ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 14
Ματθ. 14,1 Ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἤκουσεν Ἡρῴδης
ὁ τετράρχης τὴν ἀκοὴν Ἰησοῦ.
Ματθ. 14,1 Κατά τον καιρόν εκείνος ο Ηρώδης Αντίπας, ο
τετράρχης της Γαλιλαίας, επληροφορήθη την φήμην του Ιησού,
Ματθ. 14,2 καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ· οὗτός
ἐστιν Ἰωάννης ὁ βαπτιστής· αὐτὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ
δυνάμεις ἐνεργοῦσιν ἐν αὐτῷ.
Ματθ. 14,2 και είπεν στους ανθρώπους του περιβάλλοντός του·
“αυτός είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, τον οποίον εγώ αποκεφάλισα· αυτός ανεστήθη
εκ των νεκρών και δια τούτο ενεργούν δι' αυτού αι θαυματουργικαί δυνάμεις”.
Ματθ. 14,3 ὁ γὰρ Ἡρῴδης κρατήσας τὸν Ἰωάννην
ἔδησεν αὐτὸν καὶ ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ
αὐτοῦ.
Ματθ. 14,3 Διότι ο Ηρώδης είχε συλλάβει τον Ιωάννην, τον έδεσε
και τον έρριψεν εις την φυλακήν εξ αιτίας της Ηρωδιάδος, με την οποίαν
παρανόμως συζούσε, διότι αυτή ήτο σύζυγος του αδελφού του Φιλίππου.
Ματθ. 14,4 ἔλεγε γὰρ αὐτῷ ὁ Ἰωάννης· οὐκ ἔξεστί
σοι ἔχειν αὐτήν.
Ματθ. 14,4 Επειδή έλεγεν εις αυτόν ο Ιωάννης· “δεν σου
επιτρέπεται να συζής με αυτήν”.
Ματθ. 14,5 καὶ θέλων αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἐφοβήθη
τὸν ὄχλον, ὅτι ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον.
Ματθ. 14,5 Και ενώ ήθελε να τον θανατώση, δεν τον εθανάτωνε,
διότι εφοβείτο τα πλήθη του λαού, τα οποία εθεωρούσαν τον Ιωάννην ως προφήτην.
Ματθ. 14,6 γενεσίων δὲ ἀγομένων τοῦ Ἡρῴδου
ὠρχήσατο ἡ θυγάτηρ τῆς Ἡρῳδιάδος ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἤρεσε τῷ Ἡρῴδη·
Ματθ. 14,6 Οταν όμως ο Ηρώδης εώρταζε τα γενέθλιά του,
εχόρευσε με τέχνην και προκλητικότητα η κόρη της Ηρωδιάδος, η Σαλώμη, ενώπιον
των προσκεκλημένων και ήρεσεν ο χορός της στον Ηρώδην.
Ματθ. 14,7 ὅθεν μεθ᾿ ὅρκου ὡμολόγησεν αὐτῇ
δοῦναι ὃ ἐὰν αἰτήσηται.
Ματθ. 14,7 Δια τούτο υπεσχέθη εις αυτήν με όρκον δημοσία, να
της δώση ο,τιδηποτε και αν του ζητήση.
Ματθ. 14,8 ἡ δέ, προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς
μητρὸς αὐτῆς, δός μοι, φησίν, ὧδε επὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ.
Ματθ. 14,8 Εκείνη δε καθοδηγηθείσα από την μητέρα της είπε·
“δος μου εδώ επάνω στο πιάτο το κεφάλι του Ιωάννου του Βαπτιστού”.
Ματθ. 14,9 καὶ ἐλυπήθη ὁ βασιλεύς, διὰ δὲ
τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους ἐκέλευσε δοθῆναι,
Ματθ. 14,9 Και εστενοχωρήθη μεν ο βασιλεύς, αλλά δια τους
όρκους και δια να μη εκτεθή στους συνδαιτημόνας ως επίορκος, διέταξε να δοθή η
κεφαλή του Ιωάννου.
Ματθ. 14,10 καὶ πέμψας ἀπεκεφάλισε τὸν Ἰωάννην
ἐν τῇ φυλακῇ.
Ματθ. 14,10 Και έστειλε δήμιον και αποκεφάλισε τον Ιωάννην εις
την φυλακήν.
Ματθ. 14,11 καὶ ἠνέχθη ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐπὶ
πίνακι καὶ ἐδόθη τῷ κορασίῳ, καὶ ἤνεγκε τῇ μητρὶ αὐτῆς.
Ματθ. 14,11 Και έφεραν την κεφαλήν αυτού επάνω εις ένα πιάτο και
την έδωσαν εις την κόρην και εκείνη την έφερεν εις την μητέρα της.
Ματθ. 14,12 καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ
ἦραν τὸ σῶμα καὶ ἔθαψαν αὐτό, καὶ ἐλθόντες ἀπήγγειλαν τῷ Ἰησοῦ.
Ματθ. 14,12 Επήγαν κατόπιν οι μαθηταί του Ιωάννου, επήραν το σώμα
αυτού και το έθαψαν. Επειτα δε ήλθαν στον Ιησούν και ανήγγειλαν εις αυτόν το
θλιβερόν γεγονός.
