ΕΜΠΕΙΡΙΑ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Α. ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ
1. ΜΕ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ
Ὁ Διαχριστιανικός Οἰκουμενικὸς Διάλογος ξεκίνησε στὶς ἀρχὲς τοῦ αἰῶνα. Τὸ πρόβλημα τῶν μεταξὺ τῶν χριστιανῶν σχέσεων, ἔθιξε ἀρχικὰ ὁ Πατρ. Ἰωακείμ Γ΄ στὴν Ἐγκύκλιο ποὺ ἐξέδωσε τὸ 1902. Ὅμως δὲν ἔμελλε νὰ συνεχισθεῖ μὲ διαδικασία ἁγιοπατερικὴ αὐτὸ τὸ ὅραμα τῆς ἑνότητας. Γιατὶ λίγο ἀργότερα, οἱ διασπασμένοι σὲ πολλὲς κοινότητες καὶ ὁμάδες Προτεστάντες, αἰσθανόμενοι τὴν τραγικότητα αὐτῆς τους τῆς διαίρεσης, προσπάθησαν νὰ δημιουργήσουν προϋποθέσεις ἑνοποίησης μὲ τὴν ἵδρυση Παγκοσμίων Κινήσεων καὶ Συμβουλίων.
Μιὰ ἀντιπροσωπεία αὐτῶν, ἐπισκέφθηκε τὸ 1919, τὸ Πατρ. Κων/λεως, καὶ τὸ προσεκάλεσε ἐπισήμως νὰ συμμετάσχει «εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ συνέλθη τὸ 1920 ἐν Γενεύῃ Προκαταρκτικὴν Συνέλευσιν τῆς Προτεσταντ. Κινήσεως “Πίστεως καὶ Τάξεως”. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Πατριαρχείου (στὸ ὁποῖο διεκινοῦντο παρόμοιες ἰδέες) ὑπῆρξεν εὐνοϊκή . Τοιουτοτρόπως ἤρχιζεν ἡ συμμετοχὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Ὀρθ. Ἐκκλησίας ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κινήσει» . Συγχρόνως ὅμως ξέφυγε ἀπὸ τὰ χέρια τῆς Ἐκκλησίας ἡ πρωτοβουλία γιὰ τὴν ἑνοποίηση τῶν χριστιανῶν, ἂν καὶ τὸ Πατριαρχεῖο (1920) συντάσσει συνοδικὸ Διάγγελμα “πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλ. τοῦ Χριστοῦ” καὶ προτείνει “τὴν σύμπηξιν τὸ κατ’ ἀρχὰς συναφείας καὶ κοινωνίας μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν” .
Δυστυχῶς τὸ Διάταγμα τοῦ 1920 «μοιάζει νὰ ὑποκαθιστᾶ ἢ νὰ ἀποσιωπᾶ τὴν ἀλήθεια τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας… γιὰ χάρη τῆς κοινωνιστικῆς καὶ πιετιστικῆς ἀντίληψις ἑνὸς ἰδεολογικοῦ “χριστιανισμοῦ”… Στὸ Διάγγελμα ἐκφράζεται ἡ ἄποψη ὅτι οἱ δογματικὲς διαφορὲς δὲν ἀποκλείουν» τὴν προσέγγιση καὶ κοινωνία τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τονίζεται ἰδιαιτέρως ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπικοινωνία θὰ βοηθήσει νὰ ἐκλείψουν οἱ κοινωνικὲς ἀθλιότητες. «Δὲν ὑπάρχει οὔτε ὑπαινιγμὸς τῆς ἀλήθειας ὅτι ἀκόμα καὶ ἡ ἐξάλειψη ὅλων αὐτῶν τῶν... πληγῶν δὲν σώζει τὸν ἄνθρωπο», γιατὶ ἡ σωτηρία εἶναι δυνατότητα ποὺ παρέχεται μόνο «στὰ ὅρια ζωῆς τοῦ Ἑνὸς Σώματος τῆς Μιᾶς... Ἐκκλησίας» .
Αὐτὴ ἡ “μειονεκτικὴ” ἐκκλησιολογία ποὺ ἐκφράζει τὸ Διάταγμα, στέρησε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴ δυνατότητα νὰ πρωταγωνιστήσει στὸ Διάλογο θεοφιλῶς, καὶ ἐπίσης, δὲν ἔδωσε τὴν εὐκαιρία στὶς Προτεσταντικὲς ὁμάδες νὰ δομήσουν τὴν προσπάθειά τους σὲ πλησιέστερες πρὸς τὴν ὀρθόδ. παράδοση βάσεις . Τὸ Διάγγελμα αὐτὸ προκάλεσε ἀντιδράσεις στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὑπῆρξε ἀφορμὴ καὶ γιὰ τὸ Παλαιοημερολογητικὸ Σχίσμα.
