ΚΑΤΑ
ΜΑΡΚΟΝ 10
Μαρκ. 10,1 Καὶ ἐκεῖθεν ἀναστὰς ἔρχεται εἰς
τὰ ὅρια τῆς Ἰουδαίας διὰ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, καὶ συμπορεύονται πάλιν ὄχλοι
πρὸς αὐτόν, καὶ ὡς εἰώθει, πάλιν ἐδίδασκεν αὐτούς.
Μαρκ. 10,1 Από εκεί εσηκώθη ο Ιησούς και ήλθε εις τα σύνορα
της Ιουδαίας, προχωρήσας από την περιοχήν που είναι ανατολικά από τον Ιορδάνην.
Και πλήθη λαού έρχονται μαζή πάλιν προς αυτόν. Και καθώς εσυνήθιζε, τους
εδίδασκε πάλιν.
Μαρκ. 10,2 καὶ προσελθόντες οἱ Φαρισαῖοι ἐπηρώτων
αὐτὸν εἰ ἔξεστιν ἀνδρὶ γυναῖκα ἀπολῦσαι, πειράζοντες αὐτόν.
Μαρκ. 10,2 Και προσελθόντες οι Φαρισαίοι τον ερωτούσαν, εάν
επιτρέπεται στον άνδρα να διώξη και να δώση διαζύγιον εις την γυναίκα του. (Του
απηύθηναν αυτήν την ερώτησιν με πονηράν διάθεσιν, διότι ήλπιζαν να λάβουν
παρεξηγήσιμον απάντησιν, ώστε να έχουν αφορμήν να τον κατηγορήσουν).
Μαρκ. 10,3 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς·
τί ὑμῖν ἐνετείλατο Μωϋσῆς;
Μαρκ. 10,3 Αυτός δε απήντησεν και τους είπε· “ποίαν εντολήν
σας έδωσε ο Μωϋσής;”
Μαρκ. 10,4 οἱ δὲ εἶπον· ἐπέτρεψε Μωϋσῆς
βιβλίον ἀποστασίου γράψαι καὶ ἀπολῦσαι.
Μαρκ. 10,4 Εκείνοι δε είπον· “ο Μωϋσής επέτρεψεν στον άνδρα να
δώση γραπτόν διαζύγιον εις την γυναίκα και να την απολύση”.
Μαρκ. 10,5 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν
αὐτοῖς· πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν ἔγραψεν ὑμῖν τὴν ἐντολὴν ταύτην·
Μαρκ. 10,5 Και αποκριθείς ο Ιησούς τους είπεν· “ο Μωϋσής ένεκα
της σκληροκαρδίας σας και της βαρβαρότητός σας (δια να προλάβη χειρότερα
εγκλήματα, που ημπορούσατε να κάμετε εις βάρος της συζύγου σας) συγκατέβη και
έδωσε αυτήν την εντολήν.
Μαρκ. 10,6 ἀπὸ δὲ ἀρχῆς κτίσεως ἄρσεν καὶ
θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς ὁ Θεός·
Μαρκ. 10,6 Από δε την αρχήν της δημιουργίας ένα άνδρα και μίαν
γυναίκα έπλασε ο Θεός (δια να συγκρατηθή ισόβιον ανδρόγυνον, χωρίς δυνατότητα
διαζυγίου).
Μαρκ. 10,7 ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος
τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα, καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ,
καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν.
Μαρκ. 10,7 Δι' αυτό, σύμφωνα με τους λόγους της Αγίας Γραφής,
θα εγκαταλείψη ο άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα αυτού και θα προσκολληθή
εις την μίαν και μονήν γυναίκα του και οι δύο σύζυγοι θα είναι πλέον ένα σώμα.
Μαρκ. 10,8 ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο, ἀλλὰ μία
σάρξ·
Μαρκ. 10,8 Ωστε δεν είναι πλέον δύο, όπως προηγουμένως, αλλά
ένα σώμα.
Μαρκ. 10,9 ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος
μὴ χωριζέτω·
Μαρκ. 10,9 Αυτό λοιπόν το ανδρόγυνον, το οποίον εις ένα σώμα
έχει συνδέσει ο Θεός, ο άνθρωπος ας μη το χωρίζη”.
Μαρκ. 10,10 καὶ εἰς τὴν οἰκίαν πάλιν οἱ
μαθηταὶ περὶ τούτου ἐπηρώτων αὐτόν,
Μαρκ. 10,10 Και εις την οικίαν πάλιν οι μαθηταί του τον ερωτούσαν
δια το θέμα αυτό.
Μαρκ. 10,11 καὶ λέγει αὐτοῖς· ὃς ἂν ἀπολύσῃ
τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται ἐπ᾿ αὐτήν·
Μαρκ. 10,11 Και εκείνος τους είπε· “Οποιος χωρίσει την γυναίκα
του και νυμφευθή άλλην, διαπράττει μοιχείαν εις βάρος της νομίμου συζύγου του.
Μαρκ. 10,12 καὶ ἐὰν γυνὴ ἀπολύσασα τὸν ἄνδρα
γαμηθῇ ἄλλῳ, μοιχᾶται.
Μαρκ. 10,12 Και εάν μία γυναίκα χωρίση τον άνδρα της και
υπανδρευθή άλλον, διαπράττει μοιχείαν”.
Μαρκ. 10,13 Καὶ προσέφερον αὐτῷ παιδία, ἵνα
αὐτῶν ἅψηται· οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπετίμων τοῖς προσφέρουσιν.
Μαρκ. 10,13 Και προσέφεραν εις αυτόν τα παιδιά, δια να τα εγγίση
με τα χέρια του. Οι δε μαθηταί (διότι ενόμιζαν ταπεινωτικόν δια τον Κυριον να
σχολήται με τα παιδιά, ήθελαν δε να τον προφυλάξουν και από ενοχλήσεις)
επέπλητταν εκείνους που τα έφεραν.
Μαρκ. 10,14 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἠγανάκτησε καὶ
εἶπεν αὐτοῖς· ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με, καὶ μὴ κωλύετε αὐτά· τῶν γὰρ
τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Μαρκ. 10,14 Οταν όμως ο Ιησούς είδεν αυτό, ηγανάκτησε και τους
είπε· “αφήστε τα παιδιά να έρχωνται εις εμέ και μη τα εμποδίζετε. Διότι εις τα
παιδιά αυτά και εις εκείνους, που με την απλότητα των ομοιάζουν με τα
απονήρευτα παιδιά, ανήκει η βασιλεία των ουρανών.
Μαρκ. 10,15 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὃς ἐὰν μὴ
δέξηται τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ὡς παιδίον, οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν.
Μαρκ. 10,15 Σας διαβεβαιώνω, ότι όποιος δεν θα δεχθή την
βασιλείαν του Θεού με την εμπιστοσύνην και την απλότητα ενός παιδιού, δεν θα
εισέλθη εις αυτήν”.
Μαρκ. 10,16 καὶ ἐναγκαλισάμενος αὐτὰ
κατηυλόγει τιθεὶς τὰς χεῖρας ἐπ᾿ αὐτά.
Μαρκ. 10,16 Και αφού τα αγκαλιασε έβαλε επάνω των τα χέρια του
και τα ευλογούσε πολλές φορές και με πολλήν στοργήν.
Μαρκ. 10,17 Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ εἰς ὁδὸν
προσδραμὼν εἷς καὶ γονυπετήσας αὐτὸν ἐπηρώτα αὐτόν· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω ἵνα
ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;
Μαρκ. 10,17 Και καθώς έβγαινε ο Ιησούς στον δρόμον, έτρεξε εμπρός
εις αυτόν ένας και αφού εγονάτισε, τον ηρώτησε· “διδάσκαλε αγαθέ, τι πρέπει να
κάμω δια να κληρονομήσω την αιώνιον ζωήν;”
Μαρκ. 10,18 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· τί με
λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός.
Μαρκ. 10,18 Ο δε Ιησούς του είπεν· “εφ' όσον με θεωρείς ως ένα
απλούν άνθρωπον, διατί με ονομάζεις αγαθόν; Κανείς δεν είναι πλήρως και τελείως
αγαθός, ειμί μόνον ένας, ο Θεός.
Μαρκ. 10,19 τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς,
μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, μὴ ἀποστερήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου
καὶ τὴν μητέρα.
Μαρκ. 10,19 Τας εντολάς τας γνωρίζεις· να μη μοιχεύσης, να μη
φονεύσης, να μη κλέψης, να μη ψευδομαρτυρήσης, να μη στερήσης τον πλησίον σου
απ' ο,τι του ανήκει, να τιμάς τον πατέρα σου και την μητέρα σου”.
Μαρκ. 10,20 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ·
διδάσκαλε ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου.
Μαρκ. 10,20 Αυτός δε του απήντησε· “διδάσκαλε, όλα αυτά τα έχω
φυλάξει από τότε, που ήμην νέος”.
Μαρκ. 10,21 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν
αὐτὸν καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἕν σε ὑστερεῖ· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, ὅσα ἔχεις
πώλησον καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι,
ἄρας τὸν σταυρόν σου.
Μαρκ. 10,21 Ο δε Ιησούς τον παρετήρησε με πολλήν προσοχήν, τον
συνεπάθησε και του είπε· “ένα σου λείπει· αν θέλης να είσαι τέλειος, πήγαινε,
πώλησε όσα έχεις και δώσε τα στους πτωχούς, και θα αποκτήσης θησαυρόν στον
ουρανόν και έλα ακολούθησέ με, έχων την απόφασιν και σταυρικόν ακόμη θάνατον να
υπομείνης προς χάριν μου”.
Μαρκ. 10,22 ὁ δὲ στυγνάσας ἐπὶ τῷ λόγῳ ἀπῆλθε
λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά.
Μαρκ. 10,22 Εκείνος όμως ετενοχωρήθηκε και εσκυθρώπασε και έφυγε
λυπημένος. Και τούτο, διότι είχε κτήματα πολλά, εις τα οποία ήτο δεμένη και
προσκολλημένη η καρδιά του (και τα οποία τον έκαμαν, παρά την φαινομενικήν του
διάθεσιν, να μη έχη ειλικρινή αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον).
Μαρκ. 10,23 καὶ περιβλεψάμενος ὁ Ἰησοῦς
λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰς τὴν βασιλείαν
τοῦ Θεοῦ εἰσελεύσονται!
Μαρκ. 10,23 Και αφού περιέφερε ο Ιησούς γύρω το βλέμμα του προς
όσους είχαν παρακολουθήσει αυτήν την σκηνήν, είπε στους μαθητάς του· “πόσον
δύσκολα θα μπουν εις την βασιλείαν των ουρανών αυτοί, που έχουν χρήματα πολλά”!
