Διὰ τοῦ κατὰ συνθήκην τούτου ὀνόματος καλεῖται ἡ ἐκτεταμένη ἔμμέτρος χρονογραφία, ἡ ἀφηγουμένη τὴν γένεσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν μετὰ τὴν Δ’ Σταυροφορίαν (1204 ) ὑπὸ Γάλλων εὐγενῶν ἱδρυθέντων ἐν Πελοποννήσῳ τιμαριωτικῶν κρατιδίων. Τὸ χρονικὸν διαιρεῖται εἰς δύο κύρια μέρη. Τὸ πρῶτον πραγματεύεται κεφαλαιωδῶς τὴν ἱστορίαν τῆς Α’ Σταυροφορίας καί, ὑπερπηδῶν χρόνον ἑκατὸν ἐτῶν, τὴν ὑπὸ τῶν Φράγκων κατάκτησιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1204) μετὰ τῶν ἀμέσως ἀκολουθούντων συμβάντων. Τὸ πολὺ μακρότερον δεύτερον μέρος, ἡ κυρίως χρονογραφία, ἀφηγεῖται τὴν ἱστορίαν τῆς Πελοποννήσου ἀπὸ τῆς κατακτήσεως ὑπὸ Γουλιέλμου τοῦ Σαμπλίττ καὶ Γοδεφρέδου Βιλλαρδουΐνου, ἀνεψιοῦ τοῦ χρονογράφου, ἀπὸ τοῦ 1205 μέχρι τοῦ 1292. ᾽Επεισοδιακῶς μνημονεύονται καὶ μεταγενέστερα γεγονότα, τῶν ὁποίων τὰ τελευταῖα πίπτουν εἰς τὴν γ΄ δεκαετηρίδα τοῦ ιδ΄ αἰῶνος. Συγγραφεὺς τοῦ ἔργου εἶναι γασμοῦλος (ἤτοι προελθὼν ἐκ γάμου ἑλληνοφραγκικοῦ) ἢ ἐξελληνισθεὶς Φράγκος, σύγχρονος τῶν ἱστορουμένων καὶ καλῶς γνωρίζων τὰ τῆς Πελοποννήσου, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν: τοπογραφικὴν, κοινωνικήν, ἐκκλησιαστικὴν κλπ. Τὸ ἔργον, μεγίστης ἱστορικῆς σημασίας, στερεῖται πάσης λογοτεχνικῆς ἱδιότητος.
Κρουμβάχερ - Σωτηριάδη, «῾Ιστορία τῆς Βυζ. Λογοτεχνίας»
τ. Ι΄΄ σ. 100 ἑξ.
᾽Επεὶ ὰν εἶσαι γυωστικὸς κι ἐξεύρεις τὰ σὲ γράφω,
καὶ ἔγροικος εἰς τὴν γραφήν, τὰ λέγω νὰ ἀπεικάζης, πρέπει νὰ ἐκατάλαβες τὸν πρόλογον ὁποὺ εἶπα εἰς τοῦ βιβλίου μου τὴν ἀρχὴν τὸ πῶς τὸ ἐκαταλέξα, ὅτι δι’ ἀρχὴν θεμέλιου εἶπα τὸ τῆς Συρίας, ὡσαύτως τῆς Ἀνατολῆς, ἔπειτα τῆς Πολέου, τὸ πῶς τοὺς τόπους ἐκεινοὺς ἐκέρδισαν οἱ Φράγκοι, ὅπως νὰ ἔλθω καὶ φέρω σε καὶ νὰ σὲ καταλέξω τὸ πῶς οἱ Φράγκοι ἐκέρδισαν ὁμοίως καὶ τὸν Μορέαν.
Κι ἂν ἔχης ὄρεξιν νὰ ἀκούης πράξες καλῶν στρατιώτων, νὰ μάθης καὶ παιδεύεσαι, ἄ λάχη νὰ προκόψης.Εἱ μὲν ἐξεύρεις γράμματα, πιάσε ν’ ἀναγινώσκης,
εἴτε εἶσαι πάλι ἀγράμματος, κάθου σιμά μου, ἀφκράζου κι ἐλπίζω, ἂν εἶσαι φρόνιμος, ὅτι νὰ διαφορήσης, ἐπεὶ πολλοὶ ἀπὸ ἀφήγησες ἐκείνων τῶν παλαίων, ὁποὺ ἤλθασιν μετὰ ἐκεινῶν, ἐπρόκοψαν μεγάλως.
᾽Εν τούτῳ ἄρξομαι ἀπ’ ἐδῶ κι ἀφκράζου τὰ σὲ λέγω. Ὁ κόντος ὁ παράξενος ἐκεῖνος τῆς Τσαμπάνιας,ὁποὺ σὲ εἶπα εἰς τὴν ἀρχὴν ἐτούτου τοῦ βιβλίου,
ὁποὺ ἄρχισεν τὸ πέρασμα καὶ τὸ πασάτζο ἐκεῖνο μετὰ τοὺς ἄλλους ἕτερους εὐγενικοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀπέλθη ἐκεῖσε εἰς τὴν Συρίαν, εἰς τοῦ Χριστοῦ τὸν τάφον, ἐκλέξαν τον διὰ κεφαλὴν καὶ μέγαν καπετάνον εἰς τὰ φουσάτα ὅπου εἴχασιν ἐτότε οἱ πελλεγρῖνοι, καὶ ἔπεσεν κι ἀπέθανεν, καθὼς σὲ τὸ ἀφηγήθην. Εἶχεν κι ἄλλους δύο ἀδελφοὺς δευτέρους ἀπὸ αὖτον.
