Τὸν "διάλογο" μὲ τὸν κόσμο ἄρχισε ὁ Χριστός. Πρῶτοι συνομιλητές Του οἱ Ἰουδαῖοι, χωρὶς νὰ ἀποκλείονται εἰδωλολάτρες ἢ ἀλλοεθνεῖς, γιὰ τὴν πίστη τῶν ὁποίων μάλιστα ἐξέφρασε τὸ θαυμασμό Του .
Καθοδηγώντας τοὺς μαθητὲς γιὰ τὴ συνέχιση τοῦ ἔργου Του, ἔδωσε τὶς ὁδηγίες καὶ ἔθεσε τὶς προϋποθέσεις σ’ αὐτὴ τὴν μετὰ τοῦ κόσμου ἐμπλοκή: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ. 28, 19-20). Νωρίτερα εἶχε πεῖ: «Ὃς ἐὰν μή... ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑμῶν, ἐξερχόμενοι ἔξω τῆς οἰκίας ἢ τῆς πόλεως ἐκείνης ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν» (Ματθ. 10,14). Ἀξιόλογη ὑπόδειξη «καθὼς ἀναφέρεται στὴν ἀντιμετώπιση τῆς ἔντονης ἀντίδρασης τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶναι...ὁριστικὰ ἀρνητικοὶ πρὸς τὴ διδασκαλία του»· δείχνει «μιὰ συμβολικὴ πράξη ἀπομάκρυνσης, ἕναν...εἰρηνικὸ τρόπο ἀντίδρασης» . Ἔτσι οἱ μαθητὲς θὰ ἔδειχναν, ὅτι «οὐ μόνον οὐδὲν ἐκεῖθεν ἔλαβον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκεῖθεν κονιορτὸν ἐκτινάσσουσιν ἀπὸ τῶν ποδῶν αὐτῶν»· αὐτὴ ἡ πράξη, θὰ ἐξέφραζε τὸν «πλήρη χωρισμό» .
Σὲ ἄλλο σημεῖο ἐπεσήμαινε, πὼς ἡ πιστὴ τήρηση τῶν λόγων Του, ἦταν ἀπαραίτητο στοιχεῖο γιὰ τὴν ἕνωση τῶν πιστῶν μαζί Του: “ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου...ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων ἐλάχιστος κληθήσεται...” (Ματθ. 5,18-19).
Πραγματοποιώντας οἱ μαθητὲς τὴν ἐπιθυμία-ἐντολή Του, πορεύτηκαν «εἰς πάντα τὰ ἔθνη» καὶ συνδιαλέχτηκαν μὲ τοὺς ἀνθρώπους• ἔγιναν «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα, ἵνα τινὰς» σώσουν (1Koρ. 9,22)· Τὸν ὁμολογοῦσαν στὶς Συναγωγές, στὶς ἐξουσίες· καλοῦσαν σὲ μετάνοια. Ἐφαρμόζοντας θεόπνευστα τὴ διδασκαλία Του, εἶπαν καὶ τὸ «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παρετοῦ» (Τίτ. 3,10), καὶ «μὴ γίνεσθαι ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις», καὶ «τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ;» (2Κορ. 6,14-15). Ἐπέστησαν προσοχὴ καὶ σύνεση στὴν ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἄλλους, συμβουλεύοντας: «μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις, μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε» (Ἐφ. 5,11). Ὁ δὲ Παῦλος, ὁ μεγάλος δάσκαλος τῆς ἀγάπης, ἀναγκάζεται νὰ ἐκστομίσει σκληρὲς φράσεις, ὅταν ἀντιμετωπίζει τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ἀλλοιώσεως τῶν λόγων Του, ὅπως τὸ «ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1,8). Καὶ ὁ Ἰωάννης τό: «χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγητε• ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς» (2Ιω 10-11).
Πάντα λοιπόν, κάτω ἀπὸ κάποιες προϋποθεσεις, «ὁ διάλογος εἶναι ὑποχρέωσις, διότι ὑποχρέωσις εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» . Καὶ εἶναι ὑποχρέωση, ὄχι μὲ ὅρους νομικούς-ἠθικούς, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῶν λόγων: «Μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους» (Ρωμ. 13,18).