Μαρκ. 10,24 οἱ δὲ μαθηταὶ ἐθαμβοῦντο ἐπὶ τοῖς
λόγοις αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἰησοῦς πάλιν ἀποκριθεὶς λέγει αὐτοῖς· τέκνα, πῶς δύσκολόν ἐστι
τοὺς πεποιθότας ἐπὶ χρήμασιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν·
Μαρκ. 10,24 Οι δε μαθηταί έμειναν θαμπωμένοι από έκπληξιν και
φόβον δια τα λόγια του αυτά. Ο Ιησούς όμως επήρε πάλιν τον λόγον και τους είπε·
“παιδιά μου, πόσον δύσκολον είναι να εισέλθουν εις την βασιλείαν του Θεού
αυτοί, που έχουν στηρίξει την πεποίθησίν των και τας ελπίδας των δια μίαν
ευτυχισμένην ζωήν εις τα χρήματα!
Μαρκ. 10,25 εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ
τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.
Μαρκ. 10,25 Είναι ευκολώτερον μίαν γκαμήλα να περάση από την
μικράν τρύπαν που ανοίγει το βελόνι, παρά ο πλούσιος να εισέλθη εις την
βασιλείαν του Θεού”.
Μαρκ. 10 ,26 οἱ δὲ περισσῶς ἐξεπλήσσοντο
λέγοντες πρὸς ἑαυτούς· καὶ τίς δύναται σωθῆναι;
Μαρκ. 10,26 Εκείνοι δε ακόμη περισσότερον εξεπλήσσοντο και έλεγαν
μεταξύ των· “και τότε ποιός ημπορεί να σωθή, αφού όλοι οι άνθρωποι είμεθα τόσον
αδύνατοι;
Μαρκ. 10,27 ἐμβλέψας αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγει·
παρὰ ἀνθρώποις ἀδύνατον, ἀλλ᾿ οὐ παρὰ Θεῷ· πάντα γὰρ δυνατά ἐστι παρὰ τῷ Θεῷ.
Μαρκ. 10,27 —Τους εκύτταξε τότε με
βλέμμα βαρυσήμαντον ο Ιησούς και τους είπε· “αυτό είναι πράγματι αδύνατον στους
ανθρώπους, όχι όμως και στον Θεόν· διότι όλα είναι δυνατά στον Θεόν, ο οποίος
και ημπορεί με την χάριν του να οδηγήση τους ανθρώπους, και αυτούς ακόμη τους
πλουσίους, εις σωτηρίαν”.
Μαρκ. 10,28 Ἤρξατο ὁ Πέτρος λέγειν αὐτῷ· ἰδοὺ
ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι.
Μαρκ. 10,28 Ο Πετρος λαβών αφορμήν από την προτοπήν του Κυρίου
προς τον πλούσιον να απαρνηθή τα κτήματά του, ήρχισε να λέγη προς τον Διδάσκαλον·
“ιδού ημείς έχομεν εγκαταλείψει πάντα και σε ηκολουθήσαμεν”.
Μαρκ. 10,29 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἀμὴν
λέγω ὑμῖν, οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα
ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ ἕνεκεν τοῦ εὐαγγελίου,
Μαρκ. 10,29 Απεκρίθη δε ο Ιησούς και είπε· “σας διαβεβαιώνω, ότι
δεν υπάρχει κανείς, που να έχη αφήσει σπίτι η αδελφούς η αδελφάς η πατέρα η
μητέρα η γυναίκα η τέκνα η αγρούς χάριν εμού και του Ευαγγελίου
Μαρκ. 10,30 ἐὰν μὴ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα νῦν
ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ οἰκίας καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς καὶ πατέρα καὶ μητέρα καὶ
τέκνα καὶ ἀγροὺς μετὰ διωγμῶν, καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.
Μαρκ. 10,30 και να μη λάβη εκατονταπλάσια τώρα κατά τον χρόνον
της παρούσης ζωής και οικίας και πνευματικούς αδελφούς και αδελφάς και πατέρα
και μητέρα και τέκνα και αγρούς (διότι θα ενταχθή εις την μεγάλην πνευματικήν
οικογένειαν, που λέγεται Εκκλησία). Αυτά όμως θα τα έχη με διωγμούς εκ μέρους
των ασεβών και απίστων. Εις δε τον αιώνα που μέλλει να έλθη, θα λάβη ζωήν
αιώνιον.
Μαρκ. 10,31 πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι
καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.
Μαρκ. 10,31 Τοτε δε πολλοί, που εθεωρούντο πρώτοι στον κόσμον
αυτόν, θα είναι τελευταίοι, οι δε τελευταίοι και άσημοι δια το όνομά μου θα
είναι πρώτοι”.
Μαρκ. 10,32 Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς
Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο.
καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ
συμβαίνειν,
Μαρκ. 10,32 Ανέβαιναν δε τον δρόμον που ωδηγούσε προς τα
Ιεροσόλυμα, και ο Ιησούς επροπορεύετο από αυτούς. Και οι μαθηταί καθώς έβλεπαν
τον διδάσκαλον να προχωρή προς το μαρτύριον κατελήφθησαν από θάμβος (εμπρός στο
μεγαλείο της θυσίας που ακτινοβολούσε η μορφή του”. Και καθώς με σεβασμόν τον
ακολουθούσαν, εφοβούντο δι' όσα έμελλον να γίνουν εις Ιεροσόλυμα. Επήρε πάλιν
τους δώδεκα ο Κυριος και ήρχισε να λέγη εις αυτούς όσα έμελλον να του συμβούν.
Μαρκ. 10,33 ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα
καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ
κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι,
Μαρκ. 10,33 Ελεγε δηλαδή ότι “ιδού αναβαίνομεν εις τα Ιεροσόλυμα
και ο υιός του ανθρώπου θα παραδοθή στους αρχιερείς και στους γραμματείς και θα
τον καταδικάσουν εις θάνατον, και θα τον παραδώσουν στους ειδωλολάτρας
στρατιώτας της Ρωμης.
Μαρκ. 10,34 καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ
μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ
ἀναστήσεται.
Μαρκ. 10,34 Και θα τον εμπαίξουν και θα τον μαστιγώσουν και θα
τον φτύσουν και θα τον θανατώσουν, και την τρίτην ημέραν θα αναστηθή”.
Μαρκ. 10,35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος
καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν
ποιήσῃς ἡμῖν.
Μαρκ. 10,35 Και έρχονται προς αυτόν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, τα
παιδιά του Ζεβεδαίου, και λέγουν· “διδάσκαλε, θέλομεν να μας κάμης αυτό που θα
ζητήσωμεν”.
Μαρκ. 10,36 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί
με ὑμῖν;
Μαρκ. 10,36 Αυτός δε τους είπε· “τι θέλετε να σας κάμω;”
Μαρκ. 10,37 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς
ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου.
Μαρκ. 10,37 Εκείνοι απήντησαν· “όταν ως ένδοξος βασιλεύς καθίσης
στον βασιλικόν θρόνον της Ιερουσαλήμ, δος μας να καθίσωμεν ένας εκ δεξιών σου
και ένας εξ αριστερών σου”.
Μαρκ. 10,38 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε
τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ
βαπτίζομαι βαπτισθῆναι;
Μαρκ. 10,38 Ο δε Ιησούς τους είπεν· “δεν ξέρετε τι ζητείτε.
Ημπορείτε να πίετε το ποτήριον του πόνου και του μαρτυρίου, το οποίον εγώ πίνω,
και να βαπτισθήτε το βάπτισμα του αίματος, το οποίον εγώ βαπτίζομαι;”
Μαρκ. 10,39 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνάμεθα. ὁ δὲ
Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ
βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε·
Μαρκ. 10,39 Εκείνοι δε χωρίς καλά-καλά να σκεφθούν, του είπαν·
“ημπορούμεν”. Ο δε Ιησούς είπεν εις αυτούς· “το μεν ποτήριον του μαρτυρίου, το
οποίον εγώ έντος ολίγου πίνω, θα το πίετε και το βάπτισμα της οδύνης και του
αίματος και της θυσίας, το οποίον εγώ έντος ολίγου θα βαπτισθώ, θα το
βαπτισθήτε. (Διότι και σεις θα δοκιμάσετε οδύνας και διωγμούς εξ αιτίας της
πίστεώς σας εις εμέ).
Μαρκ. 10,40 τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ
εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται.
Μαρκ. 10,40 Το να καθίσετε όμως εκ δεξιών μου και εξ αριστερών
μου δεν είναι εις την εξουσίαν μου να το δώσω εις όποιον απλώς μου το ζητήσει,
αλλά θα δοθή στους αξίους, εις αυτούς δηλαδή που θα ζήσουν σύμφωνα με το
Ευαγγέλιον και θα αγωνισθούν, δια τους οποίους άλωστε και έχει ετοιμασθή”.
Μαρκ. 10,41 καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν
περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου.
Μαρκ. 10,41 Οι άλλοι δέκα, όταν ήκουσαν αυτά, ήρχισαν να
αγανακτούν δια την φιλόδοξον αυτήν συμπεριφοράν του Ιακώβου και του Ιωάννου.
Μαρκ. 10,42 ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς
λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ
οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν·
Μαρκ. 10,42 Ο δε Ιησούς τους εκάλεσε κοντά του και τους είπε·
“ξέρετε, ότι αυτοί που προβάλλονται σαν άρχοντες των εθνών, συμπεριφέρονται
προς τους λαούς σαν να ήσαν απόλυτοι κύριοι αυτών. Και εκείνοι που κατέχουν
ανάμεσα στους ανθρώπους μεγάλα αξιώματα, κάνουν κακήν χρήσιν της εξουσίας των
και καταδυναστεύουν αυτούς, σαν να τους έχουν δούλους των.
Μαρκ. 10,43 οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς
ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος,
Μαρκ. 10,43 Δεν πρέπει όμως τέτοια εγωϊστική τάσις και
συμπεριφορά να παρατηρήται ματαξύ σας. Αλλ' όποιος θέλει να αναδειχθή μέγας
μεταξύ σας, πρέπει να γίνη υπηρέτης σας, που να σας εξυπηρετή με αγάπην.
Μαρκ. 10,44 καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος,
ἔσται πάντων δοῦλος·
Μαρκ. 10,44 Και όποιος από σας θέλει να γίνη πρώτος, πρέπει να
γίνη δούλος όλων και να συμπεριφέρεται με την ταπεινοφροσύνην και την υπομονήν
και υπακοήν του δούλου.