Αὐτὲς οἱ προσπάθειες συγκεκριμενοποιήθηκαν καὶ ἐκφράστηκαν ἑνιαῖα μὲ τὴ δημιουργία (1948) ἑνὸς Παν-προτεσταντικοῦ Ὀργανισμοῦ, τοῦ Παγκόσμιου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν [Π.Σ.Ε.] σύμφωνα μὲ τὰ πρότυπα τῶν δυτ. ὀργανισμῶν. Πάλι τὸ Οἰκουμ. Πατριαρχεῖο συμμετέσχε, ὡς ἱδρυτικὸ μέλος, παρὰ τὶς ἐνδοορθόδοξες ἀντιδράσεις καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀρνήθηκαν νὰ συμμετάσχουν ὡς μέλη, στὴν ἵδρυση τοῦ Π.Σ.Ε., τὰ Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας καὶ Ἀντιοχείας, οἱ Ἐκκλησίες Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Γεωργίας, Βουλγαρίας, Πολωνίας, Τσεχοσλοβακίας, Ἀλβανίας, καὶ μάλιστα διακήρυξαν τὴν ἀντίδρασή τους αὐτὴ στὸ συνέδριο τῆς Μόσχας (8-18 /7/ 1948).
Ἔτσι «οἱ διεθνιστικὲς προσπάθειες τῶν προτεσταντῶν πῆραν “οἰκουμενικὸ” χαρακτήρα… χάρις στὴν συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων» στὸ Π.Σ.Ε. Διαφορετικὰ αὐτὴ ἡ «κίνηση θὰ ἔμενε ἐγκλωβισμένη στὰ πλαίσια ἑνὸς ἀδιέξοδου ἐνδο-προτεσταντικοῦ διαλόγου δίχως τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀποτελεσματικότητα μιᾶς “παγχριστιανικῆς” συνεργασίας» . Αὐτὸς ἦταν καὶ ὁ φόβος τῶν προτεσταντῶν, ὅπως καταγράφεται στὶς πρῶτες ἐπαφὲς μὲ τοὺς ὀρθοδόξους. Καὶ “πέτυχε” μὲν τὸ Π.Σ.Ε., ἀπέτυχαν ὅμως οἱ ὀρθόδοξοι, ποὺ καὶ ἐν μέρει διχάστηκαν, ἀλλὰ καὶ ἔβαλαν σὲ περιπέτειες καὶ κινδύνους τὰ μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας .
«Τὸ Π.Σ.Ε. ἱδρύθηκε καὶ τελικὰ σχηματοποιήθηκε, συμμορφούμενο σὲ προβλήματα ἀποκλειστικὰ προτεσταντικά. Ἔτσι ἡ ὀρθόδοξη ἐπίδραση στὴν ὀργανωτικὴ δομὴ τοῦ Π.Σ.Ε. ἦταν τόσο ἀσήμαντη, ὥστε ἀναρωτιέται κανείς, ἂν οἱ Ὀρθόδ. πραγματικὰ ἐγνώριζαν σὲ τί ἐπρόκειτο νὰ ἀναμιχθοῦν, ὅταν ἐγίνοντο μέλη του» .
Τὰ πρῶτα ἀλλοτριωτικὰ ἀποτελέσματα φαίνονται σύντομα. Ἐνῶ τὰ 2 Πατριαρχεῖα καὶ οἱ 8 ἐκκλησίες ἀρνήθηκαν ἀρχικὰ νὰ γίνουν μέλη, «αὐτὴ ἡ σθεναρὴ στάση ἀλλοιώνεται προοδευτικά, καὶ ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη ὅλες σχεδὸν οἱ παραπάνω ἐκκλησίες ὑποβάλλουν αἰτήσεις εἰσδοχῆς καὶ γίνονται δεκτὲς ὡς μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.», χωρὶς νὰ αἰσθανθοῦν τὴν ἀνάγκη «νὰ δικαιολογήσουν μὲ γραπτὰ κείμενα τὴν ἀθέτηση ἐκείνης τῆς ἀπόφασης ποὺ τὶς δέσμευε οὐσιαστικά» . Ἀπὸ τὸ 1989 ἡ Ἐκκλ. τῶν Ἱεροσολύμων ἀρνεῖται τὴ συμμετοχὴ στοὺς Διαλόγους, ποὺ ἀποβαίνουν ἐπιζήμιοι γι' αὐτήν, ἀφοῦ οἱ ἑτερόδοξοι τοὺς ἐκμεταλλεύονται εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας .
Κατὰ τὸν Κονιδάρη: «ὁ Προτεσταντισμὸς μεταφέρει τὴν διαίρεσίν του εἰς τὸ Π.Σ.Ε. …Οὕτω τὸ Π.Σ.Ε. εἶναι ἀτυχῶς, ἐν τοῖς πράγμασι Παγκόσμιον Συμβούλιον μὴ Ἐκκλησιῶν, ἤτοι Προτεσταντικῶν Ὁμολογιῶν πολυαρίθμων, καί τινων Ἐκκλησιῶν» .
