Ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στοὺς ἀλλόθρησκους «δὲν εἶναι στάση ὅμοια μὲ ἐχθρῶν, καθότι ἄλλωστε γιὰ τὴν Ἐκκλησία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ αἰσθάνεται κανέναν ὡς ἐχθρό της, ἀλλὰ εἶναι στάση ἀγάπης, εὐθύνης, ἀναμονῆς καί βέβαια, πρόσκλησης» πρὸς "πάντα τὰ ἔθνη".
Στὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ χριστιανισμοῦ, ἂν πολλὲς φορὲς «ἡ χριστιανικὴ στάσις ὑπῆρξε διστακτικὴ καὶ ἐνίοτε ἐχθρικὴ ἔναντι τῶν ἄλλων θρησκειῶν ὡς αὐτόνομων συστημάτων», ἐντούτοις «παραμένει ἀπολύτως θετικὴ ἔναντι τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ζοῦν ἐντὸς τῆς ἀτμοσφαίρας τῶν ἄλλων θρησκειῶν ἢ ἰδεολογιῶν. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει διάφορον πιστεύω, οὐδέποτε ἀποστερεῖται τῆς βασικῆς του ἰδιότητος… νὰ εἶναι “τέκνον Θεοῦ”» .
Παρὰ ταῦτα ὁ διάλογος μὲ τὶς ἄλλες θρησκείες δὲν παύει νὰ προβληματίζει. Τὸ 1971 ὁ Ἀρχιεπ. Ἀλβανίας Ἀναστάσιος διαπίστωνε, πὼς «τὸ πρόβλημα τοῦ διαθρησκειακοῦ θεολογικοῦ διαλόγου συνεχίζει νὰ ἀποτελεῖ ἀντικείμενο προβληματισμοῦ καὶ τὸ ὅλο ζήτημα ἀποτελεῖ θεολογούμενο» . Σήμερα, ποὺ τὰ πράγματα δείχνουν πὼς τὸ Διάλογο ἐπηρεάζουν καὶ ἄλλα παράπλευρα ρεύματα, ποὺ κρύβουν σκοπιμότητες διαφορετικὲς ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ὁ προβληματισμὸς μεγαλώνει καὶ ἐγείρονται νέα ἐρωτηματικὰ καὶ εὔλογες ἀπορίες καὶ ὑποψίες.
Μιὰ πρώτη ἀπορία: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πειστοῦμε, ὅτι ἡ βάση καὶ τὸ ἀντικείμενο τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου εἶναι ἡ ἑνότητα ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ ὄχι ἄλλες σκοπιμότητες, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια τορπιλίζεται, ἀγνοεῖται, ὑποβαθμίζεται ἤδη τόσες δεκαετίες στὸ Διαχριστιανικὸ Διάλογο; Δὲν μπορέσαμε νὰ τὰ βροῦμε στὸ Διάλογο μεταξὺ χριστιανῶν, καὶ θὰ τὰ βροῦμε στὸ Διάλογο μὲ μὴ χριστιανούς, τοὺς ὁποίους καλοῦμε σὲ ἑνότητα, ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχουμε ἐπιτύχει μεταξύ μας; Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ θέσουν οἱ εἰδήμονες, καίριο ἐρώτημα παραμένει αὐτὸ τοῦ τρόπου διεξαγωγῆς τοῦ Διαλόγου: διεξάγεται μέσα στὰ Ἐκκλησιαστικὰ πλαίσια ἀσφαλείας ἢ ἔχει ξεστρατήσει σὲ "ὁδοὺς ἀλλοτρίας";
Ἂν καὶ ἡ σπορὰ γι' αὐτοὺς τοὺς Διαλόγους ἔγινε νωρίτερα, ἀφετηριακὸς σταθμός (ὁδηγός) εἶναι ἐκεῖνος τῆς Ἀσσίζης (1986). Τότε ὁ πάπας ἐτόλμησε «νὰ συγκαλέσει τὴν πρώτη πανθρησκειακὴ συνάντηση, ὅπου συμπροσευχήθηκαν στὸν ἴδιο ψεύτικο Θεὸ ...οἱ ἐκεῖ συμπαραστάντες...» .