Καὶ «ἐνῶ ἡ χριστιανικὴ στάση εἶναι αὐστηρῶς κριτικὴ ἀπέναντι στὰ ἄλλα θρησκεύματα ὡς συστήματα..., οἱ χριστιανοὶ ὀφείλουν νὰ σταθοῦν μὲ ...σεβασμὸ καὶ ἀγάπη ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν στὸ κλῖμα τῶν διαφόρων θρησκειῶν…» . Γι’ αὐτὸ «ἡ ὑποχρέωση τῆς διεξαγωγῆς διαλόγου μὲ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκευτικῶν πεποιθήσεων εἶναι γιὰ μᾶς ...ἐπιτακτική… Ἀλλὰ μιὰ τέτοια διάθεση γιὰ διάλογο δὲν σημαίνει ἀναστολὴ τῆς χριστιανικῆς μας μαρτυρίας» .
Ἔτσι, ἡ πεποίθηση τοῦ πιστοῦ «ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ σίγουρος δρόμος γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁδηγοῦν στὸ νὰ ἐπιχειρεῖ τὸ ἄνοιγμα σὲ ὅλον τὸν κόσμο..., (χωρίς) νὰ δέχεται ἐπιδράσεις καὶ προσθῆκες στὴ θεολογία της ἀπὸ θρησκεῖες καὶ θεωρίες ξένες πρὸς τὴ χριστιανική ὀρθόδοξη διδασκαλία» . Καὶ γιὰ «νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴ μεγάλη ἀποστολή της ἡ Ὀρθοδοξία, θὰ πρέπει νὰ διατηρήσει ἀλώβητο τὸ μυστηριακό, σωτηριολογικὸ χαρακτῆρα της…» .
Σήμερα, βέβαια, ὁ Διάλογος δὲν διενεργεῖται μόνο στὴν γενικὴ παραπάνω σημασία, ἀλλ' ἔχει κι' ἕνα ἰδιαίτερο στόχο. Νὰ θέσει τέλος στὴν διαίρεση τῶν χριστιανῶν –αὐτὸ τὸ μεγάλο σκάνδαλο καὶ σταυρὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐξ ἄλλου οἱ Ὀρθόδοξοι, «ὡς “καθολικοὶ” χριστιανοὶ –γιατὶ ἔτσι μόνο μποροῦμε νὰ εἴμαστε καὶ ὀρθόδοξοι– ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε ἐνδιαφέρον καὶ κατανόηση καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ δὲν ἔχουν καθολικὴ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστιανισμοῦ... Δὲν μποροῦμε νὰ διεκδικοῦμε τὸ “καθ’ ὅλου”, καὶ νὰ περιοριζόμαστε στὸν ἑαυτό μας» , γιατὶ τότε, αὐτὴ ἡ διεκδίκηση ἐκφράζει μισαλλοδοξία, διάθεση ἐξουσιαστικὴ καὶ ὄχι ἀγάπη. «Ὡς οἰκουμενικὴ ἡ Ὀρθοδοξία ὀφείλει πρωτίστως νὰ στρέφεται πρὸς τοὺς ἐκτὸς τῶν κόλπων της εὑρισκόμενους χριστιανούς, ἐν πνεύματι ἀδελφικῆς ἀγάπης καὶ κατανοήσεως• “οὐ γὰρ νικῆσαι ζητοῦμεν, ἀλλὰ προσλαβεῖν ἀδελφούς, ὧν τῷ χωρισμῷ σπαρασσόμεθα” (Γρ. Θεολόγος)» .
Εἶναι γι’ αὐτὸ «ἀπόλυτα ἀναγκαῖος ὁ “νουνεχὴς” Διάλογος, γιατὶ ἡ ἀπομάκρυνση τῶν χριστιανῶν μεταξύ τους...κάνει νὰ φαίνονται καὶ οἱ διαφορὲς μεγαλύτερες» , κατὰ τὸν ἅγ. Μᾶρκο. Ἡ προσέγγιση βέβαια, γιὰ ἕνωση τῶν διϊσταμένων «πρέπει νὰ πραγματοποιηθῇ μὲ βάση τὴν ὀρθὴ πίστη... ὄχι μὲ συμβιβασμούς» , ὅπως πολλὲς φορὲς ἐπιχειρήθηκε. Μόνο τότε θὰ ὑπάρξουν οὐσιαστικὰ ἀποτελέσματα, ὅταν οἱ διαλεγόμενοι θὰ προσέρχονται μὲ κατανόηση καὶ εἰλικρινῆ διάθεση γιὰ τὴν ἀλήθεια.