Ποιοί εἶναι «οἱ πιὸ συγκεκριμένοι λόγοι γι’ αὐτὸν τὸ συμβιβασμὸ τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τὸν διακοσμητικὸ καὶ ἀτελέσφορο ρόλο ποὺ τοὺς καθορίστηκε στὴν οἰκουμενική κίνηση;» ἐρωτᾶ ὁ Χρ. Γιανναρᾶς καὶ ἀπαντᾶ μὲ τὰ ἑξῆς: Γιατί: 1) Τὰ προτεσταντικὰ μέλη τοῦ ΠΣΕ ἔχουν ἱκανότητα καὶ ἐπιδεξιότητα ὀργάνωσης καὶ οἰκονομικὰ μέσα, ποὺ ὡς φτωχοσυγγενεῖς, δεχόμαστε γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση τῶν ἱεραποστολικῶν ἢ φιλανθρωπικῶν προσπαθειῶν μας. 2) Χρησιμοποιοῦμε τὸ διεθνὲς κύρος του γιὰ τὴ διάσωση τῶν Πατριαρχείων μας. 3) Οἱ Ὀρθόδ. εἴχαμε ἐλλειπῆ προπαρασκευὴ καὶ δὲν ἀρνηθήκαμε ποτὲ τὴ συμμετοχὴ στὶς κοινὲς προσευχὲς στὰ συνέδρια. 4) Ἐξισώσαμε τοὺς ἐπισκόπους ποὺ στέλνουμε στὰ συνέδρια (καὶ ἐκφράζουν τὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας) μὲ τοὺς προτεστάντες καθηγητὲς (ποὺ ἐκφράζουν τὴν ἀτομική τους γνώμη), 5) Προβάλλουμε στὴν οἰκουμενικὴ κίνηση τὴν ἐσωτερική μας κρίση καὶ εἴμαστε τραγικὰ ἀπόντες στὴν θεολογική ἀντιμετώπιση τῶν εὐαισθησιῶν ποὺ ἐμφανίζει τὸ Π.Σ.Ε. 6) «Ἡ μαρτυρία τῶν Ὀρθοδόξων μέσα στὴν οἰκουμ. κίνηση περιορίστηκε τὸ περισσό-τερο στὴν ἐπισήμανση τῶν θεολογικῶν -ὁμολογιακῶν διαφορῶν ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τοὺς προτεστάντες καὶ ἐλάχιστα ἢ καθόλου στὴ συνειδητοποίηση καὶ φανέρωση τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας καὶ τοῦ πολιτιστικοῦ ἐπιπέδου... Ὁ πολιτισμὸς τῆς δυναμικῆς ἀλήθειας τοῦ προσώπου..., τῆς ἀσκητικῆς αὐθυπέρβασης... μειονεκτεῖ καὶ τελικὰ ὑποτάσσεται στὸν πολιτισμὸ τῆς ἀτομικῆς λογικῆς, τῆς ἀτομικῆς ἠθικῆς... Ἡ πάλη αἰώνων γιὰ τὴν νίκη καταπάνω στὸ θάνατο... συστέλλεται καὶ παραχωρεῖ τὴ θέση της στὴν ἀτομικὴ διατύπωση διανοητικῶν ἀπόψεων γιὰ τὴ "βελτίωση" τῶν κοινωνικοπολιτικῶν συμπτωμάτων» .
Παρόμοια ἀντιμετώπιση πρὸς τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση ἐπεφύλαξαν καὶ σημαίνοντες ὀρθόδοξοι, ποὺ ἀρχικὰ ἤλπισαν σ' αὐτή. Ὡς ἕνα εἶδος «Ἱεραποστολῆς» ἔβλεπε ὁ Φλωρόφσκυ τὴ συμμετοχὴ στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση» «ὡς ἄμεσο καθῆκον…νὰ καταθέτει ἀδιάκοπα τὴ μαρτυρία της παντοῦ, …ἐπειδὴ ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό της ὡς τὸν φύλακα ...τῆς Παραδόσεως» · καὶ ἔλεγε μεγαλοφώνως: Ποτὲ δὲν πρέπει «νὰ στρέφωμεν τὴν ἀγάπην ἐναντίον τῆς Ἀλήθειας, κολακεύοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἐν ὀνόματι τῆς "οἰκουμενιστικῆς συντροφιᾶς"...