Ἡ Ἱ. Μ. Γρηγορίου διαπιστώνει, ὅτι προωθοῦνται τρόποι προσεγγίσεως στὸ διάλογο Ὀρθοδόξων καὶ Μουσουλμάνων «βασιζόμενοι σὲ ἕνα διαθρησκειακὸ συγκρητισμό», ποὺ ἄρχισε νὰ διαμορφώνεται τελευταῖα . Καὶ ἐξηγεῖ, πὼς «ἡ προοπτικὴ συνεργασίας δυὸ κόσμων θρησκευτικὰ ἑτερόκεντρων προϋποθέτει σημεῖα ἐπαφῆς» ἡ ἐξεύρεση τῶν ὁποίων δημιουργεῖ προβλήματα· γιατί, ναὶ μὲν εἶναι μονοθεϊστικὲς οἱ δύο θρησκεῖες, ἀλλὰ ἡ ἀντίληψή τους γιὰ τὸ Θεὸ κρύβει ἀγεφύρωτες διαφορές. Ἔτσι, γιὰ νὰ προχωρήση ὁ Διάλογος ὁπωσδήποτε, κινεῖται σὲ συγκρητιστικὰ πλαίσια. Εἶναι γνωστὸ πὼς στὸ συγκρητισμὸ «κεντρικὴ θέσι κατέχει ἡ ἀποδοχὴ ὅλων τῶν πίστεων καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῆς Ἀλήθειας σ’ ὅλες τὶς πίστεις… Ἡ πλουραλιστικὴ κοινωνία δὲν ἀνέχεται ἀπόλυτα μεγέθη, σχετικοποιεῖ τὰ πάντα, ἄρα καὶ τὴν ὀρθόδοξο πίστη» .
Αὐτὴ ἡ γραμμή, ὅτι πιστεύουν στὸν ἴδιο Θεό οἱ 3 μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες, «ἄρχισε νὰ καλλιεργεῖται καὶ διδάσκεται ἀπὸ τὴ Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο», ποὺ γράφει στὴ «διακήρυξη Nostra Aetate…: "Μὲ ἐκτίμηση ἀτενίζει ἡ Ἐκκλ. καὶ τοὺς Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι λατρεύουν τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ Θεό…". Τὸν Πάπα ἀκολούθησαν στὴ συνέχεια τὸ Π.Σ.Ε…. καὶ δικοί μας ἐκκλησιαστικοὶ ἡγέτες» .
Ὁ π. S. Rose γνωρίζει τέτοια φαινόμενα στὴν Ἀμερικὴ λίγο νωρίτερα:
Μιὰ «Συνέλευση θρησκειῶν γιὰ τὴν Παγκόσμια εἰρήνη» ἔγινε στὸ San Francisco (27/6/1965) ἐνώπιον ...Μουσουλμάνων, Ἑβραίων, Προτεσταντῶν, Καθολικῶν καὶ Ὀρθοδόξων (σ. 24).
Τὸ 1960 συστήθηκε ἕνα Ἀμερικανικὸ ἵδρυμα “Ναὸς τῆς Κατανόησης, Inc.” ὡς ἕνα εἶδος “Συνδέσμου τῶν ἑνωμένων θρησκειῶν”. Στὴ δεύτερη “διασκέψεις κορυφῆς” ποὺ ἔγινε στὴ Γενεύη (1970), ἔλαβε χώρα μιὰ «ἄνευ προηγουμένου» ὑπερ-ομολογιακὴ λειτουργία καὶ προσευχὴ στὸν καθεδρικὸ ναὸ Ἁγ. Πέτρου, κατὰ τὴν ὁποία «ὁ καθένας προσευχήθηκε στὴ δική του γλῶσσα καὶ σύμφωνα μὲ τὸ τυπικὸ τῆς θρησκείας ποὺ ἐκπροσωποῦσε» καὶ κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι «κλήθηκαν νὰ συνυπάρξουν στὴ λατρεία τοῦ ἴδιου Θεοῦ». Διαφημιστικὸ ὑλικὸ ποὺ στάλθηκε ἀπὸ τὸ “Ναὸ τῆς Κατανόησης” ἀποκαλύπτει: στὴ 2η συνδιάσκεψη, (Η.Π.A. 1971) «ἦταν παρόντες Ὀρθόδ. ἀντιπρόσωποι, καὶ ὅτι ὁ μητροπ. Αἰμιλιανός, τοῦ Πατριαρχείου Κων/πόλεως (νῦν Σηλυβρίας), εἶναι μέλος τῆς “Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ναοῦ» (σ. 25-26).
