Ὁ Διάλογος μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἀρχίζει μὲν ἀμέσως μετὰ τὸ Σχίσμα, δὲν στηρίχτηκε ὅμως «ἐπὶ ὀρθῆς βάσεως …ἀλλ’ ἐπεβλήθη διὰ τῆς βίας» . Σὲ κάθε ἀπόπειρα ἑνώσεως «διεξήγετο φαινομενικῶς» διάλογος. Σχεδὸν ὅλες οἱ ἀπόπειρες πρὸς ἕνωση ὑπέκρυπτον πολιτικάς κυρίως ἐπιδιώξεις» . Τοῦτο συνέβη καὶ στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες, ἀποτελώντας συνεχῆ τραυματικὴ ἐμπειρία γιὰ τοὺς Ὀρθόδοξους καὶ μιὰ ἐπαναλαμβανόμενη ἱστορία ἀνειλικρίνειας καὶ δόλου ἐκ μέρους τῆς Ρώμης. Ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἱστορικὴ χροιὰ ἡ ἐργασία αὐτή, δὲν θὰ ἀναφερθοῦν αὐτοὶ οἱ ὀδυνηροὶ σταθμοί. Δὲν θὰ πρέπει, ὅμως, νὰ σβήσουμε αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες ἀπὸ τὴν ἱστορική μνήμη, ἰδίως στὸ χειρισμὸ νέων ἑνωτικῶν προσπαθειῶν, ἀφοῦ λήθη τῆς ἱστορίας συνεπάγεται ἐπανάληψη τῶν λαθῶν.
Ἂς δοῦμε κάποια σημεῖα τοῦ Διαλόγου αὐτοῦ, στὸν ὁποῖο κεντρικὸ ἀφετηριακὸ ρόλο διαδραμάτισαν ἡ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδος καὶ οἱ ἀμφιλεγόμενες πρωτοβουλίες τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα.
Κατὰ τὴν Α΄ φάση τῆς Οἰκουμ. Κινήσεως, ποὺ τὴν πρωτοβουλία εἶχαν οἱ Προτεστάντες καὶ
συμμετεῖχαν ἐνεργὰ οἱ Ὀρθόδοξοι, τὸ Βατικανὸ κράτησε ἐπιφυλακτικὴ στάση, καὶ ὁ «Πάπας Πῖος ΙΒ΄ ἀπηγόρευσε τὴν συμμετοχὴν τῶν ΡΚαθολικῶν εἰς τὰ μεγάλα Συνέδρια τῆς Οἰκουμ. Κινήσεως». Γιατί; Διότι εἶναι θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ Παπισμοῦ ὅτι ἡ ΡΚαθολικὴ Ἐκκλ. «δὲν εἶναι μία Ἐκκλησία μεταξὺ τῶν ἄλλων, …ἀλλ’ εἶναι ἀντιθέτως ἡ Ἐκκλησία, ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς ὁποίας ὁ Χριστιανικὸς κόσμος… θά… ἐπανεύρη τὴν ἑνότητα» .
Αὐτό, γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἀποτελεῖ «ἀντιποίηση ἀρχῆς».
Μόλις ἡ Ρώμη ἀντελήφθη ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπωφε-ληθεῖ ἀπὸ τὴν Οἰκουμ. Κίνηση, διαφοροποίησε τὴν τακτική της, ὅπως φάνηκε καὶ κατὰ τὴν Σύγκληση τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου 1962-65, γιὰ τὴν ὁποία ἐδόθη ἡ ἐντύπωση ἀπὸ τοὺς διαφημιστές της «ὅτι θὰ ἀλλάξῃ τὴν πνευματικὴ ὄψι τοῦ κόσμου» . Ἀκόμα καὶ πολλοὶ ὀρθόδοξοι τὴν ἀνέμεναν μὲ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον καὶ πολλὲς προσδοκίες. Ὁ σκοπός της ἦταν κατ' ἄλλους μὲν ἡ ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν ὑπὸ τὸν Πάπαν, κατ’ ἄλλους δὲ ἡ ὑπέρβαση τῆς κρίσεως ποὺ ὑπέβοσκε στοὺς κόλπους τοῦ παπισμοῦ μετὰ τὴν Α΄ Βατικανή.
Ἡ Ρώμη κάλεσε στὴ Β´ Βατικανὴ καὶ ὀρθόδοξους Παρατηρητές, ἐνέργεια ποὺ «κατέλαβε κεντρικὴ θέση στὴν ὅλη προβληματικὴ τῶν μέχρι τότε ὑφισταμένων σχέσεων τῶν Ἐκκλησιῶν Ὀρθοδόξου καὶ ΡΚαθολικῆς...». «Ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς, ἐτέθη ἀμέσως θέμα, κατὰ πόσον ἐπετρέπετο ἡ ἀποστολὴ ὀρθοδ. παρατηρητῶν» σὲ μιὰ Σύνοδο ποὺ ἀποτελοῦσε «ἐσωτερικὴν καθαρῶς ὑπόθεσιν τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας» καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶχε στοιχεῖα οἰκουμενικότητος. Μήπως τὸ Βατικανὸ ἐπεδίωκε ἡ παρουσία ὀρθόδ. Παρατηρητῶν -ἐκτὸς τῶν ἄλλων- νὰ προσδώσει στὴ Σύνοδό του τὸ στοιχεῖο τῆς οἰκουμενικότητος;
Τὸ θέμα παρατηρητῶν στὴ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο κι οἱ ἀντικανονικὲς μεθοδεύσεις τοῦ Ἀθηναγόρα στὴ Β΄ Πανορθόδοξο Διάσκεψη τῆς Ρόδου ἀποτελοῦν τὶς ἀφετηριακὲς παθογόνες αἰτίες ποὺ ὡς ἄλλο προπατορικὸ ἁμάρτημα ἀκολουθεῖ ἀπὸ τότε τὸ Διάλογο, ποὺ ἐξελίσσεται μὲ τὶς ἴδιες περίπου προδιαγραφὲς ποὺ ξεκίνησε ὁ Ἀθηναγόρας.
Ἂς προσεγγίσουμε, ὅμως, κάποιες ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ὣς τὴν πραγματοποίηση τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ.
«Τὸ ἔτος 1952 ὁ ΚΠόλεως Ἀθηναγόρας ἐπεσκέφθη εἰς τὴν ἕδραν αὐτοῦ, διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ἱστορίαν, τὸν εἰς τὴν Πόλιν» ἀντιπρόσωπο τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος καὶ ἀνταπέδωσε τὴν ἐπίσκεψη. Οἱ ἀνταλλαλὲς ἐπισκέψεων συνεχίστηκαν καὶ «τὸ μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν κλίμα ἤρχισε νὰ θερμαίνηται μὲ τὴν ἀνταλλαγὴν θερμῶν μηνυμάτων μεταξὺ τοῦ (πάπα) Ἰωάννου τοῦ ΚΓ΄ (Χριστούγεννα 1958) καὶ τοῦ Ἀθηναγόρου (Νέον Ἔτος 1959). Ἡ συνεργασία ἀνεπτύχθη ἀκόμη περισσότερον καὶ ἐπὶ τοῦ πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄...» .
Στὶς πρωτοβουλίες τοῦ Ἀθηναγόρα ἐγγράφονται καὶ οἱ Πανορθόδοξες Διασκέψεις τῆς Ρόδου, οἱ ὁποῖες διεδραμάτισαν καθοριστικὸ ρόλο στὴν προετοιμασία καὶ τὴν ἔναρξη τῶν Διαλόγων.
Ἡ Α΄ Πανορθ. Διάσκεψη τῆς Ρόδου (1961) προετοιμάστηκε «μέσα σ' ἕνα εὐρύτερο κλίμα εὐνοϊκῶν διεκκλησιαστικῶν διεργασιῶν» λίγο πρὶν τὴν ἔναρξη τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ. Μιὰ παράγραφος μάλιστα τοῦ τελικοῦ Κειμένου τῆς Διασκέψεως τῆς Ρόδου ἀπευθύνεται ἔμμεσα στὴν προετοιμαζόμενη Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ. Σ' αὐτό, τὰ δύο μέρη καλοῦνται «σὲ μιὰ προσπάθεια μελέτης τῶν προοπτικῶν καλλιέργειας ἑνὸς νέου κλίματος ἀδελφικῶν σχέσεων καὶ προσεγγίσεων "ἐν τῷ πνεύματι τῆς κατὰ Χριστὸν ἀγάπης". Δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ νὰ λεχθῆ» ὅτι μὲ τὸ κείμενο αὐτὸ τίθενται οἱ «πρῶτες βάσεις αὐτοῦ ποὺ ἀργότερα ὀνομάστηκε "διάλογος ἀγάπης"... Σ' αὐτὴ τὴν πρόταση κυρίως στηρίχτηκαν οἱ φιλενωτικὲς πρωτοβουλίες τοῦ Ἀθηναγόρα, στὶς ὁποῖες ὁπωσδήποτε ἡ πρόταση αὐτὴ παρεῖχε μιὰ ἀναμφισβήτητη ἐπίσημη κάλυψη» .
Αὐτὴ ἡ κατάσταση ἐπικρατεῖ σὲ Ρώμη καὶ Κων/πολη, μὲ ἀγκάθι τὴν πρόσκληση ἀπὸ τὸ Βατικανὸ γιὰ παρουσία ὀρθόδ. Παρατηρητῶν στὴ Β΄ Σύνοδό του. Ὁ θεσμὸς τῶν Παρατηρητῶν ἦταν «ἀνώδυνος γιὰ τὴν ἐκκλησιολογία» τοῦ Βατικανοῦ (καὶ ὑπηρετοῦσε τὰ ὅποια σχέδιά του), δὲν ἦταν ἀνώδυνος, ὅμως, γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ θεσμὸ ἄγνωστο στὶς Συνόδους. Κι' ἐδῶ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ρώμης καὶ οἱ χειρισμοὶ τοῦ Φαναρίου προκαλοῦν προβλήματα στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ὀρθ. Ἐκκλ. καί, ταυτόχρονα, προδίδουν τὶς προθέσεις τοῦ Ἀθηναγόρα.