Ματθ. 14,13 Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν
ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημον τόπον κατ᾿ ἰδίαν· καἰ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν αὐτῷ
πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων.
Ματθ. 14,13 Οταν δε ο Ιησούς ήκουσε αυτά, ανεχώρησε από εκεί με
πλοίον εις έρημον τόπον, όπου έμεινε μόνος με τους μαθητάς του. Οταν όμως
επληροφορήθησαν τα πλήθη την αναχώρησιν του Ιησού, τον ηκολούθησαν πεζή από τας
πόλεις.
Ματθ. 14,14 Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον,
καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀῤῥώστους αὐτῶν.
Ματθ. 14,14 Και όταν εβγήκεν ο Ιησούς από εκεί που έμενεν, είδε
πολύν λαόν, επλαγχνίσθη αυτούς και εθεράπευσεν όλους όσοι ήσαν άρωστοι.
Ματθ. 14,15 ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ
οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον
τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα.
Ματθ. 14,15 Αργά δε το απόγευμα προσήλθαν οι μαθηταί και του
είπαν· “ο τόπος είναι έρημος και η ώρα έχει περάσει· διέλυσε τα πλήθη, ώστε να
πάνε εις τα γύρω χωριά και να αγοράσουν δια τον εαυτόν τους τροφάς”.
Ματθ. 14,16 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ
χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν.
Ματθ. 14,16 Ο δε Ιησούς τους είπεν· “δεν έχουν ανάγκην να πάνε·
δώστε τους σεις να φάγουν”. (Και είπε τούτο, δια να δώση ευκαιρίαν στους
μαθητάς να δείξουν την αγάπην των, αλλά και δια να τους προπαρασκευάση
ψυχολογικώς δια το θαύμα).
Ματθ. 14,17 οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε
εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας.
Ματθ. 14,17 Εκείνοι δε του είπαν· “εδώ δεν έχομεν παρά μόνον
πέντε άρτους και δύο ψάρια”.
Ματθ. 14,18 ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε.
Ματθ. 14,18 Ο δε Ιησούς είπε “φέρετέ τα εδώ εις εμέ”.
Ματθ. 14,19 καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι
ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν
οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς
ὄχλοις.
Ματθ. 14,19 Και αφού συνέστησε εις τα πλήθη να καθήσουν επάνω εις
τα χόρτα, επήρε τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια, εσήκωσε τα μάτια στον
ουρανόν, δια να ευχαριστήση τον ουράνιον Πατέρα, ευλόγησε, έκοψε τους άρτους
εις κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητάς και οι μαθηταί στους όχλους.
Ματθ. 14,20 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν,
καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις.
Ματθ. 14,20 Εφαγαν δε όλοι και εχόρτασαν και εμάζευσαν ο,τι
επερίσσευσεν από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα.
Ματθ. 14,21 οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ
πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων.
Ματθ. 14,21 Εκείνοι δε που έφαγαν ήσαν πέντε περίπου χιλιάδες,
εκτός από τας γυναίκας και τα παιδιά.
Ματθ. 14,22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς
μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ
τοὺς ὄχλους.
Ματθ. 14,22 Και αμέσως ο Ιησούς ηνάγκασε τους μαθητάς να
εισέλθουν στο πλοίον και να πάνε προ αυτού στο απέναντι μέρος, μέχρις ότου
αυτός απολύση τα πλήθη του λαού. (Τούτο δε το έκαμε δια να μη παρασυρθούν και
οι μαθηταί από τον άκριτον ενθουσιασμόν των ανθρώπων αυτών, που ήθελαν να τον
ανακηρύξουν βασιλέα).
Ματθ. 14,23 καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς
τὸ ὄρος κατ᾿ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ.
Ματθ. 14,23 Αφού δε διέλυσε τα πλήθη, ανέβη στο όρος, δια να
προσευχηθή μόνος και απερίσπαστος. Οταν δε άρχισε να νυκτώνη, ήτο μόνος.
Ματθ. 14,24 τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς
θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος.
Ματθ. 14,24 —Το δε πλοίον ευρίσκετο στο
μέσον της θαλάσσης και εταλαιπωρείτο πολύ από τα κύματα, διότι ήτο αντίθετος ο
άνεμος.
Ματθ. 14,25 τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε
πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης.
Ματθ. 14,25 Κατά δε τα χαράματα, το τέταρτον τρίωρον της νυκτός,
κατά τον χρόνον που η τετάρτη βάρδια των φρουρών ανελάμβανε υπηρεσίαν, ήλθεν ο
Ιησούς προς τους μαθητάς περιπατών επάνω εις την θάλασσαν.
Ματθ. 14 ,26 καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ
τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ
φόβου ἔκραξαν.
Ματθ. 14,26 Οταν δε τον είδαν οι μαθηταί να περιπατή επάνω εις
την θάλασσαν, εταράχθησαν και έλεγαν ότι είναι φάντασμα και από τον φόβον
έκραξαν.
Ματθ. 14,27 εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς
λέγων· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε.
Ματθ. 14,27 Αμέσως όμως ωμίλησεν ο Ιησούς προς αυτούς και τους
είπε· “θάρρος, εγώ είμαι· μη φοβείσθε”.
Ματθ. 14,28 ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε·
Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα.