Μαρκ. 10,45 καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε
διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.
Μαρκ. 10,45 Διότι και ο υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να εξυπηρετηθή
από τους ανθρώπους, αλλά να τους εξυπηρετήση και να δώση την ψυχήν αυτού λύτρον
και αντάλλαγμα, δια να ελευθερωθούν πολλοί από την ενόχην της αμαρτίας και τον
αιώνιον θάνατον”.
Μαρκ. 10,46 Καὶ ἔρχονται εἰς Ἱεριχώ· καὶ ἐκπορευομένου
αὐτοῦ ἀπὸ Ἱεριχὼ καὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ ὄχλου ἱκανοῦ, ὁ υἱὸς Τιμαίου Βαρτίμαιος
τυφλὸς ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν.
Μαρκ. 10,46 Και έρχονται εις την Ιεριχώ. Και καθώς έβγαινε από
την Ιεριχώ αυτός και οι μαθηταί του και πολύς λαός, ένας τυφλός ο Βαρτίμαιος,
δηλαδή το παιδί του Τιμαίου, εκάθητο παράπλευρα στον δρόμον και επαιτούσε.
Μαρκ. 10,47 καὶ ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖός
ἐστιν, ἤρξατο κράζειν καὶ λέγειν· υἱὲ Δαυΐδ Ἰησοῦ, ἐλέησόν με.
Μαρκ. 10,47 Και όταν ήκουσεν, ότι ο Ιησούς, ο Ναζωραίος είναι
εκεί, ήρχισε να φωνάζη και να λέγη· “Ιησού, απόγονε του Δαυΐδ, ελέησέ με”.
Μαρκ. 10,48 καὶ ἐπετίμων αὐτῷ πολλοὶ ἵνα
σιωπήσῃ· ὁ δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με.
Μαρκ. 10,48 Και πολλοί τον επέπληττον να σιωπήση. Αυτός όμως πολύ
περισσότερον εφώναζε· “απόγονε του Δαυΐδ, ελέησέ με”.
Μαρκ. 10,49 καὶ στὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· φωνήσατε
αὐτόν· καὶ φωνοῦσι τὸν τυφλὸν λέγοντες αὐτῷ· θάρσει, ἔγειρε· φωνεῖ σε.
Μαρκ. 10,49 Εσταμάτησε ο Ιησούς και είπε· “καλέσατέ τον”. Και
φωνάζουν τον τυφλόν και του λέγουν· “θάρρος, σήκω, σε καλεί ο Ιησούς”.
Μαρκ. 10,50 ὁ δὲ ἀποβαλὼν τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ ἀναστὰς
ἦλθε πρὸς τὸν Ἰησοῦν.
Μαρκ. 10,50 Αυτός δε επέταξε το εξωτερικόν του ένδυμα, εσηκώθηκε
αμέσως και ήλθε στον Ιησούν.
Μαρκ. 10,51 καὶ ἀποκριθεὶς λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς·
τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ τυφλὸς εἶπεν αὐτῷ· ῥαββουνί, ἵνα ἀναβλέψω.
Μαρκ. 10,51 Ο Ιησούς απεκρίθη και του είπε· “τι θέλεις να σου
κάμω;” (Τον ηρώτησε όχι διότι δεν εγνώριζε το αίτημά του, αλλά δια να του δώση
αφορμήν να εκδηλώση εμπρός εις όλους την προς αυτόν θερμήν του πίστιν). Ο δε
τυφλός είπεν εις αυτόν· “διδάσκαλε, θέλω να αποκτήσω πάλιν το φως των οφθαλμών
μου”.
Μαρκ. 10,52 καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε, ἡ
πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ εὐθέως ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ἐν τῇ ὁδῷ.
Μαρκ. 10,52 Και ο Ιησούς του είπε· “πήγαινε στο καλό· η πίστις
σου σε έχει σώσει”. Και αμέσως εκείνος απέκτησε το φως των οφθαλμών του, έβλεπε
καλά και ακολουθούσε τον Κυριον στον δρόμον προς την Ιερουσαλήμ.
ΚΑΤΑ
ΜΑΡΚΟΝ 11
Μαρκ. 11,1 Καὶ ὅτε ἐγγίζουσιν εἰς Ἱερουσαλὴμ
εἰς Βηθσφαγῆ καὶ Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν, ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ
Μαρκ. 11,1 Και όταν επλησίασαν εις την Ιερουσαλήμ, εκεί που
ήταν η Βηθσφαγή και Βηθανία, κοντά στο όρος των Ελαιών, έστειλε ο Κυριος δύο
από τους μαθητάς του
Μαρκ. 11,2 καὶ λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς
τὴν κώμην τὴν κατέναντι ὑμῶν, καὶ εὐθέως εἰσπορευόμενοι εἰς αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον
δεδεμένον, ἐφ᾿ ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων κεκάθικε· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε.
Μαρκ. 11,2 και τους είπε· “πηγαίνετε στο χωριό, που είναι
απέναντί σας, και αμέσως καθώς θα μπαίνετε εις αυτό, θα βρήτε ένα πουλάρι
δεμένο, επάνω στο οποίον κανένας άνθρωπος έως τώρα δεν έχει καθίσει. Λύστε το
και φέρτε το εδώ.
Μαρκ. 11,3 καὶ ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ· τί ποιεῖτε
τοῦτο; εἴπατε ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει, καὶ εὐθέως αὐτὸν ἀποστέλλει πάλιν
ὧδε.
Μαρκ. 11,3 Και εάν κανείς σας ερωτήση, διατί το κάμνετε αυτό;
Ειπέτε του, ότι ο Κυριος το χρειάζεται, και πολύ σύντομα θα το ξαναστείλη πάλιν
εδώ”.
Μαρκ. 11,4 ἀπῆλθον δὲ καὶ εὗρον τὸν πῶλον
δεδεμένον πρὸς τὴν θύραν ἔξω ἐπὶ τοῦ ἀμφόδου, καὶ λύουσιν αὐτόν.
Μαρκ. 11,4 Επήγαν πράγματι οι μαθηταί και ευρήκαν το πουλάρι
δεμένο εις την θύραν έξω προς το μέρος του δρόμου και το έλυσαν.
Μαρκ. 11,5 καί τινες τῶν ἐκεῖ ἑστηκότων ἔλεγον
αὐτοῖς· τί ποιεῖτε λύοντες τὸν πῶλον;
Μαρκ. 11,5 Και μερικοί από εκείνους που έστεκαν εκεί, έλεγαν
εις αυτούς· “τι κάνετε και λύετε το πουλάρι;”
Μαρκ. 11,6 οἱ δὲ εἶπον αὐτοῖς καθὼς ἐνετείλατο
ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἀφῆκαν αὐτούς.
Μαρκ. 11,6 Εκείνοι δε απήντησαν, όπως τους είχε παραγγείλει ο
Ιησούς και τους αφήκαν.
Μαρκ. 11,7 καὶ ἤγαγον τὸν πῶλον πρὸς τὸν Ἰησοῦν
καὶ ἐπέβαλον αὐτῷ τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ ἐκάθισεν ἐπ᾿ αὐτῷ.
Μαρκ. 11,7 Και έφεραν το πουλάρι προς τον Ιησούν και έβαλαν
επάνω εις αυτό τα ενδύματά των και εκάθισεν ο Ιησούς εις αυτό.
Μαρκ. 11,8 πολλοὶ δὲ τὰ ἱμάτια αὐτῶν ἔστρωσαν
εἰς τὴν ὁδόν, ἄλλοι δὲ στοιβάδας ἔκοπτον ἐκ τῶν δένδρων καὶ ἐστρώννυον εἰς τὴν ὁδόν.
Μαρκ. 11,8 Πολλοί δε έστρωναν τα ενδύματά των στον δρόμον δια
να περάση ο Ιησούς, άλλοι δε έκοβαν από τα δένδρα πυκνόφυλλα κλωνάρια και τα
έστρωναν στον δρόμον.
Μαρκ. 11,9 καὶ οἱ προάγοντες καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες
ἔκραζον λέγοντες· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Μαρκ. 11,9 Και εκείνοι που επήγαιναν μπροστά και εκείνοι που
ακολουθούσαν (καταληφθέντες από ακράτητον ενθουσιασμόν) εφώναζαν δυνατά και
έλεγαν· “δόξα και ύμνος· ευλογημένος ας είναι ο Μεσσίας, που έρχεται εν ονόματι
Κυρίου, δια να σώση τον κόσμον.
Μαρκ. 11,10 εὐλογημένη ἡ ἐρχομένη βασιλεία ἐν
ὀνόματι Κυρίου τοῦ πατρός ἡμῶν Δαυΐδ· ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις.
Μαρκ. 11,10 Ευλογημένη να είναι η βασιλεία του προπάτορός μας
Δαυΐδ, η οποία έρχεται εν ονόματι Κυρίου· δοξολογίαν ας ψάλλουν οι άγγελοι, που
είναι εν υψίστοις”.
Μαρκ. 11,11 Καὶ εἰσῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα ὁ Ἰησοῦς
καὶ εἰς τὸ ἱερόν· καὶ περιβλεψάμενος πάντα, ὀψίας ἤδη οὔσης τῆς ὥρας, ἐξῆλθεν εἰς
Βηθανίαν μετὰ τῶν δώδεκα.
Μαρκ. 11,11 Και εισήλθεν εις Ιεροσόλυμα ο Ιησούς και στο ιερόν·
και αφού παρετήρησε τριγύρω όλα, επειδή η ώρα ήτο πλέον προχωρημένη, εβγήκεν
εις την Βηθανίαν μαζή με τους δώδεκα.
Μαρκ. 11,12 Καὶ τῇ ἐπαύριον ἐξελθόντων αὐτῶν
ἀπὸ Βηθανίας ἐπείνασε·
Μαρκ. 11,12 Και την αυριανήν ημέραν, αφού είχαν βγη από την
Βηθανίαν, δια να επιστρέψουν εις Ιρουσαλήμ, ο Κυριος επείνασε.
Μαρκ. 11,13 καὶ ἰδὼν συκῆν ἀπὸ μακρόθεν ἔχουσαν
φύλλα, ἦλθεν εἰ ἄρα τι εὑρήσει ἐν αὐτῇ· καὶ ἐλθὼν ἐπ᾿ αὐτὴν οὐδὲν εὗρεν εἰ μὴ
φύλλα· οὐ γὰρ ἦν καιρὸς σύκων.