Κατὰ τὴν πρώτη περίοδο τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ (1962-1963) τὸ Πατριαρχεῖο «ἠρνήθη κατ' ἀρχὴν τὴν ἀποστολὴν παρατηρητῶν» μὲ τὴ συμφωνία καὶ τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν . Τοῦτο δυσαρέστησε τὴ Ρώμη καὶ ὁ καρδινάλιος Μπέα «ἐπεσήμανε τὸ "λυπηρὸν" γεγονὸς ἀπουσίας τῶν ὀρθοδόξων παρατηρητῶν» παρὰ τὶς «μεγάλες προσπάθειες (πού) κατεβλήθηκαν ἀπὸ τὶς δύο πλευρές» . Ἐπίσης χαρακτήρισε τὴν μὴ παρουσία ὀρθοδόξων Παρατηρητῶν ὡς μιὰ "στιγμιαία ἀποτυχία", διότι εἶχε φαίνεται διακρίνει τὴν ἀστάθειαν τοῦ Πατριαρχείου» .
Ἔτσι, συνεχίστηκαν οἱ προσπάθειες καὶ οἱ πιέσεις τοῦ Βατικανοῦ παρὰ τὰ «ἔντονα προβλήματα καὶ τὶς ἀντιδράσεις ποὺ ἡ τακτικὴ αὐτὴ εἶχε δημιουργήσει στὸν ὀρθόδοξο χῶρο. ...(Τὸ Βατικανό) ἀπέστειλε πάλι χωριστὲς προσκλήσεις στοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν» γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν πλατύτερη συμμετοχὴ στὴ Β΄ Σύνοδο , ἀδιαφορώντας ἂν αὐτὸ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὴ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῶν Ὀρθοδόξων, ἢ πιθανὸν ἐπιδιώκοντας αὐτὴ τὴ διάσπαση κατὰ τὸ "διαίρει καὶ βασίλευε".
«Ἡ κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἐκδηλωθεῖσα ἐμμονὴ καὶ ἔντονη ἐπιθυμία» τῆς Ρώμης γιὰ παρουσία ὀρθοδόξων Παρατηρητῶν, καθὼς καὶ ἡ διαφοροποίηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας στὸ θέμα τῶν Παρατηρητῶν, ὤθησαν τὸν Ἀθηναγόρα νὰ ὑπαναχωρήσει. Ἔτσι, μόλις «ἔλαβε τὴ σχετικὴ προσκλητήρια ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν καρδινάλιο Α. Μπέα, πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ συγκαλέσει μιὰ νέα Πανορθόδοξο Διάσκεψη στὴ Ρόδο» , μὲ μοναδικὸ θέμα τὴν ἀποστολὴ Παρατηρητῶν.
Στὴν αἰφνίδια καὶ παράδοξη αὐτὴ πατριαρχικὴ πρωτοβουλία ἀπάντησαν ἀρνητικὰ τὰ τρία Πατριαρχεῖα καὶ ἡ ἑλλαδική Ἐκκλησία, διαφωνώντας ὡς πρὸς τὸ «σκοπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Διασκέψεως», ἀφοῦ γιὰ τὸ θέμα Παρατηρητῶν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶχε ἐκφρασθεῖ μόλις τὸ προηγούμενο χρόνο «συνοδικῶς» καὶ -πλὴν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας- ὁμόφωνα εἶχαν ἀπορρίψει τὸ αἴτημα, κατοχυρώνοντας μάλιστα τὴν ἀπόφαση «σὲ ἀμετακίνητα κανονικὰ καὶ θεολογικὰ κριτήρια τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας... Μὲ τὰ δεδομένα αὐτὰ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐπανέλθουν οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στὸ ζήτημα τῶν παρατηρητῶν» .
Μὲ αὐτὴ τὴν «παλινωδία τοῦ Ἀθηναγόρα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐμφανίστηκε διῃρεμένη». Τοῦτο ὅμως δὲν πτοεῖ τὸν Πατριάρχης, ὁ ὁποῖος ἀναιτιολόγητα, ἐπέμενε γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς Διασκέψεως καὶ ἐπέτυχε νὰ μεταπείσει τὰ Πατριαρχεῖα, ὥστε νὰ συμμετάσχουν , χρησιμοποιώντας καὶ πολιτικὰ μέσα (εἰς τὰ ὁποῖα ὑποκρύπτονται καὶ οἰκονομικοὶ ἐκβιασμοί). Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε, ὄχι μόνο τὴν «ἐπιδειχθεῖσα ἀνεξήγητη βιασύνη τοῦ Πατριάρχη», ἀλλὰ καὶ τὴν «σχεδὸν τέλεια ἔλλειψη ἐπισήμου ἐνημερώσεως τῆς Ἐκκλ. τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὸν πραγματικὸ σκοπὸ συγκλήσεως τῆς Διασκέψεως». Ὁ Πατριάρχης ἐκάλυπτε μὲ «ἀπόλυτη μυστικότητα» τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα: «Τί πρόκειται ἀκριβῶς νὰ συζητηθῆ στὴ Ρόδο;» .
Τοῦτο συνέβαινε, γιατί, παρ' ὅλο ποὺ ὁ Πατριάρχης προκάλεσε τὴ σύγκληση τῆς Διασκέψεως μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴν ἀποστολὴ Παρατηρητῶν, ὁ πραγματικὸς σκοπός, (ὅπως εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ διαφαίνεται καὶ νὰ ἀναγράφεται στὸν τύπο) ἦταν ἄλλος: νὰ συζητηθῆ ἡ πατριαρχικὴ πρωτοβουλία γιὰ πρόταση ἐνάρξεως τοῦ διαλόγου μὲ τὸ Βατικανό .
Παρ' ὅλα αὐτά, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (ἱκανοποιώντας τὴν παράκληση τοῦ Πατριάρχη) «ἀποφάσισε τὴν ἀποστολὴ στὴν Κων/πολη ἀντιπροσωπίας ἐκ τριῶν μητροπολιτῶν» .
Ὅταν ὅμως ἔφθασαν οἱ τρεῖς ἕλληνες Ἱεράρχες στὴν Κων/πολη «ἔμειναν ἐμβρόντητοι» καὶ αἰσθάνθηκαν «δυσφορίαν δικαίαν, διότι ἐνῶ ὁ Πατριάρχης εἶχεν ἐπιμόνως παρακαλέσει τὴν Ἱ. Σύνοδον...νὰ ἀποστείλῃ ἐκπροσώπους της εἰς τὴν Κων/πολιν, διὰ νὰ συζητήσουν μετ' Ἐκείνου τὸ θέμα τῆς ἐν Ρόδῳ διασκέψεως... ὁ Παναγιώτατος, παρὰ πᾶσαν δεοντολογίαν, εἶχε σπεύσει δυὸ ἡμέρας, πρὶν ἢ φθάσῃ εἰς Κων/πολιν ἡ Συνοδικὴ Ἐπιτροπή,» νὰ ἀποφασίσει τὴν ἡμερομηνία ἐνάρξεως καὶ νὰ «ἀποστείλῃ τὰ προσκλητήρια τηλεγραφήματα εἰς τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας» . Ὁ Πατριάρχης λοιπὸν "ἐπείγεται"... Γι' αὐτὸ καὶ κατηγορεῖται ἀπὸ τὴν Δ. Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἐπιδιώκει νὰ ἐφαρμόσει "μονοκρατορία" στὴν Ἐκκλησία, ἐρχόμενος σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς Ἱ. Κανόνες .
Ἡ ἀπόφαση γιὰ τὴν ὁριστικὴ ἔναρξη τῆς Διασκέψεως τὴν 26η Σεπτεμβρίου, ἐλήφθη στὶς 19 Σεπτεμβρίου 1963, «ἔπειτα ἀπὸ πρόταση τοῦ πατριάρχη... καὶ ὑπαγορεύτηκε πιθανότατα ἀπὸ τὴν πρόθεση τοῦ Πατριάρχου νὰ ρυθμισθῆ ἀμετάκλητα τὸ θέμα αὐτό, ὥστε νὰ μὴ ἀποτελέσει ἀντικείμενο συζητήσεων μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπία» . Ὁ Πατριάρχης φοβόταν πώς, μιὰ τέτοια συζήτηση, ἦταν δυνατὸν νὰ ὁδηγήσει σὲ ἀναβολῆς τῆς Διασκέψεως, ἐξέλιξη ποὺ ἀνέτρεπε τὸ σχέδιό του, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἔχει στὰ χέρια του τὶς ἀποφάσεις τῆς Διασκέψεως τῆς Ρόδου «πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς δευτέρας περιόδου τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ (29 Σεπτεμβρίου)». Ἀνάλογη ἐκτίμηση ἐκφέρουν καὶ ἄλλοι μελετητές .
Ἀλλὰ καὶ χωρὶς τὴν παρουσία τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας στὴν Διάσκεψη Ρόδου, «εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐκδηλώθηκε σοβαρὴ διαφωνία μεταξὺ Πατριαρχείου καὶ ἄλλων Ἐκκλησιῶν», ὅταν ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀπάτη, καὶ οἱ Πατριαρχικοὶ ἀντιπρόσωποι δὲν ἤθελαν νὰ γίνει καμία συζήτηση γιὰ τὸ θέμα γιὰ τὸ ὁποῖο εἶχε συγκληθεῖ ἡ Διάσκεψη, (δηλ. γιὰ ἀποστολὴ Παρατηρητῶν)! Ἀντίθετα, ἐπεχείρησαν νὰ περιορίσουν τὶς συζητήσεις μόνο στὸ "καινούργιο" θέμα ποὺ ἐκτὸς ἡμηρεσίας διατάξεως ἐπρότεινε ὁ Πατριάρχης», δηλ. ἔναρξη Διαλόγου μὲ τὸ Βατικανό. Τελευταία στιγμὴ ἀπεφεύχθη ὁριστικὴ ρήξη (οἱ Πατριαρχικοὶ ὑποχώρησαν κάνοντας συμβιβαστικὴ πρόταση) καὶ ἔτσι δὲν ὁδηγήθηκε ἡ Διάσκεψη σὲ πλήρη ἀποτυχία .