Στὸ βιβλίο του: "Οἰκουμενισμός: Μιὰ δογματικὴ θεώρησις" ἀναφέρει: τὸν Προτεσταντικὸ Οἰκουμενισμὸ ποὺ ἐπιζητεῖ συμφωνίαν ἐπὶ κοινωνικῶν θεμάτων· τὸν ΡΚαθολικὸ Οἰκουμενισμὸ ποὺ κατευθύνεται πρὸς ἕνωσιν τῶν χριστιανῶν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Πάπα· τὸν Ὀρθόδοξο Οἰκουμενισμό, ὅπως συνελήφθη ὑπὸ τῶν Φλωρόφσκυ, Π. Μπρατσιώτου καὶ Ἰ. Καρμίρη, καὶ στόχον εἶχε τὴν μεταστροφὴν τῶν ἑτεροδόξων. Ὅταν ὅμως εἶδαν τὴν αὐξανομένην ἀδιαφορίαν καὶ μάλιστα «τὴν ἀποδοκιμασίαν αὐτῆς τῆς δογματ. προσεγγίσεως μεταξὺ τῶν ἑτεροδόξων, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Ἀθηναγόρου, ἀπεσύρθησαν ἀπ’ αὐτὴν τὴν κίνησιν» .
Γιατὶ στὴν Οἰκουμ. Κίνηση σχετικοποιεῖται ἡ ἀλήθεια καὶ ἔτσι ἡ θεολογία «εἶναι ὑποτονική. Καὶ ὅσο θὰ ὑποχωρεῖ ἡ θεολογία, τόσο θὰ προχωρεῖ ἡ διάσπαση». Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸ Βανκούβερ (1983), «οἱ θεολογικές διαφορὲς κατακυρώθηκαν ὡς νόμιμες,...δὲν θεωρήθηκαν ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἑνότητα» .
Τὸ ἴδιο πνεῦμα ἐπικρατεῖ καὶ σὲ ἄλλα θέματα, ὅπως τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν. Διαρκοῦντος τοῦ διαλόγου πρὸς διευθέτηση τῶν διαφορῶν, δημιουργοῦν νέα προβλήματα, πρὶν κἂν διευθετηθοῦν τὰ παλαιά, προχωρώντας σὲ χειροτονίες γυναικῶν. Τὸ 1977 ἡ Διορθόδοξη Θεολογική Ἐπιτροπή, δήλωσε πρὸς τὴν Ἀγγλικανὴ Ἐπιτροπή, πὼς μὲ λύπη διαπίστωσε ὅτι ἡ χειροτονία γυναικῶν δὲν εἶναι «πλέον θέμα πρὸς συζήτησιν, ἀλλὰ πραγματικὸ γεγονὸς εἰς τὴν ζωὴν μερικῶν Ἀγγλικανικῶν Ἐκκλησιῶν. Ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν τετελεσμένων γεγονότων τούτων οἱ ὀρθόδοξοι διερωτῶνται κατὰ πόσον θὰ ἠδύναντο νὰ συνεχίσωσι τὸν διάλογον καὶ ποίαν σημασίαν θὰ εἶχε...ὑπὸ τοιούτους ὅρους». Τὰ ἴδια ὑποστήριξε καὶ ὁ Πατρριάρχης Δημήτριος .
Καὶ «τὸ πρόβλημα, τῆς ἱερωσύνης τῶν γυναικῶν... ἀπειλεῖ τὴ διακοπὴ τοῦ...διαλόγου» καὶ «μὲ μιὰ νέα περιπέτεια ὁλόκληρη τὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία, βαθαίνοντας ...τὰ ὅποια ρήγματα συσσώρευσαν αἰῶνες στὶς σχέσεις τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν» .
Ἐνῶ, λοιπόν, ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα δημιουργήθηκε ἡ Οἰκουμ. Κίνηση πρὸς ἐπιδίωξη τῆς ἑνότητας “ἐν τῇ ἀληθείᾳ”, στὸ τέλος ἀκριβῶς τοῦ ἴδιου αἰώνα...ἐπικυρώνεται ἡ ἀδιαφορία μας γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἐφόσον, καθὼς νομίζουμε, μποροῦμε νὰ ἔχουμε ἑνότητα μὲ οὐσιαστικὴ διαφοροποίηση στὴν Παράδοση, ...μὲ διαφορετικὲς “ἀλήθειες”». Ὅμως ἡ πραγματικὴ ἑνότητα ἐξασφαλίζεται μόνο στὴν ἀλήθεια , ἡ ὁποία εἶναι μία: Ὁ Θεός, ποὺ φανερώνει (σὲ ὅσους ἐπιζητοῦν) τὴν ἀλήθεια, αὐτὸς παρέχει καὶ τὴν ἀληθινὴ ἑνότητα . Κάθε ἄλλη ἑνότητα μένει ἀνέριστη, ἐπιφανειακή, μὴ πραγματική» .
Ἔτσι, ἐμπεδώνεται σιγά-σιγὰ ἡ περὶ "κλάδων" θεωρία (κάθε ὁμολογία ἔχει ἕνα μέρος τῆς ἀλήθειας), ἡ ὁποία «βλέπει τὴν Ἐκκλησία κοινωνιολογικὰ καὶ ὄχι θεολογικά. Τὴν βλέπει ὡς σῶμα χριστιανῶν, δηλ. ὡς σύλλογο, καὶ ὄχι ὡς σῶμα Χριστοῦ...» .