Κι ὥσὰν ἀκοῦσαν κι ἔμαθαν τὸ πὼς οἱ Φράγκοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ ὑπαγαῖναν στὴν Συρίαν μὲ θέλημα τοῦ Πάπα, ἀφῆκσν τὸ ταξίδιν τους κι ἀπῆλθαν εἰς τὴν Πόλιν κι ἐκέρδισαν τὴ Ρωμανίαν κι ἐγίνησαν ἀφέντες, βουλὴν ἀπήρασιν ὁμοῦ ἐκεῖνοι οἱ δύο αὐταδέλφοι,νὰ μείνη ἔνας ἀπὸ αὐτοὺς ἐκεῖ εἰς τὸ ἰγονικόν τους,κι ὁ ἄλλος νὰ ἀπέλθη εἰς Ρωμανίαν διὰ νὰ κερδίση τόπον. Λοιπὸν ὡς τὸ ἔχει ἐριζικὸν ἡ χάρις τῶν ἀνθρώπων, κι οὐδέν ὁμοιάζουν οἱ ἀδελφοὶ εἰς πῤόσοψιν καὶ χᾴριν, ἧτον ὁ ὑστερνότερος ἀπὸ τοὺς δύο αὐταδέλφους ὁ κάτι ἐπιδεξιώτερος καὶ φρονιμώτερός τους.
Κι ἰσιάστηκαν οἱ δύο ἀδελφοί, ὁ πρῶτος ν’ ἐνεμείνη εκεῖσε εἰς τὸ κοντάτο του ἐκεῖνο τῆς Τσαμπάνιας, κὶ ὁ δεύτερος ἀπὸ τοὺς δύο - μισὶρ Γουλιάμος ἄκω, εἶχεν καὶ ἐπίκλην ὁ λόγου του, τὸν λέγαν ντέ Σαλοῦθε - νὰ εὕρη φουσάτα ὅσα ἠμπορεῖ νὰ ἐπάρη μετὰ ἐκεῖνον,κι ἐκεῖνος νὰ ἔλθη εἰς Ρωμανίαν τοῦ νὰ ἔχη κουγκεστήσει κάστρη καὶ χώρας τίποτε νὰ τὰ ἔχη ἰγονικά του. Ὁ κόντος γὰρ τοῦ ἐξέδωκεν ὅσον λογάριν εἶχε,καὶ εἶπεν του: «᾽Αδελφούτσικε, ἀφῶν ἐγὼ ἐνεμένω ἀφέντης εἰς τὰ κάστρη μας κι εἰς τὸ ἰγονικόν μας, ἔπαρε τὸ λογάριν μας καὶ τὰ κοινά μας ὅλα
κι ἄμε μὲ τὴν εὐχίτσα μου, ὁμοίως καὶ τοῦ πατρός μας, κι ἐλπίζω εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὅτι νὰ εὐτυχήσης ».
᾽Εν τούτω ἐπεριεσώρεψεν κι ἐρόγεψενχ φουσάτα·εἰς τὸν Μπουργούνιαν, ἔστειλεν, ἦλθαν πολλοὶ μετ’ αὖτον˙οἱ μὲν τὴν ρόγαν· ἔπαιρναν κι ἐρχόντησαν μετ’ αὖτον, ἄλλοι τινές, ὁποὺ ἤσασι κι ἐκεῖνοι φλαμουριάροι, ὁποὺ ἧσαν πλούσιοι ἄνθρωποι, ἥλθασι μετ’ ἐκεῖνον,
ὁ κατὰ εἰς διὰ λόγου του τοῦ νὰ ἔχη κουγκεστήσει. Στὴν Βενετίαν ἀπόστειλεν τὰ πλευτικὰ νὰ ὁρμώσουν, κι εὐθέως τὰ οἰκονόμησαν ὅσα ἤθελαν κι ἐχρῆζαν. Τὸν Μάρτιον μήναν ἤλθασιν κι ἀπέρασαν ἀπέκει, κι εἰς τὸν Μορέαν ἐφτάσασιν εἰς τοῦ Μαΐου τὴν πρώτην ἐκεῖσε ἀποσκάλωσαν στὴν Ἀχαΐαν τὸ λέγουν, ὁποὺ ἔνι ἐδῶθε τῆς Πατροῦ κὰν δεκαπέντε μίλια·εὐθέως καστέλιν ἔχτισαν ὅλον μὲ τὰ πλιθάρια.