Ἡ αἰφνίδια ἀνάληψη ἀπὸ τὸν Ἀθηναγόρα μιᾶς τόσο σημαντικῆς πρωτοβουλίας, ἡ ἀνεξήγητη -ἐκ πρώτης ὄψεως- βιασύνη του καὶ οἱ ἀντιεκκλησιαστικὲς μεθοδεύσεις γιὰ τὴν ἐπιβολὴ μιᾶς προσωπικῆς ἐπιλογῆς, ἡ χρησιμοποίηση πολιτικῶν μέσων, ἡ μυστικότης, ἡ ἐξαπάτηση, ἡ μὴ τήρηση τῶν Κανόνων καὶ τῆς Συνοδικότητος, ὅλα αὐτά, δημιουργοῦσαν μεγάλα ἐρωτήματα γενικά. Καὶ εἰδικὰ αὐτὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἀθηναγόρα «καθιστοῦσε γιὰ τὴν ἡγεσία καὶ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας...ἀναπάντητα μιὰ σειρὰ ἀπὸ οὐσιώδη ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴν ὕπαρξη τῶν ἀναγκαίων θεολογικῶν, κανονικῶν, ἀλλὰ καὶ σοβαρῶν πρακτικῶν προϋποθέσεων γιὰ τὴν διεξαγωγὴ καὶ ἐπιτυχία αὐτοῦ τοῦ διαλόγου» .
Ἐκεῖνο, πάντως, ποὺ φαινόταν καὶ διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ, ἦταν ὅτι ὁ Ἀθηναγόρας ἐπειγόταν γιὰ τὴν ἔναρξη τῆς Διασκέψεως τῆς Ρόδου πρὶν τὴν ἔναρξη τῆς β´ περιόδου τῆς Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ. Καὶ τοῦτο, γιατὶ «ἡ ἐντύπωση ποὺ δημιουργήθηκε στὴν Ἑλλάδα, μετὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν τῆς πρώτης περιόδου (τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου), δὲν ὑπῆρξε εὐνοϊκὴ ὡς πρὸς τὶς προοπτικὲς δημιουργίας κλίματος κάποιας οὐσιαστικῆς ἀλλαγῆς στάσεως» τῆς Ρώμης ἔναντι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας . Κι ὁ Ἀθηναγόρας ἀντελαμβάνετο (ἢ κάτι περισσότερο ἤξερε), ὅτι τὰ βασικὰ λατινικὰ δόγματα δὲν θὰ ἄλλαζαν, καὶ ἄρα μετά, θὰ ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ ὑφαρπάσει μιὰ ἀπόφαση γιὰ ἔναρξη διαλόγου μὲ τοὺς ΡΚαθολικούς.
Ἀκόμη ὁ Πατριάρχης, μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐνέργειες δὲν δίστασε νὰ θέσει σὲ κίνδυνο τὴν ἑνότητα τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων καὶ Ἐκκλησιῶν, χάριν μιᾶς ἀβεβαίας ἐλπίδος γιὰ ἕνωση ὅλων τῶν χριστιανῶν, ὁμοδόξων καὶ ἑτεροδόξων , ὅπως γράφει σὲ ἐπιστολή της ἡ Δ. Ἱ. Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (17-9-1963) .
Ὅλα αὐτὰ ἐδῶ ἀναφέρονται, γιατὶ δίνουν τὸ στίγμα καὶ φωτίζουν -ἀνθρωπίνως- τὶς προθέσεις τοῦ Ἀθηναγόρα. Μᾶς ἀναγκάζουν νὰ διερωτηθοῦμε, πόσο θεοφιλῆς εἶναι ἕνας διάλογος ποὺ ξεκινάει κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες καὶ μὲ τέτοιες μεθοδεύσεις, στοὺς ἀντίποδες ἀκριβῶς τῶν Πατερικῶν Παραδόσεων. Μὲ τὶς ἐνέργειες αὐτὲς τοῦ Ἀθηναγόρα ἡ Ὀρθοδοξία ἐμφανίστηκε διῃρεμένη , ἡ δὲ περαιτέρω παρέμβαση του, ἀτυχῶς, συνετέλεσε στὴν εὐόδωση τῶν σχεδίων τοῦ Πάπα γιὰ τὴν ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοξίας στὴ Ρώμη ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς Ἑνώσεως.
Τὸ Βατικανό, ἐκείνη τὴ περίοδο, ξεκίνησε «ἐπίθεσιν διὰ λόγων ἀγάπης καὶ ταπεινοφροσύνης» μὲ τὴν ἐλπίδα «ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτὴ θὰ φέρῃ περισσοτέρους καρποὺς» ἀπὸ ὅσους ἔφερε ἡ «σκληρὰ γραμμὴ» ποὺ μέχρι τότε εἶχε ἀκολουθηθεῖ .
Καὶ ὁ Ἀθηναγόρας «συνεπαρμένος ἀπὸ τὸ ὅραμα τῆς ἑνώσεως τῶν “Ἐκκλησιῶν”, ἐνόμισε ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ παρακάμψη… τὰ ἐμπόδια καὶ νὰ καταλύση τοὺς φραγμοὺς ἐπικαλούμενος ὡς πανάκειαν τὴν ἀγάπη», τὰ δὲ δόγματα ὡς ἐκπληρώσαντα πλέον τὴν ἀποστολή τους , νὰ θέσει στὸ «θησαυροφυλάκιο»!
Στὶς Πανορθόδοξες Διασκέψεις τῆς Ρόδου ἐτίθετο ὡς προϋπόθεση τοῦ Διαλόγου ἡ διεξαγωγή του «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» . Τοῦτο σήμαινε, πὼς ἡ Ρώμη θὰ ἔπρεπε νὰ παραιτηθεῖ, τουλάχιστον, «ἀπὸ τὴν ἀξίωση τοῦ Πρωτείου» . Μέχρι σήμερα ὁ Πάπας διατηρεῖ ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, κυρίως, τὸ ἀντιχριστιανικὸ του Πρωτεῖο, σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε πολλοὶ νὰ λέγουν, ὅτι πολὺ πιὸ εὔκολα ὁ Πάπας θὰ ὑποχωρήσει σὲ δογματικὰ θέματα, ὅπως τὸ Filioque, παρὰ στὸ παπικὸ Πρωτεῖο.
Ἐδῶ νὰ ἐπισημάνουμε καὶ μιὰ ἄλλη ἀπροσδόκητη ἐνέργεια τοῦ Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος «ἄνευ οὐδεμιᾶς προετοιμασίας...καὶ σχετικῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὰς ἄλλας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, ἐπρογραμμάτισε μὲ τρόπους προσωπικῶν συνεννοήσεων μὲ τὸν Πάπαν, νὰ τὸν συναντήση εἰς Ἱεροσόλυμα» . Τὴν συνάντηση αὐτὴ πραγματοποίησε ὁ Πάπας μετὰ ἀπὸ ἐπίμονες αἰτήσεις τοῦ οὐνίτη πατριάρχη Μαξίμου Δ΄, δηλ. «χάριν τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν σκοπῶν τῆς Οὐνίας», καὶ ἔγινε στὰ Ἱεροσόλυμα τὴν 5/1/1964 . Καὶ ὁ Πάπας, ἀνταποδίδοντας εὐγενικὰ τὴν ἀναγνώριση ποὺ τοῦ προσέφερε ὁ Ἀθηναγόρας, μετὰ δυὸ μέρες, δὲν ἔθεσε κι' αὐτὸς τὰ καινοφανῆ παπικὰ δόγματα «στὸ θησαυροφυλάκιο», ἀλλά, χωρὶς νὰ κρατήσει κἂν «τὰ προσχήματα τῆς εὐγένειας ἔναντι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου» τὰ διακήρυξε δημόσια, ἀπὸ τὸ ναὸ μάλιστα τῆς Γεννήσεως στὴ Βηθλεέμ, ἀπ' ὅπου καὶ «ἐκάλεσε τοὺς Ὀρθοδόξους, νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν ΡΚαθολικὴν ποίμνην» !
Μὲ τὴν συνάντηση στὰ Ἱεροσόλυμα, τὰ ὅσα συζητήθηκαν καὶ μυστικὰ συμφωνήθηκαν ἐκεῖ, παγιώνεται ἡ ἐπὶ νέων βάσεων σχέση Ρώμης καὶ Κων/πόλεως. Ταυτόχρονα ὅμως, «αἱ Οἰκουμενιστικαὶ πρωτοβουλίαι τοῦ Πατρ. Ἀθηναγόρου… προεκάλεσαν ἰσχυρὰν ἀντίδρασιν… Γρήγορα διῄρεσαν τοὺς Ὀρθοδόξους εἰς δύο ἀντίθετα στρατόπεδα: τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τῶν Ἀντι-Οἰκουμενιστῶν» .
Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ κλῖμα τῶν ἐσπευσμένων ἐνεργειῶν, προσφέρθηκε στὸν Πάπα ἀπὸ τὸν Ἀθηναγόρα , καὶ μιὰ ἄλλη ἀπρόσμενα εὔκολη νίκη. Μέσα σὲ τέσσερες μέρες (21-25/11/1965) συζητήθηκε στὴν Κων/πολη (μὲ ἀντιπροσωπεία ΡΚαθολικῶν ὑπὸ τὸν Willebrands) ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, σὰν ἀναγκαῖο βῆμα γιὰ τὸν Διάλογο καὶ σὲ λίγες μέρες ἀποφασίστηκε ἀπὸ Πάπα καὶ Πατριάρχη καὶ ἀνακοινώθηκε(7/12) ἄρση τῶν ἀναθεμάτων τοῦ 1054.
Καὶ ἐδῶ ὁ «Ἀθηναγόρας, αἴρων ἑαυτὸν ὑπὲρ τὰς Οἰκ. Συνόδους, παπικῷ τῷ τρόπῳ, ἦρε τὸ ἀνάθεμα τοῦ 1054» μολονότι ὄχι μόνο δὲν ἤρθη ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν ἐπεβλήθη τὸ ἀνάθεμα, δηλ. τὸ Filioque, ἀλλὰ προστέθηκαν καὶ ἄλλες κακοδοξίες, καὶ ἄρα ἡ ἄρσις τοῦ ἀναθέματος «ἀποτελεῖ ἀναγνώρισιν ἔμμεσον ἐκ μέρους ἡμῶν, ὅτι αἱ πλάναι αὗται δὲν εἶναι ἄξιαι βαρείας κατακρίσεως» (Π. Τρεμπέλα) .
Ὑπάρχει ὅμως -ὅπως ἀποκαλύπτει ὁ Ρωμανίδης- καὶ μιὰ περίεργη λεπτομέρεια: τὸ ἑλληνικὸ κείμενο γιὰ τὴν "ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων" τοῦ 1965 μεταξὺ Βατικανοῦ καὶ Φαναρίου, «ἦτο τεχνηέντως παραπλανητικόν», μιλοῦσε γιὰ ἄρση ἀναθεμάτων· ἐνῶ τὸ ἴδιο κείμενο, ποὺ κυκλοφόρησε ἡ Ρώμη, καὶ μετέδωσαν οἱ New York Times, μιλοῦσε ὄχι μόνο γιὰ "ἄρσι ἀναθεμάτων", ἀλλὰ καὶ γιὰ "ἄρσι ἀκοινωνησίας". Καὶ ἐπιλέγει: Φαίνεται (πὼς τὸ Πατριαρχεῖο) εἶχε σκοπὸν νὰ ἀμβλύνη ἐνδεχομένας ἀρνητικὰς ἀντιδράσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν» .