Μαρκ. 11,13 Καθώς δε από μακρυά είδε μια συκιά γεμάτη φύλλα, ήλθε
μήπως τυχόν και εύρη κανένα καρπόν εις αυτήν. Οταν όμως ήλθε κοντά της, δεν
ευρήκε τίποτε παρά μόνον φύλλα, διότι δεν ήτο ο καιρός των σύκων.
Μαρκ. 11,14 καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῇ·
μηκέτι ἐκ σοῦ εἰς τὸν αἰῶνα μηδεὶς καρπὸν φάγοι. καὶ ἤκουον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.
Μαρκ. 11,14 Και με έντονον ύφος είπεν εις αυτήν· “ποτέ πλέον στον
αιώνα τον άπαντα να μη φάγη κανείς καρπόν από σένα”. Και οι μαθηταί του ήκουσαν
αυτά (χωρίς και να ημπορούν να εννοήσουν ότι η άκαρπος συκή εσυμβόλιζε την
άκαρπον συναγωγήν των Εβραίων, η οποία εξωτερικώς μόνον τύπους είχε να
παρουσιάση και όχι αρετήν, και η οποία θα έμενε πλέον στον αιώνα στείρα και
άκαρπος).
Μαρκ. 11,15 Καὶ ἔρχονται πάλιν εἰς Ἱεροσόλυμα·
καὶ εἰσελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας καὶ τοὺς ἀγοράζοντας
ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ τὰς τραπέζας τῶν κολλυβιστῶν καὶ τὰς καθέδρας τῶν πωλούντων τὰς
περιστερὰς κατέστρεψε,
Μαρκ. 11,15 Και έρχονται πάλιν εις τα Ιεροσόλυμα και όταν
εισήλθεν ο Ιησούς εις την μεγάλην αυλήν του ναού, ήρχισε να διώχνη έξω από εκεί
τους πωλούντας και τους αγοράζοντας μέσα εις την ιεράν εκείνην περιοχήν. Και τα
τραπέζια των αργυραμοιβών (αυτών που αντήλλασσαν τα ξένα νομίσματα με ιουδαϊκά,
με τα οποία και μόνον έπρεπε να καταβάλεται ο φόρος του ναού) τα αναποδογύρισε,
όπως επίσης και τα καθίσματα εκείνων, που πωλούσαν τα περιστέρια δια τας
θυσίας.
Μαρκ. 11,16 καὶ οὐκ ἤφιεν ἵνα τις διενέγκῃ
σκεῦος διὰ τοῦ ἱεροῦ,
Μαρκ. 11,16 Και δεν άφινε να μεταφέρη κανείς δια μέσου της αυλής
του ναού κανένα οικιακόν σκεύος η δοχείον.
Μαρκ. 11,17 καὶ ἐδίδασκε λέγων αὐτοῖς· οὐ
γέγραπται ὅτι ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν; ὑμεῖς δὲ
αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν.
Μαρκ. 11,17 Εδίδασκε δε και έλεγε εις αυτούς· “δεν έχει γραφή από
τον προφήτην Ησαΐαν, ότι ο οίκος μου θα ονομασθή οίκος προσευχής δι' όλα τα
έθνη, που θα πιστεύσουν εις εμέ; Σεις όμως τον εκάματε σπήλαιον ληστών, όπου με
απάτην και αισχροκέρδειαν κλέπτετε και αδικείτε ο ένας τον άλλον”.
Μαρκ. 11,18 καὶ ἤκουσαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ
Φαρισαῖοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, καὶ ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ἀπολέσωσιν· ἐφοβοῦντο γὰρ αὐτόν,
ὅτι πᾶς ὁ ὄχλος ἐξεπλήσσετο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ.
Μαρκ. 11,18 Και επληροφορήθησαν οι γραμματείς και οι Φασρισαίοι
και οι αρχιερείς τα γεγονότα αυτά και ηγανάκτησαν (διότι αφ' ενός μεν έχαναν τα
ποσοστά των από τας αγοραπωλησίας εκείνας αφ' ετέρου δε είχαν εκτεθή στον λαόν,
επειδή αυτοί είχαν το δικαίωμα και το καθήκον να απαλάξουν τον ναόν από τους
πωλούντας και αγοράζοντας). Και εζητούσαν πως θα ημπορούσαν να θανατώσουν
αυτόν. Δεν ήθελαν όμως φανερά να τον συλλάβουν, διότι τον εφοβούντο, επειδή ο
λαός εθαύμαζε πολύ την διδασκαλίαν του.
Μαρκ. 11,19 καὶ ὅτε ὀψὲ ἐγένετο, ἐξεπορεύετο
ἔξω τῆς πόλεως.
Μαρκ. 11,19 Και όταν εβραδυαζε, έβγαινε ο Κυριος έξω από την
πόλιν.
Μαρκ. 11,20 Καὶ παραπορευόμενοι πρωΐ εἶδον τὴν
συκῆν ἐξηραμμένην ἐκ ῥιζῶν.
Μαρκ. 11,20 Και καθώς επερνούσαν το πρωϊ, είδαν οι μαθηταί την
συκιάν να έχη ξηρανθή από τις ρίζες.
Μαρκ. 11,21 καὶ ἀναμνησθεὶς ὁ Πέτρος λέγει αὐτῷ·
ῥαββί, ἴδε ἡ συκῆ ἣν κατηράσω ἐξήρανται.
Μαρκ. 11,21 Και εθυμήθηκε ο Πετρος τα χθεσινά λόγια του
Διδασκάλου και του είπε· “διδάσκαλε, κύτταξε· η συκιά την οποίαν χθες
κατηράσθης έχει ξηρανθή”.
Μαρκ. 11,22 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς·
ἔχετε πίστιν Θεοῦ.
Μαρκ. 11,22 Και απεκρίθη ο Ιησούς και του είπε· να έχετε πίστιν
στον Θεόν και την δύναμίν του.
Μαρκ. 11,23 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν εἴπῃ
τῷ ὄρει τούτῳ, ἄρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ μὴ διακριθῇ ἐν τῇ καρδίᾳ
αὐτοῦ, ἀλλὰ πιστεύσει ὅτι ἃ λέγει γίνεται, ἔσται αὐτῷ ὃ ἐὰν εἴπῃ.
Μαρκ. 11,23 Διότι σας διαβεβαιώνω, ότι εκείνος που έχει τέτοιαν
πίστιν και θα είπη στο βουνό τούτο· σήκω και πέσε εις την θάλασσαν, και εφ'
όσον δεν θα αισθανθή καμμίαν αμφιβολίαν εις την καρδίαν του, αλλά θα πιστεύση,
ότι όσα εις δόξα του Θεού λέγει γίνονται, θα ίδη ότι θα γίνη αυτό, που θα είπη.
Μαρκ. 11,24 διὰ τοῦτο λέγων ὑμῖν, πάντα ὅσα ἂν
προσευχόμενοι αἰτεῖσθε, πιστεύετε ὅτι λαμβάνετε, καὶ ἔσται ὑμῖν.
Μαρκ. 11,24 Δια τούτο και σας λέγω, ότι όλα όσα με την προσευχήν
σας ζητείτε, πιστεύετε ότι θα τα λάβετε, και θα σας δοθούν από τον Θεόν.
Μαρκ. 11,25 καὶ ὅταν στήκητε προσευχόμενοι, ἀφίετε
εἴ τι ἔχετε κατά τινος, ἵνα καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀφῇ ὑμῖν τὰ
παραπτώματα ὑμῶν.
Μαρκ. 11,25 Και όταν στέκεσθε εις προσευχήν, να συγχωρήτε με όλην
σας την καρδιά, εάν έχετε κάτι εναντίον κάποιου, δια να συγχωρήση και ο Πατήρ
σας ο ουράνιος τα ιδικά σας παραπτώματα.
Μαρκ. 11,26 εἰ δὲ ὑμεῖς οὐκ ἀφίετε, οὐδὲ ὁ
πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν.
Μαρκ. 11,26 Εάν δε σεις δεν συγχωρήτε τους άλλους δια τα τυχόν
σφάλματα, που έχουν πράξει απέναντί σας, και ο Πατήρ σας ο ουράνιος δεν θα
συγχωρήση τα ιδικά σας παραπτώματα”.
Μαρκ. 11,27 Καὶ ἔρχονται πάλιν εἰς Ἱεροσόλυμα·
καὶ ἐν τῶ ἱερῷ περιπατοῦντος αὐτοῦ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ
γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι
Μαρκ. 11,27 Και έρχονται πάλιν εις τα Ιεροσόλυμα και καθώς αυτός
επεριπατούσε εις την αυλήν του ναού, έρχονται προς αυτόν οι αρχιερείς και οι
γραμματείς και οι πρεσβύτεροι
Μαρκ. 11,28 καὶ λέγουσιν αὐτῷ· ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ
ταῦτα ποιεῖς; ἢ τίς σοι ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἵνα ταῦτα ποιῇς;
Μαρκ. 11,28 και του λέγουν· “με ποίαν εξουσίαν ενεργείς αυτά; Η
ποιός σου έδωκε την εξουσίαν αυτήν να κάνης αυτά, δηλαδή να διώχνης τους
πωλούντας και αγοράζοντας από το ιερόν”;
Μαρκ. 11,29 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς·
ἐπερωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ ἕνα λόγον, καὶ ἀποκρίθητέ μοι, καὶ ἐρῶ ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ
ταῦτα ποιῶ.
Μαρκ. 11,29 Ο δε Ιησούς απεκρίθη και είπεν εις αυτούς· “Θα σας
ερωτήσω κι' εγώ ένα λόγον. Δώστε μου σεις απόκρισιν εις αυτόν, και τότε θα σας
πω και εγώ, με ποίαν εξουσίαν ενεργώ αυτά.
Μαρκ. 11,30 τὸ βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν
ἢ ἐξ ἀνθρώπων; ἀποκρίθητέ μοι.
Μαρκ. 11,30 Το βάπτισμα του Ιωάννου (ο οποίος όπως ξεύρετε έδωσε
επίσημον μαρτυρίαν για μένα) ήτο από τον ουρανόν, κατόπιν δηλαδή εντολής του
Θεού, η ήτο απατηλή επινόησις των ανθρώπων; Απαντήστε μου”.
Μαρκ. 11,31 καὶ ἐλογίζοντο πρὸς ἑαυτοὺς
λέγοντες· ἐὰν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ· διατί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
Μαρκ. 11,31 Εκείνοι τότε εσυλλογίζοντο από μέσα των και έλεγαν·
“εάν πούμε, ότι ήτο από τον ουρανόν, θα πη· διατί λοιπόν σεις δεν επιστεύσατε
εις αυτόν;
Μαρκ. 11,32 ἀλλὰ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων; -ἐφοβοῦντο
τὸν λαόν· ἅπαντες γὰρ εἶχον τὸν Ἰωάννην ὅτι προφήτης ἦν.