Ματθ. 14,28 Απεκρίθη δε εις αυτόν ο Πετρος και είπε· “Κυριε, εάν
είσαι συ, διάταξέ με να έλθω προς σε περιπατών επάνω εις τα νερά”.
Ματθ. 14,29 ὁ δὲ εἶπεν, ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ
τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν.
Ματθ. 14,29 Ο δε Κυριος του είπε· “έλα”. Κατέβηκε ο Πετρος από το
πλοίον και επεριπάτησε επάνω εις τα νερά, δια να έλθη στον Ιησούν.
Ματθ. 14,30 βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη,
καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με.
Ματθ. 14,30 Οταν όμως είδε τον άνεμον ισχυρόν, εφοβήθη, εκλονίσθη
η πίστις του, ήρχισε να βυθίζεται και εφώναξε δυνατά λέγων· “Κυριε σώσε με”.
Ματθ. 14,31 εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν
χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;
Ματθ. 14,31 Αμεσως δε ο Ιησούς άπλωσε το χέρι του, τον έπιασε και
του είπε· ολιγόπιστε διατί εκλονίσθης εις την πίστιν και εδειλίασες;”
Ματθ. 14,32 καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον
ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος·
Ματθ. 14,32 Οταν δε ανέβησαν στο πλοίον, έπαυσε ο άνεμος.
Ματθ. 14,33 οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες
προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ.
Ματθ. 14,33 Οι μαθηταί, που ήσαν στο πλοίον, ήλθαν,
εγονάτισαν με σεβασμόν προς αυτόν και
είπαν· “αληθινά συ είσαι Υιός του Θεού”.
Ματθ. 14,34 Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν
γῆν Γεννησαρέτ.
Ματθ. 14,34 Και αφού διέσχισαν την θάλασσαν, ήλθαν εις την χώραν
της Γεννησαρέτ.
Ματθ. 14,35 καὶ ἐπιγνόντες αὐτὸν οἱ ἄνδρες
τοῦ τόπου ἐκείνου ἀπέστειλαν εἰς ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ
πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας,
Ματθ. 14,35 Οι δε άνθρωποι του τόπου εκείνου μόλις τον
αντελήφθησαν, έστειλαν αγγελιοφόρους εις όλην την περιοχήν εκείνην, δια να
αναγγείλουν την έλευσίν του, και του έφεραν όλους τους ασθενείς.
Ματθ. 14,36 καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν
μόνον ἅψωνται τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· καὶ ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν.
Ματθ. 14,36 Τον παρακαλούσαν δε να τους επιτρέψη, έστω και να
εγγίσουν μόνον την άκρη από το ιμάτιόν του· και όσοι το ήγγισαν εθεραπεύθησαν.
ΚΑΤΑ
ΜΑΤΘΑΙΟΝ 15
Ματθ. 15,1 Τότε προσέρχονται τῷ Ἰησοῦ οἱ ἀπὸ
Ἱεροσολύμων γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι λέγοντες·
Ματθ. 15,1 Τοτε προσήλθαν στον Ιησούν οι γραμματείς και οι
Φαρισαίοι, κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και του είπαν·
Ματθ. 15,2 διατί οἱ μαθηταί σου
παραβαίνουσι τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων; οὐ γὰρ νίπτονται τὰς χεῖρας αὐτῶν ὅταν
ἄρτον ἐσθίωσιν.
Ματθ. 15,2 “Διατί οι μαθηταί σου παραβαίνουν την παράδοσιν των
πρεσβυτέρων, δηλαδή των παλαιοτέρων διδασκάλων μας; Αυτό δε φαίνεται από το
γεγονός ότι, όταν πρόκειται να φάγουν ψωμί, δεν πλύνουν τα χέρια των”.
Ματθ. 15,3 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς·
διατί καὶ ὑμεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν;
Ματθ. 15,3 Εκείνος δε απεκρίθη και τους είπε· “διατί και σεις
παραβαίνετε την εντολήν του Θεού χάριν της παραδόσεώς σας;
Ματθ. 15,4 ὁ γὰρ Θεὸς ἐνετείλατο λέγων·
τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα· καὶ ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα θανάτῳ
τελευτάτω.
Ματθ. 15,4 Διότι, ενώ ο Θεός διέταξε και είπε· Τιμα τον πατέρα
σου και την μητέρα σου· και εκείνος που υβρίζει και βλασφημεί τον πατέρα του η
την μητέρα του πρέπει να καταδικάζεται εις θάνατον,
Ματθ. 15,5 ὑμεῖς δὲ λέγετε· ὃς ἂν εἴπῃ τῷ
πατρὶ ἢ τῇ μητρί, δῶρον ὃ ἐὰν ἐξ ἐμοῦ ὠφεληθῇς, καὶ οὐ μὴ τιμήσῃ τὸν πατέρα αὐτοῦ
ἢ τὴν μητέρα αὐτοῦ·
Ματθ. 15,5 σεις εξ αντιθέτου λέγετε· Οποιος θα πη στον πατέρα
του η την μητέρα του, αυτό που μου ζητείς να σου δώσω δια την εξυπηρέτησίν σου,
θα το προσφέρω αφιέρωμα στον Θεόν, αυτός απαλλάσεται από την υποχρέωσιν να
βοηθήση τον πατέρα του η την μητέρα του.