Ἀκόμη: ἐνῶ μὲ τυμπανοκρουσίες παρουσιάστηκε ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων ἀπὸ Πατριάρχη καὶ Πάπα (ποὺ διευκόλυνε τὰ σχέδια γιὰ τὸ «διάλογο τῆς ἀγάπης»), ἀπεκρύβη ὅτι α) ἡ ἄρση μόνο ψυχολογικὴ ἀξία εἶχε, ἀφοῦ δὲν συνεφωνήθη ἀπὸ ὅλες τὶς ὀρθ. ἐκκλησίες καὶ β) δὲν ἤρθη τὸ ἀνάθεμα τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων, ὅπως καὶ παρόμοιες πράξεις.
Ἡ νέα αὐτὴ «πολιτικὴ» τοῦ Πάπα –μὲ σύμμαχο τὸν Ἀθηναγόρα– ἐπισημοποιήθηκε στὴ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία ἐξέδωσε καὶ εἰδικὸ «Διάταγμα περὶ Οἰκουμενισμοῦ». Στὸ Διάταγμα αὐτὸ ὅμως (παρὰ τὶς «προσφορὲς» τοῦ Ἀθηναγόρα καὶ τὶς ἐλπίδες τῶν ὀρθοδόξων γιὰ δείγματα διαλλακτικότητας), πάλι «τὸ Παπικὸ Πρωτεῖο τίθεται ὡς πρώτη καὶ κυρία ἀρχὴ τοῦ Ρωμαιοκεντρικοῦ Οἰκουμενισμοῦ»· δεύτερη ἀρχὴ «τίθεται ἡ ΡΚαθολικὴ Ἐκκλησία ὡς ἡ μία καὶ μόνη Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ» ἀπὸ τὴν ὁποίαν «ἐχωρίσθησαν…αἱ ἄλλαι Ἐκκλησίαι»! Καὶ προτρέπονται οἱ ΡΚαθολικοὶ «νὰ κρατοῦν πάντοτε τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων συνεργασίαν». Τώρα πλέον (ἀλλαγὴ τακτικῆς) ἐπιτρέπεται νὰ πραγματοποιεῖται διάλογος μετὰ τῶν ἑτεροδόξων καὶ "ὁμόψυχος προσευχή"» .
Γίνεται μάλιστα καὶ μιὰ δήλωση ἀπὸ τὸν πρόεδρο τῆς «Γραμματείας διὰ τὴν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν» τοῦ Βατικανοῦ, καρδινάλιο Α. Μπέα, τὸ 1965: «Θὰ ἦτο ἐν τῇ πράξει μιὰ κακῶς ἐννοούμενη ἀγάπη πρὸς τὴν ἑνότητα» ἡ καλλιέργεια τῆς ἐλπίδας «ὅτι δῆθεν ἡ ΡΚαθολικὴ Ἐκκλησία θὰ ἀπήτει παρ’ αὐτῶν μόνον τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ‘‘οὐσιωδῶν δογμάτων… Ὅ,τι ἡ ἐκκλησία ἅπαξ ἐξήγγειλεν… ἐξήγγειλεν αὐτὸ ὑπὸ τὴν συμπαράστασιν τοῦ Ἁγ. Πνεύματος…’’» . Εἶναι μιὰ ὠμὴ διακήρυξη –γιὰ ὅσους δὲν τὸ εἶχαν ἀκόμη ἐμπεδώσει– ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποθαρρύνει καὶ τοὺς τελευταίους ποὺ ἤλπιζαν ὅτι τὸ Βατικανὸ ἐνδιαφέρεται εἰλικρινῶς γιὰ ἕνωση.
Πῶς τώρα, μιὰ σύνοδος ποὺ τὸ ἔργο καὶ οἱ ἀποφάσεις της ἀποτιμήθηκαν «ὡς οὐνιτικά, κατόρθωσε νὰ δημιουργήση» τέτοιο ἐνθουσιασμὸ στὸν Ἀθηναγόρα «ἀποτελεῖ πράγματι, διὰ τὰς συνειδήσεις τῶν ὀρθοδ. μυστήριον ἀνεξιχνίαστον!» .
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ κατανοεῖ κανείς, γιατὶ ὁ Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Β΄ ἔγραφε πρὸς τὸν καρδ. Μπέα: «Μετὰ λύπης ἀναγκαζόμεθα νὰ εἴπωμεν» ὅτι ἡ Ρώμη «προπαγανδίζει» ὑπὲρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ «ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὡς ρητῶς ἀναφέρεται καὶ δὲν ἀποκρύπτεται» ὅτι θὰ προσηλυτίσει ὀρθοδόξους. Τέτοια «τεχνάσματα εἶναι δεκτὰ παρὰ Κυρίου;» Ὁ νέος οἰκουμενισμός, συνεχίζει, δυστυχῶς ἔγινε ἀποδεκτὸς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὀρθόδοξους, ποὺ «χωλαίνουσι μὲν αὐτοὶ περὶ τὴν πίστιν, ὠθοῦσιν ὅμως τοὺς ἄλλους νὰ ὑποσκάζωσιν» .
Τὸ δὲ ἐξωφρενικὸ στὴν ὑπόθεση ἦταν, ὅτι τὸ περὶ Οἰκουμενισμοῦ Διάταγμα μεταφράσθηκε ταχύτατα καὶ στάλθηκε ἱεροκρυφίως στοὺς ἱερεῖς τῆς Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν. «Ἡ ἀήθης αὐτὴ ἐνέργεια τοῦ Βατικανοῦ» ἀνάγκασε τὸ περιοδ. "Ἐκκλησία" νὰ ἐπισημάνει: σκοπὸς τῆς Ρώμης εἶναι ἡ διάβρωση καὶ ὁ κλονισμὸς τῆς συνειδήσεως κληρικῶν-λαϊκῶν . Ἐπίσης διαβλέπει, ὅτι ἡ Ρώμη «θὰ ἀναπτύξη προσεχῶς συστηματικὴν καὶ ὀργανωμένην προπαγανδιστικήν… δραστηριότητα εἰς βάρος» μας. «Ποιμένες καὶ πιστοί… ἔχουν χρέος νὰ ἀποκτήσουν συνείδησιν τοῦ διαγραφομένου κινδύνου καὶ νὰ ἀγωνισθοῦν διὰ τὴν ἀποτροπήν του».
Kαθ’ ὃν χρόνον, λοιπόν, ἡ Β΄ Βατικανή, ἀντὶ νὰ δείξει οὐσιαστικὴ διαλλακτικότητα, ἐνίσχυε ἀκόμη «περισσότερον τὸν χωρίζοντα τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολὴν ἀπὸ τὴν Λατινικὴν Δύσιν παπικὸν θεσμόν», ὁ Πατρ. Ἀθηναγόρας παραληροῦσε ἐξ ἐνθουσιασμοῦ γιὰ τὶς “καλὲς προθέσεις” τῆς Ρώμης. Καθ’ ὃν χρόνον ὁ Παπισμὸς ἐδέσμευε ἀκόμη περισσότερον τοὺς θεολόγους του, μεταβάλλοντάς τους σὲ "πιστὰ φερέφωνα" τοῦ Πάπα καὶ μὴ ἐπιτρέποντάς τους κατὰ τὸν θεολογικὸν διάλογον νὰ διαλέγονται ἐν ἐλευθερίᾳ καὶ ἀληθείᾳ , ὁ Ἀθηναγόρας προχωροῦσε σὲ προωθημένες ἐνέργειες στηριζόμενος ὄχι στοὺς ἀσφαλεῖς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας (ἀφοῦ αὐτοὶ –ὅπως εἶπε– ἔπρεπε νὰ μποῦν στὸ "θησαυροφυλάκιο") ἀλλὰ τὶς φιλοδοξίες, τὶς σκοπιμότητες , τὶς διπλωματικὲς ὑποδείξεις τῆς Ρώμης καὶ λανθασμένες ἐκτιμήσεις .
Ἐδῶ, ἐτέθη σὲ ἐφαρμογὴ αὐτὸ ποὺ νωρίτερα εἶχε προαναγγείλλει ὁ Πάπας Λέων ΙΓ´: «Ἡ χριστιανική ἑνότης θὰ ἐπιτευχθῇ μᾶλλον διὰ τοῦ πνεύματος τῆς κατὰ Χριστὸν ἀγάπης ἢ διὰ δογματικῶν συζητήσεων». Ἀφοῦ τὸ Βατικανὸ ἀπογοητεύθηκε ἀπὸ τὶς μέχρι τότε μεθόδους πρὸς ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ἀφοῦ ἕνας πραγματικὰ θεολογικός διάλογος ἐν ἀληθείᾳ, χρειάζεται ἕνα καὶ μόνο προσόν, δυσεύρετο ἀκόμα στὰ διαμερίσματα τοῦ Βατικανοῦ, τὴ Μετάνοια , ἐπινοήθηκε ὄχι μόνο ὁ εὔηχος και παραπλανητικός ὅρος: «διάλογος ἀγάπης», ἀλλὰ βρέθηκε καὶ ὁ προπαγανδιστής του.
Ὁ Διάλογος αὐτὸς ἦταν ἕνα δόλωμα τοῦ Παπισμοῦ, στὸ ὁποῖο πιάστηκαν οἱ ὀρθόδοξοι μὲ τὶς φροντίδες τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος σὲ κείμενά του παρουσιάζει (ἠθελημένα;) παραποιημένη τὴν ἱστορία καὶ τὴν θεολογία, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν διστάζει νὰ διαχωρήσει τὴν πίστη ἀπὸ τὴν ἀγάπη, νὰ ὑποτάξει τὴν θεολογία τῆς ἀλήθειας στὸν "διάλογο τῆς ἀγάπης", τῶν «καλῶν δηλ. σχέσεων καὶ τῶν συναισθηματισμῶν. Σ’ αὐτὴ τὴν μορφὴ "διαλόγου" ὁ Πατριάρχης θεμελιώνει καὶ τὸ "κοινὸν Ποτήριον", τὴν μυστηριακὴ διακοινωνία, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ὁμολογία του εἶχε γίνει πιὰ κατάσταση τὸ 1971» .