Μαρκ. 11,32 Αλλά να είπωμεν, ότι ήτο από μίαν επινόησις
ανθρώπων;”- Εφοβούντο όμως τον λαόν, διότι όλοι ανεξαιρέτως επίστευαν ότι ο
Ιωάννης ήτο προφήτης.
Μαρκ. 11,33 καὶ ἀποκριθέντες λέγουσι τῷ Ἰησοῦ·
οὐκ οἴδαμεν. καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς λέγει αὐτοῖς· οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ
ταῦτα ποιῶ.
Μαρκ. 11,33 Και τότε αυτοί (που ως διδάσκαλοι του λαού έπρεπε να
διακρίνουν το καλόν από το κακόν και να διαφωτίζουν τον λαόν) απήντησαν και
είπαν στον Ιησούν· “δεν ηξεύρομεν από που ήτο το βάπτισμα του Ιωάννου”. Και ο
Ιησούς απεκρίθη και τους είπε· “διότι είσθε δόλιοι και ανειλικρινείς ούτε και
εγώ σας λέγω με ποίαν εξουσίαν πράττω αυτά”.
ΚΑΤΑ
ΜΑΡΚΟΝ 12
Μαρκ. 12,1 Καὶ ἤρξατο αὐτοῖς ἐν παραβολαῖς
λέγειν· ἀμπελῶνα ἐφύτευσεν ἄνθρωπος καὶ περιέθηκε φραγμὸν καὶ ὤρυξεν ὑπολήνιον
καὶ ᾠκοδόμησε πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδήμησε.
Μαρκ. 12,1 Ηρχισε τότε να ομιλή εις αυτούς με παραβολάς. “Ενας
άνθρωπος εφύτεψε αμπέλι και ύψωσε ολόγυρα φράκτην και έσκαψε πατητήρι και
στέρνα δια τον μούστον, έκτισε πύργον δια να μένουν οι φύλακες και οι εργάται,
και έτοιμο πλέον το αμπέλι το παρέδωσε στους γεωργούς, να το καλλιεργούν, να
αποδίδουν δε και εις αυτόν την αναλογίαν των καρπών και εταξίδευσεν εις άλλην
χώραν.
Μαρκ. 12,2 καὶ ἀπέστειλε πρὸς τοὺς γεωργοὺς
τῷ καιρῷ δοῦλον, ἵνα παρὰ τῶν γεωργῶν λάβῃ ἀπὸ τοῦ καρποῦ τοῦ ἀμπελῶνος.
Μαρκ. 12,2 Και κατά την κατάλληλον εποχήν έστειλεν στους
γεωργούς ένα δούλον, δια να παραλάβη από αυτούς ένα μέρος από τον καρπόν του
αμπελιού.
Μαρκ. 12,3 καὶ λαβόντες αὐτὸν ἔδειραν καὶ
ἀπέστειλαν κενόν.
Μαρκ. 12,3 Εκείνοι όμως, αφού επιασαν τον δούλον, τον έδειραν
και τον έδιωξαν με αδειανά τα χέρια.
Μαρκ. 12,4 καὶ πάλιν ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς
ἄλλον δοῦλον· κἀκεῖνον λιθοβολήσαντες ἐκεφαλαίωσαν καὶ ἀπέστειλαν ἠτιμωμένον.
Μαρκ. 12,4 Και πάλιν ο οικοδεσπότης έστειλε εις αυτούς άλλον δούλον·
και εκείνον, αφού τον ελιθοβόλησαν, τον επλήγωσαν στο κεφάλι και τον εδίωξαν
ντροπιασμένον.
Μαρκ. 12,5 καὶ πάλιν ἄλλον ἀπέστειλε· κἀκεῖνον
ἀπέκτειναν, καὶ πολλοὺς ἄλλους, οὓς μὲν δέροντες, οὓς δὲ ἀποκτέννοντες.
Μαρκ. 12,5 Και πάλιν έστειλε άλλον και εκείνον τον εφόνευσαν
και πολλούς άλλους εκακοποίησαν, άλλους μεν τους έδερναν, άλλους δε τους
εφόνευαν.
Μαρκ. 12,6 ἔτι οὖν ἕνα υἱὸν ἔχων, ἀγαπητὸν
αὐτοῦ, ἀπέστειλε καὶ αὐτὸν ἔσχατον πρὸς αὐτοὺς λέγων ὅτι ἐντραπήσονται τὸν υἱόν
μου.
Μαρκ. 12,6 Ακόμη, λοιπόν, ένα μονογενή και αγαπητόν Υιόν, που
είχε, τον έστειλε τελευταίον προς αυτούς λέγων· Οτι αυτοί οι άνθρωποι θα
εντραπούν επί τέλους τον υιόν μου.
Μαρκ. 12,7 ἐκεῖνοι δὲ οἱ γεωργοί,
θεασάμενοι αὐτὸν ἐρχόμενον, πρὸς ἑαυτοὺς εἶπον ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε
ἀποκτείνωμεν αὐτόν, καὶ ἡμῶν ἔσται ἡ κληρονομία.
Μαρκ. 12,7 Εκείνοι όμως οι γεωργοί, όταν είδαν αυτόν να
έρχεται, είπαν μεταξύ τους· ότι αυτός είναι ο κληρονόμος· ελάτε να τον
φονεύσωμεν και θα μείνη έτσι ιδική μας πλέον η κληρονομία.
Μαρκ. 12,8 καὶ λαβόντες ἀπέκτειναν αὐτὸν
καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος.
Μαρκ. 12,8 Και αφού τον επιασαν, τον εφόνευσαν και τον έβγαλαν
έξω από το αμπέλι.
Μαρκ. 12,9 τί οὖν ποιήσει ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος;
ἐλεύσεται καὶ ἀπολέσει τοὺς γεωργοὺς τούτους, καὶ δώσει τὸν ἀμπελῶνα ἄλλοις.
Μαρκ. 12,9 Τι θα κάμη λοιπόν ο κύριος του αμπελώνος; Θα έλθη
και θα εξολοθρεύση τους γεωργούς αυτούς και θα δώση εις άλλους το αμπέλι, (Ετσι
θα τιμωρήση ο Θεός τους πνευματικούς ηγέτας του Ισραήλ, στους οποίους ως
καρποφόρον άμπελον ενεπιστεύθη τον λαόν του, και τον οποίον αυτοί κατά πολλούς
τρόπους ήθελαν να εκμεταλλεύωνται δια την ιδικήν των ωφέλειαν. Δια να μένουν δε
ανενόχλητοι εις την ανίερον εκμετάλλευσίν των έδιωχναν και έδερναν και εφόνευαν
τους προφήτας, τους οποίους κατά καιρούς έστελνεν εις αυτούς ο Θεός, δια να
τους υπενθυμίση το καθήκον των. Και θα εμπιστευθή ο Θεός τον νέον λαόν της
Χαριτος εις άλλους πνευματικούς ηγέτας).
Μαρκ. 12,10 οὐδὲ τὴν γραφὴν ταύτην ἀνέγνωτε,
λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας·
Μαρκ. 12,10 Και επρόσθεσε ο Κυριος· “δεν εδιαβάσατε ούτε αυτό το
χωρίον της Γραφής που λέγει· Λιθον τον οποίον απέρριψαν ως ακατάλληλον οι
κτίσται, αυτός έγινε ο κυριώτερος ακρογωνιαίος λίθος, δι' όλην την οικοδομήν.
Μαρκ. 12,11 παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι
θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;
Μαρκ. 12,11 Από τον Κυριον έγινεν η τοποθέτησις αυτή του λίθου
και είναι αξιοθαύμαστος εις τα μάτια ημών των πιστών;”
Μαρκ. 12,12 Καὶ ἐζήτουν αὐτὸν κρατῆσαι, καὶ ἐφοβήθησαν
τὸν ὄχλον· ἔγνωσαν γὰρ ὅτι πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν εἶπε. καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλθον.
Μαρκ. 12,12 Και εζητούσαν οι αρχιερείς να τον συλλάβουν, αλλά
εφοβήθησαν τον λαόν· ήθελαν δε να τον συλλάβουν, διότι εκατάλαβαν καλά, ότι δι'
αυτούς είπε την παραβολήν. Και αφού τον αφήκαν, έφυγαν.
Μαρκ. 12,13 Καὶ ἀποστέλλουσι πρὸς αὐτόν
τινας τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Ἡρῳδιανῶν ἵνα αὐτὸν ἀγρεύσωσι λόγῳ.
Μαρκ. 12,13 Και στέλνουν προς αυτόν μερικούς από τους Φαρισαίους
και μερικούς από τους Ηρωδιανούς, τους οπαδούς δηλαδή του Ηρώδου και φίλους των
Ρωμαίων, δια να τον πιάσουν με τα λόγια των κατά δόλιον τρόπον, όπως πιάνεται
το ψάρι με το δόλωμα.
Μαρκ. 12,14 οἱ δὲ ἐλθόντες λέγουσιν αὐτῷ·
διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις
εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἀληθείας τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ διδάσκεις. εἰπὲ οὖν ἡμῖν·
ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; δῶμεν ἢ μὴ δῶμεν;
Μαρκ. 12,14 Εκείνοι αφού ήλθαν, του είπαν· “διδάσκαλε, γνωρίζομεν
καλά, ότι είσαι ειλικρινής και φιλαλήθης και δεν σε μέλει δια κανένα. Διότι δεν
αποβλέπεις ούτε επηρεάζεσαι από πρόσωπα ανθρώπων, αλλά διδάσκεις πάντοτε με
κάθε αλήθειαν τον δρόμον του Θεού· ειπέ μας λοιπόν· επιτρέπεται να πληρώνωμεν
φόρον στον Καίσαρα, ναι η όχι; Να δώσωμεν η να μη δώσωμεν αυτόν τον φόρον;
Μαρκ. 12,15 ὁ δὲ εἰδὼς αὐτῶν τὴν ὑπόκρισιν εἶπεν
αὐτοῖς· τί με πειράζετε; φέρετέ μοι δηνάριον ἵνα ἴδω·
Μαρκ. 12,15 Ο Ιησούς όμως, κατανοήσας την δολιότητα και
υποκρισίαν των, τους είπε· “τι με πειράζετε; Φερτε μου να ιδώ το δηνάριον, με
το οποίον πληρώνετε τον φόρον”.
Μαρκ. 12,16 οἱ δὲ ἤνεγκαν. καὶ λέγει αὐτοῖς·
τίνος ἡ εἰκὼν αὕτη καὶ ἡ ἐπιγραφή; οἱ δὲ εἶπον· Καίσαρος.