᾽Ετότε γὰρ ὁποὺ λαλῶ κι εἰς τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ὁ τόπος ὅλος τοῦ Μορέως, ὅσος καὶ περιέχει, τὸ λέγουν Πελοπόννεσον, οὕτως τὸν ὀνομάζουν, οὐδὲν εἶχεν καταπαντοῦ μόνον δώδεκα κάστρη. Λοιπὸν ἀφότου ἐπέζεψαν ἐκεῖ εἰς τὴν Ἀχαΐαν, ἐξέβησαν τὰ ἄλογα ἀπέσω ἐκ τὰ καράβια,κὰν δύο ἡμέρες ἐνέμειναν ἕως οὗ νὰ τὰ ἀναπάψουν.Κι ἐνταῦθα ἐκαβαλίκεψαν, ἀπῆλθαν εἰς τὴν Πάτραν·τὸ κάστρον ἐτριγύρισαν, ὡσαύτως καὶ τὴν χώραν, τὰ τριπουτσέτα ἐστήσασιν γύρω καταπαντόθεν, τοὺς τζαγρατόρους ἔβαλαν, τὸν πόλεμον ἀρχάσαν· κι ἀπὸ τοῦ πλήθους τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ θαρσέου πολέμου, ἀπὸ τοῦ πρώτου ἐσέβησαν στὴν χώραν τὴν ἀπ’ ἕξω.Κι ἀφῶν τὴν χώραν πήρασιν, ἐκεῖνοι γὰρ τοῦ κάστρου καὶ εὐθέως ἐσυμβιβάστηκαν, τὸ κάστρον παρεδῶκαν μετὰ συνθήκας κι ἀφορμὴν νὰ ἕχουσι τὰ ἐδικά τους, ὁ κατὰ εἶς τὸ ὁσπίτι του ὁμοίως καὶ τὸ ἐδικόν του.
Κι ἀφῶν τὴν Πάτραν πήρασι, τὲς φύλαξες ἐβάλαν, τὸ κάστρον ἐσωτάρχισαν, εἶθ’ οὕτως καὶ τὴν χώραν ἀπὸ λαὸν καὶ ἄρματα, ὡς ἔπρεπεν κι ἀρμόζει·
κι ἀπαύτου ὀπίσω ἐστράφησαν ἐκεῖ εἰς τὴν Ἀχαΐαν. Βουλὴν ἀπῆραν μ’ ἐκεινοὺς τοὺς τοπικοὺς Ρωμαίους, ὁποὺ τοὺς τόπους ἔξευραν, τοῦ καθενὸς τὴν πρᾶξιν,κι εἶπαν κι ἐσυμβουλέψαν τους τὸ πῶς ἔνι ἡ ᾽Ανδραβίδα, ἡ χώρα ἡ λαμπρότερη στὸν κάμπον τοῦ Μορέως·
ὡς χώρα γὰρ ἀπολυτὴ κείτεται εἰς τὸν κάμπον, οὔτε πύργους, οὔτε τειχέα ἔχει κανόλως ᾽ς αὕτην.
᾽Εν τούτῳ ὁρμήσασιν ἐκεῖ, ὁλόρθα ὑπαγαίνουν, ἐξάπλωσαν τὰ φλάμπουρα τοῦ καθενὸς φουσάτου˙ κι ἀφότου ἐπλησίασαν ἐκεῖ στὴν Ἀνδραβίδα, κι ἐμάθασιν οἱ Ἀνδραβισαῖοι ὅτι ἔρχονται οἱ Φράγκοι, ἐξέβησαν μὲ τοὺς σταυροὺς ὁμοίως με τας εικόναςοἱ ἄρχοντες καὶ τὸ κοινὸ τῆς χώρας, Ανδραβίδου,καὶ ἦλθαν κι ἐπροσκύνησαν τὸν Καμπανέση ἐκεῖνου. Κι ἐκεῖνος, ὡς παμφρόνιμος, καλὰ τοὺς ἀποδέχτη, ὤμοσεν κι ὑπισκήθη τους νὰ μὴ τοὺς ἀδικήση, οὔτε ζημία νὰ λάβουσιν ἀπὸ τὰ ἰγονικά τους, τιμήν, δωρεὰς νὰ ἔχουσιν κι εὐεργεσίας μεγάλας.῞Ολοι τοῦ ὑπωμόσασιν δοῦλοι του ν’ ἀποθάνουν. Κι ὅσον ἀπεκατέστησεν τὴν χώραν Ἀνδραβίδας,βουλὴν ἐπῆρεν μετ’ αὐτοὺς τὸ ποῦ νὰ φουσατέψη. ᾽Εν τούτῳ ἐδόθη ἡ βουλὴ στὴν Κόρινθον νὰ ἀπέλθουν, διὰ τὸ ἔνι κάστρον φοβερόν, τὸ κάλλιον τῆς Ρωμανίας, καὶ ἔνι τὸ κεφάλαιον, ὅπερ γὰρ ἀφεντεύει ὅλην τὴν Πελοπόννεσον, ὅσον κρατεῖ ὁ Μορέας. ᾽Επεί, ἂν προστάξη ὁ Θεὸς καὶ προσκυνήση ἡ Κόρινθος, ὅλα τὰ κάστρη τὰ ἕτερα τοῦ τόπου τοῦ Μορέως ἄνευ σπαθίου καὶ πόλεμου θέλουσιν προσκυνήσει. Κι ἀφότου ἐδόθη ἡ βουλὴ ἐκείνη ὁποὺ σὲ λέγω, ὄρθωσεν κι ἄφηκε λαὸν ἐκεῖ στὴν Ἀνδραβίδα
καὶ ἄλλον εἰς τὴν Ἀΐχαῖαν, καὶ τρίτον εἰς τὴν Πάτραν, καὶ ὅρισεν τὰ πλευτικὰ νὰ ὑπάγουν τῆς θαλάσσου, κι ἐκεῖνος μὲ τὸν ἕτερον λαὸν γὰρ τοῦ φουσάτου εἰς τὴν Βοστίτσαν ἔδραμεν κι ἐδιάβη εἰς τὴν Κόρινθον. Κι ἀφότου ἀπεσώσασιν ἐκεῖσε εἰς τὴν χώραν τὸν γύρον τέντας ἔστησαν, ἐπιάσαν τὲς κατοῦνες.