Ἀντίθετα, ἡ διαίρεση θὰ διαιωνίζεται, ὅταν ὁ Διάλογος στοχεύει σὲ συμβιβαστικὲς διατυπώσεις ἢ ἀφηρημένες "θεωρητικὲς" μόνο λύσεις τῶν Ἐκκλησιολογικῶν καὶ Δογματικῶν διαφορῶν. Καὶ τοῦτο δὲν ταιριάζει μὲ τὴ φύση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία δὲν ἀντιμετωπίζει νοησιαρχικὰ τὸ Δόγμα, δὲν τὸ ἔχει ἀναγάγει σὲ ἰδεολογία, δὲν τὸ ξεχωρίζει ἀπὸ τὸ ἦθος. Τὰ Δόγματα στὴν Ὀρθοδοξία δὲν ἔχουν σχέση μὲ θεολογικὸ στοχασμό, ἀλλ' εἶναι «ἡ ἐμπειρία τῆς πίστεως» ποὺ βιώνεται ἐν Πνεύματι ἀπὸ τοὺς ἁγίους, καὶ ἐν συνεχείᾳ «παραδίδεται καὶ παραλαμβάνεται ὑπὸ τῶν πιστευόντων» ὡς δείκτης πρὸς σωτηρία, ὁδηγὸς γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, μέθεξη θείας ζωῆς. Ὁ Χριστὸς δὲν παρουσίασε θεωρητικὰ «τὸ νέο τρόπο ζωῆς, ἀλλὰ ἐβάδισε πρῶτα ὁ ἴδιος αὐτὴν τὴν ὁδὸ καὶ ἔδωσε ἐμπειρικά... ὑπογραμμὸν βίου, "ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσι αὐτοῦ"» . Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐπιτυχία τοῦ Διαλόγου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τήρηση ἢ παραθεώρηση τῶν Ἐντολῶν. «Τὸ Τριαδικὸ καὶ Χριστολογικὸ δόγμα, ποὺ ἀπαρτίζουν οὐσιαστικὰ ὁλόκληρη τὴ δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, διατηροῦνται καὶ προσφέρονται ὡς ἐμπειρικὲς ἀλήθειες», τὶς ὁποῖες «οἱ Πατέρες παρέλαβαν καὶ διετήρησαν... μέσα στὴν ἱστορία» .
Ὥστε, δὲν εἶναι "δογματικὲς" ἢ "ἰδεολογικὲς" οἱ διαφορές μας μὲ τοὺς δυτικοὺς χριστιανούς, μὰ διαφορὲς στὴν τήρηση‒βίωση τῆς Χριστοπαράδοτης Τριαδικῆς ζωῆς, ποὺ ἔχουν ὡς συνέπεια, διαφορὲς καὶ στὴ λεκτική της διατύπωση. Πρᾶγμα ποὺ μᾶς κάνει νὰ συνειδητοποιήσουμε πόσο πιὸ δύσκολος εἶναι αὐτὸς ὁ Διάλογος, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ προσπάθεια ἀλλαγῆς ὄχι κάποιων θεωρητικῶν θρησκευτικῶν "δογμάτων", ἀλλὰ καὶ ἑνὸς ὁλόκληρου πολιτισμοῦ, ἑνὸς ἤθους σαρκωμένου σ' αὐτά .
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καθίσταται σαφές, ὅτι δὲν δεχόμαστε ἀπροϋπόθετα τοὺς Διαλόγους. Δὲν ἐμπλεκόμαστε σ’ ἕνα Διάλογο πρὸς ἀναζήτηση τῆς Ἀλήθειας, ἀφοῦ τὴν Ἀλήθεια τὴν ἔχουμε. Ἐκεῖνο ποὺ ζητοῦμε (ὄχι πρώτιστα μὲ τοὺς Διαλόγους) εἶναι νὰ διατηρήσουμε καὶ βιώσουμε τὴν αὐθεντικὴ πραγματικότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, τὸν νέο τρόπο ζωῆς, ποὺ θεμελιώνεται στὴν ἀναγέννηση "δι' ὕδατος καὶ Πνεύματος". Νὰ μιλήσουμε στοὺς συνανθρώπους μας, «οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ' ἐν ἀποδείξει Πνεύματος καὶ δυνάμεως» (1Κορ. 2,4).