Μαρκ. 12,16 Αυτοί δε του έφεραν και τους λέγει· “τίνος είναι η
εικών και η επιγραφή, που υπάρχει στο νόμισμα;” Εκείνοι δε είπον· “του
Καίσαρος”.
Μαρκ. 12,17 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς·
ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ· καὶ ἐθαύμασαν ἐπ᾿ αὐτῷ.
Μαρκ. 12,17 Και αποκριθείς ο Ιησούς τους είπε· “δώστε πίσω στον
Καίσαρα, όσα ανήκουν στον Καίσαρα και στον Θεόν δώστε, όσα ανήκουν στον Θεόν. (Εις
τους άρχοντας αποδώστε φόρους, σεβασμόν και υπακοήν, εφ' όσον αυτά δεν είναι
αντίθετα προς το θέλημα του Θεού. Εις τον Θεόν δε τον νουν και την καρδίαν σας,
ολόκληρον τον ευατόν σας)”. Και εθαύμασαν αυτόν δια την απάντησιν, που τους
έδωκεν.
Μαρκ. 12,18 Καὶ ἔρχονται Σαδδουκαῖοι πρὸς αὐτόν,
οἵτινες λέγουσιν ἀνάστασιν μὴ εἶναι, καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες·
Μαρκ. 12,18 Ηλθαν κατόπιν εις αυτόν οι Σαδδουκαίοι, οι οποίοι
έλεγον ότι δεν υπάρχει ανάστασις νεκρών, και τον ηρωτησαν·
Μαρκ. 12,19 διδάσκαλε, Μωϋσῆς ἔγραψεν ἡμῖν ὅτι
ἐάν τινος ἀδελφὸς ἀποθάνῃ καὶ καταλίπῃ γυναῖκα, καὶ τέκνα μὴ ἀφῇ, ἵνα λάβῃ ὁ ἀδελφὸς
αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ.
Μαρκ. 12,19 “διδάσκαλε, ο Μωϋσής στον νόμον, που μας έδωσε,
έγραψε ότι εάν ο αδελφός κάποιου πεθάνη και εγκαταλείψη χήραν την γυναίκα και
δεν αφήση τέκνα, πρέπει να πάρη ο αδελφός του την χήραν εκείνου και να γεννήση
απόγονον στον αποθανόντα αδελφόν.
Μαρκ. 12,20 ἑπτὰ οὖν ἀδελφοὶ ἦσαν. καὶ ὁ πρῶτος
ἔλαβε γυναῖκα, καὶ ἀποθνήσκων οὐκ ἀφῆκε σπέρμα.
Μαρκ. 12,20 Ησαν, λοιπόν, επτά αδελφοί· και ο πρώτος επήρε
σύζυγον και όταν απέθανε, δεν αφήκεν απόγονον.
Μαρκ. 12,21 καὶ ὁ δεύτερος ἔλαβεν αὐτήν, καὶ
ἀπέθανε, καὶ οὐδὲ αὐτὸς οὐκ ἀφῆκε σπέρμα. καὶ ὁ τρίτος ὡσαύτως.
Μαρκ. 12,21 Και ο δεύτερος αδελφός έλαβεν αυτήν και απέθανε, και
ουδέ αυτός αφήκεν απόγονον. Και ο τρίτος επίσης.
Μαρκ. 12,22 καὶ ἔλαβον αὐτὴν οἱ ἑπτά, καὶ οὐκ
ἀφῆκαν σπέρμα. ἐσχάτη πάντων ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή.
Μαρκ. 12,22 Και επήραν αυτήν ως σύζυγον και οι επτά, χωρίς να
αφήσουν απόγονον. Τελευταία δε από όλους απέθανε και η γυναίκα.
Μαρκ. 12,23 ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει, ὅταν ἀναστῶσι,
τίνος αὐτῶν ἔσται γυνή; οἱ γὰρ ἑπτὰ ἔσχον αὐτὴν γυναῖκα.
Μαρκ. 12,23 Λοιπόν κατά την ανάστασιν, όταν όλοι αυτοί
αναστηθούν, εις ποίον από όλους θα ανήκη η γυναίκα; Διότι και οι επτά την
έλαβον ως σύζυγον”.
Μαρκ. 12,24 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς·
οὐ διὰ τοῦτο πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ;
Μαρκ. 12,24 Και αποκριθείς ο Ιησούς τους είπε· “δεν σκέπτεσθε,
πόσον πλανάσθε δι' αυτό; Και τούτο, διότι δεν γνωρίζετε ούτε την διδασκαλίαν
των Γραφών ούτε την δύναμιν του Θεού.
Μαρκ. 12,25 ὅταν γὰρ ἐκ νεκρῶν ἀναστῶσιν, οὔτε
γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται, ἀλλ᾿ εἰσὶν ὡς ἄγγελοι οἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Μαρκ. 12,25 Διότι, όταν αναστηθούν οι άνθρωποι εκ νεκρών ούτε
νυμφεύονται οι άνδρες ούτε υπανδρεύονται αι γυναίκες, αλλά ζουν όπως οι άγγελοι
του ουρανού.
Μαρκ. 12,26 περὶ δὲ τῶν νεκρῶν ὅτι ἐγείρονται,
οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῇ βίβλῳ Μωϋσέως, ἐπὶ τοῦ βάτου πῶς εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεὸς λέγων, ἐγὼ
ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ;
Μαρκ. 12,26 Ως προς δε τους νεκρούς, ότι δηλαδή θα αναστηθούν,
δεν εδιαβάσατε στο βιβλίον του Μωϋσέως, εκεί όπου γίνεται λόγος δια την
φλεγομένην βάτον, πως του είπεν ο Θεός; Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός
του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ;
Μαρκ. 12,27 οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ
ζώντων· ὑμεῖς οὖν πολὺ πλανᾶσθε.
Μαρκ. 12,27 Ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά Θεός ζωντανών και
ως ζωντανούς εις την αιωνιότητα αναφέρει εδώ τους τρεις πατριάρχας. Σεις
λοιπόν, πολύ πλανάσθε”.
Μαρκ. 12,28 Καὶ προσελθὼν εἷς τῶν γραμματέων
ἀκούσας αὐτῶν συζητούντων, ἰδὼν ὅτι καλῶς αὐτοῖς ἀπεκρίθη, ἐπηρώτησεν αὐτόν·
ποία ἐστὶ πρώτη πάντων ἐντολή;
Μαρκ. 12,28 Επλησίασε τότε ένας από τους γραμματείς, ο οποίος
όταν τους ήκουσε να συζητούν και είδεν ότι ορθώς απήντησεν εις αυτούς ο
Χριστός, τον ερώτησε με ειλικρινές ενδιαφέρον· “ποία είναι η μεγαλυτέρα από
όλας τας εντολάς;”
Μαρκ. 12,29 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη αὐτῷ ὅτι
πρώτη πάντων ἐντολή· ἄκουε, Ἰσραήλ, Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι·
Μαρκ. 12,29 Ο δε Ιησούς του απήντησεν, ότι η πρώτη από όλας τας
εντολάς είναι αυτή·” άκουε λαέ Ισραήλ, ο Κυριος ο Θεός ημών ένας και μόνος
Κυριος είναι.
Μαρκ. 12,30 καὶ ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν
σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας
σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. αὕτη πρώτη ἐντολή.
Μαρκ. 12,30 Και οφείλεις να αγαπάς Κυριον τον Θεόν σου με όλην
σου την καρδίαν και με όλην σου την ψυχήν και με όλην την διάνοιάν σου και με
όλην σου την δύναμιν, με ολόκληρον δηλαδή την ύπαρξίν σου. Αυτή είναι η πρώτη
εντολή.
Μαρκ. 12,31 καὶ δευτέρα ὁμοία, αὕτη· ἀγαπήσεις
τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. μείζων τούτων ἄλλη ἐντολὴ οὐκ ἔστι.
Μαρκ. 12,31 Και δευτέρα εντολή ομοία προς την πρώτην είναι αυτή·
Οφείλεις να αγαπάς τον πλησίον σου, όπως τον ευατόν σου. Αλλη μεγαλυτέρα εντολή
από τας δύο αυτάς δεν υπάρχει”.
Μαρκ. 12,32 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ γραμματεύς· καλῶς,
διδάσκαλε, ἐπ᾿ ἀληθείας εἶπας ὅτι εἷς ἐστι καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν αὐτοῦ·
Μαρκ. 12,32 Και είπεν εις αυτόν ο γραμματεύς· “πολύ καλά, διδάσκαλε,
σύμφωνα προς την αλήθειαν απήντησες, ότι ένας είναι ο Κυριος και Θεός και εκτός
από αυτόν δεν υπάρχει άλλος.
Μαρκ. 12,33 καὶ τὸ ἀγαπᾶν αὐτὸν ἐξ ὅλης τῆς
καρδίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς συνέσεως καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος,
καὶ τὸ ἀγαπᾶν τὸν πλησίον ὡς ἑαυτὸν πλεῖόν ἐστι πάντων τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ
θυσιῶν.
Μαρκ. 12,33 Και το να αγαπά κανείς αυτόν με όλην του την καρδιά
και με όλην του την διάνοιαν και με όλην του την ψυχήν και με όλην την δύναμιν
της θελήσεώς του και το να αγαπά τον πλησίον του σαν τον ευατόν του, είναι πολύ
ανώτερον από όλα τα σφάγια, που καίονται ολόκληρα ως θυσία επάνω στο
θυσιαστήριον και από όλας τας άλλας θυσίας”.
Μαρκ. 12,34 καὶ ὁ Ἰησοῦς ἰδὼν ὅτι νουνεχῶς ἀπεκρίθη,
εἶπεν αὐτῷ· οὐ μακρὰν εἶ ἀπὸ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ· καὶ οὐδεὶς οὐκέτι ἐτόλμα αὐτὸν
ἐπερωτῆσαι.
Μαρκ. 12,34 Οταν είδε ο Ιησούς, ότι τόσον συνετά και έξυπνα
απήντησε, του είπεν· “δεν είσαι μακρυά από την βασιλείαν του Θεού, όπως είναι
οι άλλοι γραμματείς και Φαρισαίοι”. Και κανείς πλέον δεν ετολμούσε να τον
ερωτήση.
Μαρκ. 12,35 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε
διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ· πῶς λέγουσιν οἱ γραμματεῖς ὅτι ὁ Χριστὸς υἱὸς Δαυΐδ ἐστι;
Μαρκ. 12,35 Ελαβε τότε τον λόγον ο Ιησούς και εδίδασκε εις τας
αυλάς του ναού· “πως ισχυρίζονται οι γραμματείς ότι ο Χριστός είναι απλούς
απόγονος του Δαυΐδ;
Μαρκ. 12,36 αὐτὸς γὰρ Δαυΐδ εἶπεν ἐν
Πνεύματι Ἁγίῳ· λέγει ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς
σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου.