Καὶ ἐδῶ ἕνα εὔλογο –παρενθετικό– ἐρώτημα: σὲ τί ἔγκειται ἡ Οἰκουμενικότητα καὶ ἡ Παγκοσμιότητα τοῦ Παγκοσμίου Συμβ. Ἐκκλησιῶν; Χρονικὰ καὶ ποσοτικὰ δὲν ἐκφράζει τὴν Χριστιανικὴ Οἰκουμένη. Οἱ ΡΚαθολικοὶ δὲν εἶναι μέλη του. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περισσότερο γραφειοκρατικὰ συμμετέχει σ' αὐτό. Πολλοὶ πνευματικοὶ Πατέρες τὸ ἀντιμετωπίζουν μὲ σκεπτικισμὸ ἢ τὸ ἀπορρίπτουν. Πρακτικὰ ὁ Προτεσταντικὸς κόσμος εἶναι πολυδιασπασμένος. Ποιοτικὰ - Οὐσιαστικὰ τὰ μέλη του (πλὴν τῆς Ὀρθοδ. Ἐκκλησίας) δὲν εἶναι κἂν Ἐκκλησίες. Ἔτσι, τὸ Π.Σ.Ε. καὶ σ' αὐτὸ τὸ καίριο σημεῖο, ἀπέχει ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικότητα-Παγκοσμιότητα, δηλ. τὴν ἑνότητα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὴν ἴδια πίστη μὲ τὴν Μία...Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Δυνητικά, θὰ μποροῦσε κανεὶς ὡς ὅραμα μακρυνὸ νὰ ἐλπίσει σὲ μιὰ Παγκόσμια Ἐκκλησία, "τὴν μία ποίμνη ὑπὸ τὸν Ἕνα Ποιμένα". Τοῦτο ὅμως τὸ μυστήριο ἤδη συντελεῖται στὴ Μία...Ἐκκλησία, μὲ τὰ πολλά της ζιζάνια ἀναντιρρήτως, καὶ τὰ προβλήματα, καὶ τὰ σκάνδαλα, ὥσπου νὰ βρεῖ τὴν πλήρωσή του στὸ μέλλοντα αἰῶνα. Ἆρα, τί τὸ Ἐκκλησιαστικὸ καὶ Παγκόσμιο ἐκφράζει τὸ Παγκόσμιο Συμβ. Ἐκκλησιῶν πέρα ἀπὸ ἕνα αἴτημα ἀρρωστημένης οἰκουμενικότητας ; Ἀκόμη περισσότερο: μήπως εἶναι ἄλλο ἕνα ἀπατηλὸ εἴδωλο, ποὺ μεθοδικὰ προβάλλοντας ἕνα δικό του τρόπο ζωῆς, θέλει νὰ ὑφαρπάσει, νὰ ὑποκαταστήσει τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας;
Μέχρι σήμερα, τὰ θετικὰ ἀποτελέσματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Διάλογου εἶναι μόνο περιφερειακά . Ὡς πρὸς τὸν στόχο ποὺ εἶναι ἡ ἑνότητα, ἡ ἕνωση τῶν χριστιανῶν ἐν τῇ Ἀληθείᾳ τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἐλάχιστα καὶ ἀρνητικά , ἂν ἀναλογιστοῦμε τὶς ἀβαρίες εἰς βάρος τῆς ὀρθοδοξίας. Γιατὶ δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ μιὰ ἀγάπη δίχως ὅρια, ποὺ μιμεῖται τὸν πλήρη αὐτοθυσίας λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: “ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου…οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται” (Ρωμ. 9,3) , ἀλλὰ γιὰ ἀποπροσανατολισμὸ Ἀνατολικῶν καὶ Δυτικῶν χριστιανῶν, ἄμβλυνση τοῦ ὀρθοδόξου κριτηρίου καὶ σχετικοποίηση τῆς Πίστεως, ἄρα καὶ τῆς ἀγάπης. Καί, ἀκόμη, ἐμπόδιο στὸ ἔργο της μαρτυρίας τῆς ὀρθ. πίστεως πρὸς τοὺς Δυτικούς, ἀφοῦ μὲ τὴν παραμονή μας στὸ Π.Σ.Ε. ἀναλαμβάνουμε τὴ δέσμευση νὰ μὴν προσκαλοῦμε τοὺς αἱρετικοὺς νὰ ἐπανέλθουν στὴν Ὀρθόδ. Ἐκκλησία, διότι αὐτὸ χαρακτηρίζεται ὡς προσηλυτισμός. Βοηθοῦμε ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ νὰ ἔρθουν σὲ ἐπαφὴ οἱ ἑτερόδοξοι μὲ τοὺς Πατέρες, –ἂν καὶ κατὰ τὸν π. Ἐπιφ. Θεοδωρόπουλο αὐτοί, θεωρητικά, τὰ ξέρουν καλύτερα ἀπὸ μᾶς, σ’ αὐτοὺς σπουδάσαμε– ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ μὲ τὴ συμμετοχή μας ὡς φτωχοσυγγενεῖς στὰ Συμβούλιά τους, ἀνέτοιμοι, δίχως σύμπνοια , νομιμοποιοῦμε τὶς “ἐκκλησίες” τους, δίνουμε τὴν ἐντύπωση ὅτι δεχόμαστε τὴν ἄποψή τους, πὼς ὅλοι εἴμαστε τὸ ἴδιο. Αὐτὴ ἡ ἐξίσωση τῆς ἀλήθειας μὲ τὴν αἵρεση δρᾶ ἀποτρεπτικὰ στὴν μεταστροφὴ τῶν ἑτεροδόξων.