Καὶ στὸ σημεῖο αὐτό χρειάζεται αὐτοκριτική, ἀφοῦ τίθεται τὸ πρόβλημα καὶ τῆς δικῆς μας εὐθύνης. Πόσο ὀρθόδοξα βιώνουμε τὴν Ὀρθοδοξία; Σὲ ποιό σημεῖο βρίσκονται οἱ σχέσεις μας μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ πόσο αὐτὸ εἶναι αἰτία, ὥστε καὶ στὰ θέματα ἱεραποστολῆς καὶ σχέσεων μὲ τοὺς ἑτερόδοξους νὰ διογκώνονται οἱ δυσχέρειες; Ἐπισημαίνει ὁ Χρ. Γιανναρᾶς: «Ἡ δογματικὴ “ὀρθοδοξία” μετέχει στὴν οἰκουμενική κίνηση… ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς σύστασής της. Καὶ δὲν κατόρθωσε νὰ ἀποτρέψη τὴν κρίση καὶ τὸ ἀδιέξοδο αὐτῆς τῆς μεγάλης προσπάθειας γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν… Οἱ λόγοι αὐτῆς τῆς ἀποτυχίας εἶναι πολλοί… Ἕνας ἀπὸ τοὺς οὐσιώδεις λόγους πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἀλλοτρίωση αὐτῆς τῆς παράδοσης στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὴν ἐκπροσωποῦμε...» .
«Ἂν ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπαναπαυθεῖ σὲ κάποια συμβατικὴ παρουσία καὶ μαρτυρία μέσα στὸν κόσμο, ἂν δὲν ἀπαντήσει μὲ τὸ παγκόσμιο πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ...στὴ σύγχρονη πρόκληση, θὰ ἀφήσει ἀβοήθητο τὸ σύγχρονο ἄνθρωπο καὶ θὰ ὑποκύψει στὴν ὁμογενοποίηση ποὺ προωθεῖται μὲ τὴν παγκοσμιοποίηση . Ἂν ἀντίθετα τολμήσει νὰ προωθήσει μὲ αὐτοκριτικὴ καὶ μετάνοια σὲ προσωπικὸ καὶ συλλογικὸ ἐπίπεδο τὸ πνεῦμα τῆς παραδόσεώς της, θὰ μπορέσει νὰ ἀντιπροσφέρει τὴν ἀλήθεια τῆς παγκοσμιότητας στὴ χίμαιρα τῆς παγκοσμιοποιήσεως» .
Ἡ σπουδὴ γιὰ Διάλογο στὴν εὐρύτερη σημασία του, γιὰ νἆναι θεάρεστη, πρέπει νὰ περνάει ἀπὸ τὴ σπουδὴ γιὰ ἐφαρμογὴ τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ: «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις»· «ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με» (Ἰω. 13,35· 14,21). Κατανοεῖται, δηλ., ὡς σπουδὴ γιὰ ἑνότητα κατὰ μίμηση τῆς Ἁγ. Τριάδος . Καὶ πῶς ἐπιτυγχάνεται αὐτό; Μὲ τὴν ὁμολογία τῆς ἴδιας πίστης, τὴν τήρηση τῶν Ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴ συμμετοχὴ στὸ αὐτὸ Ποτήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας . «Σύσσωμοι γεγόναμεν ἐν Χριστῷ, τὴν μίαν σάρκα τρεφόμενοι, καὶ ἐν ἑνὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι πρὸς ἑνότητα κατεσφραγισμένοι, καὶ ἓν οἱ πάντες ἐσμὲν ἐν Χριστῷ. Τοιγάρτοι καὶ ἔφασκεν πρὸς τὸν ἐν οὐρανοῖς Πατέρα. “ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς ἕν”» (Κυρίλλου Ἀλ.) .



















0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.