Στὴ συνάντηση τῆς κεντρ. Ἐπιτροπῆς τοῦ Π.Σ.Ε. στὴν Addis Ababa (1970), ὁ Ὀρθόδοξος Μητρ. Βηρυττοῦ George Khodre «σοκάρισε ἀκόμα καὶ πολλοὺς Προτεστάντες ἀντιπροσώπους, ὅταν ὄχι ἁπλῶς κάλεσε γιὰ "διάλογο" μὲ τὶς θρησκεῖες, ἀλλὰ ...καὶ ποδοπάτησε δεκαεννιὰ αἰῶνες χριστιανικῆς παράδοσης, καλώντας τοὺς Χριστιανοὺς νὰ “ἐρευνήσουν τὴν αὐθεντικὴ πνευματικὴ ζωὴ τῶν ἀβάπτιστων” καὶ νὰ ἐμπλουτίσουν τὴν ἐμπειρία τους μὲ “τὸν πλοῦτο μιᾶς διεθνοῦς θρησκευτικῆς κοινότητας” [Religious News Service], γιατὶ “εἶναι μονάχα ὁ Χριστός, ποὺ ἐκλαμβάνεται ὡς φῶς ὅταν ἡ χάρη ἐπισκέπτεται ἕναν Βραχμάνο... ἢ ἕνα Μουσουλμάνο ποὺ διαβάζει τὶς δικές του Γραφές”»· ἢ ὅτι «εἶναι ὁ “Χριστὸς” καὶ ἡ “χάρη” (αὐτό) ποὺ βρίσκουν στὶς γραφές τους οἱ εἰδωλολάτρες, ἢ ὅτι “κάθε μάρτυρας γιὰ τὴν ἀλήθεια, κάθε ἄνθρωπος διωκόμενος γι’ αὐτὸ ποὺ πιστεύει ὡς σωστό, πεθαίνει σὲ κοινωνία μὲ τὸ Χριστό”» (σ. 26, 27, 29).
Καὶ παρακάτω: «…ἡ ἔλευση τοῦ Πνεύματος στὸν κόσμο δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Υἱό… Τὸ Πνεῦμα ἐνεργεῖ καὶ ἐφαρμόζει τὶς ἐνέργειές Του σὲ συμφωνία μὲ δική Του οἰκονομία καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκοπιὰ μποροῦμε νὰ ἐκτιμήσουμε τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες ὡς σημεῖα ποὺ ἐργάζεται ἡ ἔμπνευσή Του». Καὶ ρωτᾶ ἐδῶ εὔλογα ὁ π. Seraphim: «Γιατί, ἀλήθεια, ἔπρεπε ὁ Χριστὸς νὰ ἱδρύσει μιὰ Ἐκκλησία, ἂν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δρᾶ ἐντελῶς ἀνεξάρτητα ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό;».
Καί, προφητικά, ἐπισημαίνει ὅτι σ’ αὐτὰ τὰ λόγια –τότε– «ἡ αἵρεση εἶναι ἀκόμα παροῦσα μᾶλλον προσεκτικὰ κι' ἐπιφυλακτικά, χωρὶς ἀμφιβολία μὲ σκοπὸ νὰ δοκιμάσει τὴν ἀνταπόκριση ἄλλων Ὀρθόδοξων “θεολόγων” προτοῦ προχωρήσει πιὸ κατηγορηματικά» (σ. 30-31) .