Τὸ κάστρον γὰρ τῆς Κόρινθος κεῖται ἐπάνω εἰς ὄρος· βουνὶν ὑπάρχει θεόχτιστον, καὶ ποῖος νὰ τὸ ἐγκωμιάση; ἡ χώρα γὰρ εὑρίσκετον κάτωθεν εὶς τὸν κάμπον,μὲ πύργους γὰρ καὶ μὲ τειχέα καλὰ περικλεισμένη. Λοιπὸν εὑρίσκετον ἐκεῖ τότε ὁποὺ σὲ γράφω ὁκάποιος μέγας ἄνθρωπος καὶ φοβερὸς στρατιώτης, κι εἶχεν τὴν Κόρινθο, ἀλλὰ δὴ τὸ Ἄργος καὶ Ἀνάπλι·ὡς κεφαλὴ καὶ φυσικὸς ἀφέντης τὰ ὑποκράτει ἐκ μέρους γὰρ τοῦ βασιλέως ἐκείνου τῶν Ρωμαίων. Σγουρὸν τὸν ὀνομάζασιν, οὕτως εἶχεν τὸ ἐπίκλην· κι ὡς ἐπληροφορέθηκεν ὅτι ἔρχονται οἱ Φράγκοι, ἀπὸ τὴν χώρα ἐξήβαλεν γυναῖκες καὶ παιδία, ὡσαύτως καὶ τὸν λίον λαὸν ὁποὺ ἄρματα ἐβαστοῦσαν, κι ἀπάνω τοὺς ἀνέβασεν στὸ κάστρον τῆς Κορίνθου· κι έκεῖνος γὰρ ἐνέμεινεν ἐκεῖσε εἰς τὴν χώραν μὲ ὅσοι ἐβαστοῦσαν ἄρματα γιὰ νὰ τὴν διαφεντέψη. Ἀφότου γὰρ ἀπέσωσεν ἐκεῖσε ὁ Καμπανέσης, ὡσὰν σὲ τὸ ἀφηγήσομαι, στῆς Κόρινθος τὴν χώραν, κι ἔβαλεν τὰ φουσάτα του καὶ περιεγύρισέ την. Ἀφῆκεν κι ἀναπαύτηκαν ἐκείνην τὴν ἡμέραν·
ἐπὶ τῆς αὐρίου γὰρ τὸ πρωί, ὡσὰν ἐξημερῶσεν, ἐδῶκαν τὰ σαλπίγγια τους, τὸυ πόλεμον ἀρχάσαν.
Τὰ τριπουτσέτα ἐσύρνασιν γύρωθεν εἰς τοὺς πύργους, κι οἱ τζάγρες οὐκ ἀφήνασιν ἄνθρωπον νὰ προσκύψη ἕξω ἐκ τὰ δόντια τοῦ τειχίου νὰ ἰδοῦν τὸ ποῖος τοξεύει. Τὲς σκάλες ὁποὺ εἴχασιν ἐστῆσαν εἰς τοὺς τοίχους, κι εὐθέως ἀπέσω ἐσέβησαν, ἐπιάσασιν τὴν χώραν. Ὁσοὶ ἐπαρεδόθησαν ἐλεημοσύνην ηὗραν οἱ δὲ ποὺ εἰς πόλεμο ἕστηκαν ἀπὸ σπαθίου ἀποθάναν. Ὁ Σγουρὸς γὰρ ὡς φρόνιμος καὶ βέβηλος ὁποὺ ἦτον, ἔφυγεν καὶ ἀνέβηκεν ἐκεῖ ἀπάνω εἰς τὸ κάστρον.
(The Chronicle of Morea, edited in two parallel texts from the MSS of
Copenhagen and Paris by JOHN SCHMITT, London, 1904.