«Γιὰ νὰ ξαναγυρίσουμε στὸ ἴδιο Ἅγιον Ποτήριον -ἔλεγε ὁ Ἀθηναγόρας- ὑπάρχουν δυὸ δρόμοι: (Ὁ ἕνας εἶναι) ὁ Θεολογικὸς διάλογος... Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχω πολλὲς ἐλπίδες ἀπὸ τὸν θεολογικόν διάλογον,... δι' αὐτὸ προτιμῶ τὸν διάλογον τῆς Ἀγάπης. Νὰ ἀγαπηθοῦμε!... Ὁ πάπας τὸ εἶπε: ἀπέκτησα ἕναν ἀδελφὸν καὶ τοῦ λέγω σ' ἀγαπῶ! Τὸ εἶπα καὶ ἐγώ: Ἀπέκτησα ἕναν ἀδελφὸ καὶ τοῦ εἶπα σ' ἀγαπῶ». Πότε θὰ ἔλθει ἡ Ἕνωση; «Ἤδη ἔρχεται. Διότι ἤδη εἰς τὴν Ἀμερικὴν μεταλαμβάνετε πολλοὺς ἀπὸ τὸ Ἅγ. Ποτήριον καὶ καλὰ κάνετε! (Ὁμιλεῖ σὲ κληρικούς). Ἐγὼ ἐδῶ, ὅταν ἔρχονται Καθολικοὶ ἢ Προτεστάνται καὶ ζητοῦν...τοὺς προσφέρω τὸ Ἅγ. Ποτήριον!... Ἤδη ἔρχεται μοναχό του. Ἀλλὰ δὲν κάνει νὰ ἔλθη ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς καὶ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς. Πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ Ἱεραρχία καὶ ἡ Θεολογία. Γι' αὐτὸ λοιπὸν προσπαθοῦμε νὰ ἔχωμεν καὶ θεολόγους μαζί, διὰ νὰ ἔλθη αὐτὸ τὸ μεγάλο γεγονό, τοῦ Παγχριστιανισμοῦ. Καὶ μαζὶ μ' αὐτό...τὸ ὄνειρο τῆς Πανανθρωπότητος» .
Εἶχε γι' αὐτὸ δίκιο ὁ Μουρατίδης, ὅταν μίλαγε γιὰ ἕνα «σκοτεινῆς ἐμπνεύσεως σχέδιον», ποὺ στὴν οὐσία ἦταν «διαίρεση τῆς Ἀγάπης ἀπὸ τῆς Ἀληθείας»!
«Ὁ πρῶτος ὅρος τῆς Ὀρθοδ. εἰς τὸν ὑπὸ ἔναρξιν διάλογον» εἶναι ἡ ἄρση τοῦ πρωτείου–ἀλαθήτου, ἔγραφαν τότε, ἐν πεποιθήσει ὅτι ἐλέγχουν τὴν κατάσταση, ὀρθόδοξοι θεολόγοι, οἱ ἐλπίζοντες στὴν εἰλικρίνεια τοῦ Πάπα καὶ ἐμπιστευόμενοι τὸν ἐνθουσιώδη καὶ πολυπράγμονα Πατριάρχη. «Καὶ οὗτος θὰ εἶναι ἀσφαλῶς καὶ ἡ τελευταία αὐτῆς λέξη... Δὲν πρόκειται –συνέχιζαν– περὶ συναισθηματικῆς “προδικάσεως τῶν μελλουσῶν προωθήσεων τοῦ Ἁγ. Πνεύματος”, ἀλλὰ περὶ βιώματος καὶ πίστεως, τὰ ὁποῖα ἂν λείψουν ἢ τροποποιηθοῦν, ἐλλείπει μετ’ αὐτῶν καὶ ἐξαφανίζεται καὶ ἡ ἰδία ἡ Ὀρθοδοξία» . Ἀσφαλῶς, διαπιστώνοντες σήμερα τὰ ἀδιέξοδα τοῦ Διαλόγου –γιὰ τὸν ὁποῖον ἀγωνίστηκαν εἰλικρινά– θὰ καταλόγιζαν εἰς ἑαυτοὺς τουλάχιστον ἀφέλεια.
Ἐδῶ νὰ ἐπισημανθεῖ, ὅτι ὁ ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τοῦ θεολογικοῦ Διαλόγου Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, πολὺ σύντομα ἔθεσε αὐτὸν «εἰς δευτέραν μοῖραν, ἀπορροφηθεὶς ὑπὸ τοῦ παρερμηνευθέντος καὶ ἐκφυλισθέντος διαλόγου τῆς ἀγάπης» .
Σημείωνε τότε ὁ Καρμίρης: «Ὁ διάλογος οὔτε ἤρχισεν οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ», διότι δὲν ἔχουν «δημιουργηθῆ αἱ κατάλληλοι εὐνοϊκαὶ συνθῆκαι». Οἱ θέσεις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν «εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι, ὡς ἐν τῷ παρελθόντι, οὐδεμιᾶς κατ’ οὐσίαν ἐπελθούσης μεταβολῆς». Ἡ Ρώμη μὲ τὴν διεύρυνση καὶ ἐπισφράγιση τῶν γνωστῶν περὶ ἀλαθήτου-πρωτείου ἀποφάσεων ἀπὸ τὴ Β΄ Βατικανή, «ὡς καὶ τὰς σχετικὰς δηλώσεις τοῦ Πάπα...φαίνεται ὅτι θὰ ἐμμείνῃ ἀνενδότως εἰς τὰ καινὰ παπικὰ δόγματα…» .
Ἕνα ἀκόμη κείμενο ἀποκαλυπτικὸ ὅσων προαποφασίστηκαν καὶ προοδευτικὰ πραγματοποιοῦνται, ἐρήμην τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μᾶς δίνει ἀπὸ τὸ 1967 ὁ τότε ἀρχιμ. Παντ. Ροδόπουλος, παρατηρητὴς στὴ Βʹ Βατικανή: Γράφει:
«Διετυπώθη ὑπό τινων ΡΚαθολικῶν συνέδρων μία παράδοξος θεωρία περὶ ἐπιτεύξεως τῆς ἑνώσεως μεταξὺ τῆς ΡΚαθολικῆς Ἐκκλ. καὶ τῆς Ὀρθοδόξου». Ἡ Ἕνωση θὰ «ἐπιτευχθῆ σταδιακῶς καὶ οὐχὶ διὰ διαπραγματεύσεων ἐκκλησιαστικο-θεολογικῶν» σὲ 3 στάδια:
«α) Φιλία καὶ ψυχολογικὴ προπαρασκευή,
β) μερικὴ μυστηριακὴ κοινωνία καὶ
γ) πλήρης μυστηριακὴ κοινωνία» .
Μὲ ὅλα αὐτά, φωτίζεται περισσότερο τὸ μυστικὸ σχέδιο Πάπα καὶ Πατριάρχη. Ἀκολουθοῦν κάποια ἀκόμη κείμενα, ὅσων ἔζησαν ἀπὸ κοντὰ τὰ γεγονότα.
● «Ὁ Μητρ. Μολδαβίας Μιχαὴλ ἀναφερόμενος στὸν διάλογο… ἔκανε λόγο μεταξὺ ἀποτυχίας καὶ ἐλπίδας… Ὅλες οἱ προσπάθειες τῶν Παπῶν… νὰ προσεγγίσουν τοὺς Ὀρθοδόξους δι’ ἄλλων μέσων ἀπὸ τὸν αὐθεντικὸ θεολ. διάλογο καὶ τὴν εἰλικρινῆ ἀδελφικὴ ἀγάπη δὲν ἐπέτυχον τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἀφήσουν τὴν καχυποψίαν καὶ τὴν δυσπιστίαν» .
● Ὁ Ἀρχιεπ. Ἱερώνυμος, ἐξηγοῦσε τὸ 1971 στὸν καρδινάλιο Willebrands πὼς τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλ. δυσκολεύεται νὰ πεισθεῖ ὅτι οἱ προσπάθειες τῶν ΡΚαθολικῶν εἶναι εἰλικρινεῖς καὶ ἀδελφικὲς μὲ σκοπὸ τὴν ἑνότητα. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ δοθεῖ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος «ὥστε τοῦτο νὰ διαπιστώσῃ (ὁ λαός) ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι αἱ τεινόμεναι νῦν χεῖρες εἶναι πράγματι ἀδελφικαί» . Ἄραγε ὣς τώρα διαπιστώθηκε κάτι τέτοιο, ὥστε νὰ ἀρχίσει ὁ διάλογος; Ποιές θέσεις τῆς Ρώμης ἄλλαξαν, ὥστε νὰ ἐμπιστευόμαστε τὸν Πάπα; Μήπως ἀλλαγὴ πρέπει νὰ θεωρήσουμε τὶς ἔτι σκληρημένες θέσεις ποὺ συνοδεύονται ἀπὸ ἐπικοινωνιακὰ χαμόγελα καὶ ψεύτικες “συγγνῶμες”;
● Ἡ πρώτη φάση τοῦ διαλόγου ἐπεβεβαίωσε «τοὺς φόβους, ὅτι τὸ Βατικανὸ δὲν ἐπιθυμεῖ εἰλικρινῆ καὶ ἔντιμον διάλογον…ἀλλὰ τὴν παγίδευσιν δι’ ἀπαραδέ-κτων…μεθόδων τῶν ὀρθοδ. ἐκπροσώπων μὲ τελικὸν στόχον τὴν καθυπόταξιν τῆς Ὀρθοδοξίας ... πρὶν ἢ ἀρχίσει ὁ…διάλογος, τὸν κατέστησε ἄνευ ἀντικειμένου!...διεκήρυξε ὅτι οὐδεμίαν δέχεται συζήτησιν …ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν δογματικῶν διαφορῶν» .