Ματθ. 15,6 καὶ ἠκυρώσατε τὴν ἐντολὴν τοῦ
Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν.
Ματθ. 15,6 Και έτσι έχετε αχρηστεύσει και περιφρονήσει την
εντολήν του Θεού εξ αιτίας αυτής της παραδόσεώς σας.
Ματθ. 15,7 ὑποκριταί! καλῶς προεφήτευσε
περὶ ὑμῶν Ἡσαΐας λέγων·
Ματθ. 15,7 Υποκριταί! Πολύ σωστά επροφήτευσε για σας ο Ησαΐας,
λέγων·
Ματθ. 15,8 ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ
στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόῤῥω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ·
Ματθ. 15,8 Ο λαός αυτός με πλησιάζει μόνον με το στόμα και με
τιμά μόνον με τα χείλη (η ευσέβειά του δηλαδή περιορίζεται εις υποκριτικά
λόγια), η δε καρδία των απέχει πολύ από εμένα.
Ματθ. 15,9 μάτην δὲ σέβονταί με,
διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων.
Ματθ. 15,9 Ανώφελα δε με σέβονται, διότι αφίνουν την ιδικήν
μου αλήθειαν και διδάσκουν εντολάς και διδασκαλίας ανθρώπων”.
Ματθ. 15,10 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον εἶπεν
αὐτοῖς· ἀκούετε καὶ συνίετε·
Ματθ. 15,10 Και αφού επροσκάλεσε τα πλήθη του λαού, τους είπε·
“ακούσατε καλά και εννοήσατε αυτά που θα σας πω.
Ματθ. 15,11 οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ στόμα
κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦτο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.
Ματθ. 15,11 Δεν μολύνει τον άνθρωπον αυτό που εισέρχεται στο
στόμα, αλλά εκείνο που βγαίνει από το στόμα. Αυτό τον μολύνει”.
Ματθ. 15,12 τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ
εἶπον αὐτῷ· οἶδας ὅτι οἱ Φαρισαῖοι ἐσκανδαλίσθησαν ἀκούσαντες τὸν λόγον;
Ματθ. 15,12 Τοτε ήλθαν προς αυτόν οι μαθηταί του και του είπαν·
“γνωρίζεις ότι οι Φαρισαίοι επειράχθηκαν και εθύμωσαν, όταν άκουσαν αυτά τα
λόγια;”
Ματθ. 15,13 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε· πᾶσα
φυτεία ἣν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος ἐκριζωθήσεται.
Ματθ. 15,13 Εκείνος δε απεκρίθη και είπε· “όσα φυτά δεν εφύτευσε
ο Πατήρ μου ο ουράνιος, θα ξερριζωθούν.
Ματθ. 15,14 ἄφετε αὐτούς· ὁδηγοί εἰσι τυφλοὶ
τυφλῶν· τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται.
Ματθ. 15,14 Αφήσατέ τους· είναι τυφλοί, οδηγοί άλλων τυφλών· εάν
δε ένας τυφλός οδηγή ένα άλλον τυφλόν, θα πέσουν και οι δύο εις βαθύν λάκκον”.
Ματθ. 15,15 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ·
φράσον ἡμῖν τὴν παραβολὴν ταύτην.
Ματθ. 15,15 Επήρε τον λόγον τότε ο Πετρος και του είπε· “εξήγησε
μας αυτήν την παραβολήν που είπες προηγουμένως”.
Ματθ. 15,16 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἀκμὴν καὶ ὑμεῖς
ἀσύνετοί ἐστε;
Ματθ. 15,16 Ο δε Ιησούς είπε· “ακόμη και σεις που τόσον χρόνον
είσθε μαζή μου, δεν ημπορείτε να καταλάβετε το νόημα των λόγων μου;
Ματθ. 15,17 οὔπω νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ εἰσπορευόμενον
εἰς τὸ στόμα εἰς τὴν κοιλίαν χωρεῖ καὶ εἰς ἀφεδρῶνα ἐκβάλλεται;
Ματθ. 15,17 Ακόμη δεν καταλαβαίνετε ότι εκείνο που εισέρχεται στο
στόμα, προχωρεί εις την κοιλίαν και απορρίπτεται στο αφοδευτήριον;
Ματθ. 15,18 τὰ δὲ ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ
στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.
Ματθ. 15,18 Εκείνα όμως που βγαίνουν από το στόμα, εξέρχονται από
την καρδιά, και αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπον.
Ματθ. 15,19 ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται
διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι,
βλασφημίαι.
Ματθ. 15,19 Διότι από την καρδιά βγαίνουν αμαρτωλαί σκέψεις και
επιθυμίαι, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι.
Ματθ. 15,20 ταῦτά ἐστι τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον·
τὸ δὲ ἀνίπτοις χερσὶ φαγεῖν οὐ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.
Ματθ. 15,20 Αυτά είναι που κάνουν ακάθαρτον ενώπιον του Θεού τον
άνθρωπον· το δε να φάγη κανείς με άπλυτα χέρια, δεν μολύνει τον άνθρωπον”.
Ματθ. 15,21 Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν
εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος.
Ματθ. 15,21 Αναχωρήσας δε από εκεί ο Ιησούς επήγε εις τα μέρη
Τυρου και Σιδώνος.
