ut
egredi sciat, separari nesciat. Nam si non esset spiritus sancti processio sempiterna, localis videretur esse substantia.", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 11, 20-23, 122.
92 Ο όρος permixtio=ανάµιξις απαντάται στον 38ο Λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Βλ. A. Engelbrecht, De Epiphaniis sive de Natali Domini, ό.π. , 13, 1-6, 101.
93 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 11, 23-27, 122· Ι, 11, 1-2, 123. Η διδασκαλία αυτή φαίνεται να απηχεί την τριαδική περιχώρηση.
94 Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 13, 1-25, 128· πρβλ. "item da proprium: ingenitus, genitus, ex utroque procedens", ό.π. , ΙΙ, 6, 15-16, 146.
95 "ergo quia spiritus sanctus ex utroque procedit, ideo dixit: qui autem spiritum domini non habet, hic non est eius, et alio loco: accipite spiritum sanctum.", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 9,
1-4, 116. Ανάλογη είναι και η θεώρηση του αγίου Ιλαρίου Πικτάβων, ο οποίος ταυτίζει το
λαµβάνειν (accipere) από τον Υιόν µε το εκπορεύεσθαι (procedere) από τον Πατέρα: "Et interrogo, utrum id ipsum sit a Filio accipere, quod a Patre procedere. Quid si differre credetur inter accipere a Filio, et a Patre procedere; certe id ipsum atque unum esse existimabitur, a Filio accipere, quod sit accipere a Patre", De Trinitate, VIII, 20, PL 10, 251A. Παρόµοιες θέσεις διατυπώνει και ο άγιος Αµβρόσιος Μεδιολάνων, αλλά τις αποδίδει µε σαφήνεια στην οικονοµική Τριάδα. Βλ. De Spiritu Sancto, I, 11, 118-125, ό.π. , 66-68· ΙΙΙ, 1,
7, ό.π. , 152-153. Επίσης, βλ. "hic Spiritus Sanctus tamquam de utroque procedens", Ρουφίνου, Commentarius in Symbolum Apostolorum, PL 21, 372C. Σαφέστερη, ως προς την απόκλιση του Filioque, είναι η θεώρηση του ιερού Αυγουστίνου: "Filius autem de patre natus est, et spiritus sanctus de patre principaliter, et ipso sine ullo intervallo temporis dante, communiter de utroque procedit. Diceretur autem filius patris et filii si, quod abhorret ab omnium sanorum sensibus, eum ambo genuissent. Non igitur ab utroque est genitus sed procedit ab utroque amborum spiritus", Αυγουστίνου Ιππώνος, De Trinitate, XV, XXVI, 113-
118, CCL 50A(1968), 529.
96 "quid est autem, quod ex deo patre filius nasci dicitur et spiritus sanctus procedere significatur? si requiras, quid inter nascentem distet et procedentem, evidenter hoc interest, quia iste ex uno nascitur, ille ex utroque progreditur", Φαύστου Ρηγίου, ό.π. , Ι, 13, 7-11, 128.
97 C. Micaelli, "Osservazioni sulla pneumatologia occidentale dopo Agostino", Atti del Congresso Internazionale su San Agostino nel XVI centenario della conversione, Studia Ephemeridis, Augustinianum 25, Roma 1987, 187-203 (κυρίως στη σελ. 193). θεολογικής παράδοσης να διακρίνει µε σαφήνεια και συνέπεια τη Θεολογία από την Οικονοµία, καθώς και την απουσία του θεολογικού αποφατισµού98.
98 Γι΄ αυτό το ουσιώδες ζήτηµα βλ. G. Martzelos, "Der apophatische charakter der existenzweise der personen der heiligen Trinität bei Basilius dem Grossen", Επιστηµονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης, Νέα Σειρά, Τµήµα Θεολογίας 9(1999), 177-189.
Φώτιος Σωτ. Ιωαννίδης Λέκτορας Α.Π.Θ.
ΦΑΥΣΤΟΥ ΡΗΓΙΟΥ, DE SPIRITU SANCTO
ΙΣΤΟΡΙΚΟΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Όλα τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στόν Συγγραφέα του
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με τήν αποδοχή των πιό πάνω Όρων σε Θρησκευτικά Πνευματικά Ιστολόγια με αναφορά προέλευσης πηγής την:
ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
http://www.paterikiorthodoxia.com/




















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.