Γι' αὐτὰ (καὶ παρόμοια ζητήματα) «ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν Οἰκουμ. κίνησιν ἐθεωρήθη ἐξ ἀρχῆς ἐξόχως προβληματική, ...πρὸ ἐτῶν μάλιστα πλεῖστοι ἱεράρχαι τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἀπῄτησαν ὅπως εἰς τὸ Π.Σ.Ε. ἀποστέλλωνται μόνον λαϊκοὶ θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ὁμιλοῦν ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας των» οὔτε «ἐπὶ καθαρῶς δογμάτων θεμάτων» . Ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ διεξάγοντες τὸν διάλογο, κατὰ καιροὺς διατυπώνουν ἐπιφυλάξεις καὶ ἀντιρρήσεις, πολλοὶ παραιτήθηκαν διαμαρτυρόμενοι, ἄλλοι –ἂν καὶ ἀρχικὰ συμμετεῖχαν– δηλώνουν ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ διαλόγου εἶναι τέτοια, ποὺ ἀπαιτοῦν τὴν διακοπήν του, μὴ τηρουμένων τῶν ὀρθόδ. θεολογικῶν προϋποθέσεων. Πάντως χάρη στὶς ἀντιδράσεις τῶν χαρακτηριζόμενων ὡς συντηρητικῶν, τὸ πατριαρχεῖο βοηθήθηκε νὰ κρατήσει τὰ προσχήματα, νὰ εἶναι λιγότερο ἐνδοτικὸ πρὸς τὸ Π.Σ.Ε.
Ἂς παρακολουθήσουμε μερικὰ ἄλλα κείμενα:
● Τὸ φιλικὸ στὴν Οἰκουμενικὴ κίνηση περιοδικὸ ‘‘ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ’’, γράφει: «Μετὰ ἀπὸ πενῆντα χρόνια... Διαλόγου κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ μὲ βεβαιότητα ὅτι οἱ θεολογικοὶ διάλογοι συνιστοῦν τὸν ἀποκλειστικὸ ἢ τὸ μόνο ὀρθὸ δρόμο γιὰ τὴν ἐπανένωση τῶν Ἐκκλησιῶν, καθὼς oἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς εἴτε ἔχουν καταλήξει σὲ ἀδιέξοδο εἴτε, στὶς ἐλάχιστες περιπτώσεις ὅπου προέκυψε κάποια συμφωνία, παρέμεινε σὲ θεωρητικὸ θεολογικὸ ἐπίπεδο, χωρίς ὁποιαδήποτε πρακτικὴ συνέπεια στὴ ζωὴ τῶν Ἐκκλησιῶν» .
● Ὁ πρώην Ἀμερικῆς Ἰάκωβος, σημαῖνον μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. γράφει (Ἐφημ. “ΤΟ ΒΗΜΑ”, 22.8.1972) ὅτι τὸ Π.Σ.Ε. «προχωρεῖ πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ του διὰ τοῦ συγκερασμοῦ πολιτισμοῦ, θρησκειῶν καὶ λαῶν”», πρᾶγμα ποὺ «καταδεικνύει τὸν ἔσχατον σκοπόν, εἰς τὸν ὁποῖον κατατείνει ἡ Οἰκουμ. κίνησις, εἰς τὴν πραγματοποίησιν δηλ. τῆς Πανθρησκείας διὰ τοῦ βαθμιαίου ὑποβιβασμοῦ» τοῦ χριστιανισμοῦ «εἰς τὸ ἐπίπεδον μιᾶς τῶν μεγάλων θρησκειῶν» .