᾽Εκ τοῦ κώδικος τῆς Κοπεγχάγης, στίχ. 1340 - 1485 )
Διὰ τοῦ κατὰ συνθήκην τούτου ὀνόματος καλεῖται ἡ ἐκτεταμένη ἔμμέτρος χρονογραφία, ἡ ἀφηγουμένη τὴν γένεσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν μετὰ τὴν Δ’ Σταυροφορίαν (1204 ) ὑπὸ Γάλλων εὐγενῶν ἱδρυθέντων ἐν Πελοποννήσῳ τιμαριωτικῶν κρατιδίων. Τὸ χρονικὸν διαιρεῖται εἰς δύο κύρια μέρη. Τὸ πρῶτον πραγματεύεται κεφαλαιωδῶς τὴν ἱστορίαν τῆς Α’ Σταυροφορίας καί, ὑπερπηδῶν χρόνον ἑκατὸν ἐτῶν, τὴν ὑπὸ τῶν Φράγκων κατάκτησιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1204) μετὰ τῶν ἀμέσως ἀκολουθούντων συμβάντων. Τὸ πολὺ μακρότερον δεύτερον μέρος, ἡ κυρίως χρονογραφία, ἀφηγεῖται τὴν ἱστορίαν τῆς Πελοποννήσου ἀπὸ τῆς κατακτήσεως ὑπὸ Γουλιέλμου τοῦ Σαμπλίττ καὶ Γοδεφρέδου Βιλλαρδουΐνου, ἀνεψιοῦ τοῦ χρονογράφου, ἀπὸ τοῦ 1205 μέχρι τοῦ 1292. ᾽Επεισοδιακῶς μνημονεύονται καὶ μεταγενέστερα γεγονότα, τῶν ὁποίων τὰ τελευταῖα πίπτουν εἰς τὴν γ΄ δεκαετηρίδα τοῦ ιδ΄ αἰῶνος. Συγγραφεὺς τοῦ ἔργου εἶναι γασμοῦλος (ἤτοι προελθὼν ἐκ γάμου ἑλληνοφραγκικοῦ) ἢ ἐξελληνισθεὶς Φράγκος, σύγχρονος τῶν ἱστορουμένων καὶ καλῶς γνωρίζων τὰ τῆς Πελοποννήσου, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν: τοπογραφικὴν, κοινωνικήν, ἐκκλησιαστικὴν κλπ. Τὸ ἔργον, μεγίστης ἱστορικῆς σημασίας, στερεῖται πάσης λογοτεχνικῆς ἱδιότητος.
Κρουμβάχερ - Σωτηριάδη, «῾Ιστορία τῆς Βυζ. Λογοτεχνίας»
τ. Ι΄΄ σ. 100 ἑξ.
᾽Επεὶ ὰν εἶσαι γυωστικὸς κι ἐξεύρεις τὰ σὲ γράφω,
καὶ ἔγροικος εἰς τὴν γραφήν, τὰ λέγω νὰ ἀπεικάζης, πρέπει νὰ ἐκατάλαβες τὸν πρόλογον ὁποὺ εἶπα εἰς τοῦ βιβλίου μου τὴν ἀρχὴν τὸ πῶς τὸ ἐκαταλέξα, ὅτι δι’ ἀρχὴν θεμέλιου εἶπα τὸ τῆς Συρίας, ὡσαύτως τῆς Ἀνατολῆς, ἔπειτα τῆς Πολέου, τὸ πῶς τοὺς τόπους ἐκεινοὺς ἐκέρδισαν οἱ Φράγκοι, ὅπως νὰ ἔλθω καὶ φέρω σε καὶ νὰ σὲ καταλέξω τὸ πῶς οἱ Φράγκοι ἐκέρδισαν ὁμοίως καὶ τὸν Μορέαν.
Κι ἂν ἔχης ὄρεξιν νὰ ἀκούης πράξες καλῶν στρατιώτων, νὰ μάθης καὶ παιδεύεσαι, ἄ λάχη νὰ προκόψης.Εἱ μὲν ἐξεύρεις γράμματα, πιάσε ν’ ἀναγινώσκης,
εἴτε εἶσαι πάλι ἀγράμματος, κάθου σιμά μου, ἀφκράζου κι ἐλπίζω, ἂν εἶσαι φρόνιμος, ὅτι νὰ διαφορήσης, ἐπεὶ πολλοὶ ἀπὸ ἀφήγησες ἐκείνων τῶν παλαίων, ὁποὺ ἤλθασιν μετὰ ἐκεινῶν, ἐπρόκοψαν μεγάλως.
᾽Εν τούτῳ ἄρξομαι ἀπ’ ἐδῶ κι ἀφκράζου τὰ σὲ λέγω. Ὁ κόντος ὁ παράξενος ἐκεῖνος τῆς Τσαμπάνιας,ὁποὺ σὲ εἶπα εἰς τὴν ἀρχὴν ἐτούτου τοῦ βιβλίου,
ὁποὺ ἄρχισεν τὸ πέρασμα καὶ τὸ πασάτζο ἐκεῖνο μετὰ τοὺς ἄλλους ἕτερους εὐγενικοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀπέλθη ἐκεῖσε εἰς τὴν Συρίαν, εἰς τοῦ Χριστοῦ τὸν τάφον, ἐκλέξαν τον διὰ κεφαλὴν καὶ μέγαν καπετάνον εἰς τὰ φουσάτα ὅπου εἴχασιν ἐτότε οἱ πελλεγρῖνοι, καὶ ἔπεσεν κι ἀπέθανεν, καθὼς σὲ τὸ ἀφηγήθην. Εἶχεν κι ἄλλους δύο ἀδελφοὺς δευτέρους ἀπὸ αὖτον.