Ματθ. 15,22 καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων
ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ
θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται.
Ματθ. 15,22 Και ιδού μία γυναίκα Χαναναία, εβγήκε από τα όρια της
περιοχής εκείνης και με μεγάλην κραυγήν του έλεγεν· “ελέησέ με, Κυριε υιέ του
Δαυΐδ· η κόρη μου βασανίζεται φρικτά από πονηρόν δαιμόνιον”.
Ματθ. 15,23 ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ
προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει
ὄπισθεν ἡμῶν.
Ματθ. 15,23 Εκείνος δε δεν της είπε ούτε μίαν λέξιν εις
απάντησιν. Προσήλθαν προς αυτόν οι μαθηταί του και τον παρακαλούσαν, λέγοντες·
“άκουσε την παράκλησίν της, λυπήσου την, κάμε της αυτό που με τόσον σπαραγμόν
σου ζητεί, και άφησέ την να φύγη, διότι μας ακολουθεί από κοντά και κράζει”.
Ματθ. 15,24 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην
εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ.
Ματθ. 15,24 Εκείνος απήντησε· “δεν έχω σταλή παρά μόνον για τα
χαμένα πρόβατα του Ισραηλιτικού λαού”.
Ματθ. 15,25 ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ
λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι.
Ματθ. 15,25 Αυτή δε ήλθε τότε εμπρός στον Ιησούν, εγονάτισε με
ευλάβειαν και είπε· “Κυριε, βοήθησέ με”.
Ματθ. 15 ,26 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι
καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις.
Ματθ. 15,26 Εκείνος απήντησε και είπε· “δεν είναι καλόν να πάρη
κανείς το ψωμί από τα τέκνα του και να το ρίψη εις τα σκυλάκια”.
Ματθ. 15,27 ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ
κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν.
Ματθ. 15,27 Εκείνη δε είπε· “ναι, Κυριε, σωστό είναι αυτό· αλλά
και τα σκυλάκια τρώγουν από τα ψίχουλα, που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων
των”.
Ματθ. 15,28 τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ·
ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ
τῆς ὥρας ἐκείνης.
Ματθ. 15,28 Οταν δε ο Ιησούς ήκουσε αυτούς τους γεμάτους πίστιν
και ταπείνωσιν λόγους, είπε· “ω γύναι, μεγάλη είναι η πίστις σου! Ας γίνη προς
χάριν σου, όπως ακριβώς θέλεις”. Και εθεραπεύθη η κόρη της από την στιγμήν
εκείνην.
Ματθ. 15,29 Καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἦλθε
παρὰ τὴν θάλασαν τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἀναβὰς εἰς τὸ ὄρος ἐκάθητο ἐκεῖ.
Ματθ. 15,29 Αναχωρήσας δε από εκεί ο Ιησούς ήλθε κοντά εις την
θάλασσαν της Γαλιλαίας, ανέβηκε στο όρος και εκάθητο εκεί.
Ματθ. 15,30 καὶ προσῆλθον αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἔχοντες
μεθ᾿ ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κυλλοὺς καὶ ἑτέρους πολλούς, καὶ ἔῤῥιψαν αὐτοὺς
παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς,
Ματθ. 15,30 Και ήλθαν εις αυτόν πολλά πλήθη ανθρώπων, που είχαν
μαζή των χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κουλλούς και άλλους πολλούς ασθενείς, τους
οποίους και έρριψαν εις τα πόδια του Ιησού. Και αυτός τους εθεράπευσε,
Ματθ. 15,31 ὥστε τοὺς ὄχλους θαυμάσαι
βλέποντας κωφοὺς ἀκούοντας, ἀλάλους λαλοῦντας, κυλλοὺς ὑγιεῖς, χωλοὺς περιπατοῦντας
καὶ τυφλοὺς βλέποντας· καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν Ἰσραήλ.
Ματθ. 15,31 ώστε να θαυμάζουν τα πλήθη του λαού βλέποντα κωφούς
να ακούουν, βωβούς να ομιλούν, κουλλούς υγιείς, χωλούς να περιπατούν και
τυφλούς να βλέπουν. Και εδόξασαν όλοι τον Θεόν του Ισραήλ.
Ματθ. 15,32 Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος τοὺς
μαθητὰς αὐτοῦ εἶπε· σπλαγχνίζομαι ἐπὶ τὸν ὄχλον, ὅτι ἤδη ἡμέραι τρεῖς
προσμένουσί μοι καὶ οὐκ ἔχουσι τί φάγωσι· καὶ ἀπολῦσαι αὐτοὺς νήστεις οὐ θέλω,
μήποτε ἐκλυθῶσιν ἐν τῇ ὁδῷ.
Ματθ. 15,32 Ο δε Ιησούς επροσκάλεσε τους μαθητάς του και είπε·
“σπλαγχνίζομαι τον λαόν αυτόν, ότι τρεις τώρα ημέρας μένουν κοντά μου και δεν
έχουν τι να φάγουν. Δεν θέλω δε να τους αφήσω να γυρίσουν εις τα σπίτια των
νηστικοί, μήπως και παραλύσουν στον δρόμον και πέσουν από την πείναν”.