● Ἕνας προτεστάντης ποὺ ἀσπάστηκε τὴν Ὀρθοδοξίας ὄχι «μέσα ἀπὸ τοὺς οἰκουμ. διαλόγους ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση στοὺς αὐθεντικοὺς φορεῖς καὶ ἐκφραστές της» γράφει: «Σιγὰ σιγὰ ὁ Προτεσταντισμὸς ἔγινε ἐξάρτημα τοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ τὸν περιβάλλει. Τώρα μᾶλλον διαπλάθεται, παρὰ διαπλάθει. Ἔγινε ἡ θρησκεία τῆς συναισθηματικῆς ἄνεσης καὶ τῆς ὀρθολογιστικῆς αὐτοδυναμίας... Οἱ ἡγέτες του τείνουν νὰ ἀποτελέσουν ἀκριβῶς ἕνα ἄλλο εἶδος διασημοτήτων, ποὺ διευθύνουν ὀργανισμούς, ποὺ καλοῦνται "ἐκκλησίες"... Ὁ Προτεσταντισμὸς ...διέσπειρε τὴ δική του σχετιστικὴ ...ἀρρώστεια καὶ στὴν ἡγεσία τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας.. Ἀκόμη καὶ ἡ Ὀρθ. Ἐκκλησία ἐπηρεάστηκε... Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους της ...ἔχουν δελεαστεῖ ἀπὸ τὸν "διάλογο"–μονόδρομο...στὰ πλαίσια τῆς Οἰκουμ. Κίνησης. Πρόκειται γιὰ τὸ εἶδος ἐκεῖνο τοῦ διαλόγου, τὸ ὁποῖο οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλ. ὀνόμασαν "θεολογία ἄνευ προσευχῆς" καὶ τὸ ὁποῖο ὁ ἅγ. Μάξιμος θεωροῦσε ὡς "θεολογία τῶν δαιμόνων"» .
● Ὁ Οἰκουμενισμὸς «ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξίσωσιν πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν, εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἑνὸς …θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν ἑνὸς εἴδους πανθρησκείας» , «κάτι ποὺ ἀπεσαφηνίσθη μὲ πληρότητα στὴν ἐποχή μας» .
● Ἀλλὰ καὶ μιὰ Δήλωσις τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τὴν Γ΄ Γεν. Συνέλευσιν τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Ν. Δελχὶ τῶν Ἰνδιῶν ἐπισημαίνει κάποιες ἀλήθειες, ποὺ ἤδη ξεχάστηκαν: «…Οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν δύνανται νὰ δεχθῶσι τὴν ἰδέαν μιᾶς ‘‘ὁμοτιμίας’’ τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιακῶν ὁμάδων, οὔτε ἐπίσης νὰ φαντασθῶσι τὴν χριστιανικὴν ἐπανένωσιν ὡς… πανομολογιακὴν συγκόλλησιν… Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν εἶναι μιὰ Ὁμολογία» ἀλλὰ «εἶναι ‘‘ἡ’’ Ἐκκλησία… Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι πρόθυμος νὰ συμμετάσχη εἰς τὴν κοινὴν ταύτην ἐργασίαν ὡς εἷς μάρτυς, ὅστις ἀδιασπάστως ἔχει διαφυλάξει τὸν θησαυρὸν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καὶ παραδόσεως…» .
● «Ὁ Μητρ. Χαλκηδόνος Μελίτων,...ἀναγκάζεται νὰ ὁμολογήσει: ‘‘Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ Π.Σ.Ε. ἐλέγχεται κατὰ 99% ὑπὸ τῶν Προτεσταντῶν καὶ φέρει ἔντονον τὴν σφραγῖδα αὐτοῦ’’» .
● Τὸ 1976 ἡ Σύνοδος τῆς ὀρθοδ. Ἐκκλησίας στὴν Ἀμερικὴ «ἐπισημαίνει τρεῖς κινδύνους ποὺ ἀπειλοῦν τὴν οἰκουμ. κίνηση… α) ὁ σχετικισμὸς ποὺ ἀπορρίπτει τὴν ἴδια τὴν ἰδέα τῆς μοναδικότητος τῆς Ἐκκλησίας…, β) ἡ ἐκκοσμίκευση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἑνότητα ποὺ ἐπιδιώκεται νὰ πραγματοποιηθεῖ, θὰ συνίστατο στὴν οἰκοδομὴ ἑνὸς καλύτερου κόσμου μὲ τὴν πολιτική, οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ δράση καὶ γ) οἱ ἐσφαλμένες διαδικασίες σὲ σχέση μὲ τὴν ἕνωση:…Ἔξω ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως στὴ μοναδικὴ Ἐκκλησία...ποὺ εἶναι ἀδιαίρετη, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἔχουμε μυστηριακὴ κοινωνία, οὔτε καὶ λειτουργικὴ συμπροσευχή… Τέτοιες λειτουργικὲς προσευχὲς συντείνουν στὴ δημιουργία σύγχυσης...» .
● «Ὁ οἰκουμενισμός…παραμερίζει τὴν Πίστιν...καὶ ἀποβλέπει εἰς πρακτικοὺς σκοπούς. Βλέπει τὴν Ἐκκλησίαν κυρίως ὡς ἀνθρώπινον ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἡνωμένον θὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ καλλίτερον τοὺς ἐχθρούς του» .