Κι ὥσὰν ἀκοῦσαν κι ἔμαθαν τὸ πὼς οἱ Φράγκοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ ὑπαγαῖναν στὴν Συρίαν μὲ θέλημα τοῦ Πάπα, ἀφῆκσν τὸ ταξίδιν τους κι ἀπῆλθαν εἰς τὴν Πόλιν
κι ἐκέρδισαν τὴ Ρωμανίαν κι ἐγίνησαν ἀφέντες, βουλὴν ἀπήρασιν ὁμοῦ ἐκεῖνοι οἱ δύο αὐταδέλφοι,νὰ μείνη ἔνας ἀπὸ αὐτοὺς ἐκεῖ εἰς τὸ ἰγονικόν τους,κι ὁ ἄλλος νὰ ἀπέλθη εἰς Ρωμανίαν διὰ νὰ κερδίση τόπον. Λοιπὸν ὡς τὸ ἔχει ἐριζικὸν ἡ χάρις τῶν ἀνθρώπων,
κι οὐδέν ὁμοιάζουν οἱ ἀδελφοὶ εἰς πῤόσοψιν καὶ χᾴριν, ἧτον ὁ ὑστερνότερος ἀπὸ τοὺς δύο αὐταδέλφους ὁ κάτι ἐπιδεξιώτερος καὶ φρονιμώτερός τους.
Κι ἰσιάστηκαν οἱ δύο ἀδελφοί, ὁ πρῶτος ν’ ἐνεμείνη εκεῖσε εἰς τὸ κοντάτο του ἐκεῖνο τῆς Τσαμπάνιας, κὶ ὁ δεύτερος ἀπὸ τοὺς δύο - μισὶρ Γουλιάμος ἄκω,
εἶχεν καὶ ἐπίκλην ὁ λόγου του, τὸν λέγαν ντέ Σαλοῦθε - νὰ εὕρη φουσάτα ὅσα ἠμπορεῖ νὰ ἐπάρη μετὰ ἐκεῖνον,κι ἐκεῖνος νὰ ἔλθη εἰς Ρωμανίαν τοῦ νὰ ἔχη κουγκεστήσει
κάστρη καὶ χώρας τίποτε νὰ τὰ ἔχη ἰγονικά του. Ὁ κόντος γὰρ τοῦ ἐξέδωκεν ὅσον λογάριν εἶχε,καὶ εἶπεν του: «᾽Αδελφούτσικε, ἀφῶν ἐγὼ ἐνεμένω ἀφέντης εἰς τὰ κάστρη μας κι εἰς τὸ ἰγονικόν μας, ἔπαρε τὸ λογάριν μας καὶ τὰ κοινά μας ὅλα
κι ἄμε μὲ τὴν εὐχίτσα μου, ὁμοίως καὶ τοῦ πατρός μας, κι ἐλπίζω εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὅτι νὰ εὐτυχήσης ».
᾽Εν τούτω ἐπεριεσώρεψεν κι ἐρόγεψενχ φουσάτα·εἰς τὸν Μπουργούνιαν, ἔστειλεν, ἦλθαν πολλοὶ μετ’ αὖτον˙οἱ μὲν τὴν ρόγαν· ἔπαιρναν κι ἐρχόντησαν μετ’ αὖτον, ἄλλοι τινές, ὁποὺ ἤσασι κι ἐκεῖνοι φλαμουριάροι, ὁποὺ ἧσαν πλούσιοι ἄνθρωποι, ἥλθασι μετ’ ἐκεῖνον,
ὁ κατὰ εἰς διὰ λόγου του τοῦ νὰ ἔχη κουγκεστήσει. Στὴν Βενετίαν ἀπόστειλεν τὰ πλευτικὰ νὰ ὁρμώσουν, κι εὐθέως τὰ οἰκονόμησαν ὅσα ἤθελαν κι ἐχρῆζαν. Τὸν Μάρτιον μήναν ἤλθασιν κι ἀπέρασαν ἀπέκει,
κι εἰς τὸν Μορέαν ἐφτάσασιν εἰς τοῦ Μαΐου τὴν πρώτην ἐκεῖσε ἀποσκάλωσαν στὴν Ἀχαΐαν τὸ λέγουν, ὁποὺ ἔνι ἐδῶθε τῆς Πατροῦ κὰν δεκαπέντε μίλια·εὐθέως καστέλιν ἔχτισαν ὅλον μὲ τὰ πλιθάρια.