Ματθ. 15,33 καὶ λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ·
πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρτοι τοσοῦτοι ὥστε χορτάσαι ὄχλον τοσοῦτον;
Ματθ. 15,33 Και λέγουν προς αυτόν οι μαθηταί του· “από που
ημπορούμε να έχωμεν ημείς εδώ στον έρημον αυτόν τόπον τόσους άρτους, ώστε να
χορτάσωμεν τόσον πολύν λαόν;”
Ματθ. 15,34 καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς·
πόσους ἄρτους ἔχετε; οἱ δὲ εἶπον· ἑπτά, καὶ ὀλίγα ἰχθύδια.
Ματθ. 15,34 Και λέγει εις αυτούς ο Ιησούς· “πόσα ψωμιά έχετε;”
Εκείνοι δε απήντησαν· “επτά και κάτι λίγα ψαράκια”.
Ματθ. 15,35 καὶ ἐκέλευσε τοῖς ὄχλοις ἀναπεσεῖν
ἐπὶ τὴν γῆν.
Ματθ. 15,35 Και συνέστησε εις τα πλήθη, να καθήσουν κατά γης.
Ματθ. 15,36 καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους καὶ
τοὺς ἰχθύας, εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, οἱ δὲ μαθηταὶ
τοῖς ὄχλοις.
Ματθ. 15,36 Και αφού επήρε τους επτά άρτους και τα ψάρια,
ευχαρίστησε τον ουράνιον Πατέρα, τα έκοψε κομμάτια, και τα έδωκε στους μαθητάς
του και οι μαθηταί εις τα πλήθη.
Ματθ. 15,37 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν,
καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας πλήρεις·
Ματθ. 15,37 Εφαγαν δε όλοι και εχόρτασαν και εμάζεψαν ο,τι είχε
περισσεύσει από τα κομμάτια, επτά μεγάλα κοφίνια γεμάτα.
Ματθ. 15,38 οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν
τετρακισχίλιοι ἄνδρες χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων.
Ματθ. 15,38 Αυτοί δε που έφαγαν ήσαν τέσσαρες χιλιάδες άνδρες,
εκτός από τα γυναικόπαιδα.
Ματθ. 15,39 καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς
τὸ πλοῖον καὶ ἦλθεν εἰς τὰ ὅρια Μαγδαλά.
Ματθ. 15,39 Και αφού διέλυσε τα πλήθη, εμπήκε στο πλοίον και ήλθε
εις τα σύνορα Μαγδαλά, νοτίως της Καπερναούμ.
ΚΑΤΑ
ΜΑΤΘΑΙΟΝ 16
Ματθ. 16,1 Καὶ προσελθόντες οἱ Φαρισαῖοι
καὶ Σαδδουκαῖοι πειράζοντες ἐπηρώτησαν αὐτὸν σημεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτοῖς.
Ματθ. 16,1 Τοτε οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι (που ήσαν
άσπονδοι εχθροί μεταξύ των, αλλά τους ήνωσε το κοινόν μίσος τους κατά του
Χριστού) προσήλθαν στον Ιησούν και του εζητούσαν επιμόνως να δείξη εις αυτούς
θαύμα από τον ουρανόν, που να είναι σημείον ότι αυτός έχει σταλή από τον
ουράνιον Πατέρα. (Εζητούσαν δε αυτό, όχι διότι θα επίστευαν, αλλά δια να
πειράξουν τον Ιησούν και τον εκθέσουν ενώπιον του λαού).
Ματθ. 16,2 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ὀψίας
γενομένης λέγετε· εὐδία· πυῤῥάζει γὰρ ὁ οὐρανός·
Ματθ. 16,2 Εκείνος δε απεκρίθη και τους είπε· “όταν βραδιάση,
λέγετε· Θα έχωμεν καλοκαιρίαν, διότι είναι κοκκινωπός ο ουρανός.
Ματθ. 16,3 καὶ πρωΐ· σήμερον χειμών· πυῤῥάζει
γὰρ στυγνάζων ὁ οὐρανός. ὑποκριταί, τὸ μὲν πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ γινώσκετε
διακρίνειν, τὰ δὲ σημεῖα τῶν καιρῶν οὐ δύνασθε γνῶναι;
Ματθ. 16,3 Και το πρωί βλέπετε προς την ανατολήν και λέγετε·
σήμερα θα είναι κακοκαιρία, διότι ο ουρανός είναι κόκκινος και νεφελώδης.
Υποκριταί, ξέρετε να διακρίνετε τα φαινόμενα του ουρανού, τα δε σημεία των
καιρών, δηλαδή τα θαύματα που κάνω εγώ, που μαρτυρούν ότι έχουν φθάσει αι
ημέραι του Μεσσίου, δεν ημπορείτε να τα διακρίνετε;
Ματθ. 16,4 γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον
ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου. καὶ
καταλιπὼν αὐτοὺς ἀπῆλθε.
Ματθ. 16,4 Γενεά πονηρή και άπιστη ζητεί με επιμονήν θαύμα·
και άλλο θαύμα δεν θα δοθή εις αυτήν, παρά μόνον το του Ιωνά του προφήτου”. Τους
εγκατέλειψε δε με αγανάκτησιν και έφυγε.