Μαρκ. 12,36 Διότι ο ίδιος ο Δαυΐδ, εμπνεόμενος από το Αγιον Πνεύμα,
διεκήρυξε· Είπεν ο Κυριος στον Κυριον μου, κάθισε εκ δεξιών μου ένδοξος όπως
εγώ, έως ότου συντρίψω τους εχθρούς σου και τους θέσω υποπόδιον των ποδών σου.
Μαρκ. 12,37 αὐτὸς οὖν Δαυΐδ λέγει αὐτὸν
Κύριον· καὶ πόθεν υἱὸς αὐτοῦ ἐστι; καὶ ὁ πολὺς ὄχλος ἤκουεν αὐτοῦ ἡδέως.
Μαρκ. 12,37 Ο ίδιος, λοιπόν, ο Δαυίδ ονομάζει τον Μεσσίαν Κυριον·
και πως λοιπόν είναι δυνατόν ο Μεσσίας να είναι μόνον απλούς απόγονός του;” Και
ο πολύς λαός ήκουεν τον Ιησούν με μεγάλην ευχαρίστησιν.
Μαρκ. 12,38 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ἐν τῇ διδαχῇ αὐτοῦ·
βλέπετε ἀπὸ τῶν γραμματέων τῶν θελόντων ἐν στολαῖς περιπατεῖν καὶ ἀσπασμοὺς ἐν
ταῖς ἀγοραῖς
Μαρκ. 12,38 Και τους έλεγε εις την διδασκαλίαν του· “προσέχετε
από τους γραμματείς, οι οποίοι θέλουν να εμφανίζωνται και να περιπατούν με
επισήμους και ειδικάς δι' αυτούς στολάς και επιδιώκουν τους τιμητικούς
χαιρετισμούς εις τας αγοράς
Μαρκ. 12,39 καὶ πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς
συναγωγαῖς καὶ πρωτοκλισίας ἐν τοῖς δείπνοις.
Μαρκ. 12,39 και τα πρώτα καθίσματα εις τας συναγωγάς και τας
πρώτας θέσεις εις τα δείπνα.
Μαρκ. 12,40 οἱ κατεσθίοντες τὰς οἰκίας τῶν
χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι! οὗτοι λήψονται περισσότερον κρῖμα.
Μαρκ. 12,40 Αυτοί είναι, που καταπατούν το δίκαιον και
κατατρώγουν τα σπίτια και την περιουσίαν των χήρων και κατόπιν με υποκρισίαν
πολλήν και με το πρόσχημα της ευσεβοίας κάνουν μακράς προσευχάς, δια να
εξαπατούν τους άλλους. Αυτοί θα λάβουν μεγαλυτέραν καταδίκην, από οποιονδήποτε
άλλον άρπαγα και κλέπτην”. (Και τούτο, διότι αυτοί εν επιγνώσει αμαρτάνουν,
και, το ακόμη χειρότερον, καπηλεύονται την ευσέβειαν).
Μαρκ. 12,41 Καὶ καθίσας ὁ Ἰησοῦς κατέναντι
τοῦ γαζοφυλακίου ἐθεώρει πῶς ὁ ὄχλος βάλλει χαλκὸν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον.
Μαρκ. 12,41 Και τότε εκάθισεν ο Ιησούς απέναντι από τα κουτιά των
ελεημοσυνών και έβλεπε πως ο λαός έρριπτε χάλκινα νομίσματα εις αυτό”.
Μαρκ. 12,42 καὶ πολλοὶ πλούσιοι ἔβαλλον
πολλά· καὶ ἐλθοῦσα μία χήρα πτωχὴ ἔβαλε λεπτὰ δύο, ὅ ἐστι κοδράντης.
Μαρκ. 12,42 Και πολλοί πλούσιοι έρριπταν πολλά· Ηλθε όμως μία
πτωχή χήρα και έριξε δύο λεπτά, δηλαδή ένα κοδράντην.
Μαρκ. 12,43 καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς μαθητὰς
αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχὴ αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλε
τῶν βαλλόντων εἰς τὸ γαζοφυλάκιον·
Μαρκ. 12,43 Και αφού επροσκάλεσε ο Κυριος τους μαθητάς του τους
είπε· “σας διαβεβαιώνω, ότι αυτή η πτωχή χήρα έρριξε στο κουτί πολύ περισσότερα
από όλους τους άλλους.
Μαρκ. 12,44 πάντες γὰρ ἐκ τοῦ περισσεύοντος
αὐτοῖς ἔβαλον· αὕτη δὲ ἐκ τῆς ὑστερήσεως αὐτῆς πάντα ὅσα εἶχεν ἔβαλεν, ὅλον τὸν
βίον αὐτῆς.
Μαρκ. 12,44 Διότι όλοι οι άλλοι έρριψαν από το περίσευμά των,
αυτή δε από την πλήρη στέρησίν της· όλα όσα είχεν τα έρριψεν, όλο το βιο της”.
ΚΑΤΑ
ΜΑΡΚΟΝ 13
Μαρκ. 13,1 Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἐκ τοῦ
ἱεροῦ λέγει αὐτῷ εἷς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ· διδάσκαλε, ἴδε ποταποὶ λίθοι καὶ ποταπαὶ
οἰκοδομαί.
Μαρκ. 13,1 Και καθώς έβγαιναν από την αυλήν του ναού, του
είπεν ένας από τους μαθητάς του· “διδάσκαλε, κύτταξε, τι ωραία μάρμαρα και
πόσον μεγαλοπρεπή κτίρια είναι αυτά”!
Μαρκ. 13,2 καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν
αὐτῷ· βλέπεις ταύτας τὰς μεγάλας οἰκοδομάς; οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς
οὐ μὴ καταλυθῇ.
Μαρκ. 13,2 Και ο Ιησούς απήντησε και του είπε· “βλέπεις αυτάς
τας μεγάλας οικοδομάς· δεν θα μείνη εδώ πέτρα επάνω εις την πέτραν, που να μη
κρημνισθή”.
Μαρκ. 13,3 Καὶ καθημένου αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος
τῶν ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ἱεροῦ, ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ
Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας·
Μαρκ. 13,3 Και ενώ εκάθητο στο όρος των Ελαιών απέναντι από
τον ναόν, τον ηρώτησαν ιδιαιτέρως ο Πετρος, ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης και ο Ανδρέας,
Μαρκ. 13,4 εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ
τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ πάντα ταῦτα συντελεῖσθαι;
Μαρκ. 13,4 “Πες μας, πότε θα συμβούν αυτά και ποιό θα είναι το
σημείον, όταν πρόκειται όλα αυτά να πραγματοποιηθούν;”
Μαρκ. 13,5 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς ἤρξατο
λέγειν αὐτοῖς· βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ.
Μαρκ. 13,5 Ο δε Ιησούς απήντησε και ήρχισε να τους λέγη·
“προσέχετε, μήπως τυχόν κανείς σας παραπλανήση.
Μαρκ. 13,6 πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί
μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν.
Μαρκ. 13,6 Διότι πολλοί θα έλθουν παίρνοντες ως ιδικόν των το
όνομά μου και λέγοντες, ότι εγώ είμαι ο Μεσσίας, και πολλούς θα πλανήσουν.
Μαρκ. 13,7 ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκοὰς
πολέμων, μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω τὸ τέλος.
Μαρκ. 13,7 Οταν δε ακούσετε πολέμους και ειδήσεις περί
πολέμων, μη ταραχθήτε. Διότι σύμφωνα με το σχέδιον του Θεού πρέπει να γίνουν
αυτά, αλλ' ακόμη δεν θα έχη φθάσει το τέλος.
Μαρκ. 13,8 ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος
καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται σεισμοὶ κατὰ τόπους, καὶ ἔσονται λιμοὶ
καὶ ταραχαί.
Μαρκ. 13,8 Διότι θα εξεγερθή ένα έθνος εναντίου άλλου έθνους
και ένα βασίλειον ενάντιον άλλου βασιλείου και θα γίνουν σεισμοί εις διαφόρους
περιοχάς και θα συμβούν στερήσεις και πείνες και ταραχές.
Μαρκ. 13,9 ἀρχαὶ ὠδίνων ταῦτα. Βλέπετε δὲ
ὑμεῖς ἑαυτούς. παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν
δαρήσεσθε, καὶ ἐπὶ ἡγεμόνων καὶ βασιλέων σταθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς.
Μαρκ. 13,9 Αυτά όμως θα είναι η αρχή πόνων και δεινών. Αλλά
σεις προσέχετε τους εαυτούς σας, διότι θα υποστήτε πολλάς δοκιμασίας· οι εχθροί
του Ευαγγελίου θα σας παραδώσουν εις συνέδρια και δημοσία εις τας συναγωγάς των
θα σας δείρουν και θα σταθήτε ως κατηγορούμενοι εμπρός εις άρχοντας και
βασιλείς ένεκα της πίστεώς σας εις εμέ, δια να μαρτυρήσετε ενώπιον αυτών την
αλήθεια του Ευαγγελίου.
Μαρκ. 13,10 καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη δεῖ πρῶτον
κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον.
Μαρκ. 13,10 Συμφωνα ακόμη με το θείον σχέδιον θα κηρυχθή το
Ευαγγέλιον προηγουμένως εις όλα τα έθνη.
Μαρκ. 13,11 ὅταν δὲ ἀγάγωσιν ὑμᾶς
παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε τί λαλήσητε, μηδὲ μελετᾶτε, ἀλλ᾿ ὃ ἐὰν δοθῇ ὑμῖν ἐν
ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ
Ἅγιον.
Μαρκ. 13,11 Οταν δε σας οδηγήσουν και σας παραδώσουν εις
δικαστήρια, μη πολυφροντίζετε και μη στενοχωρείσθε εκ των προτέρων τι θα
απολογηθήτε, και μη προμελετάτε τίποτε. Αλλά εκείνο το οποίον θα σας δοθή από
τον Θεόν και θα έλθη στον νου σας κατά την ώρα εκείνην, αυτό να λέγετε. Διότι
δεν θα είσθε σεις, εκείνοι που θα ομιλούν, αλλά το Αγιον Πνεύμα.
Μαρκ. 13,12 παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς
θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν
αὐτούς.