᾽Ετότε γὰρ ὁποὺ λαλῶ κι εἰς τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ὁ τόπος ὅλος τοῦ Μορέως, ὅσος καὶ περιέχει, τὸ λέγουν Πελοπόννεσον, οὕτως τὸν ὀνομάζουν, οὐδὲν εἶχεν καταπαντοῦ μόνον δώδεκα κάστρη. Λοιπὸν ἀφότου ἐπέζεψαν ἐκεῖ εἰς τὴν Ἀχαΐαν,
ἐξέβησαν τὰ ἄλογα ἀπέσω ἐκ τὰ καράβια,κὰν δύο ἡμέρες ἐνέμειναν ἕως οὗ νὰ τὰ ἀναπάψουν.Κι ἐνταῦθα ἐκαβαλίκεψαν, ἀπῆλθαν εἰς τὴν Πάτραν·τὸ κάστρον ἐτριγύρισαν, ὡσαύτως καὶ τὴν χώραν, τὰ τριπουτσέτα ἐστήσασιν γύρω καταπαντόθεν, τοὺς τζαγρατόρους ἔβαλαν, τὸν πόλεμον ἀρχάσαν·
κι ἀπὸ τοῦ πλήθους τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ θαρσέου πολέμου, ἀπὸ τοῦ πρώτου ἐσέβησαν στὴν χώραν τὴν ἀπ’ ἕξω.Κι ἀφῶν τὴν χώραν πήρασιν, ἐκεῖνοι γὰρ τοῦ κάστρου
καὶ εὐθέως ἐσυμβιβάστηκαν, τὸ κάστρον παρεδῶκαν μετὰ συνθήκας κι ἀφορμὴν νὰ ἕχουσι τὰ ἐδικά τους, ὁ κατὰ εἶς τὸ ὁσπίτι του ὁμοίως καὶ τὸ ἐδικόν του.
Κι ἀφῶν τὴν Πάτραν πήρασι, τὲς φύλαξες ἐβάλαν, τὸ κάστρον ἐσωτάρχισαν, εἶθ’ οὕτως καὶ τὴν χώραν ἀπὸ λαὸν καὶ ἄρματα, ὡς ἔπρεπεν κι ἀρμόζει·
κι ἀπαύτου ὀπίσω ἐστράφησαν ἐκεῖ εἰς τὴν Ἀχαΐαν. Βουλὴν ἀπῆραν μ’ ἐκεινοὺς τοὺς τοπικοὺς Ρωμαίους, ὁποὺ τοὺς τόπους ἔξευραν, τοῦ καθενὸς τὴν πρᾶξιν,κι εἶπαν κι ἐσυμβουλέψαν τους τὸ πῶς ἔνι ἡ ᾽Ανδραβίδα, ἡ χώρα ἡ λαμπρότερη στὸν κάμπον τοῦ Μορέως·
ὡς χώρα γὰρ ἀπολυτὴ κείτεται εἰς τὸν κάμπον, οὔτε πύργους, οὔτε τειχέα ἔχει κανόλως ᾽ς αὕτην.
᾽Εν τούτῳ ὁρμήσασιν ἐκεῖ, ὁλόρθα ὑπαγαίνουν, ἐξάπλωσαν τὰ φλάμπουρα τοῦ καθενὸς φουσάτου˙ κι ἀφότου ἐπλησίασαν ἐκεῖ στὴν Ἀνδραβίδα,
κι ἐμάθασιν οἱ Ἀνδραβισαῖοι ὅτι ἔρχονται οἱ Φράγκοι, ἐξέβησαν μὲ τοὺς σταυροὺς ὁμοίως με τας εικόναςοἱ ἄρχοντες καὶ τὸ κοινὸ τῆς χώρας, Ανδραβίδου,καὶ ἦλθαν κι ἐπροσκύνησαν τὸν Καμπανέση ἐκεῖνου. Κι ἐκεῖνος, ὡς παμφρόνιμος, καλὰ τοὺς ἀποδέχτη, ὤμοσεν κι ὑπισκήθη τους νὰ μὴ τοὺς ἀδικήση,
οὔτε ζημία νὰ λάβουσιν ἀπὸ τὰ ἰγονικά τους, τιμήν, δωρεὰς νὰ ἔχουσιν κι εὐεργεσίας μεγάλας.῞Ολοι τοῦ ὑπωμόσασιν δοῦλοι του ν’ ἀποθάνουν. Κι ὅσον ἀπεκατέστησεν τὴν χώραν Ἀνδραβίδας,βουλὴν ἐπῆρεν μετ’ αὐτοὺς τὸ ποῦ νὰ φουσατέψη. ᾽Εν τούτῳ ἐδόθη ἡ βουλὴ στὴν Κόρινθον νὰ ἀπέλθουν, διὰ τὸ ἔνι κάστρον φοβερόν, τὸ κάλλιον τῆς Ρωμανίας, καὶ ἔνι τὸ κεφάλαιον, ὅπερ γὰρ ἀφεντεύει
ὅλην τὴν Πελοπόννεσον, ὅσον κρατεῖ ὁ Μορέας. ᾽Επεί, ἂν προστάξη ὁ Θεὸς καὶ προσκυνήση ἡ Κόρινθος, ὅλα τὰ κάστρη τὰ ἕτερα τοῦ τόπου τοῦ Μορέως
ἄνευ σπαθίου καὶ πόλεμου θέλουσιν προσκυνήσει. Κι ἀφότου ἐδόθη ἡ βουλὴ ἐκείνη ὁποὺ σὲ λέγω, ὄρθωσεν κι ἄφηκε λαὸν ἐκεῖ στὴν Ἀνδραβίδα
καὶ ἄλλον εἰς τὴν Ἀΐχαῖαν, καὶ τρίτον εἰς τὴν Πάτραν, καὶ ὅρισεν τὰ πλευτικὰ νὰ ὑπάγουν τῆς θαλάσσου, κι ἐκεῖνος μὲ τὸν ἕτερον λαὸν γὰρ τοῦ φουσάτου
εἰς τὴν Βοστίτσαν ἔδραμεν κι ἐδιάβη εἰς τὴν Κόρινθον. Κι ἀφότου ἀπεσώσασιν ἐκεῖσε εἰς τὴν χώραν τὸν γύρον τέντας ἔστησαν, ἐπιάσαν τὲς κατοῦνες.