Ματθ. 16,5 Καὶ ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ
εἰς τὸ πέραν ἐπελάθοντο ἄρτους λαβεῖν.
Ματθ. 16,5 Οταν δε ήλθαν οι μαθηταί στο απέναντι μέρος της
λίμνης, αντελήφθησαν ότι είχαν λησμονήσει να πάρουν μαζή τους άρτους.
Ματθ. 16,6 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ὁρᾶτε
καὶ προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων.
Ματθ. 16,6 Ο δε Ιησούς τους είπε· “κυττάξτε καλά και προσέχετε
από το προζύμι των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων”.
Ματθ. 16,7 οἱ δὲ διελογίζοντο ἐν ἑαυτοῖς
λέγοντες ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβομεν.
Ματθ. 16,7 Οι δε μαθηταί εσκέπτοντο από μέσα των και έλεγαν·
Ημείς δεν επήραμε καθόλου ψωμιά μαζή μας.
Ματθ. 16,8 γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς·
τί διαλογίζεσθε ἐν ἑαυτοῖς, ὀλιγόπιστοι, ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβετε;
Ματθ. 16,8 Ο Ιησούς ως παντογνώστης εγνώρισε πολύ καλά τας
σκέψεις των και είπε εις αυτούς· “τι σκέπτεσθε από μέσα σας, ω ολιγόπιστοι, και
ανησυχείτε, διότι δεν επήρατε μαζή σας άρτους;
Ματθ. 16,9 οὔπω νοεῖτε οὐδὲ μνημονεύετε
τοὺς πέντε ἄρτους τῶν πεντακισχιλίων καὶ πόσους κοφίνους ἐλάβετε;
Ματθ. 16,9 Ακομα δεν εννοείτε την σημασίαν των λόγων μου, ούτε
ενθυμείσθε τους πέντε άρτους των πέντε χιλιάδων και πόσα κοφίνια περίσσευμα
επήρατε;
Ματθ. 16,10 οὐδὲ τοὺς ἑπτὰ ἄρτους τῶν
τετρακισχιλίων καὶ πόσας σπυρίδας ἐλάβετε;
Ματθ. 16,10 Ούτε τους επτά άρτους των τεσσάρων χιλιάδων και πόσα
μεγάλα καλάθια με περίσσευμα επήρατε;
Ματθ. 16,11 πῶς οὐ νοεῖτε ὅτι οὐ περὶ ἄρτου
εἶπον ὑμῖν προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων;
Ματθ. 16,11 Πως δεν καταλαβαίνετε ότι δεν σας είπα να προσέχετε
από το υλικό προζύμι και τα ψωμιά των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων;”
Ματθ. 16,12 τότε συνῆκαν ὅτι οὐκ εἶπε
προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τοῦ ἄρτου, ἀλλ᾿ ἀπὸ τῆς διδαχῆς τῶν Φαρισαίων καὶ
Σαδδουκαίων.
Ματθ. 16,12 Τοτε οι μαθηταί κατάλαβαν, ότι δεν τους είπε να
προσέχουν από το προζύμι του ψωμιού, αλλά από την κακήν διδασκαλίαν των
Φαρισαίων και Σαδδουκαίων, που ομοιάζει με χαλασμένο προζύμι.
Ματθ. 16,13 Ἐλθὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη
Καισαρείας τῆς Φιλίππου ἠρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων· τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι
εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;
Ματθ. 16,13 Οταν δε ήλθεν ο Ιησούς εις τα μέρη της Καισαρείας,
την οποίαν είχε επεκτείνει και εξωραΐσει ο Ηρώδης ο Φιλιππος, ερώτησε τους
μαθητάς του λέγων· “τι λένε οι άνθρωποι, ότι είμαι εγώ, ο υιός του ανθρώπου;”
Ματθ. 16,14 οἱ δὲ εἶπον· οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν
βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἱερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν.
Ματθ. 16,14 Εκείνοι δε είπαν· “άλλοι μεν λένε ότι είσαι ο Ιωάννης
ο Βαπτιστής, άλλοι δε ο Ηλίας, και άλλοι ότι είσαι ο Ιερεμίας η ένας από τους
προφήτας”.
Ματθ. 16,15 λέγει αὐτοῖς· ὑμεῖς δὲ τίνα με
λέγεται εἶναι;
Ματθ. 16,15 Λεγει εις αυτούς· “σεις όμως οι μαθηταί μου ποίος
λέτε, ότι είμαι;”
Ματθ. 16,16 ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε·
σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος.
Ματθ. 16,16 Απεκρίθη δε ο Σιμων ο Πετρος και είπε· “Συ είσαι ο
Χριστός, ο υιός του Θεού του αιωνίου, που έχει ζωήν και δίδει ζωήν”.
Ματθ. 16,17 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ·
μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾿ ὁ πατήρ
μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Ματθ. 16,17 Και ο Ιησούς απήντησε και του είπε· “μακάριος είσαι,
Σιμων υιέ του Ιωνά, διότι την ομολογίαν, που έκαμες, δεν σου την εφανέρωσε αίμα
και σαρξ, δηλαδή κάποιος άνθρωπος, αλλά ο Πατήρ μου ο επουράνιος.
Ματθ. 16,18 κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ
Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ
κατισχύσουσιν αὐτῆς.