Καὶ στὸν Διαθρησκειακὸ Διάλογο, «τονίστηκε ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν ἡ ἀνοχὴ τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων τῆς ἄλλης πλευρᾶς… (Ὅμως) ἡ ἀνοχὴ αὐτὴ δὲν ἔχει ἁπλῶς τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀνεξιθρησκείας… Πρόκειται γιὰ σχετικοποίηση τῆς Πίστεως», ὅπως φαίνεται, π.χ. ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Μητρ. Ἑλβετίας κ. Δαμασκηνοῦ: «‘‘Ἡ προσέγγιση αὐτὴ μᾶς κάνει ξαφνικὰ νὰ ἀποκτήσουμε συνείδηση τοῦ γεγονότος ὅτι, κατὰ βάθος, μιὰ ἐκκλησία ἢ ἕνα τέμενος …ἀποβλέπουν στὴν ἴδια πνευματικὴ καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου’’». Καὶ ἀναρωτιέται ὁ ὀρθόδ. χριστιανός: ἀφοῦ «ἡ πνευματικὴ καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι παρὰ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, …καρπὸς τοῦ Ἁγ. Βαπτίσματος, τῆς Θ. Εὐχαριστίας, …πῶς ‘‘ἕνα τέμενος’’, ἡ ζωὴ δηλ. κατὰ τὴ διδασκαλία τοῦ Ἰσλάμ, θὰ ὁδηγήση τὸν ἄνθρωπο στὴν πνευματικὴ τελείωσι…; Ἡ αἰτία γιὰ τὸ θεολογικὸ αὐτὸ ὀλίσθημα εὑρίσκεται στὴν ἐσφαλμένη παραδοχὴ ὅτι Χριστιανισμὸς καὶ Ἰσλὰμ πιστεύουν τὸν ἴδιο Θεὸ τῆς Βίβλου, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα τὸ Ἰσλὰμ ἀποτελεῖ ἄρνηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ’’, ἀρνεῖται τῆν θεότητα τοῦ Χριστοῦ . Δὲν ἔχουν ὅμως «οἱ θρησκεῖες τὸν ἴδιο Θεό• ἢ μᾶλλον ὅλες οἱ θρησκεῖες ἔχουν ψεύτικους θεούς…» .
Ἐπὶ τουρκοκρατίας πόσοι νεομάρτυρες δὲν θυσιάστηκαν γιὰ τὴν ἐμμονὴ στὴν ὁμολογία τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ; Αὐτὸ ἐξάλλου τὸ κριτήριο δὲν θέτει ὁ εὐαγγελιστὴς, γιὰ νὰ διακρίνουμε ποιός εἶναι μὲ τὸ Θεὸ ἢ ἐναντίον του; «Πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν… ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστί» (1Ιω. 4,2) . Καὶ οἱ Μουσουλμάνοι δὲν ὁμολογοῦν τὸ Χριστὸ ὡς Θεό. Ὁ ἅγ. Νικόδημος, γράφει στὴν ἴδια ἐπικίνδυνη γιὰ τὴ ζωή του ἐποχή: Οἱ Νεομάρτυρες «διὰ τὸ ὄνομα καὶ τὴν Θεότητα τοῦ...Χριστοῦ ἔχυσαν τὸ αἷμα τους..., ἠγωνίσθησαν κατὰ τῆς τῶν ἀλλοπίστων...μονοθεΐας, ἥτις εἶναι μιὰ κεκρυμμένη ἀσέβεια...» .
Ἔτσι φτάσαμε στὸ σημεῖο, –ὅπως καταγγέλουν σὲ Διακήρυξη 77 Κληρικοὶ καὶ Ἡγούμενοι–, ὥστε, σὲ ἐπίσκεψη στὸ Ἰράν ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος νὰ μιλήσει «ἀπερίφραστα γιὰ τὴν ἱερότητα καὶ ἰσότητα τῶν “Ἱ. Γραφῶν”, δηλ. Ἁγ. Γραφῆς καὶ Κορανίου». Στὸ δὲ ἀνακοινωθὲν ποὺ ἐκδόθηκε διαβάζουμε: «Κοινὴ Συμφωνία εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ΘΕΟΥ» .