● «Δὲν συνέβει, μέχρι σήμερα, κάποια Ὁμολογία νὰ ἐγκαταλείψει στοιχεῖο τῆς διδασκαλίας της ὡς ἀποτέλεσμα τῶν διαλόγων... Κάποιες ἴσως δευτερεύουσες καὶ πρακτικὲς μόνο πλευρὲς δυνατὸν νὰ δέχτηκαν οἱ ἑταῖροι μας ν’ ἀλλάξουν• ποτὲ στοιχεῖο τῆς διδασκαλίας τους…» .
● Πρόσφατα, (2000) ἀναθεωρήθηκε ἡ Οἰκουμενικὴ Χάρτα. Εἶναι ἕνα ἀπαράδεκτο θεολογικὰ κείμενο ὀρθοδόξων, γέννημα-θρέμμα τοῦ κλίματος τοῦ θεολ. διαλόγου, ποὺ θεωρεῖ «ὅλες τὶς αἱρετικὲς ὁμολογιακὲς ὁμάδες ὡς ἰσοδύναμες ‘‘Ἐκκλησίες’’» . «Ἀφαιρουμένων κάποιων λέξεων ἢ φράσεων θὰ μποροῦσε νὰ τὸ ἀποδεχθῆ ἄνετα καὶ ἕνας Ἰουδαῖος ἢ Μουσουλμάνος...». Προτρέπει νὰ παραιτηθοῦμε ἀπὸ τὴν ἱεραποστολὴ στοὺς ἑτερόδοξους , ἀφοῦ αὐτὸ θεωρεῖται προσηλυτισμός. Γράφει: «Ὑποσχόμεθα νὰ μὴ προτρέπωμεν ἀνθρώπους νὰ ἀλλάσουν τὴν Ἐκκλησίαν αὐτῶν» .
Εἶναι, λοιπόν, καὶ ἡ Χάρτα ἕνα ἀκόμα ἀρνητικὸ στοιχεῖο, ποὺ ὀφείλεται στὸν ἐπὶ τόσα χρόνια συγχρωτισμὸ μὲ τὸ Π.Σ.Ε. καὶ τὴν ψυχολογικὴ πίεση ποὺ δέχονται οἱ ἀντιπρόσωποί μας σ' αὐτό; Τοῦτο ἐνισχύει καὶ μιὰ πληροφορία, χαρακτηριστικὴ τοῦ κλίματος πίεσης ποὺ ἐπικρατεῖ στὰ Συνέδρια τοῦ Π.Σ.Ε.: «Οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποι στὶς διασκέψεις τοῦ Π.Σ.Ε. ἔχουν κατ' ἐπανάληψη ὑποστηρίξει –συχνὰ μάλιστα ἐξοργίζοντας τοὺς παρόντες– πὼς ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ…μοναδικὴ Ἐκκλησία .
Ἐνῶ «ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῶν προτεσταντικῶν ἀναγκῶν τὸ Π.Σ.Ε. εἶναι τὸ καλύτερο μέσο θεραπείας γιὰ τὶς ἀσθένειες τοῦ Προτεσταντισμοῦ…ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῶν ὀρθοδόξων ἀναγκῶν ἡ συμμετοχὴ στὴν παρούσα ὀργανωτικὴ δομὴ τοῦ Π.Σ.Ε. εἶναι μιὰ ἄσκοπη περιπέτεια, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι οἱ ἀσθένειες ...Ὀρθοδοξίας καὶ Προτεσταντισμοῦ δὲν εἶναι οἱ ἴδιες» .
Στὸ ἐρώτημα: Ποιά πρέπει νὰ εἶναι ἡ περαιτέρω στάση μας ἔναντι τοῦ Π.Σ.Ε. μὲ βάση καὶ τὴν ἕως τώρα ἐμπειρία, ἀπαντᾶ ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Ἂν μὲν οὖν βλάπτωσιν αἱ φιλίαι (μετὰ τῶν αἱρετικῶν), φεύγωμεν καὶ ἀποπηδῶμεν· ἐὰν δὲ μηδὲν ἡμᾶς εἰς τὸν τῆς εὐσεβείας ἀδικῶσιν λόγον, ἕλκωμεν καὶ ἐπισπώμεθα πρὸς ἑαυτοὺς ἐκείνους» .
Καὶ ἀλλοῦ: «Εἴ τις ἔχει δόγμα διεστραμμένον φεῦγε αὐτὸν καὶ παραίτησαι, μὴ πείθου, μὴ μόνον ἂν ἄνθρωπος ᾖ, ἀλλὰ κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών» (Ἰω. Χρυσόστομος). «Ὁ ἱερὸς Πατὴρ μάλιστα συνιστᾶ τὸν φόβον ἔναντι τῶν πλανωμένων: "Δέος μή τις παραφθαρῆ ὑπὸ τῆς τῶν αἱρετικῶν ἀγάπης"»



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.