Ματθ. 16,18 Και εγώ δε σου λέγω τούτο· ότι συ είσαι Πετρος και
επάνω εις αυτήν την πέτραν της ομολογίας σου θα οικοδομήσω ασάλευτον την
Εκκλησίαν μου, και πύλαι Αδου (δηλαδή όλαι αι κακαί δυνάμστου πονηρού διαβόλου
και των διεστραμμένων ανθρώπων), δεν θα υπερισχύσουν και δεν θα κατορθώσουν
τίποτε εναντίον της.
Ματθ. 16,19 καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς
βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς,
καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Ματθ. 16,19 Και θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών,
θα σου δώσω δηλαδή την εξουσίαν, ώστε όποιο αμάρτημα δεν θα συγχωρήσης συ εις
την γην, θα είναι ασυγχώρητον και στους ουρανούς· και αμάρτημα το οποίον συ θα
συγχωρήσης επάνω εις την γην, θα είναι συγχωρημένον στους ουρανούς”.
Ματθ. 16,20 τότε διεστείλατο τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ
ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν ὅτι αὐτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ Χριστός.
Ματθ. 16,20 Τοτε δε έδωσε αυστηράν εντολήν στους μαθητάς του, να
μη είπουν εις κανένα ότι αυτός είναι Ιησούς ο Χριστός.
Ματθ. 16,21 Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς
δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ πολλὰ
παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ
τρίτη ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι.
Ματθ. 16,21 Από τότε ήρχισεν ο Ιησούς να φανερώνη στους μαθητάς
του, ότι πρέπει αυτός να μεταβή εις Ιεροσόλυμα και να πάθη πολλά από τους
πρεσβυτέρους, τους αρχιερείς και γραμματείς και να θανατωθή, και την τρίτην
ημέραν από τον θάνατόν του να αναστηθή.
Ματθ. 16,22 καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος
ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ λέγων· ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο.
Ματθ. 16,22 Και ο Πετρος, κατατρομαγμένος από τας αποκαλύψεις
αυτάς του Διδασκάλου, τον επήρε ιδιαιτέρως και ήρχισε με ζωηρότητα να συνιστά
και να του λέη· “ο Θεός να σε φυλάξη, Κυριε, από όσα φοβερά μας είπες ότι θα
σου συμβούν· Δεν πρέπει να σου συμβούν αυτά”.
Ματθ. 16,23 ὁ δὲ στραφεὶς εἶπε τῷ Πέτρῳ· ὕπαγε
ὀπίσω μου, σατανᾶ· σκάνδαλόν μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων.
Ματθ. 16,23 Ο Ιησούς εστράφη αποτόμως προς τον Πετρον και του
είπε· “φύγε από εμπρός μου, σατανά. Μου είσαι εμπόδιον στο απολυτρωτικόν μου
έργον. Διότι δεν φρονείς και δεν δέχεσαι ο,τι είναι ευάρεστον στον Θεόν, αλλά
ο,τι αρέσει στους ανθρώπους”.
Ματθ. 16,24 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς
αὐτοῦ· εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν
αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι.
Ματθ. 16,24 Τοτε ο Ιησούς είπε στους μαθητάς του· “εάν κανείς
θέλη πράγματι να είναι οπαδός μου, ας απαρνηθή τον αμαρτωλόν εαυτόν του, ας
προετοιμασθή να υποστή πολλάς θλίψεις και αυτόν ακόμη τον σταυρικόν θάνατον,
και ας με ακολουθήση.
Ματθ. 16,25 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι,
ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν.
Ματθ. 16,25 Διότι εκείνος που θέλει να σώση την ζωήν του
αρνούμενος εμέ, θα την χάση. Οποιος δε θυσιάσει την ζωήν του ένεκα της πίστεώς
του εις εμέ, αυτός θα κληρονομήση την μακαρίαν και ατελεύτητον ζωήν.
Ματθ. 16,26 τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν
κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα
τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;
Ματθ. 16,26 Διότι τι έχει να ωφεληθή ο άνθρωπος, εάν κερδήση όλον
τον κόσμον, χάση δε την αθάνατον ψυχήν του; Η τι θα δώση ο άνθρωπος αντάλλαγμα,
δια να εξαγοράση την ψυχήν του;
Ματθ. 16,27 μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι
ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ
κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ.
Ματθ. 16,27 (Καθένας σύμφωνα με τα έργα του θα τακτοποήση την
θέσιν του εις την αιωνιότητα). Διότι ο υιός του ανθρώπου θα έλθη με όλην την
δόξαν του Πατρός του, που θα είναι και δική του δόξα, μαζή με τους αγγέλους του
και τότε θα αποδώση στον καθένα κατά τα έργα του, σαν υπέρτατος και δικαιότατος
κριτής, που είναι.
Ματθ. 16,28 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, εἰσί τινες τῶν ὧδε
ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον
ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ.
Ματθ. 16,28 Σας διαβεβαιώνω ότι υπάρχουν μερικοί από αυτούς που
στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευθούν τον θάνατον, έως ότου ίδουν τον υιόν
του ανθρώπου να έρχεται εις την βασιλείαν του, δηλαδή να ιδρύη με την κάθοδον
του Αγίου Πνεύματος την Εκκλησίαν του”.
0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.