Αὐτὲς οἱ διαπιστώσεις, ποὺ ἔγιναν κατὰ τὴν ἔναρξη τοῦ Διαλόγου (καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν "πρόωρες" ὡς γενόμενες κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν προκαταλήψεων τοῦ περελθόντος), ἐπαναλαμβάνονται καὶ λίγα χρόνια ἀργότερα ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας μας στὸ Διάλογο, Μητρ. Περιστερίου Χρυσόστομο καὶ π. Θεόδ. Ζήση. Σὲ «Ἔκθεσίν» τους (1984), γράφουν: «"Ἡ στάσις τῆς ΡΚαθολικῆς ἀντιπροσωπείας πείθει ὑπὲρ τοῦ ὅτι τὸ Βατικανὸν προσέρχεται εἰς τὸν διάλογον μὲ τὰ κριτήρια τῶν κοσμικῶν διπλωματικῶν ἀποστολῶν"... Οἱ ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι εἰς τοὺς διαλόγους παρουσιάζονται "τελείως ἀπαράσκευοι" καὶ δὲν συμφωνοῦν μεταξύ τους. "Πολλὰ ὀρθόδοξα μέλη, λόγῳ ἀγνοίας υἱοθετοῦν ΡΚαθολικὲς ἀπόψεις...καὶ ἀπορρίπτουν τὰς Ὀρθοδόξους» ἢ «θεωροῦν τὸν διάλογον προσωπικὴν των ὑπόθεσιν καὶ βάσει τῶν προσωπικῶν γνωριμιῶν καὶ συμφερόντων καθορίζουν τὴν θέσιν των...» .
τὴ σθεναρὴ στάση ποὺ τηροῦν στὸ Διάλογο» . Ἐπίσης, διατύπωσαν «σοβαρὲς ἀνησυχίες ὡς πρὸς τὴν σκοπιμότητα συνεχίσεως τοῦ Διαλόγου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος διεξάγεται ὑπὸ ἀνίσους ὅρους καὶ μὲ προφανῆ κίνδυνο γιὰ τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τῶν Ὀρθοδόξων». Ἀκόμη: «κρούουν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου ...ὡς πρὸς τὶς διαδικασίες, ποὺ τείνουν νὰ ἐξουθενώσουν τοὺς ὀρθοδόξους, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐπιδεικνύουν ὕποπτη ἐνδοτικότητα στὶς ΡΚαθολικὲς μεθοδεύσεις… Ἡ Σύνοδος…ἀπεφάσισε …νὰ συγχαρεῖ τοὺς ἀντιπροσώπους μας γιὰ
● Στὸ διάλογο μὲ τοὺς ΡΚαθολικοὺς ἔλαβα μέρος γιὰ 10 σχεδὸν ἔτη (γράφει ὁ Στ. Παπαδόπουλος). Συντάχθηκε σειρὰ κειμένων καὶ σὲ κανένα ἀπ' αὐτὰ «δὲν ἀναφέρεται ὅτι οἱ δύο Ἐκκλησίες ἔχουνε δογματικὲς διαφορές. Οἱ ΡΚαθολικοὶ ἀρνήθηκαν ἐπίμονα νὰ γραφεῖ κάτι τέτοιο καὶ οἱ ὀρθόδοξοι ἄνετα τὸ δέχτηκαν (παρὰ τὴν ἔντονη…ἐπιμονή μου νὰ σημειωθεῖ τὸ γεγονὸς τῶν δογματικῶν διαφορῶν)…Ὁ Διάλογος θέλουνε νὰ ἐμφανισθεῖ ὡς μὴ ὀφειλόμενος σὲ δογματικὲς διαφορές, ἀλλὰ σὲ ψυχολογικὲς καὶ πολιτικὲς ἢ -τὸ πολύ- σὲ διαφορὲς θεολογικῶν "σχολῶν"» .
● Γράφει ὁ ΡΚαθολικὸς π. Jugie: «Οἱ ἀποκομμένες ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες ὡς θρησκευτικὲς κοινωνίες εἶναι πραγματικὰ σχισματικὲς καὶ αἱρετικές… Πρακτικὰ ὅμως, γιὰ νὰ μὴν πληγώνονται πάρα πολὺ οἱ πιστοὶ αὐτῶν τῶν Ἐκκλησιῶν μ’ αὐτὲς τὶς ἐκφράσεις καὶ γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσουμε πιὸ εὔκολα στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία (σ.σ. ἐννοεῖ τὴν Παπική), μποροῦμε νὰ χρησιμοποιοῦμε, χωρὶς νὰ βλάπτουμε τὴν ἀλήθεια, ὀνομασίες πιὸ ἤπιες, ὅπως ‘‘ἀποκομμένες Ἐκκλησίες’’, ‘‘χωρισμένες Ἐκκλησίες’’» .
● Ὅταν ἄρχισε ὁ Διάλογος, «ἀποφασίστηκε -κατὰ παγκόσμια ἱστορικὴ πρωτοτυπία- νὰ μὴ συζητηθοῦν τὰ χωρίζοντα,...γιὰ νὰ μὴ σπάσει ἡ κρούστα τῶν κακῶν σχέσεων καὶ ἀποδειχθεῖ ματαιοπονία ὁ "διάλογος τῆς ἀγάπης", ἀλλὰ νὰ συζητηθοῦν τὰ ἑνοῦντα, ὅσα μᾶς ἑνώνουν… Καὶ μόλις ἀρχίσαμε τὴ συζήτηση γιὰ τὸ ἐπίμαχο θέμα τῆς οὐνίας, ὁ διάλογος τινάχτηκε στὸν ἀέρα». Κέρδος ἀπὸ τὸν διάλογο εἶχαν μόνο οἱ παπικοί, ἀφοῦ «ἔδωσαν ἀνὰ τὸν κόσμο τὴν ἐντύπωση, μέ…ἐναγκαλισμοὺς καὶ συμπροσευχές, ὅτι δὲν μᾶς χωρίζει τίποτε ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους…» . Ὁ Μ. Εὐγενικὸς ὅμως τότε, ἐπέμενε καὶ ἐπέτυχε «νὰ ἀρχίσουν οἱ συζητήσεις ἀπὸ τὸ ἐπίμαχο θέμα τῆς ἐκπορεύσεως», γιατὶ εἶχε καταλάβει ὅτι δὲν ὑπῆρχε εἰλικρίνεια. «Σήμερα οἱ παπικοὶ ἐπέμεναν καὶ πέτυχαν δυστυχῶς (γιατὶ δὲν βρέθηκε ἕνας Εὐγενικός), ὥστε οἱ συζητήσεις νὰ μὴν ἀρχίσουν» ἀπὸ τὰ σοβαρὰ ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ἀνώδυνα γι' αὐτούς .
Νὰ ὅμως καὶ κάποια ἄλλα κείμενα, ποὺ διαφωτίζουν περισσότερο τὸ θέμα:
* «Ὁ μετὰ τῶν ἑτεροδόξων διάλογος -ἔγραφαν οἱ Ἁγιορεῖτες- ἐφ’ ὅσον ἀποβλέπει νὰ πληροφορήση αὐτοὺς περὶ τῆς Ὀρθοδ. Πίστεως, ὥστε ὅταν οὗτοι καταστοῦν δεκτικοὶ τοῦ θείου φωτισμοῦ… νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν, δὲν εἶναι... καταδικαστέος…Ὁ θεολογικὸς διάλογος οὐδόλως δέον νὰ συνοδεύεται ἀπὸ συμπροσευχάς, συμμετοχὰς εἰς τὰς λειτουργικὰς καὶ λατρευτικὰς συνάξεις ἑκατέρων… Τοιαῦται ἐνέργειαι παραπλανοῦν καὶ τὸ Ὀρθόδοξο πλήρωμα καὶ τοὺς ΡΚαθολικούς…Τὸ Ἅγιον Ὅρος ἀνησυχεῖ σοβαρῶς ἐκ τῆς τάσεως...Ἱεραρχῶν προσκαλούντων εἰς συμμετοχὴν εἰς τελετάς…ΡΚαθολικοὺς κληρικούς...Μετὰ πολλῆς ἀνησυχίας τὸ Ἅγιον Ὄρος διαπιστοῖ ὅτι ἀπὸ Ὀρθοδόξου πλευρᾶς γίνονται πολλαὶ παραχωρήσεις καὶ οἰκονομίαι πρὸς τοὺς ΡΚαθολικούς», ἀντιθέτως αὐτοὶ ἐμμένουν στὶς κακοδοξίας τους .
● Γιατί «ποιά διαφορά... ἐπιλύθηκε μὲ τοὺς διαλόγους. Ἐξακολουθεῖ ὁ πάπας ...νὰ ἐνισχύει μέχρι σήμερα τὴν Οὐνία. Καὶ τὸ πολὺ χειρότερο. Ἐπανέρχεται ἐκκλησιολογικὰ στὴν πρὸ τῆς Β΄ Βατικανείου Συνόδου ἐποχὴ καὶ μὲ τήν... Ἐγκύκλιο Dominus Jesus γκρεμίζει ὅλο τὸ οἰκοδόμη μα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ καλὰ κάνει, γιὰ νὰ ξυπνήσουν οἱ ὀνειροπολοῦντες οἰκουμε-νισταί, ἰσχυριζόμενος ὅτι μόνο ἡ παπικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μία...Ἐκκλησία καὶ δὲν ὑπάρχουν “ἀδελφὲς Ἐκκλησίες”» .
● «Ἡ Ὀρθ. Ἐκκλησία δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ δηλώνει πρὸς τὴν Ρωμαϊκή,… ὅτι ὅσο ἡ τελευταία ἐπιμένει στοὺς νεωτερισμούς της καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐμμένει στὶς...παραδόσεις τῶν πρώτων ἐννέα αἰώνων…, τόσο εἶναι μάταιο καὶ κενὸ πρᾶγμα νὰ συζητοῦμε γιὰ ἕνωση» (Ἀπάντηση Πατρ. Κων/λεως πρὸς τὴν Ἐγκύκλιον περὶ Ἑνώσεως Πάπα Λέοντα ΙΓ΄) .
● Διαπραγματευόμενος ὁ Γ. Μαντζαρίδης αὐτὰ τὰ θέματα γράφει πὼς «οἱ δογματικὲς ἀλήθειες, ποὺ συνιστοῦσαν ἐξ ἀρχῆς τὰ θεμέλια τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν, τείνουν νὰ θεωρηθοῦν ὡς συμβατικὲς θρησκευτικὲς ἰδιορρυθμίες, ἢ ὡς...θέματα γιὰ τὴν ἐνασχόληση τῶν εἰδικῶν. Ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖται στὸ ἐπίπεδο μιᾶς συμβατικῆς κοινωνίας, μέσα στὴν ὁποία οἱ ἐκπρόσωποι τῶν...χριστιανικῶν ὁμολογιῶν μποροῦν νὰ διαπραγματεύονται τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα... Μὲ τὰ δεδομένα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ θεωρεῖται παράξενη μιὰ μελλοντικὴ ἑνοποίηση τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν τῆς Δύσεως, παρὰ τὶς πολλὲς δογματικὲς διαφορές τους, ὑπὸ κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία... » .