Θὰ θυμᾶται ὁ ἀναγνώστης: τὴν ἄποψη πὼς ἔχουμε τὸν “ἴδιο Θεὸ” μὲ τοὺς Μουσουλμάνους, ἄρχισε νὰ διδάσκει ἡ Β΄ Βατικανή. Ἄρα ἀκολουθήσαμε κι' ἐδῶ “ἀνεπαισθήτως” τὸν Πάπα, «τοῖς 'κείνου ρήμασι πειθόμενοι», χωρὶς καμιὰ ἐξήγηση, χωρὶς τύψη, “χωρὶς αἰδῶ”. Κι' ὅμως κάποιοι “ἔβλεπαν” καὶ φώναζαν γιὰ τὰ «Τείχη» τοῦ Συγκρητισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ χρόνια τώρα, χτίζονταν ὁλόγυρά μας.
Ἀλλὰ πόσο “ἴδιο” Θεὸ ἔχουμε μὲ τοὺς Μουσουλμάνους μᾶς ἐξηγεῖ ὁ ἅγ. Ἰ. Δαμασκηνός. Γιατί, ναὶ μὲν ὑπάρχουν καὶ καλὰ λόγια στὸ Κοράνιο γιὰ τὸ Χριστό. «Τί νὰ τὰ κάνει, ὅμως, κανείς αὐτά, ποὺ φαινομενικὰ δείχνουν κάποιο σεβασμὸ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅταν στὴ συνέχεια βάζει ὁ Μωάμεθ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ σὲ διαλογικὴ συζήτηση μὲ τὸν Θεό, μετὰ τὴν ἄνοδό του στοὺς οὐρανούς, νὰ ἀρνεῖται ὁ ἴδιος τὴ θεότητά του καὶ νὰ λέγει ὅτι ὅσα σχετικὰ γράφονται στὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ψεύδη καὶ πλᾶνες»; Μεταφράζει ὁ Δαμασκηνὸς ἀπὸ τὸ Κοράνιο αὐτὸ τὸ διάλογο: “Ὦ Ἰησοῦ σὺ εἴπας ὅτι <Υἱὸς εἰμὶ τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός>; Καὶ ἀπεκρίθη φησὶν ὁ Ἰησοῦς• Ἵλεώς μοι, Κύριε• σὺ οἶδας ὅτι οὐκ εἶπον, οὐδὲ ὑπερηφανῶ εἶναι δοῦλος σου• ἀλλ’ ἄνθρωποι οἱ παραβᾶται ἔγραψον, ὅτι εἶπον τὸν λόγον τοῦτον…>. Καὶ ἀπεκρίθη καὶ φησὶν αὐτῷ ὁ Θεός• <Οἶδα ὅτι σὺ οὐκ ἔλεγες τὸν λόγον τοῦτον>”. Κατὰ τὰ ἄλλα ἐμεῖς μποροῦμε νὰ ὀνομάζουμε τὸ Κοράνιο “ἱερὸ” καὶ νὰ τὸ ἐξισώνουμε μὲ τὸ Εὐαγγέλιο… Ἀπέμεινε τελικῶς κάτι ποὺ νὰ πιστεύουμε καὶ νὰ ἀκολουθοῦμε;» .
Μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴ κατάσταση, οἱ παραπάνω κληρικοὶ καὶ μοναχοὶ στὴ Διακήρυξή τους, κάνουν τὴν ὀδυνηρὴ διαπίστωση καὶ προβαίνουν σὲ μιὰ ἀκόμα ὀδυνηρότερη ἔμμεση προτροπή: «Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω ἐξελίξεων οἱ αὐτουργοὶ τῆς πανθρησκείας ὁδηγοῦνται μόνοι τους στὴν ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας, τὸ ὁποῖο οὐδέποτε ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Ἀποστόλων ἐγνώρισε παρόμοια ἀποστασία. Εἶναι ἀδύνατο πλέον οἱ ὀρθοδοξοῦντες Ἱεράρχες, πρεσβύτεροι, διάκονοι...ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ νὰ πείθονται εἰς ἡγουμένους, ποὺ ὄχι μόνον δὲν ἀγρυπνοῦν γιὰ τὴν σωτηρία, ἀλλὰ ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια» .