Τὸ κάστρον γὰρ τῆς Κόρινθος κεῖται ἐπάνω εἰς ὄρος· βουνὶν ὑπάρχει θεόχτιστον, καὶ ποῖος νὰ τὸ ἐγκωμιάση; ἡ χώρα γὰρ εὑρίσκετον κάτωθεν εὶς τὸν κάμπον,
μὲ πύργους γὰρ καὶ μὲ τειχέα καλὰ περικλεισμένη. Λοιπὸν εὑρίσκετον ἐκεῖ τότε ὁποὺ σὲ γράφω ὁκάποιος μέγας ἄνθρωπος καὶ φοβερὸς στρατιώτης, κι εἶχεν τὴν Κόρινθο, ἀλλὰ δὴ τὸ Ἄργος καὶ Ἀνάπλι·
ὡς κεφαλὴ καὶ φυσικὸς ἀφέντης τὰ ὑποκράτει ἐκ μέρους γὰρ τοῦ βασιλέως ἐκείνου τῶν Ρωμαίων. Σγουρὸν τὸν ὀνομάζασιν, οὕτως εἶχεν τὸ ἐπίκλην· κι ὡς ἐπληροφορέθηκεν ὅτι ἔρχονται οἱ Φράγκοι, ἀπὸ τὴν χώρα ἐξήβαλεν γυναῖκες καὶ παιδία,
ὡσαύτως καὶ τὸν λίον λαὸν ὁποὺ ἄρματα ἐβαστοῦσαν, κι ἀπάνω τοὺς ἀνέβασεν στὸ κάστρον τῆς Κορίνθου· κι έκεῖνος γὰρ ἐνέμεινεν ἐκεῖσε εἰς τὴν χώραν μὲ ὅσοι ἐβαστοῦσαν ἄρματα γιὰ νὰ τὴν διαφεντέψη. Ἀφότου γὰρ ἀπέσωσεν ἐκεῖσε ὁ Καμπανέσης, ὡσὰν σὲ τὸ ἀφηγήσομαι, στῆς Κόρινθος τὴν χώραν, κι ἔβαλεν τὰ φουσάτα του καὶ περιεγύρισέ την. Ἀφῆκεν κι ἀναπαύτηκαν ἐκείνην τὴν ἡμέραν· ἐπὶ τῆς αὐρίου γὰρ τὸ πρωί, ὡσὰν ἐξημερῶσεν, ἐδῶκαν τὰ σαλπίγγια τους, τὸυ πόλεμον ἀρχάσαν.
Τὰ τριπουτσέτα ἐσύρνασιν γύρωθεν εἰς τοὺς πύργους, κι οἱ τζάγρες οὐκ ἀφήνασιν ἄνθρωπον νὰ προσκύψη ἕξω ἐκ τὰ δόντια τοῦ τειχίου νὰ ἰδοῦν τὸ ποῖος τοξεύει. Τὲς σκάλες ὁποὺ εἴχασιν ἐστῆσαν εἰς τοὺς τοίχους, κι εὐθέως ἀπέσω ἐσέβησαν, ἐπιάσασιν τὴν χώραν. Ὁσοὶ ἐπαρεδόθησαν ἐλεημοσύνην ηὗραν οἱ δὲ ποὺ εἰς πόλεμο ἕστηκαν ἀπὸ σπαθίου ἀποθάναν. Ὁ Σγουρὸς γὰρ ὡς φρόνιμος καὶ βέβηλος ὁποὺ ἦτον, ἔφυγεν καὶ ἀνέβηκεν ἐκεῖ ἀπάνω εἰς τὸ κάστρον.
ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ
The Chronicle of Morea, edited in two parallel texts from the MSS of Copenhagen and Paris by JOHN SCHMITT, London, 1904.
᾽Εκ τοῦ κώδικος τῆς Κοπεγχάγης, στίχ. 1340 - 1485 )



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.