● Ἐνῶ «ὁ Παπισμὸς ἔχει καταστήσει σαφές, ὅτι ἡ “ἕνωσις” θὰ συνίσταται εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ Πάπα ὡς τῆς ἀναμφισβητήτου κεφαλῆς ὅλων τῶν χριστιανῶν… διὰ τοὺς “Ὀρθοδόξους” Οἰκουμενιστὰς ἡ “ἕνωσις” θὰ συνίσταται, εἰς τὴν ὑποχώρησιν εἰς τὰς πιέσεις τοῦ Παπισμοῦ… (ὥστε) νὰ ἐπιτευχθῆ μιὰ ψευδὴς ἕνωσις… τύπου…Φερράρας… Ἀναμένουν τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ φρόνημα τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν θὰ ἔχη ἀρκετὰ ἀμβλυνθῆ… διὰ μέσου κοινῶν ἢ “Οἰκουμενιστικῶν προσευχῶν”» .
● «Ὁ ἐγκαινιασθεὶς ἀπὸ τὸν Πατρ. Ἀθηναγόρα “διάλογος τῆς ἀγάπης” ἔφθασε σὲ ἀνεπίτρεπτα σημεῖα. (Μυστηριακὴ διακοινωνία χωρὶς πανορθόδοξο ἀπόφαση καὶ πρὶν τὴν ἕνωση. “Ἐπιστροφὴ” παπικῶν στὴν Ὀρθοδοξία ὄχι μὲ ἔστω χρῖσμα, ἀλλὰ μὲ μιὰ ἁπλὴ ὁμολογία καὶ ἐξομολόγηση. Παπικοὶ ἱερεῖς γίνονται δεκτοὶ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία μὲ τὴν ἱερωσύνη των σὰν νὰ μετατίθενται ἀπὸ μιὰ ὀρθόδοξη ἐνορία στὴν ἄλλη… Οἱ συμπροσευχὲς καὶ μάλιστα μὲ λειτουργικὰ ἄμφια…» .
● «Ὑπῆρξε μέγα σφάλμα…ὅτι ὡς πρῶτον θέμα τοῦ “Διαλόγου” ἐτέθη τὸ περὶ Μυστηρίων. Νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι παγίς; Οὐκ οἴδαμεν… Ὁ στόχος εἶναι λίαν εὐδιάκριτος: Ἂς συμφωνήσωμεν εἰς τὰ περὶ τῆς θ. Εὐχαριστίας, ἵνα φτάσωμεν συντόμως εἰς τὸ κοινὸν Ποτήριον, καὶ μετὰ ἔχομεν χρόνον νὰ συζητῶμεν…μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων διὰ τὰς ἄλλας διαφοράς. Ἀλλ’…ἡ ἕνωσις δὲν ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ἁγίου Ποτηρίου• περατοῦται καὶ ὁλοκληροῦται ἐν αὐτῷ» .
● Ἔτσι, «λαμπρὰν παράδοσιν 10 καὶ πλέον αἰώνων …ἀγώνων τῆς Ὀρθοδ. κατὰ τῆς παπικῆς παναιρέσεως, ἠδυνήθη νὰ καταλύσῃ τὸ Βατικανὸ ἐντὸς 20 μόνον ἐτῶν. Χρησιμοποιοῦν ὡς Δούρειον Ἵππον τὸν δῆθεν “διάλογον τῆς Ἀγάπης” ἠδυνήθη νὰ παρακάμψῃ ἢ καὶ νὰ καταργήσῃ τὰ πλαίσια ἀσφαλείας: ...δόγματα καὶ ἱ. Κανόνας» .
● «Ὁ Μητρ. Ἑλβετίας κ. Δαμασκηνὸς ἠναγκάσθη ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ὁμολογήση ὅτι ‘‘τὸ μεγαλύτερον ἐμπόδιον διὰ τὴν προσέγγισιν τῆς ΡΚαθολικῆς καὶ τῆς Ὀρθ. Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ρωμαϊκὴ ἀντίληψης περὶ τοῦ πρωτείου καὶ ἀλάθητου...» .
* «Μὲ τὴν πολυθρυλούμενη ‘‘ἕνωσι’’, ὁ χριστ. ἴσως ἀποκτήση μεγαλυτέρα κοσμικὴ ἰσχύ, θὰ χάση ὅμως τὴν πνευματική του δύναμι, αὐτὴν ἀκριβῶς ὁποὺ ἐνοχλεῖ τὸν κόσμο. Ὅ,τι δηλ. συνετελέσθη ἤδη εἰς τοὺς κόλπους τῶν λατίνων. Ἡ δίψα τῶν Παπῶν γιά... ἐξουσία, τοὺς ἀνάγκασε νὰ κατέβουν εἰς τὸν στίβο τῶν πολιτικῶν ἑλιγμῶν» .
● «Ὁ Πατρ. τῆς Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἀπεδέχθη τὸν διάλογο… ἀναγκάσθηκε κι’ αὐτός (ἐξ αἰτίας δραστηριοτήτων καθολικοῦ προσηλυτισμοῦ...) ὅπως τὸ ἔπραξαν καὶ ἄλλες ἀδελφὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, νὰ ἐκφράσει τὴν ἀνησυχία του ἐμπρὸς σὲ μιὰ τέτοια στάση καὶ κατάσταση». Ὅλα αὐτὰ «ἔδωσαν ἀναπόφευκτα ἀφορμὴ γιὰ μιὰ ἐκ νέου θέση τοῦ ἐρωτήματος περὶ τοῦ τί νόημα ἔχει καὶ πόση εἶναι ἡ εἰλικρίνεια τοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καὶ ΡΚαθολικῶν ἐπὶ διεθνοῦς ἐπιπέδου» .
● Ἐπίσης ὁ Πατριάρχης Ρουμανίας Θεόκτιστος θεωρεῖ ὅτι ἡ ποιμαντική του εὐθύνη γιὰ τὴν διαφύλαξη ἑνότητας καὶ ἀκεραιότητας τῆς Ἐκκλησίας «τίθεται ὑπεράνω κάθε διπλωματικοῦ ὑπολογισμοῦ καὶ κάθε διαλόγου γιὰ τὸν διάλογο». Ζήτησε ἐπίσης ὅπως ὅλες οἱ Ὀρθόδ. Ἐκκλησίες «ἀποφασίσουν ἀπὸ κοινοῦ νὰ τὸν διακόψουν τελείως… Ὅταν λείπει ἡ ἀμοιβαία ἐμπιστοσύνη, ἕνας διάλογος διακόπτεται, ἐφ’ ὅσον τὰ μέρη του δὲν ἀποδείξουν, μὲ τὶς πράξεις τους, ὅτι ἐπιθυμοῦν νὰ τὸν σώσουν(…). Ἐν συμπεράσματι: Θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρισθεῖ ὅτι ὁ διάλογος...κινδυνεύει νὰ ἀποτύχει ἐπὶ διεθνοῦς ἐπιπέδου, διότι ἐπὶ ἐπιπέδου τοπικοῦ …ἔχει ἀνεπαρκῶς καλλιεργηθεῖ. Ἐξ οὗ καὶ ἡ παράδοξος κατάσταση, κατὰ τὴν ὁποία ‘‘στὸ ἐξωτερικὸ περιπτυσσόμεθα ἀλλήλους, ἐπιστρέφοντες ὅμως οἴκαδε εἴμεθα ὡς ξένοι» .
● Ἔγραφε ὁ καθηγητὴς Φαράντος τὸ 1971: «Θάρρος εἰς τὸν διάλογον μετὰ τῶν ἑτεροδόξων! Ὅσαι καὶ ἂν εἶναι αἱ δυσκολίαι... καὶ αἱ ἀπογοητεύσεις, ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν» . Μετὰ ὅμως ἐννέα χρόνια «αἱ συνθῆκαι ὑφ’ ἃς διεξάγεται ὁ Διάλογος… ὡδήγησαν τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Ἐκκλησίας …κ. Μέγας Φαράντο νὰ παραιτηθῆ εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας…» . Ἔμεινε συνεπὴς στὰ ὅσα διατύπωσε τὸ 1971: Ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ εὐθύνη καὶ ἀγάπη δὲν ἔπαψε νὰ διαλέγεται. «Τότε μόνο διέκοψεν... τὸν (μετὰ τῶν αἱρετικῶν) διάλογον, ὅτε διεπίστωσεν ὅτι οὗτοι δὲν ἦταν καλῆς θελήσεως» καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὴν παρασύρουν στὴν πλάνην τους . Ἀλλὰ καὶ ὁ «Καρμίρης παρητήθη διὰ λόγους συνειδήσεως ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀρθοδόξων διὰ τὸν θεολ. διάλογον μὲ τοὺς Παπικούς» .
● «Μᾶς ἐρωτοῦν –γράφει το περιοδικὸ ‘‘Ἐκκλησία’’ (1956)– ‘‘ἐὰν κανονικῶς ἐπιτρέπονται συλλειτουργίαι καὶ συμπροσευχὴ» μετὰ ἑτεροδόξων «ὡς τοῦτο φέρεται ἐπισυμβαῖνον ἐν Ἀμερικῇ. Ἀπαντῶμεν καθηκόντως, ὅτι τοῦτο καὶ ἄηθες εἶναι καὶ ἀντικανονικόν, ...καὶ συντελούμενον ἀσκεῖ ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν…’’» .
● Ἔγραφε ὁ Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν Χριστόδουλος στὸν "Ὀρθόδοξο Τύπο": «Ἀπειλητικὰ νέφη σωρεύονται στὸν ὁρίζοντα τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου», ποὺ διεξάγεται κάτω ἀπὸ ἀπαράδεκτες συνθῆκες, «καὶ πνεῦμα ἐνδοτικότητος... ἐνώπιον τῆς ΡΚαθολικῆς μεθοδεύσεως... Τὰ καταγγελόμενα εἶναι φοβερά..., πλανᾶται ὁ φόβος ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐπανάληψιν ...νέας Φερράρας». Ὅταν οἱ προσπάθειες ἄρχιζαν, δὲν ἐφανταζόμεθα «ὅτι θὰ ἐμεθοδεύετο ἡ παράδοσης τῆς Ὀρθοδοξίας "ἄνευ ὅρων" καὶ ἡ προδοσία τῶν Πατέρων μας... Καταγγέλοντας τὴν ἀπαράδεκτον κατάσταση οἱ ἀντιπρόσωποί μας, ἀφυπνίζουν ὅσους ἀνυποψίαστοι παρακολουθοῦν τὶς ἐξελίξεις. Καὶ σημαίνουν συναγερμόν». Ἤδη, ἀντιπρόσωποί μας μεταβαίνουν στὸ Φανάρι γιὰ νὰ «ζητήσουν ἐγγυήσεις γιὰ τὴν συνέχιση τοῦ Διαλόγου ὑπὸ συνθῆκες ποὺ θὰ ἐξασφαλίζουν τὴν ἐλεύθερη διατύπωση τῶν Ὀρθοδ. θέσεων». Ἂν αὐτὰ δὲν γίνουν τότε «ὁ Διάλογος θὰ ναυαγήσει καὶ ὁ ἔντιμος κλῆρος μὲ τόν...λαὸν θὰ θέσουν τέρμα στὴν παρωδίαν ποὺ παίζεται...» .