Ἡ «παράκαμψις τῶν θεολ. προβλημάτων» καὶ ἡ προτίμηση «στὰ πρακτικώτερα ζητήματα» στὶς σχέσεις μὲ τὸ Μουσουλμανισμό, κάνει τὴν προσέγγιση ἀνθρωποκεντρικὴ καὶ ὄχι Χριστοκεντρική. Χωρίζει τὸ ἦθος ἀπὸ τὸ Δόγμα , πρᾶγμα ἀδιανόητο γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἐνδεχομένως ἀναστέλλει «τὴν ἐπιδείνωσι θρησκευτικῶν ἀνταγωνισμῶν, δὲν προσφέρει ὅμως τὴν ἀληθινὴ λύτρωσι ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ». Καὶ ἂν ἀναγνωρίσουμε, ὅτι καὶ οἱ Μουσουλμάνοι ἔχουν «τὴν Ἀλήθεια, στεροῦμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλ. τοῦ Χριστοῦ τὴν ἰδιότητα νὰ κηρύσσει τὸ Εὐαγγέλιο πάσῃ τῇ κτίσει» . Κι' ἂν δὲν ἔχουμε τὴ συνείδηση ὅτι κατέχουμε τὴν Ἀλήθεια, τότε εἶναι λογικὸ καὶ δίκαιο νὰ συνδιαλεγόμαστε ἐπὶ ἴσοις ὅροις, ψάχνοντας σὰν εἰδωλολάτρες καὶ μεῖς ἐναγώνια στὰ σκοτάδια.
«Ἡ συμμετοχή μας στὴν προσπάθεια αὐτὴ δὲν σημαίνει ὅτι παραιτούμεθα τῶν Ἀρχῶν μας, τῶν Κανόνων..., (διαβεβαίωνε ὁ Ἀρχιεπ. Χριστόδουλος), ὅτι εἰσερχόμεθα κι ἐμεῖς στὸ πνεῦμα τοῦ συγκρη-τισμοῦ, ποὺ καταδικάζουμε ἀπολύτως. Μόνο διάλογο ἐπιδιώκομε κατάθεση τῆς μαρτυρίας μας...» .
Ἐνῶ ὅμως ἐλέγοντο αὐτά, ταυτοχρόνως ἑτοιμα-ζόταν και ἡ Διαθρησκειακὴ συνάντηση τῆς Ἀθήνας, ἡ ὁποία πρὸς τὸ παρὸν ματαιώθηκε, μπροστὰ στὶς τόσες ἀντιδράσεις ποὺ προκλήθηκαν. Καὶ ἀκόμη, διετυπώνοντο οἱ ἀπαράδεκτες δηλώσεις τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας μας στὶς Βρυξέλλες, ἐπισκ. Ἀθανασίου, διὰ τῶν ὁποίων ἐχαρακτηρίζοντο οἱ περισσότεροι τῶν ὀρθόδοξων ἑλλήνων ὡς φονταμενταλιστὲς καὶ ἐδηλώνετο ὅτι: προσπάθειά μας εἶναι «νὰ προετοιμάσουμε τὸν κόσμο, νὰ τὸν διαπαιδαγωγήσουμε, γιὰ νὰ μὴ ἀντιδράσει,… (στοὺς διαλόγους) νὰ σχηματίσουμε τὴ συνείδηση τοῦ κόσμου»!
Ὥστε, ἀντὶ νὰ προφυλάξουμε τὸν κόσμο ἀπὸ τὰ ὕπουλα σχέδια τῶν διαφόρων κέντρων ἐξουσίας, θὰ τὸν ποδηγετήσουμε στὸ μανδρὶ τοῦ Πάπα, στὴν πανθρησκεία τῆς Νέας Ἐποχῆς ;
Ὅσοι ὀρθόδοξοι «μετέχουν στοὺς διαθρησκ. διαλόγους “κατὰ τῆς τρομοκρατίας”,… μετατρέπουν τὴν ἐκκλησία σὲ θεραπαινίδα τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσμου τούτου γιὰ προώθηση...πολιτικοοικονομικῶν καὶ γεωστρατηγικῶν συμφερόντων… Ἡ “θεολογία τῆς κοινῆς μαρτυρίας γιὰ τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο” καὶ οἱ συμπροσευχὲς μὲ αἱρετικοὺς ὄχι μόνον εὐπρόσδεκτες ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Τριαδικὸ Θεὸ δὲν εἶναι ἀλλὰ καὶ ἀποτελοῦν βδέλυγμα ἐνώπιόν του» .