Μαρκ. 13,12 Θα παραδώση δε εις θάνατον ο αδελφός τον αδελφόν και
ο πατέρας το τέκνον και θα επαναστατήσουν τα άπιστα παιδιά εναντίον των ευσεβών
γονέων και θα τους θανατώσουν.
Μαρκ. 13,13 καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων
διὰ τὸ ὄνομά μου· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται.
Μαρκ. 13,13 Και θα είσθε οι μισούμενοι από όλους τους ασεβείς,
επειδή θα πιστεύετε στο όνομά μου. Αλλά, εκείνος που θα υπομείνη έως το τέλος
της ζωής του, αυτός θα σωθή.
Μαρκ. 13,14 Ὅταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως
τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ -ὁ ἀναγινώσκων νοείτω- τότε
οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη,
Μαρκ. 13,14 Οταν δε θα ιδήτε το μισητόν και αηδές κάθαρμα, που θα
επιφέρη την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ, όπως έχει προαναγγελθή από τον προφήτην
Δανιήλ, να στέκεται εκεί που δεν πρέπει-κάθε ένας που θα διαβάζη αυτά τα λόγια,
ας καταλάβη περί τίνος πρόκειται (πρόκειται δια τους κακούργους επαναστάτας και
ληστάς Εβραίους, όπως και δια τους Ρωμαίους στρατιώτας, που θα βεβηλώσουν και
θα καταστρέψουν τα πάντα) τότε όσοι είναι εις την Ιουδαίαν, ας φεύγουν εις τα
όρη, δια να κρυβούν.
Μαρκ. 13,15 ὁ δὲ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβάτω
εἰς τὴν οἰκίαν μηδὲ εἰσελθέτω ἆραί τι ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ,
Μαρκ. 13,15 Οποιος ευρίσκεται εις την ταράτσα του σπιτιού του, ας
μη κατεβή στο σπίτι και ας μη εισέλθη μέσα εις αυτό, δια να πάρη κάτι.
Μαρκ. 13,16 καὶ ὁ εἰς τὸν ἀγρὸν ὢν μὴ ἐπιστρεψάτω
εἰς τὰ ὀπίσω ἆραι τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ.
Μαρκ. 13,16 Και εκείνος που εργάζεται στο χωράφι, ας μη γυρίση
πίσω, να πάρη το εξωτερικόν του ένδυμα.
Μαρκ. 13,17 οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις
καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.
Μαρκ. 13,17 Αλλοίμονον δε εις τας εγκύους και εις αυτάς που θα
θηλάζουν κατά τας ημέρας εκείνας. Θα τους είναι πολύ δύσκολον να τρέξουν και να
σωθούν.
Μαρκ. 13,18 προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ
φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος.
Μαρκ. 13,18 Προσεύχεσθε δε να μη γίνη η φυγή σας εις κακοκαιρίαν
του χειμώνος.
Μαρκ. 13,19 ἔσονται γὰρ αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θλῖψις,
οἵα οὐ γέγονε τοιαύτη ἀπ᾿ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ Θεὸς ἕως τοῦ νῦν καὶ οὐ μὴ
γένηται.
Μαρκ. 13,19 Διότι όλαι αι ημέραι εκείναι θα είναι θλίψις βαρεία
και μεγάλη, ομοία προς την οποίαν δεν έχει γίνει από τότε που έκτισε ο Θεός τον
κόσμον έως τώρα και ούτε θα γίνη ποτέ.
Μαρκ. 13,20 καὶ εἰ μὴ ἐκολόβωσε Κύριος τὰς ἡμέρας,
οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσε τὰς ἡμέρας.
Μαρκ. 13,20 Και εάν ο Κυριος δεν περιώριζε τον αριθμόν των ημερών
εκείνων, δεν θα ήτο δυνατόν να σωθή κανένας άνθρωπος. Αλλά προς χάριν των
εκλεκτών, που αυτός εξέλεξε και δεν θέλει να ταλαιπωρηθούν πολύ, περιώρισε τας
ημέρας εκείνας.
Μαρκ. 13,21 καὶ τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ
ὧδε ὁ Χριστός, ἰδοὺ ἐκεῖ, μὴ πιστεύετε.
Μαρκ. 13,21 Και τότε εάν κανείς σας πη· να, εδώ είναι ο Χριστός,
η ιδού, εκεί είναι, μη το πιστεύσετε.
Μαρκ. 13,22 ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ
ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα καὶ τέρατα πρὸς τὸ ἀποπλανᾶν, εἰ δυνατόν, καὶ
τοὺς ἐκλεκτούς.
Μαρκ. 13,22 Διότι θα αναπηδήσουν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται
και θα κάμουν εμπρός στους ανθρώπους σημεία και τέρατα, σημαδιακά και
καταπληκτικά έργα, δια να παρασύρουν εις τας πλάνας των, αν είναι δυνατόν, και
αυτούς ακόμη τους εκλεκτούς.
Μαρκ. 13,23 ὑμεῖς δὲ βλέπετε· ἰδοὺ προείρηκα
ὑμῖν ἅπαντα.
Μαρκ. 13,23 Σεις όμως προσέχετε· ιδού, σας τα προείπα όλα.
Μαρκ. 13,24 Ἀλλ᾿ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις,
μετὰ τὴν θλῖψιν ἐκείνην ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος
αὐτῆς,
Μαρκ. 13,24 Αλλά κατά τας ημέρας εκείνας, ύστερα από την θλίψιν
εκείνην, ο ήλιος θα σκοτισθή και η σελήνη δεν θα δώση το φως της.
Μαρκ. 13,25 καὶ οἱ ἀστέρες ἔσονται ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
πίπτοντες, καὶ αἱ δυνάμεις αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σαλευθήσονται.
Μαρκ. 13,25 Και τα αστέρια θα ξεφεύγουν από τας τροχιάς των και
θα πίπτουν από τον ουρανόν και αι δυνάμεις που συγκρατούν την αρμονίαν των
ουρανών θα σαλευθούν.
Μαρκ. 13,26 καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου
ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις μετὰ δυνάμεως πολλῆς καὶ δόξης.
Μαρκ. 13,26 Και τότε θα ιδούν τον υιόν του ανθρώπου να έρχεται
μέσα εις ολόφωτα νέφη με δύναμιν και δόξαν πολλήν.
Μαρκ. 13,27 καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους
αὐτοῦ καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ᾿ ἄκρου τῆς
γῆς ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ.
Μαρκ. 13,27 Και τότε θα στείλη τους αγγέλους του και θα
περιμαζεύση τους εκλεκτούς του από τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος, από το ένα
άκρον της γης έως το άλλο άκρον του ουρανού.
Μαρκ. 13,28 Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν
παραβολήν. ὅταν αὐτῆς ὁ κλάδος ἤδη γένηται ἁπαλὸς καὶ ἐκφύῃ τὰ φύλλα, γινώσκετε
ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν·
Μαρκ. 13,28 Από δε την συκιά μάθετε την παρωμοίωσιν, που θα σας
πω. Οταν το κλωνάρι της γίνη απαλό και βγουν τα φύλλα, γνωρίζετε ότι πλησιάζει
το θέρος.
Μαρκ. 13,29 οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα
γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις.
Μαρκ. 13,29 Ετσι και σεις, όταν θα ιδήτε όλα αυτά να
πραγματοποιούνται, εννοήσατε ότι είναι κοντά, ότι έφθασε πλέον εις την θύραν
και θα πραγματοποιηθή η κρίσις του Θεού.
Μαρκ. 13,30 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ
ἡ γενεὰ αὕτη μέχρις οὗ πάντα ταῦτα γένηται.
Μαρκ. 13,30 Σας διαβεβαιώνω, ότι δεν θα περάση η γενεά αυτή,
μέχρις ότου έλθουν όλα όσα σας προείπα, δηλαδή η καταστροφή της Ιερουσαλήμ, οι
ψευδόχριστοι και οι ψευδοπροφήται.
Μαρκ. 13,31 ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ
παρελεύσονται, οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι οὐ μὴ παρελεύσονται.
Μαρκ. 13,31 Ο ουρανός και η γη, που σας φαίνωνται τόσο σταθερά
και αμετακίνητα, θα περάσουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα περάσουν, αλλά θα
πραγματοποιηθούν ακριβώς.
Μαρκ. 13,32 Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς
ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ.
Μαρκ. 13,32 Ως προς δε την ημέραν εκείνην η την ώραν, που θα γίνη
η δευτέρα παρουσία, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς ούτε οι άγγελοι που είναι στον
ουρανόν ούτε ο Υιός, ως άνθρωπος, ειμή μόνον ο Πατήρ. (Ο Υιός, ως Θεός λόγος
γνωρίζει τα πάντα και τον χρόνον της δευτέρας παρουσίας).
Μαρκ. 13,33 Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ
προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν.
Μαρκ. 13,33 Προσέχετε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε· διότι δεν
γνωρίζετε πότε είναι καιρός της παρουσίας του Κυρίου.
Μαρκ. 13,34 ὡς ἄνθρωπος ἀπόδημος, ἀφεὶς τὴν
οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ δοὺς τοῖς δούλοις αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑκάστῳ τὸ ἔργον αὐτοῦ,
καὶ τῷ θυρωρῷ ἐνετείλατο ἵνα γρηγορῇ.
Μαρκ. 13,34 Και δια να ενοήσετε καλύτερον, θα συμβή κάτι ανάλογον
με ένα ξενητεμένον άνθρωπον, ο οποίος αφήκε το σπίτι του, εξουσιοδότησε τους
δούλους του να το χρησιμοποιούν και στον θυρωρόν έδωσε την εντολήν να είναι
άγρυπνος και να περιμένη. (Ετσι και ο Μεσσίας, ετακτοποίησε τα της Εκκλησίας
του και έχει δώσει εντολήν να είναι όλοι άγρυπνοι και έτοιμοι, δια να τον
υποδεχθούν, όταν έλθη).
Μαρκ. 13,35 γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ
πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται, ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ·
Μαρκ. 13,35 Αγρυπνείτε λοιπόν και προσέχετε, διότι δεν γνωρίζετε
πότε ο κύριος του σπιτιού έρχεται, αργά το βραδύ η το μεσονύκτιον η τα
χαράματα, όταν θα λαλούν οι πετινοί η το πρωϊ.
Μαρκ. 13,36 μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑμᾶς
καθεύδοντας.
Μαρκ. 13,36 Αγρυπνείτε, μήπως τυχόν έλθη αιφνιδίως και σας εύρη
να κοιμάσθε.
Μαρκ. 13,37 ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω·
γρηγορεῖτε.
Μαρκ. 13,37 Αυτά δε που λέγω εις σας, τα λέγω εις όλους.
Γρηγορείτε”.
0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.