σματικούς (σ.σ. ἐννοεῖ τοὺς Ὀρθοδόξους), κάτι σταθερὰ ἀπαγορευμένο ἀπὸ τὸ Συνοδικὸ Ἐκκλ. Δίκαιο [τῆς Παπικῆς “Ἐκ● Παπικὸς δημοσιογράφος (παρὼν στὴν Πανθρησκειακὴ συνάντηση τῆς Ἀσσίζης) ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ συμπροσευχὴ ποὺ ἔγινε ἐκεῖ ἐνόχλησε καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς ΡΚαθολικούς. Οἱ λειτουργίες γράφει, «περιεῖχον ἀληθινὸ ὄργιο καινοτομιῶν…, μυστηριακὴ κοινότητα μὲ αἱρετικοὺς καὶ σχι κλησίας”]… Τὸ Εὐαγγέλιο μετεφέρθη ἀπὸ Ὀρθόδοξο Διάκονο… Τὸ θέαμα ἀποκορυφώθηκε μὲ τὸ θυμιάτισμα τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦ ὁποίου ἡ διδασκαλία ἀπορρίπτεται …ἀπὸ τὴ σειρὰ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, τοὺς ὁποίους ὁ Πάπας ὡδήγησε στὸ ἱ. Βῆμα, σὰν νὰ ἦταν μέλη τοῦ Ποιμνίου του. Ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἱεροσυλία, ἡ ὁποία διαιωνίζει τὴν λανθασμένη ἐντύπωση ὅτι οἱ διαφωνοῦντες δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία (σ.σ. ἐννοεῖ τὴν παπική)... Παρακολούθησα ἔντρομος» τὸν Πάπα νὰ ἀκούει τὸν Βουδιστὴ μοναχό «νὰ διαβάζη ἀπὸ τὴ Σιαντιντέβα. Ἐπικρίνει ἐπίσης, τὸ κείμενο...τοῦ Ραββίνου περὶ Εἰρήνης, ἐπισημαίνοντας ὅτι τοῦτο ἀνεγνώσθη “τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ τὸ Ἰσραὴλ ἄρχισε τοὺς ἀεροπορικοὺς βομβαρδισμοὺς κατὰ παλαιστινιακῶν στόχων”!…» .
● Ἡ Οἰκουμ. κίνηση χαρακτηρίστηκε ὡς "θέατρο τοῦ παραλόγου", ἀφοῦ ἐκεῖ ἐπικρατεῖ ὁ παραλογισμός. «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ ...ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅταν πρωτίστως δὲν διασαφηνίζουμε τοὺς λόγους τῆς διαιρέσεως; Ἡ θεραπεία ἐξαρτᾶται πάντοτε ἀπὸ τὴν διάγνωση» ποὺ «“ἐν προκειμένῳ” εἶναι ὀδυνηρὴ γιὰ Προτεστάντες καὶ ΡΚαθολικούς... Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ συνεχίση νὰ ὑπάρχη κάτω ἀπὸ τὸ στέγαστρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος πρὸ πολλοῦ ἔχει ἐκφυλισθεῖ καὶ ...μεταβάλλεται σὲ εἶδος πανθρησκείας» .
● Ἔτσι, «ἐὰν πρὸ τῆς Β´ Βατικανῆς ἐδικαιολογεῖτο οἱαδήποτε ἐλπίς, ἤδη οὐδεμία αὐταπάτη ἐπιτρέπεται» τώρα, ποὺ ἡ Ρκαθολικὴ Ἐκκλησία προσκολλήθηκε ὁριστικὰ «εἰς τὸν ὁρμαθὸν τῶν λατινικῶν αἱρέσεων» διακηρύσσοντας αὐτὲς ὡς ἐπίσημη διδασκαλία της .
Τί νὰ ποῦμε σήμερα, ποὺ τὰ ἐν τῷ μεταξὺ γεγονότα ἐπιβεβαιώνουν δραματικὰ τὶς πρῶτες ἐκεῖνες διαπιστώσεις;
α) Ἡ Οὐνία
Γιατί γίνεται τόσος λόγος γιὰ τὴν Οὐνία στὸ Διάλογο μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς;
Ἡ Οὐνία κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία της λίγο μετὰ τὸ σχίσμα τοῦ 1054 καὶ παρουσιάζεται ὡς κάτι τὸ ἐνδιάμεσον Ὀρθοδοξίας καὶ ΡΚαθολικισμοῦ. Διὰ τῆς Οὐνίας ὁ Παπισμὸς ἀσκεῖ προσηλυτισμό, προσπαθεῖ νὰ πάρει δόλια μὲ τὸ μέρος του ὅσους Ὀρθόδοξους καταφέρει. Θέλει νὰ ἐπιτύχει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἕνωση, ἐννοούμενη ὑπὸ τὸ ἀντιχριστιανικὸ Πρωτεῖο, ὅπως διαπιστώνει ἡ ἐν Κων/πόλει σύνοδος (1838): «Ἡ ἀκόρεστος λύσσα τοῦ Παπισμοῦ ἡ πρὸς ἀπάτην καὶ προσηλυτισμὸν τὰ πάντα μηχανωμένη» ἔχει ἐξαπολύση τοὺς Οὐνίτες γιὰ νὰ παρασύρει «τοὺς εὐαπάτητους πρὸς τὸν Παπισμόν» .
Ἐμεῖς δὲν ἐπιδιώκουμε τὴν ἄγρα νέων ὀπαδῶν, ἀφοῦ δὲν βιώνουμε ὡς "παράταξη" τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ ὡς ἀγαπητικὴ κοινωνία, κατὰ τὸ Τριαδικὸ πρότυπο· μέθοδο μὲ τὴν ὁποία κατορθώνεται ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια, ποὺ διχάζει τὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Γι’ αὐτὸ καὶ καταδικάζουμε αὐτὴ τὴν τακτική· ὄχι γιατὶ χάνουμε ὀπαδούς, ἀλλὰ γιατὶ διὰ τῆς Οὐνίας ὁδηγοῦνται ἀδελφοί μας στὴ διαίρεση καὶ τὴν αἵρεση, ἀφοῦ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ Ἀλήθεια, τὸ σίγουρο δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἀληθινὴ ζωή.
Ὁ Ἀρχιεπ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ἔγραφε: «Πιστεύσατέ μοι, ὅτι ἡ Οὐνία εἰς ἡμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους προκαλεῖ πάντοτε φρίκην, διότι ἀντιπροσωπεύει δόλον καὶ ἀπάτην… Ἡ Οὐνία εἶναι νόθον κατασκεύασμα... προορισμένη μᾶλλον νὰ εὐρύνῃ τὸ μεταξὺ (τῶν Χριστιανῶν) χάσμα καὶ νὰ προκαλῇ σκάνδαλα καὶ ἀνωμαλίας» .
Λογικὰ τὴν Οὐνία, ἂν καὶ τὴν καταδικάζουμε ὡς μία «φρικτὴ καρικατούρα...τῆς ἱεραποστολῆς» , τὴν κατανοοῦμε, ὡς τὴν στιγμὴ ποὺ ἀρχίζει ὁ διάλογος. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἀρχίζει καὶ τὸν ἀποδέχονται, μὲ ἀπὸ κοινοῦ διακηρυγμένο στόχο τὴν Ἕνωση "ἐπὶ ἴσοις ὅροις", ποιὰ λογικὴ ἔχει ἡ διατήρηση της; Κι' ὅμως, οἱ παπικοὶ τὴν ὑποστηρίζουν καὶ ἐνισχύουν, καί, ὅταν ἐξ αἰτίας της καρκινοβατεῖ ὁ Διάλογος. Ποιά λογικὴ λοιπὸν ἔχει, ἕνας τέτοιας ἐντιμότητας διάλογος;
Ἔγραφε ὁ Καρμίρης, ὅτι ἐπιδίωξή μας ἦταν «ὅπως ὁ ὀρθοδοξο-ρωμαιοκαθολικὸς διάλογος τοποθετηθῇ ἐπὶ τῆς ὀρθῆς βάσεώς του..., οὐχὶ δὲ διὰ τῆς διὰ διαφόρων ἀνεπιτρέπτων μεθόδων... καθυποτάξεως τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τὸ κυριαρχικὸν παπικὸν πρωτεῖον... Ἰδίως ὑπὸ τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων Γ΄ καὶ Δ΄ ἠξιώθη ἐπισήμως ἡ…κατάργησις τῆς Οὐνίας …πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ διαλόγου, ἥτις ἀκριβῶς ἀνεβλήθη ἐπὶ μίαν καὶ πλέον δεκαετίαν καὶ θὰ ἐξακολουθήση ἀναβαλλομένη μέχρις ἐκπληρώσεως τοῦ τεθειμένου τούτου ὅρου, κριθέντος ὑπὸ τῶν Ὀρθοδόξων ὅτι “Οὐνία καὶ διάλογος εἶναι ἀσυμβίβαστα ταυτοχρόνως”» .
Ἔτσι, ἡ ἀνειλικρίνεια τῶν προθέσεων τοῦ Βατικανοῦ, ἀποκαλύπτεται καὶ στὸ θέμα τῆς Οὐνίας, διὰ τῆς ὁποίας τορπιλίζεται καὶ τὸ ὅποιο καλὸ κλίμα σχέσεων, ποὺ ὡς τὸ 1988 εἶχε ἀναπτυχθεῖ. Ταυτόχρονα ὅμως, δοκιμάζεται στὸ θέμα αὐτὸ καὶ ἡ πιστότητα ἢ ἡ ἐνδοτικότητα τῶν Ὀρθοδόξων.



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.