Πάντως στὴ Δ.Ι.Σ τῆς 4-9.2.99 συζητήθηκε «τὸ θέμα τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας σὲ διαθρησκειακὲς συναντήσεις καὶ προσδιόρισε (ἡ Δ.Ι.Σ.) τὶς ἀρχὲς τῆς συμμετοχῆς της, ποὺ εἶναι: α) Ἡ Ἐκκλησία διαλέγεται μὲ ὅσους εἶναι ἔξω ἀπὸ αὐτὴν γιὰ τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου...μέσα στὰ πλαίσια τῆς αὐτοσυνειδησίας της. β) Δὲν συμμετέχει σὲ συμπροσευχὲς κατὰ τὴν ἐπιταγὴ τὼν Ἱ. Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας» .
Ἀφήνω τελευταῖο τὸ κείμενο τοῦ καθηγ. Γιανναρᾶ, ποὺ ἀξιολογήθηκε ὡς σκληρὸ στὴν ‘‘Ἐκπομπὴ’’ τῆς Μητρ. Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας (ποὺ ὅπως ἀναφέρθηκε στὴν ἀρχὴ ἀπετέλεσε τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὴν συναρμολόγηση αὐτῶν τῶν κειμένων). Ἔχω ὅμως τὴν ἐντύπωση ὅτι –δυστυχῶς– εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἀληθινό. Ὁ Χρ. Γιανναρᾶς, λοιπόν, ἐπισημαίνει ὅτι:
Στοὺς διαλόγους αὐτοὺς «πρυτάνευσαν ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ οἱ σκληρημένες στὴ διαδρομὴ τῶν αἰώνων ἐξουσιαστικὲς φιλοδοξίες τῶν θεσμῶν. Κυριάρχησε ἡ ἀλλοτριωτικὴ ‘‘ἐκκοσμίκευση’’: ἡ ἀλλοτρίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας σὲ ἰδεολογία… Παρενεβλήθησαν καὶ καινούργιες πολιτικὲς σκοπιμότητες: νὰ ἐμφανιστεῖ ἑνωμένος ὁ χριστιανικὸς κόσμος ὅσο διαρκοῦσε ἡ ψυχροπολεμικὴ ἀντιπαράθεση μὲ τὸ ἄθεο κομμουνιστικὸ ‘‘μπλὸκ’’ ἢ νὰ ὑπηρετήσουν οἱ ἐκκλησίες τὴν ‘‘εἰρηνιστικὴ’’ προπαγάνδα κ.α.π. Κάποια στιγμὴ ἐμφανίστηκαν καὶ πρωτοβουλίες διαθρησκειακῶν ‘‘διαλόγων’’… (οἱ ὁποῖοι) μοιάζει νὰ ἀνταποκρίνονται... στὴν πρακτικὴ μὲ τὴν ὁποία ‘‘διαλέγονται’’ σήμερα οἱ συνδικαλιστές, οἱ πολιτικοί… Καὶ βλέπει κανεὶς ‘‘ἐκπροσώπους’’ πανάρχαιων θρησκευτικῶν παραδόσεων,… νὰ ὑποτάσσονται στὰ θελήματα τοῦ κάθε μικρονοϊκοῦ μεγιστᾶνα τοῦ χρήματος καὶ τῶν μηχανῶν τοῦ θανάτου… Δὲν ξεχώρισε ἕνας ‘‘θρησκευτικὸς ἡγέτης’’ ποὺ νὰ ἔχει τὸ θάρρος …νὰ ὑψώσει φωνὴ γιὰ ὅσους Παλαιστίνιους τοὺς ἔκαψαν μὲ βόμβες φωσφόρου… ἢ τὶς χιλιάδες ποὺ σφαγιάστηκαν… ‘‘Διάλογος’’ τῶν θρησκειῶν κατ’ ἐπιταγήν: Τί θὰ ἀφήσει χωρὶς νὰ τὸ γελοιοποιήσει ἡ ἐποχή μας;» .



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.